//
archives

Τρότσκι

This tag is associated with 6 posts

Ο Τρότσκι για το Μακεδονικό

Μια συζήτηση του Τρότσκι με την Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα

Το 1932 ο Τρότσκι συζήτησε με τον Γιώργο Βιτσιώρη, στέλεχος των Αρχειομαρξιστών – οπαδών του Τρότσκι τότε στην Ελλάδα – πάνω σε διάφορα ζητήματα που αφορούσαν την ανάπτυξη της οργάνωσης. Η συζήτηση έγινε στα πλαίσια της προετοιμασίας της πρώτης παγκόσμιας συνδιάσκεψης της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης που έγινε το Φλεβάρη του 1933. Στη συζήτησε υπήρχαν μάρτυρες και κρατήθηκαν πρακτικά, στα γερμανικά, αντίγραφο των οποίων βρέθηκε στο αρχείο του Αμερικανού τροτσκιστή ηγέτη Τζ. Κάννον.
Το ζήτημα πάνω στο οποίο υπήρχαν οι πιο σοβαρές (και όπως φάνηκαν στη συνέχεια αγεφύρωτες) διαφορές ήταν η στάση του Αρχείου του Μαρξισμού απέναντι στις εθνικές μειονότητες. Η οργάνωση του Αρχείου υπερθεμάτιζε για τα δικαιώματα των Ελλήνων της Κύπρου και των Δωδεκανήσων (που ανήκαν τότε στην Ιταλία) ενώ έκανε πως δεν έβλεπε τις αλλοεθνείς μειονότητες που βρίσκονταν μέσα στην ελληνική επικράτεια. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη συζήτηση ο Τρότσκι στο ζήτημα της μακεδονικής μειονότητας, ζητώντας πληροφορίες, αλλά στην ουσία πιέζοντας τους Έλληνες Αρχειομαρξιστές να επανεξετάσουν τη θέση τους για τις εθνικές μειονότητες. Τελικά οι Αρχειομαρξιστές θα αποχωρήσουν από την Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση δύο χρόνια μετά. Ο Τρότσκι θα επιμείνει αργότερα, σχολιάζοντας την αποχώρηση του Αρχείου, πως στη βαλκανική χερσόνησο υπάρχει περιθώριο ύπαρξης στην αριστερά μόνο για αποφασισμένους διεθνιστές ή για εντελώς ξεπουλημένους πατριώτες, και πως «λυδία λίθος για τη στάση ενός επαναστάτη στα Βαλκάνια είναι η θέση του απέναντι στο Μακεδονικό ζήτημα».
Παρακάτω ακολουθούν αποσπάσματα μόνο, από τις τοποθετήσεις του Τρότσκι για το Μακεδονικό. Το σύνολο των κομματιών αυτής της συζήτησης που αφορούν το Μακεδονικό εκδόθηκαν για πρώτη φορά στα ελληνικά, από το περιοδικό Σπάρτακος.
Λ.Τ.: «Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι τόσο το ζήτημα των Μακεδόνων αγροτών, αλλά περισσότερο το κατά πόσο υπάρχει λίγο σωβινιστικό δηλητήριο στους Έλληνες εργάτες. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Για μας, που είμαστε υπέρ μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας σοβιετικών κρατών, είναι αδιάφορο το αν η Μακεδονία ανήκει σ’ αυτή την ομοσπονδία σαν αυτόνομη ολότητα ή σαν τμήμα ενός άλλου κράτους. Όμως, αν οι Μακεδόνες καταπιέζονται από την αστική κυβέρνηση, ή νιώθουν ότι καταπιέζονται, πρέπει να τους υποστηρίξουμε….»
«…Θα θελα να ξαναθέσω το ζήτημα της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Απ’ ό, τι καταλαβαίνω, δεν έχει δοθεί τόση σημασία στο ζήτημα αυτό έως τα σήμερα. Όμως, το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη διαπαιδαγώγηση των Ελλήνων εργατών, για την απελευθέρωσή τους από τις εθνικές προκαταλήψεις, για τη βελτίωση της κατανόησής τους για τη διεθνή κατάσταση στα Βαλκάνια και γενικότερα. Οι επίσημες στατιστικές δίνουν τα εξής στοιχεία: Υπάρχουν 82.000 σλαβομακεδόνες στους 1.400.000 κατοίκους της Μακεδονίας. 19.000 Αλβανοί στους 300.000 κατοίκους της Ηπείρου. Το πρώτο που θα πρέπει να αναρωτηθούμε είναι: Είναι ακριβή τα στοιχεία αυτά; Το πρώτο μας καθήκον είναι να αντιμετωπίσουμε αυτά τα νούμερα με απόλυτο σκεπτικισμό. Τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν το 1925, την εποχή της επανεγκατάστασης των πληθυσμών, κάτω από τις ξιφολόγχες των στρατιωτικών αρχών. Τι εννοούμε με τη λέξη “Έλληνας”; Ίσως αυτούς που μιλούν ελληνικά επειδή τους επιβάλλεται αλλά δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες. Αν τα στοιχεία αυτά είναι ανακριβή, αυτό και μόνο θα προκαλούσε δυσαρέσκεια και μίσος στους κόλπους των εθνικιστών. Αν λέμε ότι τα επίσημα στοιχεία πρέπει να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, θα κερδίσουμε πολύ συμπάθεια. Πιο σημαντικό όμως, με τον τρόπο αυτό μπορούμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του βουλγάρικου προλεταριάτου. Πριν από τον πόλεμο ακόμη, οι Βούλγαροι ήταν πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στους Έλληνες, επειδή οι Έλληνες είναι έντονα εθνικιστές».
Λ.Τ.: «Αλλά ακόμη και 82.000 σλάβοι να υπήρχαν στη Μακεδονία, το ζήτημα αυτό θα διατηρούσε τη μεγάλη του σημασία. Πού μένει αυτή η μειοψηφία των 82.000; Πιθανά στα βουλγαρικά σύνορα. Το μικρό μέγεθος αυτού του εθνικού στρώματος δεν αποκλείει την αυτονομία. Έτσι στη Ρωσία έχουμε τη μικροσκοπική χώρα της Μολδαβίας, κοντά στη Ρουμανία, που υπάρχει σαν ανεξάρτητη οντότητα. Θα ρωτήσουν: Θέλετε ακόμη μεγαλύτερη βαλκανοποίηση; Εμείς απαντάμε σ’ αυτό: Είμαστε υπέρ του σχηματισμού μεγάλων οικονομικών ενοτήτων. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί ενάντια στη θέληση των μαζών. Αν οι μάζες αυτές θέλουν την αποσκίρτηση, εμείς πρέπει να λέμε: Ολοκληρώστε το πείραμά σας, θα επιστρέψετε στη σοβιετική ομοσπονδία. Όμως, στο βαθμό που η αστική κυβέρνηση του κυρίαρχου έθνους σας εμποδίζει να αποσπαστείτε, εμείς θα σας υπερασπίσουμε. Η σημασία που έχει να θέτουμε το ζήτημα έτσι το δείχνει με ανάγλυφο τρόπο η τύχη της Αυστρο-ουγγρικής και της τσαρικής μοναρχίας».

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ KΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ (Τρότσκυ 1920)

(Ακολουθεί απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου του Τρότσκυ Τρομοκρατία και Κομμουνισμός)

Το κύριο θέμα του βιβλίου του Κάουτσκυ είναι η τρομοκρατία. Την άποψη ότι η τρομοκρατία ανήκει στην ουσία της επανάστασης, ο Κάουτσκυ την ανακηρύσσει σε μια διαδεδομένη πλάνη. Δεν είναι αλήθεια ότι αυτός που θέλει την επανάσταση πρέπει να συμβιβαστεί και με την τρομοκρατία. Όσον αφορά τον ίδιο τον Κάουτσκυ, αυτός είναι, γενικά μιλώντας, υπέρ της επανάστασης, αλλά αποφασιστικά ενάντια στην τρομοκρατία. Από δω, όμως, αρχίζουν οι περιπλοκές.

“Η επανάσταση –κλαψουρίζει ο Κάουτσκυ- φέρνει μαζί της μια αιματηρή τρομοκρατία που ασκείται από τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Στη Ρωσία, πρώτοι μπήκαν σ’ αυτό το δρόμο οι μπολσεβίκοι. Αυτό τους έφερε στο σημείο να τους αποδοκιμάζουν με τον πιο αυστηρό τρόπο όλοι οι σοσιαλιστές που δεν αποδέχονται την μπολσεβίκικη άποψη και που ανάμεσά τους είναι οι σοσιαλιστές της γερμανικής πλειοψηφίας. Μα οι τελευταίοι δε δίστασαν με τη σειρά τους, μόλις αισθάνθηκαν ότι απειλείται η κυριαρχία τους, να καταφύγουν σε τρομοκρατικές μεθόδους που τη χρήση τους είχαν καταδικάσει στην Ανατολή”

Φαίνεται λοιπόν πως θα έπρεπε από αυτά τα γεγονότα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η τρομοκρατία είναι πολύ πιο βαθιά συνδεδεμένη από ότι νομίζουν ορισμένοι σοφοί, με τη φύση της επανάστασης. Ο Κάουτσκυ βγάζει απ’ αυτά ένα συμπέρασμα διαμετρικά αντίθετο. Η τρομερή ανάπτυξη της τρομοκρατίας των λευκών και των κόκκινων σ’ όλες τις τελευταίες επαναστάσεις –ρώσικη, γερμανική, αυστριακή, ουγγρική- είναι γι’ αυτόν ένα δείγμα για το ότι δεν αποδείχτηκαν τέτοιες που θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τα θεωρητικά ονειροπολήματά του. Το αν η τρομοκρατία “σαν τέτοια” είναι “εγγενής” στην επανάσταση “σαν τέτοια”, ας δούμε λίγες επαναστάσεις καθώς ξετυλίγονται μπροστά μας στη ζωντανή ιστορία της ανθρωπότητας.

Θα υπενθυμίσουμε, πρώτα πρώτα, τη Μεταρρύθμιση που αποτελεί ένα είδος ορόσημου ανάμεσα στην ιστορία του μεσαίωνα και τη σύγχρονη ιστορία: όσο πιο πολύ αγκάλιαζε τα ζωτικά συμφέροντα των λαϊκών μαζών, όσο πιο πολύ επεχτεινόταν, όσο πιο λυσσασμένος γινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, που ξετυλιγόταν κάτω από θρησκευτικά λάβαρα, τόσο πιο ανελέητη, ήταν και από τις δύο πλευρές η τρομοκρατία.

Στο 17ο αιώνα, η Αγγλία πραγματοποίησε δύο επαναστάσεις: η πρώτη προκαλώντας βίαιους κοινωνικούς κλονισμούς και πολέμους, οδήγησε, ανάμεσα στα άλλα, στην εκτέλεση του Καρόλου 1ου . Η δεύτερη, στέφθηκε με επιτυχία με την άνοδο στο θρόνο μιας νέας δυναστείας. Η αγγλική μπουρζουαζία και οι ιστορικοί της βλέπουν με πολύ διαφορετική γωνιά την καθεμιά από τις δύο αυτές επαναστάσεις: η πρώτη είναι, στα μάτια τους, μια απεχθής Ζακερί, ή μεγάλη “ανταρσία”. Η δεύτερη, πήρε το όνομα “ένδοξη επανάσταση”. Ο γάλλος ιστορικός Αύγουστος Τιερί έχει κατονομάσει τα αίτια της διαφορετικής αυτής εκτίμησης. Στην πρώτη αγγλική επανάσταση, στη μεγάλη “ανταρσία” ενεργούσε ο λαός, ενώ στη δεύτερη ήταν σχεδόν “σιωπηλός”. Αυτό συνέβη γιατί ακριβώς κάτω από ένα καθεστώς ταξικής σκλαβιάς, είναι πολύ δύσκολο να μάθεις καλούς τρόπους στις καταπιεζόμενες μάζες. Απελπισμένες, μάχονται με παλούκια και πέτρες, με τη φωτιά και το σκοινί. Οι ιστορικοί που βρίσκονται στην υπηρεσία των μοναρχών και των εκμεταλλευτών προσβάλλονται καμιά φορά. Αλλά το μεγάλο γεγονός στη σύγχρονη “αστική” ιστορία είναι η “μεγάλη ανταρσία” και όχι η “ένδοξη επανάσταση”.

Το πιο σημαντικό γεγονός της σύγχρονης ιστορίας ύστερα από τη Μεταρρύθμιση και τη “μεγάλη ανταρσία”, γεγονός που, με τη σπουδαιότητά του, αφήνει μακριά πίσω του τα δύο προηγούμενα, υπήρξε η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 18ου αιώνα. Η κλασική επανάσταση γέννησε την κλασική τρομοκρατία. Ο Κάουτσκυ είναι έτοιμος να συχωρέσει την τρομοκρατία των Γιακοβίνων, αναγνωρίζοντας πως κανένα άλλο μέτρο Δε θα τους επέτρεπε να σώσουν τη Δημοκρατία. Μα κανείς Δε νοιάζεται για την όψιμη αυτή δικαιολόγηση. Για τους Κάουτσκυ του τέλους του 18ου αιώνα (τους αρχηγούς των γάλλων Γιροδίνων), οι Γιακοβίνοι ήταν προσωποποίηση του κακού. Να, σ’ όλη της τη χυδαιότητα, μια σύγκριση αρκετά διδαχτική των Γιροδίνων και τους Γιακοβίνους, που γράφτηκε από την πένα ενός γάλλου αστού ιστορικού.

“Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι θέλανε τη Δημοκρατία… Μα οι Γιροδίνοι θέλανε μια Δημοκρατία νόμιμη, ελεύθερη, γενναιόδωρη. Οι ορεινοί θέλανε μια Δημοκρατία δεσποτική και τρομοκρατική. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δήλωναν πως είναι υπέρ της κυριαρχίας του λαού. Οι Γιροδίνοι όμως με τη λέξη λαός εννοούσαν, και δικαιολογημένα, το σύνολο του πληθυσμού. Ενώ για τους Ορεινούς, ο λαός δεν ήταν παρά η εργατική τάξη, και κατά συνέπεια η εξουσία έπρεπε να ανήκει σε αυτούς μονάχα τους ανθρώπους”.

Η αντίθεση ανάμεσα στους ευγενείς υποστηριχτές της Συντακτικής Συνέλευσης και τους αιμοχαρείς πράκτορες της προλεταριακής δικτατορίας δείχνεται εδώ αρκετά καλά στους πολιτικούς όρους της εποχής.

Η σιδερένια δικτατορία των Γιακοβίνων επιβλήθηκε από την εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση της επαναστατικής Γαλλίας. Να τι λέει πάνω σ’ αυτό ένας αστός ιστορικός:

“Τα ξένα στρατεύματα είχαν μπει στο γαλλικό έδαφος από τέσσερα μέρη ταυτόχρονα: οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί στο Βορρά. Οι Πρώσοι στην Αλσατία. Στην Ντοφίν και μέχρι τη Λυών οι Πεδεμόντιοι. Στο Ρουσιγιόν οι Ισπανοί. Κι αυτό σε μια στιγμή όπου ο εμφύλιος πόλεμος λυσσομανούσε σε τέσσερα διαφορετικά σημεία, στη Νορμανδία, τη Βαντέ, τη Λυών και Τουλόν”.

Και σ’ αυτά πρέπει ακόμα να προσθέσουμε τους εσωτερικούς εχθρούς, τους αναρίθμητους υπερασπιστές της παλιάς τάξης πραγμάτων, που ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν με όλα τα μέσα τον εχθρό.

Η αυστηρότητα της προλεταριακής δικτατορίας στη Ρωσία, ας τονίσουμε, καθορίστηκε από περιστάσεις όχι λιγότερο κρίσιμες. Ένα συνεχές μέτωπο από το Βορρά ως το Νότο, από την Ανατολή ως τη Δύση. Πέρα από τους αντεπαναστατικούς στρατούς του Κολτσάκ, του Ντενίκιν κλπ. Στη σοβιετική Ρωσία επιτέθηκαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, οι Τσεχοσλοβάκοι, οι Σέρβοι, οι Πολωνοί, οι Ρουμάνοι, οι Γάλλοι, οι Ουκρανοί, οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι, οι Γιαπωνέζοι, οι Φιλανδοί, οι Εσθονοί και οι Λιθουανοί. Στο εσωτερικό της χώρας, που ήταν από παντού μπλοκαρισμένη και πέθαινε από την πείνα, δεν συναντούσες παρά απανωτές συνωμοσίες, εξεγέρσεις, τρομοκρατικές πράξεις, ανατινάξεις αποθηκών, των σιδηροδρομικών δικτύων και των γεφυριών.

“Η κυβέρνηση που είχε αναλάβει να παλέψει με τους αναρίθμητους εχθρούς του εξωτερικού και του εσωτερικού δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε αρκετό στρατό, με μια λέξη, τίποτε, εκτός από μια απεριόριστη ενεργητικότητα, μια θερμή υποστήριξη από μέρους των επαναστατικών στοιχείων της χώρας και το θάρρος να καταφύγει σ’ όλα τα μέτρα, όσο αυθαίρετα και σκληρά κι αν ήταν αυτά, για τη σωτηρία της πατρίδας”.

Μ’ αυτά τα λόγια χαρακτήριζε άλλοτε ο Πλεχάνωφ την κυβέρνηση των …Γιακοβίνων, (“Ο Σοσιαλδημοκράτης”: Τετράμηνη Πολιτική Λογοτεχνική Επιθεώρηση”, Φλεβάρης, Τόμος 1ος, Λονδίνο 1890. Άρθρο για τα “Εκατόχρονα της Μεγάλης Επανάστασης”, σελ. 6-7).

Ας στραφούμε, όμως, προς την επανάσταση που έγινε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στις Ενωμένες Πολιτείες, τη χώρα αυτή της “δημοκρατίας”. Αν και δεν επρόκειτο για την κατάλυση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά για την κατάργηση της ιδιοκτησίας πάνω στους μαύρους, οι θεσμοί της δημοκρατίας δεν υπήρξαν λιγότερο ανίκανοι, να λύσουν τη διένεξη με δημοκρατικά μέσα. Οι Πολιτείες του Νότου, αφού νικήθηκαν στις προεδρικές εκλογές του 1860, αποφάσισαν να επανακτήσουν, με οποιοδήποτε τίμημα, την επιρροή που εξασκούσαν μέχρι τότε για τη διατήρηση της δουλείας και ενώ, εκφωνούσαν, όπως συνήθως γίνεται, στομφώδεις λόγους για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, έπαιρναν το δρόμο που οδηγούσε στην εξέγερση των δουλοκτητών. Όλα τα κατοπινά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου προκύψανε αναπόφευκτα απ’ αυτό. Από την αρχή της πάλης, η στρατιωτική κυβέρνηση της Βαλτιμόρης φυλάκισε, στο φρούριο Μακ Χένρι ,παρά το “Habeas Corpus” μερικούς πολίτες οπαδούς του δουλοκτητικού Νότου παραβιάζοντας το Habeas Corpus. Το ζήτημα αν ήταν νόμιμες ή παράνομες αυτές οι πράξεις έγινε το αντικείμενο μιας έντονης συζήτησης ανάμεσα στις λεγόμενες “ανώτατες αρχές” του τόπου. Ο ανώτατος δικαστής Τίνεϊ αποφάσισε πως ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν είχε ούτε το δικαίωμα να παραχωρήσει παρόμοιες εξουσίες στις στρατιωτικές αρχές.

“Τέτοια είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η σωστή συνταγματική λύση του ζητήματος λύση αυτού του ζητήματος –λέει ένας από τους πρώτους ιστορικούς του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου. Μα η κατάσταση ήταν τόσο κρίσιμη, και η ανάγκη να παρθούν ριζικά μέτρα απέναντι στον πληθυσμό της Βαλτιμόρης τόσο πιεστική, ώστε η κυβέρνηση και ο λαός των Ενωμένων Πολιτειών απαιτούσαν να παρθούν τα πλέον αποφασιστικά μέτρα”. (Ιστορία του αμερικάνικου πολέμου”, Φλέτσερ, αντισυνταγματάρχης των σκοτσέζων τυφεκιοφόρων της φρουράς)

Τα λίγα πράγματα που είχε ανάγκη ο επαναστατημένος Νότος του τα πρόσφεραν μυστικά οι έμποροι του Βορρά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έμεινε πια στους κατοίκους του Βορρά παρά να καταφύγουν στην καταπίεση. Στις 6 Αυγούστου 1861, επικυρώθηκε από τον πρόεδρο ένα νομοσχέδιο του κογκρέσου για τη “δήμευση της ατομικής εκείνης ιδιοκτησίας που χρησιμοποιείται για επαναστατικούς σκοπούς”. Ο λαός, που εκπροσωπούνταν από τα πιο δημοκρατικά στοιχεία, ήταν επιρρεπής στα ακραία μέτρα. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είχε στο Βορρά μια αποφασιστική πλειοψηφία και όλοι εκείνοι που ήταν ύποπτοι για χωριστικές τάσεις, δηλαδή υποστήριζαν τις διασπαστικές Πολιτείες του Νότου, έγιναν αντικείμενο βίας. Σε ορισμένες πόλεις του Βορρά κι ακόμα στις πολιτείες της Νέας Αγγλίας, που υπερηφανευόνταν για την ησυχία τους, ο πληθυσμός κατέλαβε επανειλημμένα και κατέστρεψε τα γραφεία και τα τυπογραφεία των εφημερίδων που υποστήριζαν τους εξεγερμένους δουλοκτήτες. Κάθε τόσο μπορούσες να δεις τους αντιδραστικούς εκδότες πασαλειμμένους με κατράμι και στολισμένους με φτερά να τους περιφέρουν στους δρόμους με τη γελοία αυτή αμφίεση χλευάζοντάς τους μέχρι τη στιγμή που θα δέχονταν να ορκιστούν πίστη στην Ένωση. Η προσωπικότητα ενός ιδιοκτήτη φυτειών πασαλειμμένη με κατράμι δεν είχε πια τίποτε το κοινό με το “σκοπό καθ’ εαυτό” και γι’ αυτό το λόγο η κατηγορική προσταγή του Κάουτσκυ έχει υποστεί στη διάρκεια του αμερικάνικού εμφυλίου πολέμου ένα σημαντικό κτύπημα. Μα αυτό δεν είναι όλο.

“Η κυβέρνηση, από τη μεριά της, μας εξιστορεί ο ίδιος ιστορικός, είχε καταφύγει σε διάφορα καταπιεστικά μέτρα ενάντια στις εκδόσεις που δεν υιοθετούσαν την άποψή της. και ο αμερικάνικος τύπος, που μέχρι τότε είχε γνωρίσει την πιο μεγάλη ελευθερία, βρέθηκε πολύ γρήγορα σε κατάσταση το ίδιο δύσκολη με κείνη των αυταρχικών κρατών της Ευρώπης” Η ελευθερία του λόγου είχε την ίδια τύχη. “Έτσι –συνεχίζει ο αντισυνταγματάρχης Φλέτσερ- ο αμερικάνικος λαός βρέθηκε ταυτόχρονα απογυμνωμένος από το μεγαλύτερο μέρος των ελευθεριών του. Πρέπει να σημειωθεί –συνεχίζει σαν ηθικολόγος- πως η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν τόσο απορροφημένη από τον πόλεμο και τόσο πολύ πρόθυμη να αποδεχτεί όλες τις θυσίες για να φτάσει στο σκοπό της, ώστε όχι μόνο Δε λυπόταν για το χάσιμο των ελευθεριών της, αλλά και έμοιαζε να τις παραβλέπει”. (Η Ιστορία του Αμερικάνικου Πολέμου”, σελ. 162-164)

Οι αιμοχαρείς δουλοκτήτες του Νότου και το λυσσασμένο μπουλούκι των υπηρετών του ενεργούσαν με μια πολύ πιο μεγάλη παραφορά.

“Παντού, -εξιστορεί ο κόμητας του Παρισιού- όπου σχηματιζόταν μια πλειοψηφία υπέρ της δουλείας, η κοινή γνώμη γινόταν τρομερά δεσποτική απέναντι στη μειονότητα. Όλοι εκείνοι που σέβονταν την εθνική σημαία… είχαν φιμωθεί. Μα αυτό φάνηκε πολύ ανεπαρκές. Όπως γίνεται σ’ όλες τις επαναστάσεις ανάγκασαν τους αδιάφορους να εκφράσουν την αφοσίωσή τους στην καινούργια υπόθεση… Εκείνους που το αρνιόντουσαν τους ρίχνανε βορά στο μίσος και τη βία του όχλου… Σε όλα τα κέντρα που άρχιζε να γεννιέται ο πολιτισμός (Νότιο-Δυτικές Πολιτείες) ιδρύθηκαν επιτροπές επαγρύπνησης που αποτελούνταν απ’ όλους εκείνους που είχαν αναδειχτεί με τον εξτρεμισμό τους στη διάρκεια της εκλογικής πάλης… Οι ταβέρνες ήταν ο συνηθισμένος τόπος των συνεδριάσεων, και ένα θορυβώδες όργιο ανακατευόταν με την αξιοθρήνητη παρωδία των δημοσίων μορφών δικαιοσύνης. Μερικοί δαιμονισμένοι που συνεδρίαζαν γύρω από έναν πάγκο που πάνω του έτρεχε το τζιν και το ουίσκι, δίκαζαν τους παρόντες ή απόντες συμπολίτες τους. Ο κατηγορούμενος, πριν ακόμα ανακριθεί,, έβλεπε κι όλας να προετοιμάζουν την απαίσια κρεμάλα. Κι αυτός που δεν προσάγονταν στο δικαστήριο μάθαινε την καταδίκη τους πέφτοντας κάτω από τις σφαίρες του δημίου που κρυβόταν μέσα στους θάμνους του δάσους…”.

Η εικόνα αυτή μας φέρνει στη μνήμη τις σκηνές που ξετυλίγονται κάθε μέρα στις περιοχές όπου δρουν ο Ντενίκιν, ο Κόλτσακ, ο Γιούντενιτς και οι άλλοι πρωταθλητές της Αγγλο-γαλλο-αμερικάνικης “δημοκρατίας”.

Πως έμπαινε το ζήτημα της τρομοκρατίας κάτω από την Κομμούνα του Παρισιού; Αυτό θα δούμε πιο κάτω. Όποιες κι αν είναι οι προσπάθειες που κάνει ο Κάουτσκυ για να μας αντιτάξει την Κομμούνα δεν είναι καθόλου θεμελιωμένες και τον υποχρεώνουν να καταφεύγει σε μια ευτελή φρασεολογία.

Πρέπει, φαίνεται, να δούμε τη σύλληψη ομήρων, Σα φαινόμενο “εγγενές” στην τρομοκρατία του εμφυλίου πολέμου. Ο Κάουτσκυ αντίπαλος της τρομοκρατίας και της σύλληψης ομήρων, είναι ωστόσο υπέρ της Κομμούνας του Παρισιού (είναι αλήθεια πως αυτή υπήρξε πριν πενήντα χρόνια). Η Κομμούνα είχε όμως συλλάβει ομήρους. Από δω και η κάποια αμηχανία του συγγραφέα μας. Αλλά σε τι θα χρησίμευε η κανονιστική θεολογία, αν όχι σε τέτοιες περιπτώσεις;

Τα διδάγματα της Κομμούνας για τους ομήρους και για την εκτέλεσή τους, σαν απάντηση στις ωμότητες των Βερσαγιέζων, ήταν αιτιολογημένα –σύμφωνα με τη βαθυστόχαστη ερμηνεία του Κάουτσκυ- από την επιθυμία να σωθούν ανθρώπινες ζωές κι όχι από την επιθυμία του θανάτου. Θαυμάσια ανακάλυψη! Δε μένει πια παρά να την εμπλουτίσουμε. Μπορούμε και πρέπει να του δώσουμε να καταλάβει πως στην εποχή του εμφυλίου πολέμου εξολοθρεύαμε τους λευκοφρουρούς για να μην εξολοθρεύσουν τους εργαζόμενους. Επομένως ο στόχος μας δεν ήταν να αφαιρέσουμε ανθρώπινες ζωές αλλά να τις προφυλάξουμε. Αν για την προφύλαξή τους έπρεπε να παλέψουμε με το όπλο στο χέρι, κι αν αυτό μας οδηγεί στην εξολόθρευσή τους- υπάρχει εδώ ένα αίνιγμα που το διαλεκτικό μυστικό του διασαφηνίστηκε από το γέρο-Χέγκελ, για να μη μιλήσουμε για τους σοφούς που άνηκαν σε παλιότερες σχολές.

Η Κομμούνα Δε θα μπορούσε να κρατηθεί και να στερεωθεί αν δεν έκανε έναν ανελέητο πόλεμο ενάντια στους Βερσαγιέζους. Οι τελευταίοι είχαν, στο Παρίσι, έναν μεγάλο αριθμό πρακτόρων. Αφού βρισκόταν σε πόλεμο με τους πράκτορες του Θιέρσου, η Κομμούνα δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς από το να εξολοθρεύσει τους βερσαγιέζους τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν. Αν η εξουσία της είχε ξεπεράσει τα όρια του Παρισιού, θα είχε προσκρούσει –στην ανάπτυξη του εμφυλίου πολέμου με το στρατό της Εθνοσυνέλευσης- σε εχθρούς πολύ πιο επικίνδυνους, στους ίδιους τους κόλπους του ειρηνικού πληθυσμού. Η Κομμούνα Δε θα μπορούσε πολεμώντας τους βασιλόφρονες, να παραχωρήσει ελευθερία λόγου στους πράκτορές τους στα μετόπισθεν.

Ο Κάουτσκυ, παρά τα μεγάλα σύγχρονα γεγονότα, δεν έχει ιδέα τι θα πει πόλεμος γενικά και εμφύλιος πόλεμος ιδιαίτερα. Δεν κατορθώνει να καταλάβει πως κάθε οπαδός του Θιέρσου στο Παρίσι δεν ήταν ένας απλός ιδεολογικός “αντίπαλος” των κομμουνάρων, αλλά ένας πράκτορας, ένας κατάσκοπος του Θιέρσου, ένας θανάσιμος εχθρός που παραμονεύει τη στιγμή να τους καρφώσει πισώπλατα. Επομένως ο εχθρός πρέπει να τεθεί εκτός μάχης για να μην βλάψει, πράγμα που, σε καιρό πολέμου, δεν μπορεί να γίνει παρά με την εξάλειψή του.

Στην επανάσταση, όπως και στον πόλεμο, πρέπει να συντριβεί η θέληση του εχθρού, να αναγκαστεί να συνθηκολογήσει αποδεχόμενος τους όρους του νικητή.

Η θέληση, βεβαίως, είναι ένα γεγονός του φυσικού κόσμου, αλλά σε αντίθεση με μια συγκέντρωση, με μια διαμάχη ή μ’ ένα συνέδριο η επανάσταση επιδιώκει τους σκοπούς της με την προσφυγή σε υλικά μέσα, αν και σε μικρό βαθμό απ’ ότι ο πόλεμος.

Η μπουρζουαζία κυρίεψε την εξουσία με την εξέγερση, και την στερέωσε με τον εμφύλιο πόλεμο. Σε καιρό ειρήνης, προστατεύει την εξουσία της με τη βοήθεια ενός πολύ πολύπλοκου καταπιεστικού μηχανισμού. Όσο θα υπάρχει η ταξική κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω σε απύθμενους ανταγωνισμούς, η χρησιμοποίηση των καταπιεστικών μέτρων θα είναι απαραίτητη για να σπάσει η θέληση της αντίθετης πλευράς.

Ακόμα κι αν η δικτατορία του προλεταριάτου γεννιόταν, σε ορισμένες χώρες, στους κόλπους της δημοκρατίας, μ’ αυτό Δε θα αποφευγόταν ο εμφύλιος πόλεμος. Το ζήτημα του να γνωρίζουμε σε ποιόν θα ανήκει η εξουσία μέσα στη χώρα, δηλαδή αν η μπουρζουαζία πρέπει να ζήσει ή να πεθάνει, θα λυθεί όχι με το να καταφεύγουμε στα άρθρα του Συντάγματος, αλλά με την άσκηση κάθε μορφής βίας. Ότι και να κάνει ο Κάουτσκυ για να αναλύσει την τροφή του ανθρωποπιθήκου και τις άλλες περιπτώσεις, κοντινές ή απομακρυσμένες που θα τους επιτρέψουν να καθορίσει τα αίτια της ανθρώπινης απανθρωπιάς, Δε θα βρει στην ιστορία άλλα μέσα για να συντρίψει την ταξική θέληση του εχθρού πέρα από τη συστηματική και ενεργητική χρήση της βίας.

Ο βαθμός όξυνσης της πάλης εξαρτάται εξ ολοκλήρου από μια σειρά εσωτερικούς και διεθνείς όρους. Όσο πιο λυσσασμένη και επικίνδυνη θα γίνεται η αντίσταση του ηττημένου ταξικού εχθρού, τόσο το σύστημα καταναγκασμού θα μεταμορφώνεται αναπόφευκτα σε σύστημα τρομοκρατίας.

Μα ο Κάουτσκυ παίρνει εδώ απρόοπτα μια καινούργια θέση στην πάλη του ενάντια στην τρομοκρατία των Σοβιέτ. Απλά προσποιείται ότι αγνοεί την παράφορη αντεπαναστατική αντίσταση της ρώσικης μπουρζουαζίας.

“Παρόμοια παράφορα δεν παρατηρήθηκε –λέει- στην Πετρούπολη και τη Μόσχα τον Οκτώβρη του 1917 κι ακόμα λιγότερο, τελευταία, στη Βουδαπέστη”. (σελ. 149)

Με τον εξαίσιο αυτό τρόπο τοποθέτησης του ζητήματος, η επαναστατική τρομοκρατία γίνεται απλά προϊόν του αιμοβόρου πνεύματος των μπολσεβίκων που παράλληλα απομακρύνθηκαν από τις παραδόσεις του φυτοφάγου ανθρωποπιθήκου και την ηθικοδιδασκαλία του Κάουτσκυ.

Η κατάκτηση της εξουσίας από τα Σοβιέτ του Οκτώβρη του 1917 εκπληρώθηκε με τίμημα ασήμαντες απώλειες. Η ρώσικη μπουρζουαζία αισθανόταν τόσο απομονωμένη από τις μάζες, τόσο ανίσχυρη στο εσωτερικό, τόσο εκτεθειμένη από την πορεία και την έκβαση του πολέμου, τόσο αποθαρρημένη από το καθεστώς του Κερένσκι, που δεν διακινδύνεψε να αντισταθεί. Στην Πετρούπολη, η εξουσία του Κερένσκι ανατράπηκε σχεδόν χωρίς μάχη. Στη Μόσχα, η αντίσταση παρατάθηκε κυρίως εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα των ίδιων των ενεργειών μας. Στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις, η εξουσία πέρασε στα Σοβιέτ κάτω από ένα απλό τηλεγράφημα της Πετρούπολης ή της Μόσχας. Αν τα πράγματα είχαν μείνει ως εδώ, δεν θα υπήρχε καθόλου ζήτημα κόκκινης τρομοκρατίας. Μα από τον Οκτώβρη του 1917 υπήρχαν ενδείξεις της έναρξης της αντίστασης από μέρους των κατεχόντων. Είναι αλήθεια πως χρειάστηκε η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων της Δύσης για να δώσουν στη ρώσικη αντεπανάσταση αυτή την αυτοπεποίθηση και στην αντίστασή της μια δύναμη ολοένα και πιο μεγάλη: πράγμα που μπορεί κανείς να το αποδείξει με τα καθημερινά, σημαντικά ή δευτερεύοντα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σ’ όλη τη διάρκεια της σοβιετικής επανάστασης.

Το “Μεγάλο Γενικό Επιτελείο” του Κερένσκι δεν έβρισκε κανένα στήριγμα στις μάζες των στρατιωτών. Ήταν διατεθειμένο να αναγνωρίσει τη Σοβιετική κυβέρνηση που άρχιζε διαπραγματεύσεις με τους γερμανούς για το κλείσιμο ανακωχής. Ακολούθησε μια διαμαρτυρία των στρατιωτικών αποστολών της Αντάντ, που συνοδευόταν από ανοικτές απειλές. Το “Μεγάλο Γενικό Επιτελείο” τρομοκρατήθηκε. Κάτω από την πίεση των “συμμάχων” αξιωματικών μπήκε στο δρόμο της αντίστασης, προκαλώντας έτσι την ένοπλη σύγκρουση και τη δολοφονία του αρχηγού του γενικού επιτελείου στρατηγού Ντουκόνιν, από μια ομάδα επαναστατημένων ναυτών.

Στην Πετρούπολη, οι επίσημοι πράκτορες της Αντάντ, και ιδιαίτερα η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή, ενεργώντας από κοινού με τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους, οργάνωναν ανοιχτά την αντίσταση από τη δεύτερη μέρα της επανάστασης. Κινητοποιώντας, οπλίζοντας και κατευθύνοντας ενάντια μας τους Ευέλπιδες (γιούγκερς) και την αστική νεολαία. Η ανταρσία των γιούγκερς στις 28 Οκτώβρη κόστισε εκατό φορές περισσότερα θύματα από όσα η επανάσταση στις 25 του Οκτώβρη. Η τυχοδιωκτική εκστρατεία των Κερένσκι – Κρασνόφ ενάντια στην Πετρούπολη, που υποκινήθηκε από την Αντάντ, έμελλε φυσιολογικά να μπάσει στην πάλη τα πρώτα στοιχεία αγριότητας. Ο στρατηγός Κρασνόφ αφέθηκε εντούτοις ελεύθερος αφού μας έδωσε το λόγο του. Η εξέγερση του Γιαροσλάβ (το καλοκαίρι του 1918), που κόστισε τόσα θύματα, οργανώθηκε από τον Σαβίνκοφ, με εντολή της γαλλικής πρεσβείας και με δικά της έξοδα. Η κατάληψη του Αρχάγγελου έγινε με βάση τα σχέδια πρακτόρων του βρετανικού ναυτικού, με τη βοήθεια αγγλικών αεροπλάνων και πολεμικών πλοίων. Η αρχή της αυτοκρατορίας του Κόλτσακ, που ήταν άνθρωπος του αμερικάνικου Χρηματιστηρίου, ήταν δουλειά της ξένης τσεχοσλοβάκικης λεγεώνας με έξοδα της γαλλικής κυβέρνησης. Ο Καλέντιν και ο Κρασνόφ (που τον απελευθερώσαμε εμείς), πρώτοι ηγέτες της αντεπανάστασης του Ντον, δεν μπόρεσαν να πετύχουν τις όποιες επιτυχίες τους παρά χάρη στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια της Γερμανίας, Στην Ουκρανία, η σοβιετική εξουσία ανατράπηκε στις αρχές του 1918 από το γερμανικό μιλιταρισμό. Με τα οικονομικά και τεχνικά μέσα της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας δημιουργήθηκε ο εθελοντικός Στρατός του Ντενίκιν. Μονάχα με την ελπίδα μιας επέμβασης της Αγγλίας και σε συνέχεια με την υλική βοήθεια της οργανώθηκε ο στρατός του Γιουντένιτς. Οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες και οι δημοσιογράφοι των χωρών της Αντάντ, συζητούν με πλήρη ειλικρίνεια, εδώ και δύο χρόνια, το ζήτημα αν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ρωσία είναι μια αρκετά επικερδής επιχείρηση για να μπορεί κανείς να την χρηματοδοτήσει. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, πρέπει να έχεις ένα κεφάλι σκληρό σαν πέτρα για να αναζητάς τα αίτια του αιματηρού χαρακτήρα του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, στην κακή θέληση των μπολσεβίκων κι όχι στη διεθνή κατάσταση.

Το ρώσικο προλεταριάτο μπήκε πρώτο στην πάλη της κοινωνικής επανάστασης, και η ρώσικη μπουρζουαζία, πολιτικά ανίσχυρη, είχε το θάρρος να μη δεχτεί την πολιτική και οικονομική απαλλοτρίωσή της, μόνο και μόνο γιατί έβλεπε παντού τα μεγαλύτερα αδέλφια της να κρατούν την εξουσία και να είναι οικονομικά, πολιτικά και ως έναν ορισμένο βαθμό στρατιωτικά παντοδύναμα.

Αν η επανάστασή μας του Οκτώβρη είχε γίνει μερικούς μήνες ή ακόμα και μερικές βδομάδες ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία πως θα ήταν η πιο “ειρηνική”, η λιγότερο “αιματηρή” απ’ όλες τις πιθανές επαναστάσεις στον αμαρτωλό τούτο κόσμο. Μα η ιστορική αυτή σειρά –από πρώτη ματιά η πιο “φυσική” και όπως και να έχει η πιο ευνοϊκή για τη ρώσικη εργατική τάξη- δεν παραβιάστηκε από δικό μας λάθος, αλλά από τη θέληση των γεγονότων: το ρώσικο προλεταριάτο, αντί να είναι το τελευταίο, βρέθηκε πρώτο. Αυτή ακριβώς η κατάσταση έδωσε, ύστερα από την πρώτη περίοδο σύγχυσης έναν χαρακτήρα εξαιρετικά λυσσασμένο στην αντίσταση των πρώην κυρίαρχων τάξεων της Ρωσίας και υποχρέωσε το ρώσικο προλεταριάτο, την ώρα των πιο μεγάλων κινδύνων των επιθέσεων από το εξωτερικό, των συνωμοσιών και των εξεγέρσεων στο εσωτερικό, να καταφύγει στα σκληρά μέτρα της κρατικής τρομοκρατίας. Το ότι αυτά τα μέτρα ήταν ατελέσφορα, αυτό δεν μπορεί κανείς να το ισχυριστεί για την ώρα. Αλλά μήπως πρέπει να τα χαρακτηρίσουμε… “απαράδεκτα”.

Η εργατική τάξη, που παλεύοντας κατάχτησε την εξουσία, είχε στόχο και καθήκον της να την κάνει ακλόνητη, αν εξασφαλίσει οριστικά την κυριαρχία της, να κόψει κάθε διάθεση για πραξικόπημα στους εχθρούς της κι έτσι να αποχτήσει τη δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγάλες σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις. Διαφορετικά δεν έπρεπε να πάρει την εξουσία.

Η επανάσταση δεν περιλαμβάνει “λογικά” την τρομοκρατία το ίδιο όμως δεν περιλαμβάνει “λογικά” την ένοπλη εξέγερση. Τι βαθιά κοινοτυπία! Μα, αντίθετα, η επανάσταση απαιτεί από την επαναστατική τάξη να βάλει όλα της τα μέσα σε ενέργεια για να πετύχει τους σκοπούς της: με την ένοπλη εξέγερση, αν χρειαστεί. Με την τρομοκρατία, αν αυτή είναι αναγκαία. Μια επαναστατική τάξη που κατέκτησε την εξουσία με το όπλο στο χέρι, έχει καθήκον να συντρίψει με τη βία όλες τις προσπάθειες που θα κάνουν για να της την αποσπάσουν. Όπου αντιμετωπίζει έναν εχθρικό στρατό θα του αντιτάξει το δικό της στρατό. Οπουδήποτε βρεθεί μπροστά σε μια ένοπλη συνωμοσία, μια απόπειρα δολοφονίας, μια εξέγερση, θα την συντρίψει ανελέητα. Μήπως ο Κάουτσκυ έχει επινοήσει άλλα μέσα; ή ανάγει όλο το ζήτημα στο βαθμό καταπίεσης και θα πρότεινε, σ’ αυτή την περίπτωση, να καταφύγουμε καλύτερα στη φυλάκιση παρά στην ποινή του θανάτου;

Το ζήτημα των μορφών και του βαθμού της καταπίεσης δεν είναι ασφαλώς, ζήτημα “αρχής”. Είναι ένα ζήτημα μέσων για να φτάσουμε στο σκοπό. Σε μια επαναστατική εποχή, το κόμμα που κυνηγήθηκε από την εξουσία, που δεν θέλει να παραδεχτεί τη σταθερότητα της άρχουσας τάξης και που το αποδείχνει με την απεγνωσμένη πάλη που διεξάγει ενάντιά της, δεν θα τρομοκρατηθεί από την απειλή των φυλακίσεων αφού δεν πιστεύει στην παράτασή τους. Από αυτό μονάχα το απλό, αλλά αποφασιστικό γεγονός εξηγείται η συχνή εφαρμογή της ποινής του θανάτου στον εμφύλιο πόλεμο.

Μήπως όμως ο Κάουτσκυ θέλει να πει πως η ποινή του θανάτου δεν είναι γενικά σύμφωνη με το σκοπό που επιδιώκουμε, κι ότι είναι αδύνατο να τρομοκρατήσει κανείς τις “τάξεις”; Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η τρομοκρατία είναι ανίσχυρη –κι ακόμα δεν είναι τέτοια παρά “μακροπρόθεσμα”- όταν ασκείται από την αντίδραση ενάντια σε μια ιστορικά ανερχόμενη τάξη. Αντίθετα, η τρομοκρατία ενάντια στην αντιδραστική τάξη που δεν θέλει να εγκαταλείψει την αρένα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Ο εκφοβισμός είναι ένα ισχυρό όπλο της πολιτικής δραστηριότητας τόσο σε διεθνή κλίμακα όσο και στο εσωτερικό. Ο πόλεμος, το ίδιο όπως και η επανάσταση, στηρίζεται στον εκφοβισμό. Ένας νικηφόρος πόλεμος δεν εξοντώνει κατά γενικό κανόνα παρά ένα ελάχιστο μέρος του ηττημένου στρατού, αλλά αποθαρρύνει τους άλλους και συντρίβει τη θέλησή τους. Η επανάσταση ενεργεί με τον ίδιο τρόπο: σκοτώνει μερικά άτομα και τρομοκρατεί χιλιάδες. Μ’ αυτήν την έννοια, η κόκκινη τρομοκρατία δεν διαφέρει βασικά από την ένοπλη εξέγερση, που δεν είναι παρά η άμεση συνέχειά της. Δεν μπορεί να καταδικάσει “ηθικά” την κρατική τρομοκρατία της επαναστατικής τάξης παρά εκείνος που καταρχήν, απορρίπτει (με λόγια) κάθε βία γενικά –επομένως κάθε πόλεμο και κάθε εξέγερση. Αλλά τότε είναι απλά και μόνο ένας υποκριτής καουάκερος.

“Πως λοιπόν να διακρίνουμε –μας ρωτούν οι ποντίφικες του φιλελευθερισμού και του “καουτσκισμού”-την τακτική σας από την τακτική του τσαρισμού;”

Δεν το καταλαβαίνεται, άγιοι άνθρωποι; Θα σας το εξηγήσουμε. Η τρομοκρατία του τσαρισμού κατευθυνόταν ενάντια στο προλεταριάτο. Η τσαρική αστυνομία στραγγάλιζε τους εργάτες που πάλευαν για το σοσιαλιστικό καθεστώς. Οι Έκτακτες Επιτροπές μας τουφεκίζουν τους μεγαλογαιοκτήμονες, τους καπιταλιστές, τους στρατηγούς που πασχίζουν να αποκαταστήσουν το καπιταλιστικό καθεστώς. Συλλάβατε μήπως τη διαφορά στην… απόχρωση; Ναι; Ε, αυτή η διάφορα είναι για μας τους κομμουνιστές υπεραρκετή.

Μαθήματα από την πάλη ενάντια στο φασισμό

Σε όλη την Ευρώπη οι φασίστες τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι. Σε Αυστρία και Ιταλία τα κόμματα των Χάιντερ και Φίνι αντίστοιχα συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Στη Γαλλία ο Λεπέν διατηρεί υπολογίσιμα εκλογικά ποσοστά. Στη Βρετανία οι πρόσφατες επιτυχίες των φασιστών στις δημοτικές εκλογές τους αποθράσυναν τόσο, ώστε προσπαθούν να οργανώσουν πογκρόμ κατά μεταναστών.

Η μελέτη της ιστορικής εμπειρίας και των μαρξιστικών παραδόσεων γύρω από το ζήτημα είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε προκειμένου να φράξουμε το δρόμο στα φασιστικά αποβράσματα.

Ο ιστορικός ρόλος του φασισμού – δημοκρατία και φασισμός

Όσο η αστική κοινωνία βουλιάζει μέσα στην οικονομική κρίση, τόσο περισσότερο οι καπιταλιστές κατανοούν ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση και να πάρουν μια μικρή παράταση ζωής παρά μόνο ρίχνοντας στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο την εργατική τάξη και παίρνοντας πίσω όλες τις κατακτήσεις της. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και ο φασισμός είναι μορφές ταξικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

  • Αλλά η κυρίαρχη τάξη δεν ζει στα κενά. Διατηρεί κάποια σχέση με τις άλλες τάξεις. Στο δημοκρατικό καθεστώς της εξελιγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας, η μπουρζουαζία στηρίζεται κυρίως πάνω στην εργατική τάξη που την έχουν μερέψει οι ρεφορμιστές. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Το αντίτιμο που πρέπει να πληρώνει η κεφαλαιοκρατία γι αυτή την εκδούλευση του ρεφορμισμού είναι ακριβό (κοινωνική νομοθεσία, πρόνοια). Γι αυτό και η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποδεικνύεται ακατάλληλη να φέρει σε πέρας την πολιτική που χρειάζεται η αστική τάξη στις συνθήκες του παρακμάζοντος καπιταλισμού.

  • – Εδώ αρχίζει το ιστορικό έργο του φασισμού. Στήνει στα πόδια τους τις τάξεις που στέκονται αμέσως πάνω από το προλεταριάτο και φοβούνται μήπως κατρακυλήσουν στις γραμμές του, τις οργανώνει και τις στρατιωτικοποιεί με τα μέσα του χρηματιστικού κεφαλαίου, κάτω από τη σκέπη του επίσημου κράτους και τις προσανατολίζει προς την καταστροφή των εργατικών οργανώσεων, από τις πιο επαναστατικές ως τις πιο μετριοπαθείς. Ο φασισμός δεν είναι απλώς ένα σύστημα καταπίεσης, πράξεων βίας και αστυνομικής τρομοκρατίας. Είναι ένα ιδιαίτερο κρατικό σύστημα, θεμελιωμένο στην εξολόθρευση όλων των στοιχείων της προλεταριακής δημοκρατίας μέσα στην αστική κοινωνία. Η αποστολή του δεν είναι μονάχα να συντρίψει την εργατική πρωτοπορία, αλλά και να κρατήσει ολόκληρη την τάξη σε μια κατάσταση αναγκαστικού κατακερματισμού. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Ολόκληρη η πολιτική τέχνη του φασισμού συνίσταται στη συνένωση των κατεστραμμένων μικροαστικών μαζών σε μια συμπαγή εχθρότητα απέναντι στους εργάτες. Ο φασισμός βάζει τις μικροαστικές μάζες στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου, χρησιμοποιώντας τες σαν ενεργητική κοινωνική βάση για τη διάλυση και την καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και κομμάτων της εργατικής τάξης. Σαν μαζικό κίνημα ο φασισμός είναι το κόμμα που ενώνει την απελπισία των μικροαστικών μαζών κάτω από τον καπιταλισμό με την τρομοκρατική πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι το κόμμα της αντεπαναστατικής απελπισίας.

Η φασιστική δημαγωγία είναι μια σφοδρή καταδίκη του κοινοβουλευτισμού που καλύπτει τους απατεώνες πολιτικούς και όσους θησαυρίζουν απ’ τα σκάνδαλα και τις ρεμούλες. Στρέφεται ενάντια στους τραπεζίτες που συσσωρεύουν κέρδη ενώ ο “απλός κοσμάκης”, οι “νοικοκυραίοι” μικροαστοί καταστρέφονται. Ο Τρότσκι περιγράφει με καταπληκτική σαφήνεια την πολιτική ουσία του φασισμού:

  • – Με το φασιστικό πρακτορείο η κεφαλαιοκρατία κινητοποιεί τις μάζες της λυσσασμένης μικρομπουρζουαζίας, τις συμμορίες των ξεπεσμένων, τους εξαχρειωμένους λούμπεν-προλετάριους, όλες αυτές τις αναρίθμητες υπάρξεις που το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο σπρώχνει στην απελπισία και τη λύσσα. Η κεφαλαιοκρατία απαιτεί από το φασισμό “ειδική” εργασία: από τη στιγμή που υιοθετεί τις μεθόδους του εμφυλίου πολέμου θέλει να έχει ειρήνη για πολλά χρόνια. Και ο φασισμός χρησιμοποιώντας τη μικρομπουρζουαζία σαν κριό και εκμηδενίζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, συνεχίζει το έργο του ως το τέρμα (…) Η φασιστικοποίηση του κράτους σημαίνει … πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα καταστροφή των εργατικών οργανώσεων, ξεπεσμό του προλεταριάτου σε μια άμορφη κατάσταση. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Από τον κοινοβουλευτισμό στο φασισμό

Η ώρα των φασιστικών προκλήσεων έρχεται όταν η οικονομική κρίση στρέφει την εργατική τάξη σε μαζικούς αγώνες. Το θερμόμετρο της ταξικής πάλης ανεβαίνει επικίνδυνα. Οι φασίστες αρχίζουν τις επιθέσεις επιχειρώντας να αποδείξουν στην αστική τάξη ότι είναι οι μόνοι κατάλληλοι να τσακίσουν το ογκούμενο εργατικό κίνημα. Η αστική τάξη απ’ τη μεριά της, απορρίπτοντας τα δημοκρατικά – κοινοβουλευτικά της πρακτορεία (κόμματα) δεν μπορεί ωστόσο ακόμα να εμπιστευτεί τους φασίστες. Κατά κανόνα, στο ενδιάμεσο, μεταξύ της χρεοκοπίας του κοινοβουλευτισμού και της επικράτησης του φασισμού σχηματίζονται ασταθείς κυβερνήσεις “τάξεως” και “εθνικής ανάγκης”, γνωστές σαν βοναπαρτιστικές. Τέτοιες υπήρξαν οι κυβερνήσεις Φάκτα στην Ιταλία και οι κυβερνήσεις Μπρίνινγκ, Πάπεν, Σλάϊχερ στη Γερμανία πριν την επικράτηση του Μουσολίνι και του Χίτλερ αντίστοιχα.

-“Το ανθρώπινο υλικό του ο φασισμός το βρίσκει ιδιαίτερα στους κόλπους της μικροαστικής τάξης, η οποία τελικά καταστρέφεται από το μεγάλο κεφάλαιο. Με την σημερινή κοινωνική διάρθρωση , δεν υπάρχει σωτηρία γι αυτήν . Αλλά και εκείνη δεν βλέπει άλλη διέξοδο. Την δυσαρέσκεια της , την εξέγερση της , την απελπισία της οι φασίστες την αποστρέφουν από το μεγάλο κεφάλαιο και την στρέφουν εναντίον των εργατών. Μπορεί κανείς να πει για το φασισμό ότι είναι μια χειρουργική επέμβαση για εξάρθρωση των εγκεφάλων των μικροαστών προς το συμφέρον των χειρότερων εχθρών τους. Έτσι, το μεγάλο κεφάλαιο καταστρέφει πρώτα τις μεσαίες τάξεις , και ύστερα με την βοήθεια των πληρωμένων πρακτόρων του, των δημαγωγών φασιστών , στρέφει την απελπισμένη μικροαστική τάξη εναντίον του προλεταριάτου”.( Τρότσκι , Που βαδίζει η Γαλλία;)

Με τις βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις το κεφαλαίο ανιχνεύει την δυνατότητα να εφαρμόσει την πολιτική που έχει ανάγκη χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στο φασισμό . Στην κατεύθυνση αυτή αξιοποιεί την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις συνδυάζουν μια στοιχειώδη κοινοβουλευτική κάλυψη με μια εντεινόμενη αστυνομική ή\και στρατιωτική καταστολή σε βάρος του εργατικού κινήματος . Ανέχονται τις φασιστικές προκλήσεις, χωρίς όμως να διαλύουν τις μαζικές εργατικές οργανώσεις.

Όμως η υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας, που στηρίζεται στις εργατικές οργανώσεις, επιβάλλει στην αστική ταξί να προχωρά προσεχτικά σε κάθε βήμα, χωρίς να μπορεί τελικά να φτάσει πιο πέρα από ημίμετρα.

-“Το σύστημα των γραφειοκρατικών διαταγμάτων είναι άστατο, αβέβαιο , ελάχιστα βιώσιμο. Το κεφάλαιο έχει ανάγκη από μιαν άλλη πολιτική , πιο αποφασιστική . Η υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας , που πρέπει να απευθύνεται στους ίδιους τους εργάτες της , δεν είναι μονάχα ανεπαρκή ς για αυτό τον σκοπό –αρχίζει κιόλας να το στεναχωρεί. Η περίοδος των ημίμετρων πέρασε. Για να προσπαθήσει να βρει μια καινούρια διέξοδο, η μπουρζουαζία πρέπει να απαλλαγεί ολότελα από την πίεση των εργατικών οργανώσεων ,να τις παραμερίσει , να τις καταστρέψει , να τις διασκορπίσει.” (Τρότσκι, Και τώρα )

Επιπλέον η χρήση της αστυνομικοστρατιωτικής μηχανής για την καταστολή των εργατικών αγώνων εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για την επιβίωση του καπιταλισμού.

-“ Μα η δυσαρέσκεια των εργατών και των χωρικών δεν μπορεί να πνιχτεί με την αστυνομία μονάχα. Πάρα πολύ συχνά είναι αδύνατον να βάζεις τον στρατό να βαδίσει ενάντια στο λαό, γιατί μέσα στο στρατό αρχίζει η αποσύνθεση και στο τέλος πολλοί από τους στρατιώτες περνάνε με το μέρος του λαού”.(Τρότσκυ , Που βαδίζει η Γαλλία;)

-“ Η ώρα του φασιστικού καθεστώτος φτάνει την στιγμή που τα “ κανονικά” αστυνομικό στρατιωτικά μέσα της αστικής δικτατορίας με το κοινοβουλευτικό τους περικάλυμμα αποδείχνονται ανεπαρκή για να διατηρηθεί η κοινωνία σε ισορροπία”. ( Τρότσκι, Και τώρα;)

Στο μεταξύ οι φασιστικές τιμωρίες συνεχίζοντας την δημαγωγία, αναπτύσσονται σε βάρος των κοινοβουλευτικών κομμάτων που υποστήριζαν μέχρι τότε οι μικροαστικές μάζες και εντείνουν τις τρομοκρατικές αντεργατικές τους επιθέσεις. Η αστική τάξη καταλαβαίνει ότι μόνο με την ολοκληρωτική καταστροφή και την απαλλαγή από τις εργατικέ οργανώσεις θα κατορθώσει να προωθήσει στο σύνόλο τους τα μέτρα περιστολής των εργατικών κατακτήσεων , μείωσης μισθών κλπ που έχει ανάγκη. Φτάνει η στιγμή που η κεφαλαιοκρατία υιοθετεί ανοικτά μεθόδους εμφυλίου πολέμου και στηρίζει απροκάλυπτα τις απόπειρες των φασιστών για εγκαθίδρυση της δικτατορίας τους. Είναι η τελευταία της εφεδρεία .

Τα μαθήματα από τη Γερμανία του 30

Ο φασισμός δεν περιορίζεται στην βία ενάντια στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης, αλλά καταστρέφει και εκθεμελιώνει όλες τις εργατικές οργανώσεις και όλες τις μαζικές λαϊκές συλλογικότητες. Η σοσιαλδημοκρατία αντίθετα στηρίζει όλη της την επιρροή πάνω στις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου. Στο κοινοβουλευτικό καθεστώς η σοσιαλδημοκρατία παραλύει την μαχητική δύναμη των εργατών, γι αυτό άλλωστε και είναι χρήσιμη στην αστική τάξη. Στο βαθμό όμως που η αστική τάξη καταφεύγει στον φασισμό, η σοσιαλδημοκρατία δεν της είναι πλέον χρήσιμη. Με δυο λόγια: όταν το κεφάλαιο αποφασίζει να εμπιστευθεί τον τρομοκράτη πράκτορα του , δεν χρειάζεται πλέον τον συμφιλιωτή πράκτορα του. Είναι φανερό ότι η επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος είναι ολέθρια για την σοσιαλδημοκρατία και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της . Πάνω σε αυτή την ασυμβίβαστη αντίφαση ανάμεσα στον φασισμό και τις εργατικές οργανώσεις στις οποίες στηρίζεται η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να βασίζουν την τακτική τους οι κομμουνιστές.

Δυστυχώς κάτω από τις οδηγίες της γραφειοκρατικοποιημένης κομμουνιστικής διεθνούς αλλά και άμεσα του ίδιου του Στάλιν , οι ηγέτες του ΚΚ Γερμανίας ( Τέλμαν ,Ρέμελε,) ακολούθησαν μία εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική. Αρχικά θεωρούσαν αδύνατη την νίκη του φασισμού. Αργότερα όταν οι Ναζί συγκέντρωναν τεράστια εκλογικά ποσοστά , ο ηγέτης του ΚΚΓ Ρέμελε δήλωνε : “ οι κ.κ. φασιστές δεν μας τρομάζουν , θα χρεοκοπήσουν πιο γρήγορα από οποιασδήποτε άλλη κυβέρνηση”. Επιπλέον το ΚΚΓ χαρακτήριζε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ( ΣΚΓ) σαν “σοσιαλφασιστικό” και απηύθυνε τελεσίγραφα στους εργάτες του ΣΚΓ να εγκαταλείψουν το κόμμα τους .

Για τον Τρότσκι που παρακολουθούσε μέρα την μέρα , τις γερμανικές εξελίξεις , η πολιτική του ΚΚΓ ήταν καταστροφική για την επανάσταση. Εξηγούσε ότι, εφόσον το ΣΚΓ στηρίζεται πάνω στις εργατικές οργανώσεις, ήταν αναγκασμένο να υπερασπίσει το κοινοβουλευτικό καθεστώς ενάντια στο φασισμό. Αυτήν την αντίθεση ανάμεσα στην σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό όφειλε να αξιοποιήσει το ΚΚΓ.

-“Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία σαν σύνολο , με όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς της, βρίσκέται σε οξεία διαμάχη με τους φασίστες. Το καθήκον μας είναι να επωφεληθούμε από αυτή την διαμάχη”.(Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη , μέλος του Γ.Κ.Κ.)

Στην προσπάθεια του να προσανατολίσει το ΚΚΓ σε μια σωστή πολιτική, ο Τρότσκι επανειλημμένα επικαλέστηκε τον Λένιν

-“ Να πολεμάμε για να ανατρέψουμε την διεθνή μπουρζουαζία … -έγραφε ο Λένιν στην “ παιδική αρρώστια” του – και να απαγορεύουμε προκαταβολικά στον εαυτό μας κάθε ελιγμό , κάθε εκμετάλλευση των αντιθέσεων ( έστω και παροδικών ) ανάμεσα στους εχθρούς , να αρνούμαστε κάθε συμφωνία ή συμβιβασμό με πιθανούς συμμάχους ( έστω κι αν είναι προσωρινοί σύμμαχοι, λίγο σίγουροι , ταλαντευόμενοι , και με όρους ) αυτό είναι απεριόριστα γελοίο”.( Τρότσκι, Και τώρα;)

Η λύση βρισκόταν μόνο στην υιοθέτηση , από την πλευρά του ΚΚΓ της πολιτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου ενάντια στον φασισμό. Το ΚΚΓ έπρεπε να απευθυνθεί στο ΣΚΓ, καλώντας το να οργανώσουν και να συντονίσουν από κοινού την άμυνα των εργατικών οργανώσεων απέναντι στις φασιστικές προκλήσεις, με την δημιουργία πολιτοφυλακών των εργατών χωρίς βέβαια να αναλάβει καμιά ευθύνη απέναντι στις μάζες για την συνολική πολιτική του ΣΚΓ. “Να χτυπάμε μαζί, να βαδίζουμε χωριστά . Να συνεννοούμαστε μόνο ποιον , πως, πότε, θα χτυπήσουμε”. Έτσι κωδικοποιούσε ο Τρότσκι και η αριστερή αντιπολίτευση την πολιτική του ενιαίου μετώπου.

Μόνο μέσα από την κοινή δράση όλης της εργατικής τάξης οι φασίστες θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά. Με το ενιαίο μέτωπο, όχι μόνο θα αποτρεπόταν ο φασιστικός κίνδυνος , αλλά οι κομμουνιστές θα αποκάλυπταν στις μάζες του ΣΚΓ τις γραφειοκρατικές ταλαντεύσεις της ηγεσίας τους. Έτσι το ΚΚΓ θα κατόρθωνε μέσα στην πράξη να αποσπάσει τους εργάτες του ΣΚΓ από την ηγεσία τους.

-“ Η καταπληκτική πλειονότητα από τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα παλέψει ενάντια στους φασίστες , αλλά – για την ώρα τουλάχιστον- μόνο με τις οργανώσεις της. Αυτό το στάδιο δεν μπορεί να υπερπηδηθεί. Πρέπει να βοηθήσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στην πράξη –μέσα σε αυτή την νέα και εξαιρετική κατάσταση – να ελέγξουν τι αξίζουν οι οργανώσεις και οι ηγέτες τους μέσα σε αυτό τον αγώνα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη”.(Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).

Ωστόσο το ΚΚΓ με την τυφλή , σεχταριστική πολιτική του δεν βοηθούσε τους εργάτες του ΣΚΓ να κατανοήσουν την ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Η άρνηση του ενιαίου μετώπου από το ΚΚΓ έδινε την ευκαιρία στην σοσιαλδημοκρατική ηγεσία να καλύπτει την δική της αδυναμία ρίχνοντας τα βάρη στους κομμουνιστές που αρνούνται την κοινή δράση. Έτσι η άρνηση του ενιαίου μετώπου συνιστούσε σημαντική πολιτική βοήθεια προς την σοσιαλδημοκρατία και , σε τελευταία ανάλυση , έστρωνε το δρόμο στους Ναζί. Οι ηγέτες του ΚΚΓ με μια υπερεπαναστατική φρασεολογία κάλυπταν την αδυναμία τους να καταστρώσουν μια ορθή τακτική αξιοποίησης των αντιθέσεων μεταξύ φασισμού και σοσιαλδημοκρατίας, προς το συμφέρον της επανάστασης.

-“Είναι αδύνατον να νικήσουμε το φασισμό αν δεν νικήσουμε πρώτα την σοσιαλδημοκρατία …επαναλαμβάνει ο Τέλμαν… Η ιδέα αυτή … σε ιστορική κλίμακα είναι αναμφίβολα σωστή. Αλλά αυτό δε δημαίμει καθόλου πως με την βοήθεια αυτής της άποψης….μπορεί κανείς να λύσει τα σημερινά προβλήματα. Η ιδέα αυτή, ορθή από την άποψη της επαναστατικής στρατηγικής παρμένης σαν σύνολο, μετατρέπεται σε ψέμα … αν δεν μεταφραστεί στην γλώσσα της τακτικής.

Είναι σωστό ότι για να εξαφανιστεί η ανεργία και η αθλιότητα είναι αναγκαίο να καταστραφεί πρώτα ο καπιταλισμός; Ναι, είναι σωστό. Αλλά πρέπει να είσαι ο μεγαλύτερος βλάκας για να βγάλεις από όλα αυτά το συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να παλέψουμε, από σήμερα κιόλας , με όλες μας τις δυνάμεις, ενάντια σε εκείνα τα μέτρα που με την βοήθεια τους ο καπιταλισμός αυξάνει την αθλιότητα των εργατών. Μπορεί κανείς να ελπίζει ότι στους προσεχείς μήνες το ΚΚΓ θα νικήσει ταυτόχρονα την σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό; Κανένας ομαλά σκεπτόμενος άνθρωπος… δεν θα τολμήσει να το ισχυριστεί. Πολιτικά το ζήτημα μπαίνει κάπως έτσι: μπορούμε τώρα, στους προσεχείς λίγους μήνες, δηλαδή με την σοσιαλδημοκρατία πολύ εξασθενημένη , αλλά ακόμα ( δυστυχώς ) πολύ ισχυρή, να αποκρούσουμε νικηφόρα το φασισμό; ( ……) Για τους στενοκέφαλους ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα . Αν ένας από τους εχθρούς μου με ποτίζει με μικρές καθημερινές δόσεις από δηλητήριο και ένας άλλος από την άλλη μεριά ετοιμάζεται να με πυροβολήσει κατάστηθα, θα κοιτάξω πρώτα να ρίξω από τα χέρια του δεύτερου εχθρού το πιστόλι, γιατί αυτό μου δίνει την ευκαιρία να απαλλαγώ κι από τον πρώτο εχθρό”. ( Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).

Τελικά η αδυναμία του ΚΚΓ να αποσπάσει τις πλατιές εργατικές μάζες από το ρεφορμισμό και να τις προσανατολίσει προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού ενίσχυσε την φασιστική δημαγωγία ανάμεσα στους μικροαστούς. Οι μικροαστικές μάζες., τρέμοντας από τον πυρετό , ήταν ικανές να στραφούν απότομα, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν παρουσιαζόταν ικανή να εγγυηθεί μια αντικαπιταλιστική διέξοδο στους κατεστραμμένους μικροαστούς , οι τελευταίοι αναζήτησαν – όπως ήταν επόμενο- την λύση στα προβλήματα τους στο φασισμό, που υποσχόταν να φέρει με τις γροθιές “ κοινωνική δικαιοσύνη”.

Το ΚΚΓ περιορίστηκε στην οργάνωση ένοπλων πολιτοφυλακών μέσα από τις γραμμές του, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συγκρούστηκαν με τις ομάδες εφόδου των Ναζί. Παρά τον αναμφισβήτητο ηρωισμό των μαχητών τους (30 νεκροί σε συγκρούσεις με φασίστες μόνο τον Ιούνη- Ιούλη του 32), οι πολιτοφυλακές του ΚΚΓ , απομονωμένες από τις εργατικές μάζες, ήταν επόμενο να ηττηθούν.

Το ιστορικό της ναζιστικής επικράτησης

Οι Ναζί εμφανίστηκαν στο προσκήνιο από την δεκαετία του 20 καταγγέλλοντας την Συνθήκη των Βερσαλλιών , τα κοινοβουλευτικά κόμματα με τους επαγγελματίες πολιτικούς και τη “ διεθνή σιωνιστική συνωμοσία” που έχουν φέρει την Γερμανία στο χείλος της αβύσσου.Καταφέρνονταν ενάντια στις απεργίες που “ διαλύουν την χώρα και ανοίγουν δρόμο στον μπολσεβικισμό”. Η οικονομική κρίση και η συνεπακόλουθη καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων τους άνοιξε μαζικά ακροατήρια . Μεθοδικά έστρεψαν την μικροαστική δυσαρέσκεια ενάντια στην εργατική τάξη. Τα Τάγματα Εφόδου των Ναζί συστηματικά διέλυαν με απαράμιλλη βιαιότητα τις εργατικές συγκεντρώσεις. Το Μάρτη του 30 σχηματίζει κυβέρνηση ο κεντρώος Μπρινινγκ. Με την υποστήριξη και του ΣΚΓ. Στις εκλογές (Σεπτέμβρης 30 ) τα αποτελέσματα δίνουν 8,5 εκ ψήφούς στο ΣΚΓκαι 4,5 εκ. ψήφους στο ΚΚΓ . Όμως θεαματική είναι η άνοδος των Ναζί που παίρνουν 6.3 εκ. ψήφους. Μετά τον Μπρύνινγκ σχηματίζει κυβέρνηση ο συντηρητικός Πάπεν. ( Ιούνης 32). Στις εκλογές του Ιούλη οι Ναζί λαμβάνουν 13,7 εκ. ψήφους, έναντι 7,9 του ΣΚΓ και 5,2 του ΚΚΓ . Ο Πάπεν σχηματίζει κυβέρνηση αλλά δυο μήνες αργότερα παραιτείται κάτω από το βάρος ενός τεράστιου απεργιακού κύματος ενάντια σε αναγκαστικό διάταγμα μείωσης των μισθών. Έτσι σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Σλάιχερ.

Ωστόσο οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις αποδεικνύονται όλο και πιο ανίκανες να επιβάλλουν τις λύσεις που χρειάζεται το γερμανικό κεφάλαιο. Η αστική τάξη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι θα εξασφαλίσει το μέλλον της μόνο αν η ναζιστική τρομοκρατία γίνει κυβερνητικό σύστημα. Βήμα-βήμα , οι Ναζί εδραιώνουν τις θέσεις τους. Ενώ το ΣΚΓ παρέλυε την εργατική τάξη και το ΚΚΓ πνιγόταν στα αδιέξοδα της μυωπικής σεχταριστικής πολιτικής του, οι Ναζί μαζικοποιούνταν και αύξαιναν τις αντεργατικές τους επιθέσεις. Το Γενάρη του 33 πραγματοποιείται συνάντηση επιφανών Ναζί με εκπροσώπους οργανώσεων των μεγαλοεργοδοτών. Οι καπιταλιστές χρίζουν επίσημα τον Χίτλερ ως εκλεκτό τους. Άλλωστε ήδη είχαν διαθέσει τεράστια ποσά για την ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος. Η κυβέρνηση Σλάιχερ παραιτείται.

Ο πρόεδρος Χιντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ να αναλάβει την καγκελαρία . Σχηματίζεται κυβέρνηση συνασπισμού του Χίτλερ με τον Πάπεν. Το ΚΚΓ πραγματοποιεί στροφή 180 μοιρών , καλώντας το ΣΚΓ να οργανώσουν μαζί μια γενική απεργία . Ήταν όμως πια αργά. Οι γραφειοκράτες του ΣΚΓ αποκρούουν την πρόταση, ελπίζοντας ακόμη ότι η αστική τάξη θα στραφεί ενάντια στον φασισμό αν οι εργάτες δείξουν μετριοπάθεια και νομιμοφροσύνη. Οι Ναζί προχωρούν ακάθεκτοι. Το Φλεβάρη του 33 οργανώνουν την γνωστή προβοκάτσια της πυρκαγιάς στο Ραιχσταγκ. ( Βουλή). Αμέσως καταργούνται με αναγκαστικό διάταγμα τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα. Εξαπολύεται κύμα συλλήψεων , ενώ συλλαμβάνεται και ο Τέλμαν (γραμματέας του ΚΚΓ) . Απαγορεύεται ο τύπος του ΚΚΓ , αλλά και του ΣΚΓ.

Στις εκλογές που ακολουθούν οι Ναζί φτάνουν στους 17,2 εκ. ψήφους. Το ΣΚΓ παίρνει 7,1 και το ΚΚΓ 4,8. Ο Χίτλερ σχηματίζει νέα κυβέρνηση , αποκλειστικά ναζιστική αυτή την φορά. Σε 5 μέρες δημοσιεύεται διάταγμα που καταργεί τις 81 έδρες του ΚΚΓ, ενώ το Μάη του 33 οι Ναζί διαλύουν τα συνδικάτα και τον Ιούλη απαγορεύουν το ΣΚΓ. Η φασιστική νίκη είχε συντελεστεί.

Η τραγωδία της Ιταλίας
Το 1920 βρήκε την Ιταλία σε μια κατάσταση ακραίας όξυνσης της ταξικής πάλης. Από το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι εργάτες προχωρούσαν μαζικά σε απεργίες και καταλήψεις εργοστασίων. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα με την πλατιά επιρροή του, κατάφερε να αποτραβήξει τους εργάτες από την πάλη ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα καλμάριζε τους καπιταλιστές. Οι φασίστες όμως συνέχιζαν με πολλαπλάσια ορμή τις επιθέσεις τους. Τον Οκτώβρη του 21, έναν μόλις μήνα μετά τον τερματισμό των καταλήψεων εργοστασίων, οι φασίστες κατέλαβαν την Μπολόνια αποκαθιστώντας την « τάξη », δηλαδή καθαιρώντας βίαια το δημοτικό συμβούλιο της πόλης όπου πλειοψηφούσαν οι σοσιαλιστές. Μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Φάκτα, από όλα τα αστικοδημοκρατικά κόμματα (δημοκρατικό, λαϊκό, φιλελεύθερο), οι φασίστες συνέχισαν τις καταλήψεις πόλεων, ενώ οι σοσιαλιστές φρενάριζαν τις όποιες απεργίες για να πείσουν την αστική τάξη για τις καλές τους προθέσεις. Κατά την διάρκεια του 1922 οι φασίστες κατέλαβαν διαδοχικά περίπου δώδεκα επαρχιακές πόλεις. Την ίδια ώρα, οι σοσιαλιστές προσέφεραν την συνεργασία τους στην αστική τάξη για το σταμάτημα των αγώνων. Όταν ο ηγέτης των σοσιαλιστών Τουράτι κατέφυγε στα ανάκτορα για να πείσει τον βασιλιά να κινηθεί ενάντια στον φασισμό, ο Μουσολίνι κάγχάσε: « Μη μπορώντας να στήσουν οδοφράγματα, πηγαίνουν στο Κυρηνάλιο ».
Οι κομμουνιστές, από την πλευρά τους, δεν αποδέχονταν ούτε καν την δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας από το φασισμό, ενώ στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου απαράλλαχτα όπως το Κ.Κ. Γερμανίας μια δεκαετία αργότερα.
Ο δρόμος για τον Μουσολίνι ήταν ανοιχτός. Τον Αύγουστο του 22 ξεκίνησε η πορεία προς την Ρώμη. Τα αστικοδημοκρατικά κόμματα επιχειρούν να σχηματίσουν μια νέα, ισχυρή κυβέρνηση « τάξεως », υπό τον φιλελεύθερο Σαλάντρα. Όμως οι οργανώσεις των βιομηχάνων διαμήνυσαν ότι μόνο η « λύση Μουσολίνι » τους ήταν αρεστή. Έτσι τον Οκτώβρη του 22 ο Μουσολίνι σχημάτισε συμμαχική κυβέρνηση, ενώ οι ορδές των φασιστών συνέχιζαν να δουλεύουν με τα γκλομπ, τα μαχαίρια και τα ρεβόλβερ. Στα επόμενα δύο χρόνια οι φασίστες είχαν επικρατήσει ολοκληρωτικά καταστρέφοντας τα εργατικά συνδικάτα και κόμματα και αντικαθιστώντας το κοινοβούλιο με το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο.

Τα μαθήματα από την πάλη

ενάντια στο φασισμό (Μέρος Β΄)

Το παράδειγμα της Γαλλίας

Μετά το 1933, η γερμανική τραγωδία (άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία) έστρεψε την Κομμουνιστική Διεθνή σε άλλες τακτικές. Από το 7ο συνέδριο (1935) η Κ.Δ. εγκατέλειψε τη σεχταριστική πολιτική (άρνηση ενιαίου μετώπου, τελεσιγραφισμός) και στράφηκε απότομα σε επιλογές πολιτικής συνεργασίας με τα κοινοβουλευτικά “δημοκρατικά” κόμματα της αστικής τάξης, ελπίζοντας ότι έτσι θα έμπαινε φραγμός στο φασισμό που ανέβαινε σε όλη την Ευρώπη. Μπορούμε να πούμε ότι τα σταλινικά κόμματα μετακινήθηκαν έτσι στις θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας.

Αν στην Γερμανία ήταν η σοσιαλδημοκρατία εκείνη που εφάρμοσε την πολιτική της συνεργασίας με τα κοινοβουλευτικά κόμματα του κεφαλαίου (υποστηρίζοντας την κυβέρνηση του κεντρώου Μπρύνινγκ), στη Γαλλία ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία συγκρότησαν από κοινού μια κοινοβουλευτική συνεργασία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα που όχι άδικα ο Τρότσκι χαρακτήριζε “δημοκρατικό πρακτορείο του γαλλικού ιμπεριαλισμού” βάπτιζαν τη συνεργασία αυτή Λαϊκό Μέτωπο, διακηρύσσοντας ότι ο σκοπός του ήταν να περισώσει το αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς από το φασισμό.

Μετά τις πρώτες μαζικές, ένοπλες εκδηλώσεις των φασιστικών συμμοριών το Φλεβάρη του ’34, όταν 100000 φασίστες πολιόρκησαν το κοινοβούλιο, το Ριζοσπαστικό Κόμμα είχε υποστηρίξει διαδοχικές βοναπαρτίστικες –αντιδραστικές κυβερνήσεις (Ντουμέργκ, Φλαντέν, Λαβάλ) που αντιμετώπιζαν απαράμιλλη αγριότητα τις εργατικές κινητοποιήσεις. Το Μάη του 1936 το Λαϊκό Μέτωπο κερδίζει άνετα τις εκλογές. Οι κυβερνήσεις Λαϊκού Μετώπου που ακολούθησαν (Μπλούμ, Κασέν) δεν ήταν παρά πιο “αριστερές” ποικιλίες του ίδιου βοναπαρτισμού που δεν δίστασαν να καταπνίξουν με τη βάρβαρη αστυνομική βία το εργατικό κίνημα που μέσα στο 1936 είχε φτάσει στο απόγειό του. (24 εκατ. απεργοί, καταλήψεις εργοστασίων).

Με την πολιτική του λαϊκού Μετώπου τα εργατικά κόμματα σέρνονται στην αποδοχή του προγράμματος των αστικοδημοκρατικών κομμάτων με τα οποία συμμαχούν, αποσκοπώντας στην υπεράσπιση και τη σωτηρία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Με κανέναν τρόπο όμως τα Λαϊκά Μέτωπα δεν μπορούν να φράξουν το δρόμο στο φασισμό, που είναι η πολιτική την οποία επιλέγει το χρηματιστικό κεφάλαιο όταν το παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα έχει απέναντί του ένα ρωμαλέο και καλά οργανωμένο εργατικό κίνημα. Παρακάμπτοντας με ευκολία τα Λαϊκά Μέτωπα, οι καπιταλιστές υιοθετούν τη φασιστική “χειρουργική επέμβαση” προκειμένου να εφαρμόσουν σ’ όλη την έκταση το αντεργατικό τους πρόγραμμα με το μόνο τρόπο που είναι δυνατό: την πλήρη καταστροφή κάθε εργατικής οργάνωσης, κάθε συλλογικότητας των καταπιεσμένων.

Επιπλέον, οι μικροαστικές μάζες, αηδιασμένες από την κοινοβουλευτική βρωμιά, εγκαταλείπουν μαζικά τα κοινοβουλευτικά αστικά κόμματα. Οι μικροαστοί, στην απόγνωσή τους στρέφονται με αγωνία σε όποιον τους υπόσχεται σωτηρία από την καταστροφή. “Όμοια με τον άρρωστο που καίγεται από τον πυρετό και γέρνει στο δεξί ή στο αριστερό πλευρό, έτσι και η διεγερμένη μικροαστική τάξη μπορεί να στραφεί προς τα δεξιά ή τα αριστερά” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία, σελ.66)

Στρέφοντας το κεφάλι αριστερά, οι μάζες των εξημμένων μικροϊδιοκτητών βλέπουν μια εργατική τάξη που, παραλυμένη από τα ίδια της τα κόμματα, είναι ανίκανη να χαράξει μια επαναστατική διέξοδο. Βλέπουν τα εργατικά κόμματα να εξαντλούνται σε κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς με τα σαπισμένα ως το μεδούλι κοινοβουλευτικά κόμματα του κεφαλαίου. Τελικά οι μικροαστικές μάζες καταλήγουν να αναζητήσουν τη λύση στα δεξιά και έτσι πέφτουν εύκολη λεία στη φασιστική δημαγωγία και συγκροτούν τη μαζική κοινωνική βάση του φασισμού.

Στη Γαλλία οι κοινοβουλευτικοί ηγέτες των εργατικών κομμάτων (σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού) θεωρούσαν ότι η συμμαχία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα εξασφαλίζει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα. Έβλεπαν τις μικροαστικές μάζες μ’ έναν στατικό τρόπο νομίζοντας ότι δεν πρέπει να τις τρομάξουν με την επανάσταση.

“Οι κοινοβουλευτικοί της ρουτίνας, που νομίζουν πως ξέρουν καλά το λαό, συνηθίζουν να λένε: “Δεν πρέπει να τρομάζουμε τις μεσαίες τάξεις με την επανάσταση, γιατί δεν αγαπάνε τα άκρα”. Αυτή η βεβαίωση, διατυπωμένη μ’ αυτό το γενικό τρόπο δεν είναι καθόλου σωστή. Φυσικά, ο μικροϊδιοκτήτης είναι υπέρ της τάξεως όταν οι δουλειές του πάνε καλά και όσο ακόμα ελπίζει ότι θα πάνε ακόμα καλύτερα. Όταν όμως χάσει αυτή την ελπίδα, εύκολα μοιάζει και είναι έτοιμος να προχωρήσει και στα πιο ακραία μέτρα. Αλλιώς πως θα μπορούσε να… ανεβάσει στην εξουσία το φασισμό στην Ιταλία και τη Γερμανία;” ” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Η μόνη δυνατή προοδευτική διέξοδος ήταν το βάθεμα της πάλης των τάξεων και η κατεύθυνσή της προς τη σοσιαλιστική επανάσταση. Οι “προοδευτικές” κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας (όπως αυτές του Λαϊκού Μετώπου) ανοίγουν το δρόμος στο φασισμό. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν μπορεί να καταλάβει την εξουσία, αυτή πέφτει στα χέρια του φασισμού για να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα. Μόνο όταν η εργατική τάξη χαράσσει μια τολμηρή πολιτική για την ανατροπή του καπιταλισμού συνολικά μπορεί να συσπειρώσει γύρω της τα απελπισμένα μικροαστικά στρώματα (μεσαίες τάξεις). Οι μικροαστοί καταλαβαίνουν ότι μόνο σε συμμαχία με τους εργάτες θα έλυναν και τα δικά τους προβλήματα, στρέφοντας την πλάτη στο φασισμό. “Η μικροαστική τάξη δεν θα αποκρούσει τη δημαγωγία του φασισμού παρά μόνο αν θα πιστέψει στην πραγματικότητα ενός άλλου δρόμου. Όμως ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της προλεταριακής επανάστασης” ” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Στο παράδειγμα της Γαλλίας, κάτω από τις κυβερνήσεις του Λαϊκού Μετώπου βρισκόταν σε εξέλιξη τόσο η μεταστροφή των μικροαστικών μαζών προς το φασισμό σε βάρος του Ριζοσπαστικού Κόμματος όσο και ο προσανατολισμός της μεγαλομπουρζουαζίας προς την “τελική λύση” του φασιστικού πραξικοπήματος. Ωστόσο, η απειλή του πολέμου ( και αργότερα ο ίδιος ο πόλεμος) με το καθεστώς έκτακτων εξουσιών, έδωσε την ευκαιρία στην αστική τάξη να κλείσει με επιτυχία το εσωτερικό μέτωπο με το προλεταριάτο. Έτσι και μόνο γι’ αυτό το λόγο ανακόπηκε η πορεία της Γαλλίας προς το φασισμό.

Το παράδειγμα της Ισπανίας

Ο Φράνκο και οι φαλαγγίτες στην Ισπανία σύμφωνα με πολλούς κοινωνιολόγους διαφέρουν αρκετά από ένα “καθαρό” φασιστικό κίνημα. Αυτή η διαπίστωση είναι καταρχήν σωστή. Ο φαλαγγισμός στερείται της κοινωνικής βάσης των ενεργά στρατευμένων μικροαστών που χαρακτηρίζει ένα φασιστικό κόμμα. Ο στρατός της αντεπανάστασης του Φράνκο αποτελούταν βασικά από τους μαροκινούς μισθοφόρους και τη λεγεώνα των ξένων. Οι ισπανοί αντεπαναστάτες που αποτελούσαν την μειοψηφία ήταν περισσότερο καθολικοί βασιλικοί και λιγότερο φασίστες. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση, αν δεν γίνεται εκ του πονηρού, τείνει σε βυζαντινολογία, εφόσον τα καθήκοντα για τους επαναστάτες είναι ακριβώς τα ίδια σαν να πρόκειται για ένα καθαρό φασιστικό κόμμα. Ο Φράνκο έβαζε στον εαυτό του τα ίδια καθήκοντα που έβαζε και ο Χίτλερ με το Μουσολίνι, να τσακίσει την επανάσταση (που στην περίπτωση της Ισπανίας είχε ήδη σάρκα και οστά) διαλύοντας με τη βία κάθε εργατική οργάνωση. Επιπλέον, σε περιόδους που η αντεπανάσταση έχει αποκρυσταλλωθεί παγκόσμια ντυμένη στα ναζιστικά σύμβολα, κάθε αντεπαναστατικό κίνημα αυτοτοποθετείται στο ανάλογο στρατόπεδο. Δεν πρόκειται για απλό μιμητισμό. Όπως η επανάσταση, έτσι και η αντεπανάσταση ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και βρίσκει το ιστορικό της στίγμα μόνο μέσα στην παγκόσμια αρένα. Ο εμφύλιος στην Ισπανία ήταν η τελευταία πράξη της σύγκρουσης ανάμεσα στο φασισμό και την επανάσταση στην Ευρώπη της δεκαετίας του 30.

Λαϊκό Μέτωπο

Μετά από μια μακρά σειρά αιματηρών πολιτικών αγώνων στην Ισπανία συγκροτείται το “λαϊκό μέτωπο” και το 36 κερδίζει πανηγυρικά τις εκλογές με ένα φιλεργατικό πρόγραμμα. Στην ισπανική γη η πολιτική του λαϊκού μετώπου βρήκε την πιο κρυστάλλινή της μορφή. Σε αυτό μετείχαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα με μια πολύ ριζοσπαστικοποιημένη τάση στο εσωτερικό του, το Σταλινικό Κόμμα, η πολύ μαζική Αναρχική Ομοσπονδία και τμήματα της αστικής τάξης (κάποιοι φιλελεύθεροι ισπανοί αστοί και το σύνολο σχεδόν των βάσκων και καταλανών αστών). Το POUM, μια τροτσκίζουσα κεντρίστικη οργάνωση, η μόνη που έμεινε έξω από το λαϊκό μέτωπο, δεν μπόρεσε εξαιτίας των ίδιων της των αδυναμιών να δώσει την εναλλακτική επαναστατική λύση στο ισπανικό προλεταριάτο. Το πρόγραμμα του λαϊκού μετώπου ήταν μια σειρά δειλών μεταρρυθμίσεων αστικού εκσυγχρονισμού και σε αυτή τη συμμαχία την απόλυτη ηγεσία είχαν οι καπιταλιστές με την ολόπλευρη στήριξη των υπόλοιπων. Οι λαϊκές μάζες που ανέβασαν το μέτωπο στην κυβέρνηση απαιτούσαν πολύ περισσότερα πράγματα από μια δειλή αστική μεταρρύθμιση και μάλιστα τα διεκδικούσαν με αιματηρές συγκρούσεις διαρκώς επί 5 χρόνια. Το λαϊκό μέτωπο κατέστησε από την πρώτη στιγμή σαφές ότι δεν θα τις ικανοποιούσε. Από τη μια μεριά το προλεταριάτο βάδιζε στο δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Από την άλλη η αντίδραση ετοιμαζόταν να το τσακίσει οριστικά. Σε αυτό το δίλημμα οι ηγεσίες του προλεταριάτου (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός, αναρχικοί) αποφάσισαν να κάτσουν στο κέντρο της σύγκρουσης και να υπερασπίσουν την αστική δημοκρατία. Αυτή είναι σε δύο γραμμές η φιλοσοφία του λαϊκού μετώπου. Τα πράγματα σίγουρα δεν θα διέφεραν από τις εξελίξεις στη Γαλλία, αν η αντεπανάσταση δεν περνούσε στην επίθεση. Ο Φράνκο εξαπολύοντας μια μαζική στρατιωτική επίθεση, επεδίωξε να τσακίσει μια για πάντα τις κινητοποιήσεις των εργατών και των αγροτών κάτω από μια σιδερένια μπότα. Βάζοντας το πιστόλι στον κρόταφο στην κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου την οδηγούσε σε δρόμους που δεν τους ήθελε. Ο λαός απαιτούσε από την κυβέρνηση όπλα για να παλέψει ενάντια στο φασιστικό πραξικόπημα. Και πάλι όμως η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου προτίμησε τις διαβουλεύσεις με τους φασίστες, αντί για τον εξοπλισμό του λαού.

Τον Ιούλιο του 36, δυο μέρες μετά τη φασιστική επίθεση, οι εργάτες, ενάντια στη θέληση των ηγεσιών τους, οπλίστηκαν μόνοι τους. Κατέλαβαν τους στρατώνες, οργανώθηκαν σε πολιτοφυλακές, κυρίευσαν τις μισές πόλεις της Ισπανίας, οργάνωσαν επιτροπές και ανέλαβαν τη διαχείριση της εργατικής εξουσίας. Κάτω από την ανάγκη, υποτίθεται, της πάλης ενάντια στο φασισμό, τα ρεφορμιστικά κόμματα ανέκοψαν την εργατική επανάσταση. Σπάνια βρίσκει κανείς μεγαλύτερο μνημείο κυνισμού από την ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ λίγες μόνο μέρες μετά τον εξοπλισμό των εργατών και την επανάσταση του Ιουλίου: “Ο ισπανικός λαός δεν αγωνίζεται για τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά ένα σκοπό έχει μόνο: να υπερασπίσει την αστική τάξη σεβόμενος την ιδιοκτησία”.

Αντεπανάσταση

Σε περιόδους που συγκρούεται η επανάσταση με την αντεπανάσταση, μια “μέση λύση” ισοδυναμεί με προδοσία. Ή οι ρεφορμιστικές ηγεσίες θα σπάσουν τους δεσμούς στους με τους αστούς και θα τραβήξουν μέχρι τέλος, ή θα σφιχταγκαλιαστούν μαζί τους ενάντια στους εργάτες. Στο ισπανικό έδαφος συγκρούονταν τρεις πολιτικές. Οι φασίστες με στόχο να συντρίψουν τους εργάτες, οι εργάτες με στόχο να συντρίψουν τους φασίστες και να εγκαθιδρύσουν εργατική εξουσία και η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου στη μέση με στόχο να προστατέψει την αστική δημοκρατία. Μπροστά σε αυτό το καθήκον δεν δίστασε να τσακίσει κάθε κινητοποίηση των εργατών, ακόμα κι αν αυτό θα σήμαινε (όπως και τελικά συνέβη) τη νίκη των φασιστών. Αυτό σε δυο γραμμές είναι το έγκλημα του λαϊκού μετώπου στην Ισπανία.

Ο εξοπλισμός του προλεταριάτου έσωσε την αστική κυβέρνηση από τον Φράνκο, αλλά έβγαλε στο προσκήνιο τα αιτήματα των εργατών. Οι ρεφορμιστές ηγέτες (σοσιαλδημοκράτες, σταλινικοί και αναρχικοί) έτρεξαν να στηρίξουν την κυβέρνηση παίρνοντας υπουργεία. Και τότε, όταν ένιωσαν αρκετά ισχυροί, μέσα από την κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου, ξεκίνησαν από κοινού το έργο καταστολής των εργατικών κινητοποιήσεων και εξόντωσης των πιο πρωτοπόρων από τους εργάτες. Όταν τα πράγματα δεν χωρούσαν πια συμβιβασμούς, το λαϊκό μέτωπο προτίμησε να στρέψει τα όπλα αντί στους φασίστες, στους κινητοποιημένους εργάτες στο εσωτερικό, σε ένα αιματηρό ξεκαθάρισμα.

Το βρώμικο αυτό ρόλο τον σήκωσαν οι σταλινικοί, με την ανοχή και την ενθάρρυνση των υπόλοιπων εταίρων του λαϊκού μετώπου. Το POUM, πλήρωσε πρώτο τους αιματηρούς διωγμούς με τα μέλη του να δολοφονούνται σαν “τροτσκιστοφασίστες”. Ένα έγκλημα για το οποίο οι ηγέτες των αναρχικών προτίμησαν να σιωπήσουν για να μην χαλάσουν τη συμμαχία του λαϊκού μετώπου και χάσουν τα υπουργεία τους. Λίγο μετά την εκκαθάριση του POUM θα έρθει η δική τους σειρά με την καταστολή της εργατικής εξέγερσης στη Βαρκελώνη το Μάη του 37. Κι όμως, η αναρχική CNT ακόμα και τότε συνυπέγραφε στην κυβέρνηση τα διατάγματα καταστολής των “ακραίων στοιχείων”. Μετά τους αναρχικούς θα έρθει και η σειρά της αριστερής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας. Το έργο πάλι θα είναι το ίδιο. Μετά από όλα αυτά η νίκη των φασιστών ήταν απλά ζήτημα χρόνου.

Δεν έχει δώσει η ανθρώπινη ιστορία πιο κραυγαλέο παράδειγμα της επαίσχυντης προδοσίας που λέγεται λαϊκό μέτωπο, από τον ισπανικό εμφύλιο. Εκεί, η δύναμη των εργατών, η δύναμη των φασιστών, η σφοδρότητα της σύγκρουσης ανάγκασε τους ρεφορμιστές (ακόμα και τους αναρχικούς) να τραβήξουν ως το τέλος τις συνέπειες των επιλογών τους.

Το λαϊκό μέτωπο, τσακίζοντας την επανάσταση, παραχώρησε την Ισπανία στον Φράνκο. Απέναντι στη σύγκρουση με το φασισμό, μπορεί να αντιταχθεί μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση και η εξουσία των εργατών. Το σκιάχτρο της αστικής δημοκρατίας φανερώνεται σε όλη τη γύμνια του. Η υποταγή των εργατικών αιτημάτων, των εργατικών πόθων και των εργατικών οργανώσεων σε ένα λαϊκό μέτωπο με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, δεν “πλαταίνει” το αντιφασιστικό μπλοκ, αλλά το αποδυναμώνει και το οδηγεί στην ήττα. Αυτό είναι σε δυο γραμμές το συμπέρασμα του εμφύλιου στην Ισπανία.

Κ. Ρουσίτης

Απαντήσεις του Τρότσκι για την αντιφασιστική πάλη

Υπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται ότι η εργατική τάξη πρέπει να πολεμήσει με ιδεολογικά μέσα και όχι με τη φυσική βία το φασισμό. Έτσι αντιτάσσονται στη δημιουργία εργατικών πολιτοφυλακών άμυνας ενάντια στις φασιστικές επιθέσεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο σφάλμα απ’ αυτό. Απέναντι στις επιθέσεις των φασιστών, η εργατική τάξη δεν μπορεί να απαντά με έναν πόλεμο ιδεών, θέσεων και επιχειρημάτων. Άλλωστε επιχειρήματα έχουν και οι φασίστες και μάλιστα ικάνα να ξεσηκώσουν στο πλευρό τους τις ξεπεσμένες μικροαστικές μάζες. Η φυσική πάλη της εργατικής τάξης στο σύνολό της ενάντια στις φασιστικές συμμορίες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επαναστατική αποκρυστάλλωση των εργατών. Με τη σειρά της, η χάραξη επαναστατικής προοπτικής από το προλεταριάτο είναι, όπως είδαμε, προϋπόθεση για να μπει φραγμός στο πέρασμα των μικροαστικών στρωμάτων με τη μεριά του φασισμού. Όσοι υπερασπίζουν την “ιδεολογική άμυνα” απέναντι στο φασισμό προετοιμάζουν μόνο την πλήρη καταστροφή του εργατικού κινήματος από τους φασίστες. Πίσω στα 1934, στη Γαλλία οι σταλινικοί και σοσιαλδημοκράτες προπαγάνδιζαν την άμυνα απέναντι στους φασίστες με τη χρησιμοποίηση μόνο ιδεολογικών όπλων. Υποστήριζαν ότι οι εργατικές “ομάδες αυτοάμυνας” έπρεπε να παραιτηθούν από τη χρησιμοποίηση των όπλων. Ο Τρότσκι απαντούσε σκωπτικά στους φωστήρες αυτούς υποστηρίζοντας ότι σε μια τέτοια προοπτική “το μόνο που τους μένει είναι να πάνε να κρυφτούν. Μην έχοντας στα χέρια τους εκείνο που χρειάζεται, θα ζητήσουν την αυτοάμυνα στα πόδια τους. Και οι φασίστες σ’ αυτό το διάστημα θα είναι ελεύθεροι να λεηλατήσουν τις εργατικές οργανώσεις”. (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Πιο εκλεπτισμένα, κάποιοι αντιτάσσουν (διεκδικόντας προφανώς δάφνες ορθοδοξίας) ότι εφόσον οι φασίστες είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος, η εργατική τάξη πρέπει να επιδιώκει να χτυπήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. Θαυμάσιος συλλογισμός! Είναι σαν να σε σημαδεύσει κάποιος με το όπλο του και εσύ να καταγγέλεις τις βιομηχανίες όπλων που το παράγουν και που χωρίς αυτές δεν θα σε σημάδευε ο υποψήφιος δολοφόνος. Επιπλέον θα μπορούσες να σκεφτείς ότι οι βιομηχανίες όπλων είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα, και επομένως για να αμυνθείς από το δολοφόνο που σε σημαδεύει με το πιστόλι του θα πρέπει πρώτα να ανατρέψεις τον καπιταλισμό.

Με βάση αυτή τη λογική της μοιρολατρικής παράλυσης η εργατική τάξη θα πρέπει να απραιτηθεί από την πάλη ενάντια στην ανεργία, τις απολύσεις , τη διάλυση τυο ασφαλιστικού μέχρι να αντρέψει πρώτα τον καπιταλισμό, εφόσον όλα αυτά τα κοινωνικά κακά είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος. Όμως και αυτές οι απόψεις δεν είναι καινούργιες. Τις πρωτοδιατύπωσε η Ουμανιτέ εφημερίδα του Κ.Κ.Γαλλίας, το 1934 προσπαθώντας να αντιταχθεί στη δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής. Ο Τρότσκι απαντούσε: “Όταν οι φασίστες σκοτώνουν έναν επαναστάτη ή βάζουν φωτιά στα γραφεία μιας προλεταριακής εφημερίδας, οι εργάτες οφείλουν να διαπιστώσουν φιλοσοφικά: “Α! Οι δολοφονίες και οι εμπρησμοί είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος” και να πάνε στα σπίτια τους με η΄συχη τη συνείδησή τους… Η καταστροφή των μικροαστών είναι, φυσικά, γέννημα του καπιταλισμού. Η ανάπτυξη των φασιστικών συμμορίων είναι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της καταστροφής των μικροαστών. Μα από την άλλη μεριά το μεγάλωμα της δυστυχίας και εξέγερσης του προλεταριάτου είναι κι αυτό γέννημα του καπιταλισμού, κι η πολιτοφυλακή, πάλι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της όξυνσης των μαζικών αγώνων. Πως λοιπόν για τους “μαρξιστές” της Ουμανιτέ οι φασιστικές συμμορίες είναι νόμιμο τέκνο του καπιταλισμού, ενώ η εργατική πολιτοφυλακή είναι το παράνομο τέκνο των… τροτσκιστών; ((Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Το χτύπημα του καπιταλιστικού συστήματος δεν πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς με έναν αφηρημένο τρόπο. Ούτε είναι δυνατόν να χτυπήσουμε το σύστημα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπινων όντων. Οι φασίστες αποτελώντας τη βίαιη πρωτοπορία της αστικής αντεπανάστασης, επιδιώκουν το τσάκισμα του προλεταριάτου και των οργανώσεών του. Ποια ανατροπή και ποιο χτύπημα του καπιταλιστικού συστήματος μπορεί να πετύχει μια εργατική τάξη τσακισμένη από τους φασίστες; Ή όπως το διατύπωνε ο Τρότσκι: “Πως λοιπόν να σταματήσουμε αλλιώς την ένοπλη επίθεση του εχθρού, παρά μόνο με ένοπλη άμυνα, για να περάσουμε ύστερα και εμείς με τη σειρά μας στην επίθεση;” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Δεν είναι λιγότερο ηλίθια μια άποψη που υιοθετείται τελευταία από διάφορα κομμάτια της αριστεράς (ακόμα και της άκρας). Σύμφωνα μ’ αυτήν αρκεί να απαιτούμε από το κράτος και την αστυνομία να διαλύσουν τις φασιστικές συμμορίες. Οργανώσεις της αριστεράς απαιτούν από την κυβέρνηση “να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή” ή “να ενεργοποιηθούνοι αντιρατσιστικοί νόμοι” κλπ. Επειδή κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις ισχυρίζονται εκτός των άλλων ότι είναι και τροτσκιστικές υπενθυμίζουμε ότι η άποψη του Τρότσκι ήταν εντελώς διαφορετική. Σε όσους, μέσα από το σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κόμμα Γαλλίας υποστήριζαν την ιδέα του αφοπλισμού των φασιστών από την αστυνομία της βοναπαρτίστικης κυβέρνησης Ντουμεργκ ο Τρότσκι εξηγούσε: “Ας κάνουμε όμως μια φανταστική υπόθεση: η αστυνομία… “αφοπλίζει” τους φασίστες. Μήπως αυτό λύνει το ζήτημα; Και τότε ποιος θα αφοπλίσει την αστυνομία που με το δεξί της χέρι θα ξαναδίνει στους φασίστες ότι τους πήρε με το αριστερό; Η κωμωδία του αφοπλισμού από την αστυνομία το μόνο που θα έκανε θα ήταν να δώσει ακόμα μεγαλύτερο κύρος στους φασίστες… Η αλήθεια είναι πως στα χέρια του βοναπαρτιστικού κράτους, ένα τέτοιο μέτρο θα στρεφόταν προ παντών ενάντια στους εργάτες. Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι οι “αφοπλισμένοι” φασίστες θα έπαιρναν την άλλη μέρα τα διπλάσια όπλα, όχι χωρίς τη βοήθεια της αστυνομίας” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Δεν είναι απίθανο μια “δημοκρατική” κυβέρνηση να αφοπλίσει κάποιες μεμονωμένες φασιστικές συμμορίες και μόνο με την προϋπόθεση ότι θα αφοπλίσει ταυτόχρονα και την εργατική τάξη. Την επόμενη μέρα το αστικό κράτος θα εξοπλίσει διπλάσια τους φασίστες και θα τους χρησιμοποιήσει ενάντια στο αφοπλισμένο εργατικό κίνημα. Έτσι, κάτω από τις συνθήκες του αστικού καθεστώτος αποδεικνύεται ότι οποιαδήποτε κωμωδία αφοπλισμού όλων των ένοπλων οργανώσεων, φασιστικών και εργατικών, στο τέλος στρέφεται αναπόφευκτα ενάντια στην εργατική τάξη. Ας θυμηθούμε λίγο και τον αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τη συμφωνία της Βάρκιζας από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου-Πλαστήρα. Ενώ η συμφωνία προέβλεπε επίσης την παράδοση των όπλων των ακροδεξιών συμμοριών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, αυτό δεν εμπόδισε τις κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις να εξοπλίσουν μέχρι τα δόντια τους φασίστες για να ακολουθήσει το φρικτό κύμα της λευκής τρομοκρατίας στην ύπαιθρο σε βάρος των αφοπλισμένων ΕΛΑΣιτών.

Υπάρχει τέλος μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη που ισχυρίζεται ότι με την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων, των απεργιών και διαδηλώσεων ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση μπορούμε να νικήσουμε οριστικά το φασισμό. Οι υποστηριχτές αυτής της άποψης φαίνεται ότι αγνοούν ότι για το καπιταλιστικό καθεστώς η προσφυγή στο φασισμό επιβάλλεται προκειμένου να συντριβούν οι εργατικές οργανώσεις όταν οι κοιονοβουλευτικές και βοναπαρτίστικες κυβερνήσεις αποδεικνύονται ανίκανες να χειριστούν την κοινωνική κρίση προς όφελος των καπιταλιστών. Έτσι οποιαδήποτε ανάπτυξη των αγώνων και των απεργιών θα έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα όχι την εξαφάνιση αλλά τον διπλασιασμό των φασιστικών προκλήσεων και επιθέσεων.

“Οι καπιταλιστές καταλήγουν στο φασισμό όχι γιατί τους αρέσει, αλλά από ανάγκη: δεν μπορούν πια να διατηρήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής παρά μόνο προχωρώντας στην επίθεση κατά των εργατών, ενισχύοντας την καταπίεση και σπέρνοντας γύρω τους την αθλιότητα και την απελπισία. Επειδή σύγχρονα φοβούνται την αναπόφευκτη απάντηση των εργατών, οι καπιταλιστές, μέσω πρακτόρων τους, ξεσηκώνουν την μικροαστική τάξη κατά του προλεταριάτου, κατηγορώντας το ότι παρατείνει και κάνει βαθύτερη την κρίση, και χρηματοδοτούν τις φασιστικές συμμορίες για να συντρίψουν τους εργάτες. Αν η απάντηση των εργατών στην επίθεση του κεφαλαίου δυναμώσει αύριο, αν οι απεργίες γίνουν πιο συχνές και πιο σημαντικές, ο φασισμός… δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα αναπτυχθεί δύο φορές περισσότερο. Η ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος θα προκαλέσει την κινητοποίηση των απεργοσπαστών. Όλοι οι συμμορίτες “πατριώτες” θα κινητοποιηθούν. Οι αδιάκοπες επιθέσεις κατά των εργατών θα είναι στην ημερήσια διάταξη”. (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι η εργατική τάξη πρέπει να απαντήσει στη φασιστική απειλή με την αποχή από τους αγώνες. Όμως μόνο στο μέτρο που οι εργατικοί αγώνες αναπτυχθούν στην κατεύθυνση της επανάστασης και της εργατικής εξουσίας, ενισχυμένοι και περιφρουρημένοι από μαζικές πολιτοφυλακές, μπορεί να νικηθεί οριστικά ο φασισμός. Τελικά μόνο η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος θα σημάνει και το οριστικό ξερίζωμα της φασιστικής απειλής μια για πάντα.

Γ. Παπαγιάννης

Κεντρισμός: με το ένα πόδι στην επανάσταση με το άλλο στο ρεφορμισμό

Ο όρος κεντρισμός στην μαρξιστική ορολογία περιγράφει αυτές τις ομάδες αγωνιστών που τοποθετούνται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για διασπάσεις από μεγάλα -σοσιαλδημοκρατικά ή σταλινικά-ρεφορμιστικά κόμματα προς τ’ αριστερά. Το σπάσιμο ωστόσο με το ρεφορμισμό δεν είναι ολοκληρωτικό και οι κεντριστές αρνούμενοι να καταλήξουν σε επαναστατικά συμπεράσματα μένουν στα μισά του δρόμου. Πρόκειται συνεπώς για συγκυριακά μορφώματα που βρίσκονται κάτω από τη διαρκή πίεση των επαναστατικών και των ρεφορμιστικών αντιλήψεων και πραχτικών που τους αναγκάζει σε μια διαρκή ταλάντευση ανάμεσα στους δύο πόλους. Το προχώρημά τους προς την επανάσταση ή το πισωγύρισμά τους πίσω στο ρεφορμισμό είναι το αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων. Συνήθως τα πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα. Κεντρίστικες ομάδες για σχετικά μεγάλο διάστημα παγιώνουν τη διαδρομή τους αποκρυσταλώνοντας κάποια χαρακτηριστικά με τα οποία προσπαθούν να οριοθετηθούν από τα αριστερά και από τα δεξιά. Η πορεία της ταξικής πάλης και η πολεμική των ιδεών στο εργατικό στρατόπεδο είναι τελικά αυτή που καθορίζει την πορεία των κεντρίστικων μορφωμάτων.

Ο κεντρισμός τότε και σήμερα

Στο διάστημα του μεσοπολέμου η επανάσταση και η αντεπανάσταση στην Ευρώπη ήταν στην ημερήσια διάταξη σε μια σειρά από χώρες. Από τη μία η άνοδος της ταξικής πάλης και από την άλλη η δυνάμωση του φασισμού συγκρούονταν σε ολόκληρη την ήπειρο με τελευταία πράξη τον εμφύλιο στην Ισπανία. Σε αυτή τη μάχη οι ηγεσίες του προλεταριάτου δεν δίστασαν να θάψουν την υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η διαρκή μετακύληση προς τα δεξιά της σοσιαλδημοκρατίας και ο σταλινικός εκφυλισμός της Τρίτης Διεθνούς, που από οργανωτής της σοσιαλιστικής επανάστασης μετατράπηκε σε νεκροθαύτη της, άφησε ένα τεράστιο κενό. Μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών σπάζοντας από αυτά τα στρατόπεδα ξεκινούσαν μια δειλή πορεία προς τα αριστερά. Η απανωτές ήττες της ταξικής πάλης ανέκοψε την πορεία αυτών των ομάδων. Το ρεύμα της εποχής συμπαρέσυρε τη μια μετά την άλλη τις διάφορες κεντρίστικες ομάδες.
Η πολεμική του Τρότσκυ ενάντια στον κεντρισμό είχε στόχο να διαπαιδαγωγήσει έναν αριθμό αδιάλακτων επαναστατών που να έχουν όλα τα πολιτικά εφόδια που θα τους επιτρέψουν να αντισταθούν με επιτυχία σε αυτό το ρεύμα.
Η δεκαετία του 1990 σάρωσε τελειωτικά και τα διάφορα ρεύματα που τοποθετούσαν τον εαυτό τους στα αριστερά των ΚΚ, τον μαοϊσμό, τον γκεβαρισμό, τον ανταρτισμό, την αυτονομία κλπ. Στην ιδεολογική επίθεση των καπιταλιστών για το «τέλος του κομμουνισμού» η «άκρα» δεν μπορούσε να αντιτάξει μια επιθετική πολιτική προοπτική. Το μεγαλύτερο τμήμα της είχε ταυτιστεί με τον έναν ή άλλο τρόπο τα εκφυλισμένα εργατικά κράτη ή κάποια μερίδα της γραφειοκρατείας τους και η κατάρρευση το οδήγησε σε σοβαρή κρίση ταυτότητας. Ένα άλλο τμήμα, (και μέσα σ’ αυτό και κάποιοι τροτσκιστές) μπορεί να ήταν σταθεροί πολέμιοι του σταλινισμού, ωστόσο η πολιτική όσμωσή τους με την «άκρα» ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο τους είχε οδηγήσει σε τέτοιες ιδεολογικές υποχωρήσεις που τελικά ήταν ανίκανοι να προτείνουν μια διαφορετική πολιτική από των υπολοίπων.
Η ιδεολογική καθυστέρηση και η σύγχιση που σήμερα συσκοτίζει την αγωνιστική πρωτοπορία είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της εποχής μας. Ο σημερινός κεντρισμός προτιμά να βυθίζεται σε αυτή την σύγχιση για να καταφέρει να επιπλεύσει, επιδοκιμάζοντας την κάθε αυταπάτη της αγωνιστικής πρωτοπορίας που τον εμπιστεύεται ή τον ακούει, παράγοντας και πουλώντας πολιτικό αγνωστικισμό και ιδεολογικό κομφουζιονισμό. Από θύμα της σύγχισης γίνεται εκφραστής και φορέας της και πλατσουρίζει χαρούμενος στα νερά της. Οι θεωρίες του αντικαπιταλιστικού χάους είναι ο καρπός αυτού του πλατσουρίσματος. Ο Τρότσκι δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο οι κεντριστές της «άκρας» θα δικαίωναν τον ορισμό που είχε δώσει σους κεντριστές της δεκαετίας του 30: «παρδαλή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ‘ζήσε και άσε τους άλλους να ζήσουν’».
Σε αυτό το τοπίο το ιδεολογικό ξεκαθάρισμα είναι τόσο δύσκολο όσο και εξαιρετικά επείγον για τους τροτσκιστές. Η διάλυση της σύγχισης της πρωτοπορίας είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο από τα άμεσα εμπόδια για την οικοδόμηση του κόμματος και δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο παρά με την κυριαρχία των μπολσεβίκικων ιδεών και συμπερασμάτων μετά από αμείλιχτο πόλεμο ενάντια στις κάθε λογής νεόκοπες θεωρίες του αντικαπιταλιστικού χάους. Τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα στις δύο εποχές η πολεμική του Τρότσκυ ενάντια στον κεντρισμό αποκτά σήμερα τεράστια επικαιρότητα.

Τα χαρακτηριστικά του κεντρισμού

Ο Τρότσκυ προσπαθεί να ορίσει τον κεντρισμό της εποχής του με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

«Πρέπει να καταλάβει κανείς πρώτα απ’ όλα τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σύγχρονου κεντρισμού. Αυτό δεν είναι εύκολο. Πρώτα γιατί ο κεντρισμός εξαιτίας της οργανικής αμορφίας του , καταλήγει με δυσκολία σε ένα θετικό ορισμό. Χαρακτηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτό που του λείπει παρά από αυτό που αγκαλιάζει. Δεύτερο, ποτέ ο κεντρισμός δεν έχει παίξει σε τέτοιο βαθμό όπως τώρα με όλα τα χρώματα της ίριδας, γιατί ποτέ μέχρι τώρα οι γραμμές της εργατικής τάξης δεν βρίσκονταν σε τέτοιο αναβρασμό όσο τώρα. Ο πολιτικός αναβρασμός, από την ίδια την ουσία του όρου, σημαίνει μια αναδιάταξη, μια μετατόπιση ανάμεσα σε δύο πόλους, το μαρξισμό και το ρεφορμισμό, δηλαδή το πέρασμα από τα διάφορα στάδια του κεντρισμού.
Όσο δύσκολο κι αν είναι να δοθεί ένας γενικός ορισμός του κεντρισμού, που αναγκαστικά έχει πάντα έναν «συγκυριακό» χαρακτήρα, μπορούμε πάντως, και πρέπει να αποκαλύψουμε τα βασικά χαρακτηριστικά και τις ιδιομορφίες των κεντριστικών σχηματισμών που πηγάζουν από την κατάρρευση της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς.
α) Θεωρητικά, ο κεντρισμός είναι άμορφος και εκλεκτικός. Όσο είναι δυνατόν αποφεύγει τις θεωρητικές υποχρεώσεις και τείνει (στα λόγια) να προτιμάει την «επαναστατική πράξη» από τη θεωρία, χωρίς να καταλαβαίνει ότι μόνο η μαρξιστική θεωρία μπορεί να δώσει επαναστατική κατεύθυνση στην πράξη.
β) Στη σφαίρα της ιδεολογίας ο κεντρισμός οδηγεί σε μια παρασιτική ύπαρξη. Επαναλαμβάνει ενάντια στους επαναστάτες τα παλιά επιχειρήματα των μενσεβίκων (Μαρτώφ, Άξελροντ, Πλεχάνωφ), συχνά χωρίς να το υποπτεύεται. Από την άλλη μεριά δανείζεται από τους μαρξιστές και πρώτα απ’ όλα από τους μπολσεβίκους λενινιστές, τα κύρια επιχειρήματά του ενάντια στη δεξιά, αμβλύνοντας όμως την κοφτερή λεπίδα της κριτικής και αποφεύγοντας τα πρακτικά συμπεράσματα, καθιστώντας έτσι την κριτική του χωρίς σημασία.
γ) Ένας κεντριστής διακηρύσσει πρόθυμα την εχθρότητά του στο ρεφορμισμό, αλλά δεν αναφέρει τον κεντρισμό. Επιπλέον θεωρεί τον ίδιο τον ορισμό του κεντρισμού σαν «ασταθή», αυθαίρετο», κλπ, με άλλα λόγια ο κεντρισμός δεν θέλει να τον αποκαλούν με το όνομά του.
δ) Ένας κεντριστής πάντα αβέβαιος για τη θέση του και τις μέθοδές του, αντιμετωπίζει πάντα με μίσος την επαναστατική αρχή: να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Έχει την τάση να υποκαθιστά την πολιτική αρχών με προσωπικές μανούβρες και μικρο-οργανωτική διπλωματία.
ε) Ένας κεντριστής παραμένει πάντα σε πνευματική εξάρτηση από δεξιές ομάδες και έχει την τάση να υποκλίνεται μπροστά σε αυτούς που είναι πιο συντηρητικοί, να αποσιωπά τα οπορτουνιστικά τους αμαρτήματα και να καλύπτει μπροστά στους εργάτες τις ενέργειές τους.
στ) Ο κεντριστής συχνά καλύπτει την οκνηρία του αναφερόμενος στον κίνδυνο του «σεχταρισμού», με τον οποίο καταλαβαίνει όχι την αφηρημένη προπαγανδιστική παθητικότητα (τύπου Μπορντίγκα), αλλά ένα ενεργητικό ενδιαφέρον για ακεραιότητα αρχών, για καθαρότητα θέσεων, πολιτική συνέπεια και οργανωτική ολοκλήρωση.
ζ) Ένας κεντριστής καταλαμβάνει τη θέση ανάμεσα σε έναν οπορτουνιστή και έναν μαρξιστή κάπως ανάλογα με τη θέση που καταλαμβάνει ένας μικροαστός ανάμεσα σε έναν καπιταλιστή και έναν προλετάριο: προσκυνάει τον πρώτο και περιφρονεί το δεύτερο.
η) Στο διεθνή στίβο ένας κεντριστής διακρίνεται, αν όχι από τύφλα, από μυωπία. Δεν καταλαβαίνει ότι στη σημερινή εποχή ένα εθνικό επαναστατικό κόμμα μπορεί να οικοδομηθεί μονάχα σαν μέρος ενός διεθνούς κόμματος. Στην εκλογή των διεθνών συμμάχων του, είναι ακόμα λιγότερο διακριτικός απ’ ότι στη χώρα του.
θ) Ο κεντριστής βλέπει στην πολιτική της Κομιντέρν μονάχα «υπεραριστερές» αποκλείσεις, τυχοδιωκτισμό και πραξικοπηματισμό, αγνοώντας τελείως τα δεξιά οπορτουνιστικά ζικ-ζακ (Κουομιτάνγκ, αγγλο-ρωσική επιτροπή, πατσιφιστική εξωτερική πολιτική, αντιφασιστικό μπλοκ κλπ).
ι) Ένας κεντριστής ορκίζεται πρόθυμα στην πολιτική του ενιαίου μετώπου, αδειάζοντάς την από το επαναστατικό περιεχόμενό της και μετατρέποντάς την από μέθοδο ταχτικής σε ανώτατη αρχή.
ια) Ένας κεντριστής πρόθυμα καταφεύγει σε παθητική ηθικολογία για να καλύψει το θεωρητικό του κενό. Δεν καταλαβαίνει πως η επαναστατική ηθική μπορεί να αποκτήσει μορφή μονάχα στη βάση της επαναστατικής θεωρίας και της επαναστατικής πολιτικής.
Κάτω από την πίεση των καταστάσεων ο εκλεκτικός κεντριστής μπορεί να δεχθεί και τα πιο ακραία συμπεράσματα, μονάχα για να τα εγκαταλείψει αμέσως μετά στην πράξη. Έχοντας δεχθεί τη δικτατορία του προλεταριάτου θα αφήσει ένα ευρύ περιθώριο για οπορτουνιστικές ερμηνείες. Έχοντας διακηρύξει την αναγκαιότητα μιας Τέταρτης Διεθνούς, θα δουλέψει για την οικοδόμηση μιας Δυόμισι Διεθνούς κλπ»’.

(Κεντρισμός και Τέταρτη Διεθνής Φλεβάρης 1934)

Ασυνέπεια λόγων και έργων

Σε αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό -την ασυμφωνία λόγων και έργων- ο Τρότσκυ επιμένει ιδιαίτερα. Στα δύσκολα χρόνια πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η πάλη της επανάστασης και της αντεπανάστασης ήταν στην ημερήσια διάταξη- ο Τρότσκυ θα επανέλθει πολλές φορές σε αυτή την πτυχή και θα την καυτηριάσει σαν το μεγαλύτερο έγκλημα του κεντρισμού. Η ισπανική επανάσταση θα σταθεί η ανώτατη δοκιμασία που θα κρίνει τη συνέπεια των μεγαλόστομων κεντριστών. Οι όρκοι στη δικτατορία του προλεταριάτου και στη σοσιαλιστική επανάσταση δεν εμπόδισαν τους κεντριστές να ακολουθήσουν μια οπορτουνιστική πολιτική που συνέβαλε στη συντριβή της επανάστασης. Στην πολεμική του τον Τρότσκυ τον ενδιαφέρει λιγότερο το ξεσκέπασμα της ασυνέπειας των κεντριστών και περισσότερο η διαμόρφωση από αυτή την πολεμική μιας γενιάς ολοκληρωμένων στελεχών της επανάστασης.

«Ένας επαναστάτης μαρξιστής δεν μπορεί να καταπιαστεί με την εκπλήρωση της ιστορικής του αποστολής δίχως να ‘χει ξεκόψει ηθικά από την αστική κοινή γνώμη και τους πράκτορές της μέσα στο προλεταριάτο. Γι αυτό χρειάζεται ένα ηθικό θάρρος διαφορετικού διαμετρήματος από κείνο που απαιτείται για να ανοίγεις το στόμα σου στις συγκεντρώσεις και να ξεφωνίζεις «Κάτω ο Χίτλερ! Κάτω ο Φράνκο!». Και ακριβώς αυτή η αποφασιστική, ολοκληρωτική και άκαμπτη ρήξη των μπολσεβίκων με τη συντηρητική ηθική φιλοσοφία, όχι μόνο της μεγαλομπουρζουαζίας, αλλά και της μικροαστικής τάξης είναι που τρομάζει θανάσιμα τους δημοκρατικούς φρασεοκόπους και τους προφήτες και ήρωες των σαλονιών. Από αυτό απορρέουν και οι μομφές τους για τον «αμοραλισμό’ των μπολσεβίκων. Η ταύτιση που αυτή κάνουν της αστικής ηθικής με την ηθική «γενικά», μπορεί ίσως να πιστοποιηθεί άριστα στην άκρα αριστερή πτέρυγα της μικροαστικής τάξης και συγκεκριμένα στα κεντρίστικα κόμματα του καλούμενου Γραφείου του Λονδίνου. Μια που η οργάνωση αυτή «αναγνωρίζει» το πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, οι διαφωνίες μας μαζί της φαίνονται στην πρώτη ματιά σαν δευτερεύουσες. Στην πραγματικότητα όμως η «αναγνώρισή» τους δεν έχει καμιά αξία γιατί δεν τους δεσμεύει σε τίποτα. «Αναγνωρίζουνε» την προλεταριακή επανάσταση όπως οι καντιανοί αναγνωρίζουν την κατηγορική προσταγή, δηλαδή σαν μια ιερή αρχή, που όμως δεν έχει εφαρμογή στην καθημερινή ζωή. Στη σφαίρα της πραχτικής πολιτικής ενώνονται με τους χειρότερους εχθρούς της επανάστασης (ρεφορμιστές και σταλινικούς) στον αγώνα ενάντιά μας. Όλη τους η σκέψη είναι διαποτισμένη από διπλοπροσωπία και ψευτιά. Αν οι κεντριστές κατά γενικό κανόνα δεν φτάνουν στο σημείο να κάνουν εγκλήματα, είναι γιατί μένουν πάντα στο περιθώριο της πολιτικής: είναι για να το πούμε έτσι οι πορτοφολάδες της Ιστορίας. Γι αυτό το λόγο πιστεύουν πως έχουν προορισμό να αναγεννήσουν το εργατικό κίνημα με μια καινούρια ηθική».

(Ηθική τους και ηθική μας Φλεβάρης 1938)

Πρόκειται για ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό του κεντρισμού: Τα εύκολα, μεγάλα λόγια που δεν τα ακολουθούν ίδιες πράξεις.
Ο τρόπος με τον οποίο οι σύγχρονοι κεντριστές προσπάθησαν να παρέμβουν -ή ακόμα και να καθοδηγήσουν- τους αγώνες των τελευταίων χρόνων φαίνεται να επιβεβαιώνει την ασυνέπειά τους. Οι συγκρούσεις έξω από τα εξεταστικά είναι από αυτή την άποψη πολύ διδακτικές. Τότε, σε παλαιότερο φύλλο μας, είχαμε επισημάνει ότι τα «υπεραριστερά» συνθήματα που φοβερίζουν όλους, αλλά μόνο στα λόγια, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την έλλειψη ενός σοβαρού σχεδίου. Αντιμετωπίσαμε μια επίθεση από διάφορους «υπερασπιστές» που προσπαθούσαν να εξηγήσουν ότι δικαιούνται να φωνάζουν πως ήρθε η ώρα να πέσει η «χούντα» του Σημίτη, και μάλιστα πως ο «φασίστας» Αρσένης δεν πρόκειται να τους σταματήσει. Όταν δυστυχώς τα ΜΑΤ και τα χημικά τσάκισαν τους διαδηλωτές έξω από τα εξεταστικά, ο τυπικός κεντρισμός, προσπαθώντας να αποφύγει την οδυνηρή αυτοκριτική, άρχισε να πανηγυρίζει για τη μεγάλη «νίκη» του κινήματος και το διαγωνισμό που είναι «νεκρός».
Αν όμως στη δράση -ακόμα και στη μικροκλίμακα ενός μεμονωμένου αγώνα- η ασυνέπεια λόγων και έργων παρουσιάζεται ανάγλυφα, σε επίπεδο διακηρύξεων και προγραμμάτων μένει αναπόδεικτη. Γι αυτό και ο Τρότσκυ προτείνει τη «δοκιμασία της δράσης» σαν το μόνο σίγουρο δρόμο ξεσκεπάσματος των κεντριστών. Όταν το ζήτημα του αντιφασιστικού αγώνα στην Ευρώπη έχει γίνει το πρώτο καθήκον για το εργατικό κίνημα, σε αυτό ακριβώς το επίπεδο προκαλεί τους κεντριστές να επιδείξουν συνέπεια.

«Η πάλη με τους κρυφούς και μασκαρεμένους οπορτουνιστές πρέπει επομένως να μεταφερθεί κυρίως στη σφαίρα των πρακτικών συμπερασμάτων από τις επαναστατικές ανάγκες.
Προτού δεχτούμε στα σοβαρά τα κεντρίστικα λόγια για τη «δικτατορία του προλεταριάτου», πρέπει να απαιτήσουμε μια σοβαρή άμυνα απέναντι στο φασισμό, μια ολοκληρωτική ρήξη με την μπουρζουαζία, μια συστηματική οικοδόμηση εργατικής πολιτοφυλακής, την εκπαίδευσή της σε μαχητικό πνεύμα, τη δημιουργία διακομματικών κέντρων άμυνας, αντιφασιστικών επιτελείων που θα αποκλείονται προδότες, λακέδες της μπουρζουαζίας καθώς και οι καριερίστες.
Ακριβώς σε αυτό το επίπεδο πρέπει να διεξαχθούν οι βασικοί αγώνες ενάντια στον κεντρισμό. Για να συνεχίσουμε με επιτυχία αυτό τον αγώνα είναι αναγκαίο να έχουμε ελεύθερα χέρια, δηλαδή, να διατηρούμε όχι μόνο πλήρη οργανωτική ανεξαρτησία, αλλά και κριτική αδιαλλαξία σε σχέση με τις πιο «αριστερές» ποικιλίες του κεντρισμού».

(Κεντρισμός και Τέταρτη Διεθνής Φλεβάρης 1934)

Κεντρισμός και επαναστατική θεωρία

Η ασυνέπεια λόγων και έργων στους κεντριστές είναι «οργανικό σύμπτωμα» και απορρέει φυσικά από την ευκαιριακή σχέση που έχουν για τη μαρξιστική θεωρία.

«Δεν αισθάνονται την παραμικρή ευθύνη απέναντι στην επιστημονική σκέψη. Περιορίζονται σε υπαινιγμούς, υπονοούμενα και στην καλύτερη περίπτωση σε φιλολογικές γενικεύσεις. Ωστόσο αν οι ιδέες τους είναι σκοτεινές και ασαφείς, είναι σαφές ότι έχουν προσκολληθεί σε μια παλιά υπόθεση από καιρό χρεοκοπημένη: πάνε να νοθέψουν το μαρξισμό με καντιανισμό. Να παραλύσουν την κοινωνική επανάσταση χρησιμοποιώντας «απόλυτους» κανόνες που στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν τις φιλοσοφικές γενικεύσεις των συμφερόντων της μπουρζουαζίας -βέβαια όχι της σημερινής, της μακαρίτισσας μπουρζουαζίας του ελεύθερου εμπορίου και της δημοκρατίας. Η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία τηρεί αυτούς τους κανόνες ακόμα λιγότερο από τη φιλελεύθερη γιαγιά της. Αλλά ευνοεί τις απόπειρες των μικροαστών «ιεραποστόλων» να μπάσουνε τη σύγχυση, την αναστάτωση και την ταλάντευση στις γραμμές του επαναστατικού προλεταριάτου».

(Ηθικολόγοι και συκοφάντες ενάντια στο μαρξισμό Ιούνης 1939)

Ενάντια στο ρεύμα

Η αστυνομική ερμηνεία της ταξικής πάλης είναι ξένη προς τον Τρότσκυ. Στους ταξικούς συσχετισμούς πρέπει να αναζητήσει κανείς την αιτία για τις πολιτικές εκδηλώσεις, τα βήματα και τα πισωγυρίσματα των πολιτικών ομάδων. Σε εποχές δύσκολες οι επαναστάτες είναι αναγκασμένοι να βαδίσουν κόντρα στο ρεύμα.
Η σύγχυση και η ιδεολογική οπισθοχώρηση είναι το σοβαρότερο πολιτικό χαρακτηριστικό της πρωτοπορίας σήμερα. Στη βάση αυτού του φαινομένου βρίσκεται η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η στρατηγική απαξίωση του μεγαλύτερου μέρους των διαφόρων «μαρξιστών» που είχαν αποθέσει στον σταλινικό εκφυλισμό του πρώτου εργατικού κράτους το σημείο αναφοράς τους. Η σύγχυση -το κυρίαρχο πολιτικό χαρακτηριστικό της αγωνιστικής πρωτοπορίας- υποβοηθείται από μια τεράστια καμπάνια των καπιταλιστών για το τέλος της ιστορίας. Αν και τα 10 χρόνια που πέρασαν από το 90 έχουν δείξει ότι η ταξική πάλη κάθε άλλο παρά «πέθανε», η σύγχυση εξακολουθεί να παραμένει. Τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα και οι αυταπάτες για μια ατομική σταδιοδρομία στον «παράδεισο της αγοράς» επανέρχονται ορμητικά μετά την ήττα κάθε αγώνα. Οι ήττες που η κυβέρνηση Σημίτη επέβαλε τα τελευταία χρόνια στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τις αυταπάτες μιας υποτιθέμενης ανάπτυξης -ΟΝΕ, Ολυμπιάδα, Σοφοκλέους, κλπ- έχει απογοητεύσει μεγάλο μέρος όσων αγωνίστηκαν την προηγούμενη περίοδο. Σε ένα τέτοιο κλίμα οι επαναστατικές φωνές μπορεί να φαντάζουν ρομαντικές ή ουτοπικές. Φυσικά, δεν επιχειρούμε να εξομοιώσουμε τη σημερινή περίοδο με αυτή που περιγράφει ο Τρότσκυ το 1939. Στην εποχή των παραμονών του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου η εποχή δεν ήταν απλά δύσκολη, ήταν απελπιστική. Τηρουμένων όμως των αναλογιών, το παρακάτω κείμενο δείχνει ανάγλυφα τις πιέσεις που δέχεται ένα επαναστατικό κόμμα.

«Όταν το επαναστατικό κίνημα γενικά παρακμάζει, όταν η μια ήττα ακολουθεί την άλλη, όταν ο φασισμός εξαπλώνεται στον κόσμο, όταν ο επίσημος «μαρξισμός» αποτελεί τον πιο ισχυρό μηχανισμό εξαπάτησης των εργατών κλπ., τα επαναστατικά στοιχεία είναι αναγκασμένα, αναπόφευκτα να παλεύουν ενάντια στο γενικό ιστορικό ρεύμα, ακόμα κι όταν οι ιδέες μας και οι ερμηνείες που δίνουμε είναι τόσο ακριβείς και ορθές, όσο θα μπορούσε να απαιτήσει κανείς.
Αλλά οι μάζες δεν εκπαιδεύονται με θεωρητικές προγνώσεις, αλλά με τις γενικές εμπειρίες της ζωής τους. Είναι η γενικότερη εξήγηση -όλη η κατάσταση είναι εναντίον μας- πρέπει να υπάρξει μια στροφή στην ταξική συνειδητοποίηση, στα συναισθήματα, στις διαθέσεις των μαζών. Μια στροφή που θα δημιουργήσει για μας τη δυνατότητα μιας μεγάλης πολιτικής επιτυχίας.
Θυμάμαι κάποιες συζητήσεις το 1927 στη Μόσχα, την εποχή που ο Τσιανγκ Κάϊ Σεκ κατάφερε να καθηλώσει τους κινέζους εργάτες.
Το προβλέψαμε αυτό 10 μέρες νωρίτερα και ο Στάλιν μας αντέταξε το επιχείρημα ότι ο Μποροντίν αγρυπνούσε. (Στρατιωτικός και διπλωματικός αρχισύμβουλος της Διεθνούς στην κινέζικη εθνικιστική κυβέρνηση στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Το κύριο καθήκον του ήταν να αποτρέψει την εγκατάλειψη του Κουομιτάνγκ απ’ τους κινέζους κομμουνιστές και το να ακολουθήσουν μια ανεξάρτητη πολιτική ενάντια στον Τσιανγκ Κάϊ Σεκ. Ανακαλέστηκε από την Κίνα τον Ιούλη του 1927 αφού η αριστερή πτέρυγα του Κουομιτάνγκ διέγραψε τους κομμουνιστές από τις γραμμές του). Ότι δεν θα δινόταν η ευκαιρία στον Τσιανγκ Κάϊ Σεκ να προδώσει και άλλα τέτοια.
Νομίζω ότι η τραγωδία εκδηλώθηκε 8-10 μέρες μετά την πρόβλεψή μας και οι σύντροφοί μας εκφράσανε την αισιόδοξη υπόθεση ότι αφού η ανάλυσή μας ήταν τόσο ξεκάθαρη, ο καθένας θα το έβλεπε και στα σίγουρα πια θα κερδίζαμε το κόμμα με το μέρος μας. Απάντησα τότε ότι ο στραγγαλισμός της κινέζικης επανάστασης είχε χίλιες φορές μεγαλύτερη σημασία για τις μάζες από τις δικές μας προβλέψεις. Οι προβλέψεις μας μπορούν να κερδίσουν μερικούς διανοούμενους που ενδιαφέρονται για αυτά τα πράγματα, αλλά όχι τις μάζες. Η στρατιωτική νίκη του Τσιανγκ Κάϊ Σεκ θα προκαλέσει αναπόφευκτα μια καθίζηση που δεν ευνοεί την ανάπτυξη μιας επαναστατικής φράξιας.
Από το 1927 και δώθε είχαμε μονάχα μια σειρά από ήττες. Μοιάζουμε με μια ομάδα που προσπαθεί να σκαρφαλώσει σε ένα βουνό και είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει διαρκώς κατολισθήσεις, χιονοστιβάδες.
(…) Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το γενικό ιστορικό ρεύμα. -από το γενικό συσχετισμό δυνάμεων. Το ρεύμα είναι εναντίον μας. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Θυμάμαι την περίοδο 1908-1913 στη Ρωσία. Και τότε επίσης είχαμε μια περίοδο αντίδρασης. Το 1905 είχαμε τους εργάτες μαζί μας, από το 1905 και μάλιστα από το 1907 αρχίζει η μεγάλη αντίδραση. Όλοι σκαρφιζόντουσαν συνθήματα και μέθοδες για να κερδίσουν τις μάζες, μα κανείς δεν τις κέρδιζε -ήταν απογοητευμένες.
Τον καιρό εκείνο το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να εκπαιδεύουμε στελέχη μα και αυτά έφυγαν. Είχαμε μια σειρά διασπάσεις ή προς τα’ αριστερά ή προς τα δεξιά ή προς το συνδικαλισμό κλπ. Ο Λένιν απόμεινε με μια μικρή ομάδα, μια σέχτα, στο Παρίσι, αλλά με την πεποίθηση ότι θα εμφανιζόντουσαν νέες δυνατότητες ανόδου. Εμφανίστηκαν το 1913. Είχαμε μια νέα άνοδο, αλλά ήρθε ο πόλεμος και τη διέκοψε. Στη διάρκεια του πολέμου επικρατούσε νεκρική σιγή ανάμεσα στους εργάτες.
Η συνδιάσκεψη στο Τσίμερβαλντ ήταν μια συνδιάσκεψη στοιχείων πολύ συγχυσμένων στην πλειοψηφία τους. Στα βάθη των μαζών στα χαρακώματα και αλλού υπήρχε μια νέα διάθεση αλλά ήταν τόσο αδιόρατη και τρομοκρατημένη που δεν μπορούσαμε να τη φτάσουμε και να της δώσουμε έκφραση. Γι αυτό το κίνημα φάνηκε φτωχό στα ίδια του τα μάτια και ακόμα και τα στοιχεία που συναντήθηκαν στο Τσίμερβαλντ κινήθηκαν προς τα δεξιά τον επόμενο κιόλας μήνα. Δεν τα απαλλάσσω από την προσωπική τους ευθύνη, αλλά παρόλα αυτά η γενική εξήγηση παραμένει το γεγονός ότι το κίνημα ήταν αναγκασμένο να κολυμπήσει ενάντια στο ρεύμα».

(Παλεύοντας ενάντια στο ρεύμα 1938)

Το δύσκολο καθήκον των επαναστατών μαρξιστών να κρατηθούν κόντρα στο ρεύμα δεν μπορεί παρά να διαβάλει και αυτούς τους ίδιους:

«Κατόπιν αυτό το περιβάλλον δημιουργεί ιδιόμορφες ομάδες στοιχείων γύρω από τη σημαία μας. Πρόκειται για θαρραλέα στοιχεία, που δεν τους αρέσει να κολυμπάνε με το ρεύμα -τέτοιος είναι ο χαρακτήρας τους. Υπάρχουν ακόμα ευφυή στοιχεία με κακό χαρακτήρα που ποτέ δεν ήταν πειθαρχημένα που ψάχνουν πάντα για μια πιο ριζοσπαστική ή πιο ανεξάρτητη τάση και βρήκαν τη δική μας τάση, αλλά όλοι τους βρίσκονται λίγο-πολύ έξω από το εργατικό ρεύμα του εργατικού κινήματος. Η αξία τους έχει αναπόφευκτα και την αρνητική της πλευρά.
Αυτός που κολυμπάει ενάντια στο ρεύμα δεν συνδέεται με τις μάζες. Ακόμα, η κοινωνική σύνθεση κάθε επαναστατικού κινήματος στην αρχή δεν είναι εργατική. Το αποτελούν οι διανοούμενοι, οι μισοδιανοούμενοι ή οι εργάτες που συνδέονται μαζί τους και που είναι δυσαρεστημένοι με τις υπάρχουσες οργανώσεις. Βρίσκει κανείς σε κάθε χώρα πολλούς ξένους που δεν αναμιγνύονται τόσο εύκολα στο ντόπιο εργατικό κίνημα.
Ένας τσέχος στην Αμερική ή στο Μεξικό μπορεί πιο εύκολα να γίνει μέλος της 4ης Διεθνούς εκεί, παρά στην Τσεχία. Το ίδιο ισχύει για ένα γάλλο στην Αμερική. Η εθνική ατμόσφαιρα έχει τεράστια επιρροή στα ξεχωριστά άτομα. Οι Εβραίοι σε πολλές χώρες είναι μισοξένοι, όχι ολοκληρωτικά αφοσιωμένοι και προσκολλούνται σε οποιαδήποτε νέα κριτική, επαναστατική ή μισοεπαναστατική τάση στην πολιτική, στην τέχνη, στη λογοτεχνία κλπ. Μια νέα επαναστατική τάση που κατευθύνεται ενάντια στο γενικό ρεύμα της ιστορίας σ’ αυτή την περίοδο, συγκεντρώνει στοιχεία που είναι λίγο-πολύ αποκομμένα από την εθνική ζωή οποιασδήποτε χώρας και τα οποία συνδέονται με τις μάζες με δυσκολία».

(Παλεύοντας ενάντια στο ρεύμα 1938)

Η υποταγή του κεντρισμού στην «κοινή γνώμη»

Σε καμιά όμως περίπτωση το γενικό κλίμα δεν αποτελεί άλλοθι για τους μαρξιστές και δικαιολογία να ψάχνουν τρόπο να συμβιβαστούν μαζί του. Αντίθετα, σε ένα κλίμα υποχώρησης είναι που ο κεντρισμός ξεδιπλώνει τις αρνητικές πτυχές του. Ο κεντρισμός δεν εκφράζει παρά την υποχώρηση του μαρξισμού στο ρεύμα της εποχής. Δηλαδή την υπόκλιση στην «κοινή γνώμη» της κάθε εποχής με την οποία θέλει να τα πηγαίνει καλά. Αλλά η «κοινή γνώμη» δεν είναι παρά η διείσδυση των ιδεολογημάτων των καπιταλιστών και των μικροαστικών αυταπατών στο εργατικό κίνημα. Ακριβώς επειδή δεν θέλει να ξεκόψει από το «ρεύμα της εποχής» ο κεντριστής γίνεται ο απολογητής του στο εργατικό κίνημα. Την προσαρμογή του αυτή ο κεντρισμός προσπαθεί να κρύψει πίσω από «την επίκληση των μαζών». Ας σταθούμε λίγο εδώ.
Γενικά μπορούμε να πούμε ότι η καραμέλα του «τι θέλει ο κόσμος» είναι το έσχατο σημείο με το οποίο ο κεντριστής προσπαθεί να νομιμοποιήσει τις θέσεις του. Θέλει να πείσει δηλαδή πως τα διάφορα τσαλιμάκια του δεν είναι θέμα επιλογής του, αλλά τάχα η απαίτηση των μαζών. Αποφεύγει την ιδεολογική αντιπαράθεση, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί… «αυτά δεν τα καταλαβαίνει ο κόσμος». Κρύβει την ατολμία του να αναλάβει συγκεκριμένα καθήκοντα όχι γιατί δεν καταλαβαίνει την ανάγκη τους, αλλά γιατί… «ο κόσμος δεν τραβάει». Διαλυόμενος ο κεντριστής μέσα στο ρεύμα της εποχής του νομίζει ότι είναι και ο πιο αρμόδιος να το περιγράψει, γιατί στο μεταξύ έχει αυτοδιοριστεί ερμηνευτής των διαθέσεων «του κόσμου».
Σε εποχές κινηματικής ανόδου, το φουσκωμένο ποτάμι σηκώνει τον κεντριστή στον αφρό και ετούτος ζει τις καλύτερες στιγμές του. Σε περιόδους, όμως, οπισθοχώρησης ο κεντριστής πίσω από τις «διαθέσεις των μαζών» προσπαθεί να κρύψει το συμβιβασμό του. Στις επιθέσεις από τ’ αριστερά απαιτεί «προσφυγή στις μάζες» ελπίζοντας να δικαιωθεί στην καθυστέρησή τους. Την εποχή του 30 η φράση της μόδας ήταν «ελευθερία στις μάζες». Σήμερα είναι η «ελευθερία να ξεδιπλωθεί το αυθόρμητο». Είναι πάντα το ίδιο:

«Οι μάζες δεν είναι καθόλου ίδιες και απαράλλαχτες. Υπάρχουν επαναστατικές μάζες, υπάρχουν αντιδραστικές μάζες. Οι ίδιες μάζες κυριαρχούνται σε διάφορες εποχές από διαφορετικούς πόθους και σκοπούς. Γι αυτό ακριβώς το λόγο είναι απαραίτητη μια συγκεντρωποιημένη οργάνωση της πρωτοπορίας. Μόνο ένα κόμμα που χρησιμοποιεί το κύρος που απόχτησε είναι ικανό να υπερνικήσει την ταλάντευση των μαζών. Το να αγιοποιείς τις μάζες και να περιστέλλεις το πρόγραμμά σου στην άμορφη «δημοκρατία« είναι να διαλύεσαι μέσα στην τάξη όπως αυτή είναι, να μεταβάλεσαι από πρωτοπορία σε οπισθοφυλακή και χάρη σε αυτή ακριβώς τη στάση να εγκαταλείπεις τα επαναστατικά καθήκοντα. (…)
Μα όλο το μυστικό είναι αυτό, ότι ζητώντας «ελευθερία για τις μάζες« ο Βίκτρο Σερζ ζητάει στην πραγματικότητα ελευθερία για τον εαυτό του και τους ομοίους του, ελευθερία από κάθε έλεγχο από κάθε πειθαρχεία και, αν είναι δυνατόν, και από κάθε κριτική. Οι «μάζες« δεν έχουν καμία σχέση με αυτά. Όταν ο δημοκράτης μας πηδάει από τα δεξιά στ’ αριστερά και απο τ’ αριστερά στα δεξιά σπέρνοντας σύγχυση και σκεπτικισμό φαντάζεται πως αυτό είναι η πραγματοποίηση μιας εξυγιαντικής ελευθερίας σκέψης. Μα όταν εμείς κρίνουμε από μαρξιστική σκοπιά τις ταλαντεύσεις ενός απογοητευμένου μικροαστού διανοούμενου, αυτό του φαίνεται σαν προσβολή κατά της προσωπικότητάς του και τότε συμμαχεί με όλους τους κομφουζιονιστές σε σταυροφορία ενάντια στο δεσποτισμό μας και το σεχταρισμό μας. (…)
Τον ξέρουμε καλά αυτό τον δημοκρατισμό: είναι υποχρεωτικός, βολικός και συμφιλιωτικός -απέναντι στη δεξιά. Ταυτόχρονα είναι απαιτητικός, κακόβουλος και δόλιος -απέναντι στην αριστερά. Απλώς εκπροσωπεί το καθεστώς της αυτοάμυνας του μικροαστικού κεντρισμού».

(Ηθικολόγοι και συκοφάντες ενάντια στο μαρξισμό Ιούνης 1939)

Ο όρος «μαζί με το ρεύμα» σημαίνει ότι ο κεντρισμός είναι απολογητικός και τελικά υποχωρητικός στις μικροαστικές αυταπάτες στο εργατικό κίνημα, έτσι όπως εκφράζονται κάθε φορά από την «κοινή γνώμη». Το δύσκολο έργο του επαναστάτη να δώσει μάχη με ότι καθυστερημένο και προβληματικό υπάρχει στην πολιτική συνείδηση των καταπιεσμένων, είναι εντελώς αδιάφορο για τον κεντριστή που θεωρεί καλύτερο -και σίγουρα είναι ευκολότερο- να επιπλέει γλύφοντας τις αυταπάτες του κινήματος. Τίποτα δεν είναι πιο αποκρουστικό για τον επαναστάτη μαρξιστή από το να χαϊδεύεις την καθυστέρηση των μαζών.

«Φυσικά οι μάζες δεν είναι καθόλου άψογες. Η εξιδανίκευσή τους μας είναι ολότελα ξένη. Τις είδαμε κάτω από διαφορετικές συνθήκες, σε διαφορετικές φάσεις και ακόμα στους μεγαλύτερους πολιτικούς συγκλονισμούς. Η δυνατή τους πλευρά -αποφασιστικότητα, αυτοθυσία, ηρωισμός- βρήκε πάντοτε την πιο καθαρή της έκφραση σε εποχές ανόδου. Σ’ αυτή την περίοδο οι μπολσεβίκοι βρίσκονταν επικεφαλής τους. Ύστερα άνοιξε ένα διαφορετικό ιστορικό κεφάλαιο, όταν πέρασε στο προσκήνιο η αδύνατη πλευρά των καταπιεσμένων: έλλειψη ομοιογένειας, πολιτιστική καθυστέρηση, στενότητα παγκόσμιας προοπτικής. Οι μάζες κουρασμένες από την ένταση καταλήφθηκαν από την απογοήτευση, χάσανε την πίστη στον εαυτό τους και στρώσανε το δρόμο στην καινούρια αριστοκρατία. Σε αυτοί την εποχή οι μπολσεβίκοι («τροτσκιστές») βρέθηκαν απομονωμένοι από τις μάζες. Πρακτικά περάσαμε από δύο μεγάλους ιστορικούς κύκλους: 1897-1905 χρονιά πλημμυρίδας. 1907-1913 χρονιά αμπώτιδας. 1917-1923 περίοδος ανόδου δίχως προηγούμενο στην ιστορία. Τέλος μια περίοδος αντίδρασης που δεν τελείωσε ακόμα μέχρι σήμερα. Μέσα σ’ αυτά τα τεράστια γεγονότα οι «τροτσκιστές» διδάχτηκαν το ρυθμό της ιστορίας, δηλαδή τη διαλεκτική του ταξικού αγώνα. Διδάχτηκαν ακόμα, καθώς φαίνεται, και ως ένα βαθμό με επιτυχία, πώς να υποτάσσουν τα υποκειμενικά τους σχέδια και προγράμματα σε αυτό τον αντικειμενικό ρυθμό. Μάθανε να μην απελπίζονται από το ότι οι νόμοι της ιστορίας δεν εξαρτούνται από τα ατομικά τους γούστα και δεν υποτάσσονται στα δικά τους ηθικά κριτήρια. Μάθανε να υποτάσσουν τις ατομικές τους διαθέσεις στους νόμους της ιστορίας. Μάθανε να μην τρομάζουν μπροστά στους πιο ισχυρούς εχθρούς όταν η δύναμη των τελευταίων βρίσκεται σ’ αντίφαση με τις ανάγκες της ιστορικής ανάπτυξης. Ξέρουν πώς να κολυμπάνε ενάντια στο ρεύμα με την πεποίθηση πως η νέα ιστορική πλημμυρίδα θα τους φέρει στην αντικρινή όχθη. Δεν θα φτάσουν όλοι σε αυτή την όχθη. Πολλοί θα πνιγούνε. Μα να συμμετέχεις σε αυτό το κίνημα με τα μάτια ανοιχτά και μ’ αδάμαστη θέληση – μόνο αυτό μπορεί να δώσει την ύψιστη ηθική ικανοποίηση σ’ ένα σκεπτόμενο ον».

(Ηθική τους και ηθική μας Φλεβάρης 1938)

Τα καθήκοντα των επαναστατών

Η επαναστατική αδιαλλαξία σε εποχές δύσκολες οπωσδήποτε απομονώνει τον επαναστάτη από τις πλατιές μάζες. Αυτή η » απομόνωση» όμως της δύσκολης περιόδου, είναι το τίμημα για το σπόρο που θα καρπίσει στην επόμενη στροφή της ταξικής πάλης.

«Ο αριθμός των ανθρώπων που κράτησαν την επαναστατική στάση στο ξέσπασμα του τελευταίου πολέμου μετριέται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ολόκληρο το πεδίο της επίσημης πολιτικής διαποτίστηκε σχεδόν απ’ άκρη σ’ άκρη από διάφορες αποχρώσεις σωβινισμού. Ο Λήμπκνεχτ, η Λούξεμπουργκ, ο Λένιν φαίνονταν ανίσχυρα, απομονωμένα άτομα. Αλλά μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι η ηθική τους εξυψωνόταν πάνω από την χτηνώδικη ηθική της «ιερής ένωσης»; Η επαναστατική πολιτική του Λήμπκνεχτ δεν ήταν διόλου ατομιστική, όπως φαινόταν τότε στο μέσο φιλισταίο πατριώτη. Αντίθετα ο Λήμπκνεχτ και μόνο ο Λήμπκνεχτ αντηχούσε και προμηνούσε τις βαθιές υπόγειες τάσεις μέσα στις μάζες. Η κατοπινή πορεία των γεγονότων επιβεβαίωσε όλα αυτά. Να μην φοβάσαι σήμερα μια πλήρη ρήξη με την επίσημη κοινή γνώμη, έτσι που αύριο να καταχτήσεις το δικαίωμα να εκφράζεις τις ιδέες και τα αισθήματα των εξεγερμένων μαζών, αυτός είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης που διαφέρει από την εμπειρική ύπαρξη των μικροαστών δούλων της συμβατικότητας. Όλα τα κόμματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, όλοι οι ηθικολόγοι και όλοι οι αστοί συκοφάντες θα θαφτούν κάτω από τα ερείπια της επερχόμενης καταστροφής. Το μόνο κόμμα που θα επιζήσει είναι το κόμμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, έστω κι αν σήμερα μπορεί να φαίνεται ανύπαρκτο στους κοντόφθαλμους ορθολογιστές, όπως στον τελευταίο πόλεμο φαινόταν ανύπαρκτο το κόμμα του Λένιν και του Λήμπκνεχτ.
Ο Ένκγελς έγραφε κάποτε ότι ο Μαρξ και αυτός έμειναν όλη τους τη ζωή στη μειοψηφία και «ένοιωθαν περίφημα» έτσι. Οι περίοδοι όπου το κίνημα της καταπιεσμένης τάξης υψώνεται στο επίπεδο των γενικών καθηκόντων της επανάστασης αποτελούν τις σπανιότερες εξαιρέσεις στην ιστορία. Πολύ πιο συχνές από τις νίκες είναι οι ήττες των καταπιεσμένων. Ύστερα από κάθε ήττα έρχεται μια μακρόχρονη περίοδο αντίδρασης που ρίχνει τους επαναστάτες σε μια κατάσταση σκληρής απομόνωσης».

(Ηθικολόγοι και συκοφάντες ενάντια στο μαρξισμό Ιούνης 1939)

Σε αυτό τον αγώνα οι μαρξιστές επαναστάτες δεν πρέπει να σταματήσουν ούτε στιγμή να προσπαθούν να απαλλάξουν τους πιο πρωτοπόρους αγωνιστές από τις κάθε είδους αυταπάτες σε μια σκληρή πάλη με τον κεντρισμό και τους φορείς του. Ο Τρότσκυ στο έργο Κεντρισμός και Τέταρτη Διεθνής (Φλεβάρης 1934) κωδικοποιεί τα κέντρα μιας τέτοιας πάλης στα ακόλουθα σημεία:

α) Να μη ξεγελάμε το ιστορικό προτσές, να μην παίζουμε κρυφτούλι, αλλά να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
β) Να δίνουμε μια θεωρητική ερμηνεία στις αλλαγές της γενικής κατάστασης, που στη σημερινή εποχή συχνά παίρνουν τη μορφή απότομων στροφών.
γ) Να παρακολουθούμε προσεχτικά τις διαθέσεις των μαζών, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς αυταπάτες, χωρίς φαντασιώσεις, ώστε στη βάση μιας σωστής εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο προλεταριάτο να αποφύγουμε τον οπορτουνισμό καθώς και τον τυχοδιωκτισμό και να οδηγούμε μπροστά τις μάζες και όχι να τις πισωγυρίζουμε.
δ) Κάθε μέρα, κάθε ώρα, να απαντούμε καθαρά στον εαυτό μας ποιο πρέπει να είναι το επόμενο πρακτικό βήμα, ακούραστα να προετοιμάζουμε αυτό το βήμα και στη βάση μιας ζωντανής εμπειρίας να εξηγούμε στους εργάτες τις διαφορές αρχών του μπολσεβικισμού απ’ όλα τα άλλα κόμματα και ρεύματα.
ε) Να μη συγχέουμε τα τακτικά καθήκοντα του ενιαίου μετώπου με το βασικό ιστορικό καθήκον: τη δημιουργία νέων κομμάτων και μιας νέας Διεθνούς.
ζ) να παρακολουθούμε κριτικά τον πιο «αριστερό» σύμμαχό σαν έναν πιθανό αντίπαλο.
η) Να μεταχειριζόμαστε με τη μεγαλύτερη προσοχή αυτές τις ομάδες που έλκονται προς το μέρος μας. Υπομονετικά και προσεχτικά να ακούμε την κριτική τους, τις αμφιβολίες και τις αμφιταλαντεύσεις τους. Να τους βοηθάμε να αναπτυχθούν προς το μαρξισμό. Να μη φοβόμαστε τα καπρίτσια τους, τις απειλές τους, τα τελεσίγραφά τους (οι κεντριστές είναι πάντα καπριτσιόζοι και ευαίσθητοι) να μην τους κάνουμε καμιά παραχώρηση σε αρχές.
θ) Και για άλλη μια φορά: να μη φοβόμαστε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Λέον Τρότσκυ: Ο ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΩΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ (1917)

[ιδιαιτερότητα κάθε ιστορικής εποχής]
Δεν υπήρξαν ποτέ τόσοι πολλοί πασιφιστές στον κόσμο όσοι τώρα, εποχή που σε όλες τις χώρες οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται. Κάθε ιστορική εποχή έχει όχι μόνο την τεχνική της και την πολιτική της μορφή, αλλά και την υποκρισία που τη χαρακτηρίζει. Συνέχεια

Φλεβαριανή επανάσταση-Πέντε μέρες (Λ.Τρότσκυ)

Πέντε μέρες (Λ.Τρότσκυ)

Από τις 23 ως τις 27 Φλεβάρη 1917

Στις 23 Φλεβάρη ήταν η “Διεθνής ημέρα της Γυναίκας”. Μέσα στους σοσιαλδημοκρατικούς κύκλους λογαριάζανε να υπογραμμίσουν τη σημασία αυτής της μέρας με τα συνηθισμένα μέσα: συγκεντρώσεις, λόγους, τρικ. Την παραμονή ακόμα δεν θα ερχόταν στη σκέψη κανενός ότι η “Μέρα της Γυναίκας” θα μπορούσε να γίνει η πρώτη μέρα της επανάστασης. Ούτε μια οργάνωση δεν έριξε το σύνθημα της απεργίας για κείνη τη μέρα. Ακόμα περισσότερο, μια μπολσεβίκικη οργάνωση κι από τις πιο μαχητικές, η Αχτιδική Επιτροπή, καθαρά εργατική, του Βύμποργκ, συμβούλεψε τους εργάτες να αποφύγουν κάθε απεργιακή εκδήλωση. Η ψυχική κατάσταση των μαζών, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Καγιούροβ, από τους εργατικούς ηγέτες της αχτίδας, ήταν πολύ τεντωμένη και κάθε απεργία απειλούσε να μετατραπεί σε ανοιχτή σύρραξη. Και καθώς η Επιτροπή είχε τη γνώμη πώς δεν είχε φτάσει ακόμα η στιγμή ν’ αρχίσουν οι εχθροπραξίες- γιατί το κόμμα δεν ήταν ακόμα αρκετά ισχυρό και η σύνδεση ανάμεσα στους εργάτες και τους στρατιώτες ήταν πολύ χαλαρή- είχε έτσι αποφασίσει να μην καλέσει τους εργάτες σε απεργία , μα να προετοιμαστεί για την επαναστατική δράση σε απρόσμενη ημερομηνία. Τέτοια ήταν η γενική γραμμή της Επιτροπής την παραμονή της 23 του Φλεβάρη και φαινόταν πως θα την ακολουθήσουν όλοι. Όμως την άλλη μέρα το πρωί, παρά τις ντιρεκτίβες, οι εργάτες της υφαντουργίας παράτησαν τη δουλειά σε πολλές φάμπρικες και στείλανε αντιπροσώπους τους στους μεταλλουργούς να τους ζητήσουν να υποστηρίξουν την απεργία τους. “Με κρύα καρδιά”, γράφει ο Καγιούροβ, “βάδισαν οι μπολσεβίκοι, ακολουθούμενοι από τους μενσεβίκους και σοσιαλεπαναστάτες εργάτες. Μα από τη στιγμή που είχαμε απεργία μαζική έπρεπε να καλέσουμε όλο τον κόσμο να κατέβει στους δρόμους και να τεθούμε επικεφαλείς του κινήματος”- τέτοια ήταν η πρόταση του Καγιούροβ και η Επιτροπή του Βύμποργκ είδε πως έπρεπε να την επιδοκιμάσει. “Η ιδέα μιας διαδήλωσης ωρίμαζε από καιρό ανάμεσα στους εργάτες, μόνο που κείνη τη στιγμή κανένας δεν ήξερε ακόμα τι θα ‘βγαινε απ’ αυτήν”.

Θεωρούνταν βέβαιο από τα πριν ότι σε περίπτωση διαδήλωσης, ο στρατός θα έβγαινε οπωσδήποτε από τους στρατώνες και θα ριχνόταν πάνω στους εργάτες. Τι θα γινόταν τότε; Βρισκόμαστε σε πολεμική περίοδο, οι αρχές δεν έχουν διάθεση για αστεία. Μα από το άλλο μέρος ο στρατιώτης της “εφεδρείας” κείνες τις μέρες δεν ήταν πια ο αλλοτινός στρατιώτης της “ενεργούς υπηρεσίας”. Ήταν αλήθεια τόσο τρομερός; Αυτό το θέμα το συζητούσαν πολύ μέσα στους επαναστατικούς κύκλους, αλλά μάλλον αφηρημένα, γιατί κανένας, απόλυτα κανένας – και μπορεί κανείς να το υποστηρίξει κατηγορηματικά σύμφωνα με όλα τα συγκεντρωμένα ντοκουμέντα- δε φανταζότανε ακόμα ότι η μέρα της 23 Φλεβάρη θα ήταν η απαρχή μιας αποφασιστικής επίθεσης ενάντια στον απολυταρχισμό. Δε γινόταν λόγος παρά για μια διαδήλωση που οι προοπτικές της έμεναν ακαθόριστες, και όπως και να ‘ναι περιορισμένες.

Έχει λοιπόν αποδειχτεί πραγματικά ότι η επανάσταση του Φλεβάρη εξαπολύθηκε από τα στοιχεία της βάσης που υπερφαλάγγισαν την αντίσταση των ίδιων των επαναστατικών τους οργανώσεων και ότι την πρωτοβουλία την πήρε αυθόρμητα ένα τμήμα του προλεταριάτου που ζούσε κάτω απ’ τις σκληρότερες συνθήκες καταπίεσης και εκμετάλλευσης- εργάτριες της υφαντουργίας που ανάμεσά τους πρέπει να υποθέσουμε ότι θα υπήρχαν όχι λίγες γυναίκες στρατιωτών. Η τελευταία παρόρμηση ήρθε απ’ τις ατελείωτες ουρές μπροστά στα αρτοποιεία. Ο αριθμός των εργατών, αντρών και γυναικών, ήταν εκείνη την ημέρα κάπου 90.000. Οι μαχητικές διαθέσεις εκφράζονταν σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία. Το κίνημα πρωτοαναπτύχθηκε στην αχτίδα του Βύμπορκ, όπου βρίσκονται οι μεγάλες επιχειρήσεις και απλώθηκε έπειτα στο προάστιο το λεγόμενο του “Πέτερσμπουργκ”. Στα άλλα τμήματα της πόλης, σύμφωνα με τις εκθέσεις της Οχράνα, δεν σημειώθηκαν ούτε απεργίες, ούτε διαδηλώσεις. Κείνη τη μέρα η αστυνομία ενισχύθηκε με αποσπάσματα στρατού, όπως φαίνεται ολιγάριθμα, μα δεν έγιναν συγκρούσεις. Ένα πλήθος από γυναίκες, που δεν ήταν όλες τους εργάτριες, κατευθύνθηκε προς τη Δούμα για να ζητήσει ψωμί. Ήταν σα να ζητούσαν γάλα από ένα κριάρι. Σε διάφορες συνοικίες εμφανίστηκαν κόκκινες σημαίες και οι επιγραφές τους μαρτυρούσαν ότι οι εργάτες ζητούσαν ψωμί, μα δε θέλανε πια ούτε αυταρχία ούτε πόλεμο. Η “Μέρα της Γυναίκας” είχε σημειώσει επιτυχία, είχε κυλήσει μέσα στον ενθουσιασμό και δεν είχε προκαλέσει θύματα. Μα τι έκρυβε μέσα της, αυτό κανείς δεν το υποπτευόταν ακόμα, σαν έπεσε το βράδυ.

Την άλλη μέρα το κίνημα όχι μόνο δεν κόπασε μα φούντωσε ακόμα περισσότερο: σχεδόν οι μισοί βιομηχανικοί εργάτες της Πετρούπολης απεργούν στις 24 Φλεβάρη. Οι εργάτες παρουσιάζονται από το πρωί στα εργοστάσιά τους και αντί να στρωθούνε στη δουλειά, ανοίγουνε συγκεντρώσεις και ύστερα κατευθύνονται προς το κέντρο της πόλης. Καινούργιες συνοικίες, καινούργιες ομάδες λαού ρίχνονται στο κίνημα. Το σύνθημα “ψωμί” παραμερίζεται ή σκεπάζεται από άλλα συνθήματα: “Κάτω η απολυταρχία!”, “Κάτω ο πόλεμος!”. Αδιάκοπες διαδηλώσεις στο Νέβσκι Προσπέκτ: πρώτα συμπαγείς εργατικές μάζες που τραγουδούν επαναστατικά τραγούδια. Έπειτα παρδαλό πλήθος από πολίτες, γαλάζια φοιτητικά πηλήκια. “Ο κόσμος που πηγαινοερχόταν μας έδειχνε συμπάθεια κι απ’ τα παράθυρα πολλών νοσοκομείων, οι φαντάροι μας χαιρετούσαν ανεμίζοντας ότι είχαν στα χέρια”. Ήταν πολλοί που καταλάβαιναν τι σημασία είχαν κείνες οι εκδηλώσεις συμπάθειας των άρρωστων φαντάρων απέναντι στους διαδηλωτές; Ωστόσο οι Κοζάκοι εξορμούσαν πάνω στο πλήθος, αν και δίχως βαναυσότητα. Οι διαδηλωτές σκόρπαγαν από δω κι από κει, κατόπιν ανασυντάσσονταν σε μικρές ομάδες. Δεν υπήρχε ο παραμικρός φόβος ανάμεσα στο πλήθος. Μια βοή περνούσε από στόμα σε στόμα: “Οι Κοζάκοι έδωσαν το λόγο τους πως δε θα ρίξουν”. Ολοφάνερα, οι εργάτες είχαν καταφέρει να συνεννοηθούν με μερικούς Κοζάκους. Λίγο αργότερα ωστόσο προβάλανε δραγόνοι μισομεθυσμένοι, ξεστομίζοντας βρισιές κι άνοιγαν πέρασμα μέσα στο πλήθος, χτυπώντας με λόγχες στα κεφάλια. Οι διαδηλωτές κρατήθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις, χωρίς να σκορπίσουν. “Δε θα ρίξουν”. Και πράγματι δεν έριξαν.

Ένας φιλελεύθερος γερουσιαστής που είδε στους δρόμους σταματημένα τραμ, (μα αυτό δεν έγινε την άλλη μέρα) ορισμένα με σπασμένα τζάμια, μερικά αναποδογυρισμένα δίπλα στις γραμμές, θυμήθηκε τα Ιουλιανά του 1914, τις παραμονές του πολέμου: “Νόμιζες πως έβλεπες να επαναλαμβάνεται η παλιά απόπειρα”. Ο γερουσιαστής έβλεπε σωστά, σίγουρα υπήρχε κάποιος συνδετικός κρίκος: η ιστορία έπιανε τις δύο άκρες του επαναστατικού κινήματος που είχε σπάσει με τον πόλεμο και τις ξανάδενε κόμπο.

Όλη τη μέρα, τα λαϊκά πλήθη δεν έκαναν άλλο παρά να κυκλοφορούν από συνοικία σε συνοικία, κυνηγημένα άγρια απ’ την αστυνομία, συγκρατούμενα και απωθούμενα από το ιππικό και από ορισμένα αποσπάσματα πεζικού. Πλάι στην κραυγή: “Κάτω η αστυνομία!”, αντηχούσαν ολοένα και πιο συχνά τα “Ζήτω” για τους Κοζάκους . Αυτό είχε τη σημασία του. Το πλήθος έδειχνε στην αστυνομία το άγριο μίσος του. Οι έφιπποι χωροφύλακες έγιναν δεκτοί με σφυρίγματα, με πέτρες, με κομμάτια πάγο. Ολότελα διαφορετική ήταν η επαφή των εργατών με τους στρατιώτες. Γύρω απ’ τους στρατώνες, πλάι στις σκοπιές, στα περίπολα και τις στρατιωτικές ζώνες, εργάτες και εργάτριες μαζευόντανε, αλλάζοντας φιλικά λόγια με τους στρατιώτες. Ήταν ένας καινούργιος σταθμός που οφείλονταν στην επέκταση της απεργίας και την αναμέτρηση των εργατών με το στρατό. Αυτός ο σταθμός είναι αναπόφευκτος σε κάθε επανάσταση. Μα μοιάζει πάντα πρωτόγνωρος και πραγματικά παρουσιάζεται κάθε φορά με καινούργια όψη: εκείνοι που διαβάσανε ή γράψανε πάνω σ’ αυτό δεν αντιλαμβάνονται το γεγονός όταν παρουσιάζεται.

Στην Αυτοκρατορική Δούμα διηγιόντουσαν κείνη την μέρα πως ένα τεράστιο πλήθος λαού σκέπαζε όλη την πλατεία Ζναμένσκαγια, ολόκληρο το Νέβσκι Πρόσπεκτ και τους γύρω δρόμους, και πως βρισκόταν κανείς μπροστά σ’ ένα φαινόμενο δίχως το όμοιό του: το πλήθος, επαναστατικό και όχι πατριωτικό, επευφημούσε του; Κοζάκους και τα συντάγματα που βάδιζαν με μουσική. Καθώς ένας βουλευτής ρωτούσε σαν τι να σήμαιναν όλα αυτά, ένας περαστικός, ο πρώτος τυχόντας, του απάντησε: “Ένας αστυνομικός χτύπησε μια γυναίκα με τη ναγκάικά του. Μπήκαν στη μέση οι Κοζάκοι και κυνηγήσανε την αστυνομία”. Μπορεί τα πράγματα να μην έγιναν έτσι, κανένας δε θα ήταν σε θέση να το εξακριβώσει αυτό. Μα το πλήθος πίστευε πως έτσι ήταν, πως αυτό μπορούσε να γίνει. Πίστη που δεν έπεφτε απ’ τον ουρανό, μα έβγαινε από την ίδια του την πείρα και γι αυτό θα ήταν εχέγγυο νίκης.

Οι εργάτες του Έρικσον, ένα απ’ τα πιο σύγχρονα εργοστάσια του Βύσμποργκ, ύστερα από την πρωινή συγκέντρωση, προχώρησαν μαζικά, κάπου 2.500 άντρες, προς το Σαμψονιέβσκι Προσπέκτ και, μέσα σ’ ένα στενό πέρασμα, πέσανε πάνω στους Κοζάκους. Τσιγκλώντας τα’ άλογά τους, οι αξιωματικοί έσκισαν πρώτοι το πλήθος. Πίσω τους πάνω σ’ όλο το πλάτος του λιθόστρωτου τροχάζανε οι Κοζάκοι. Κρίσιμη στιγμή! Όμως οι καβαλάρηδες περάσανε προσεκτικά, ο ένας πίσω από τον άλλο, μέσα από το διάδρομο που είχαν ανοίξει οι αξιωματικοί τους. “Μερικοί χαμογελούσαν γράφει ο Καγιούροβ, κι’ ένας απ’ αυτούς έκλεισε το μάτι στους εργάτες”. Κάτι σήμαινε αυτό το κλείσιμο του ματιού! Οι εργάτες ξεθάρρεψαν μέσα σε πνεύμα συμπάθειας και όχι εχθρότητας απέναντι σους Κοζάκους που τους είχαν ελαφρά “μολύνει”. Εκείνος που είχε κλείσει το μάτι βρήκε μιμητές. Παρά τις καινούργιες προσπάθειες των αξιωματικών, οι Κοζάκοι, χωρίς να παραβαίνουν ανοιχτά την πειθαρχία, δεν κυνήγησαν το πλήθος από κοντά και πέρασαν μέσα απ’ αυτό. Αυτό έγινε τρις- τέσσερις φορές και τα δύο αντίπαλα μέρη βρέθηκαν ακόμα πιο κοντά το ένα στο άλλο. Οι Κοζάκοι άρχισαν ένας- ένας να απαντούν στα ερωτήματα των εργατών κι ακόμα έπεισαν μαζί τους κουβεντούλα. Από την πειθαρχία δεν έμενε πια παρά ένα λεπτότατο και διάφανο περικάλυμμα, που κινδύνευε κι αυτό από στιγμή σε στιγμή να σπάσει. Οι αξιωματικοί σπεύσανε ν΄ απομακρύνουν τα στρατεύματά τους από το πλήθος και, εγκαταλείποντας την ιδέα να διαλύσουν τους εργάτες, απλώσανε τους άντρες τους σ’ ένα δρόμο έτσι που να σχηματίζουν φράγμα και να εμποδίσουν τους διαδηλωτές να φτάσουν στο κέντρο. Χαμένος κόπος και πάλι: μένοντας σταθεροί στις θέσεις τους σύμφωνα μ’ όλους τους κανόνες, οι Κοζάκοι δεν αντιτάσσονταν ωστόσο στις “βουτιές” που έκαναν οι εργάτες ανάμεσα απ’ τα πόδια των αλόγων τους. Η επανάσταση δεν διαλέγει τους δρόμους της αυθαίρετα: στην αρχή της πορείας της προς τη νίκη περνούσε κάτω απ’ την κοιλιά ενός κοζάκικου αλόγου. Αξιοσημείωτο επεισόδιο! Τίποτα το παράξενο, ο αφηγητής ήταν οδηγητής, είχε πίσω του τουλάχιστον δύο χιλιάδες ψυχές: το μάτι του αρχηγού που φυλάγεται απ’ τις ναγκάικες και τις σφαίρες του εχθρού τρυπάει σαν ατσάλι.

Η μεταστροφή στα πνεύματα του στρατού φαίνεται να εκδηλώνεται πρώτα στους Κοζάκους, αιώνια πιόνια της καταπίεσης και του πογκρόμ. Αυτό ωστόσο δε σημαίνει πως οι Κοζάκοι ήτανε πιο επαναστάτες από τους άλλους. Αντίθετα, κείνοι οι στέρεοι γαιοκτήμονες, καβαλικεύοντας πάνω στα δικά τους άλογα, προσκολλημένοι στα προνόμια της κάστας τους, αντικρίζοντας με κάποια περιφρόνηση τους απλούς χωρικούς, δυσπιστώντας απέναντι στους εργάτες, ήταν βαθιά διαποτισμένοι με πνεύμα συντηρητικό. Μα ίσα- ίσα γι’ αυτό οι μεταβολές που έφερε ο πόλεμος φαινόντουσαν σ’ αυτούς πιο έντονες. Κι έξω απ’ αυτό, αυτούς ίσα- ίσα δεν τραβολογούσαν από δω κι από κει, στέλνοντάς τους διαρκώς σε πολεμικές αποστολές, ρίχνοντάς τους πάνω στο λαό, ξεθεώνοντάς τους, κι ακόμα δεν ήταν αυτοί που μπήκαν πρώτοι στη δοκιμασία; Είχανε “πήξει”, θέλανε να γυρίσουνε στα σπίτια τους και κλείνανε το μάτι: “Κάντε ότι σας βολεί, φτάνει να το μπορείτε. Εμείς δεν θα σας πειράξουμε.” Ωστόσο όλα αυτά δεν ήταν ακόμα παρά συμπτώματα, βέβαια πολύ σημαντικά. Ο στρατός είναι ακόμα στρατός, δεμένος με την πειθαρχία, και τα κατευθυντήρια νήματα βρίσκονται ακόμα στα χέρια της μοναρχίας. Οι εργατικές μάζες είναι άοπλες. Οι αρχηγοί τους δεν αντιμετωπίζουν καθόλου ακόμα μιαν αποφασιστική λύση.

Εκείνη την ημέρα, στο υπουργικό συμβούλιο, η ημερήσια διάταξη περιλάμβανε ανάμεσα σ’ άλλα και το ζήτημα των ταραχών που είχαν ξεσπάσει στην πρωτεύουσα. Απεργίες ; Διαδηλώσεις; Είχανε δει κι άλλες… Όλα έχουν προβλεφτεί, διαταγές έχουν δοθεί. Και περνάνε στα άλλα θέματα της ημερήσιας διάταξης.

Μα ποιες ήταν λοιπόν οι διαταγές που δόθηκαν; Παρά που στις 23 και24 είχανε ξυλοφορτωθεί 28 αστυνομικοί- γοητευτική ακρίβεια της στατιστικής!- ο στρατηγός Χαμπάλοβ, διοικητής της στρατιωτικής περιοχής της Πετρούπολης, περιβλημένος από εξουσίες σχεδόν δικτατορικές, δεν κατέφευγε ακόμα στα τουφέκια.

Όχι βέβαια από ψυχική καλοσύνη! Μα όλα είχανε προβλεφτεί και προμελετηθεί. Οι τουφεκιές θα ‘ρχονταν στην ώρα τους.

Το μόνο απροσδόκητο στην επανάσταση ήταν η στιγμή που ξέσπασε. Γενικά, οι δύο αντίθετοι πόλοι, των επαναστατών και της κυβέρνησης προετοιμάζονταν προσεκτικά από χρόνια. Όσον αφορά τους μπολσεβίκους, ολόκληρη η δράση τους από το 1905 δεν ήταν άλλο από μια τέτοια προετοιμασία. Μα και το έργο της κυβέρνησης, στο μεγαλύτερο μέρος του, ήταν να μηχανεύεται από τα πριν πώς να συντρίψει τη δεύτερη επανάσταση που ερχότανε. Σ’ αυτό τον τομέα η δουλειά της κυβέρνησης από το φθινόπωρο του 1916 πήρε εξαιρετικά μεθοδικό χαρακτήρα. Μια επιτροπή κάτω από την προεδρία του Χαμπάλοβ είχε αποπερατώσει, στα μέσα του Γενάρη 1917, μια λεπτόλογη επεξεργασία ενός σχεδίου για το τσάκισμα της καινούργιας εξέγερσης. Η πρωτεύουσα είχε χωριστεί σε έξη τομείς που διευθυνόταν από “τοποτηρητές” της αστυνομίας και κάθε τομέας είχε χωριστεί σε τέσσερα τμήματα. Επικεφαλής όλων των ενόπλων δυνάμεων είχε τοποθετηθεί ο στρατηγός Τσεμπύκιν, ανώτατος διοικητής των εφεδρικών μονάδων της Φρουράς. Τα συντάγματα είχαν κατανεμηθεί σε διάφορα τμήματα. Σε κάθε έναν από τους έξη κύριους τομείς, αστυνομία, χωροφυλακή και στρατός είχαν συσσωματωθεί κάτω απ’ τη διοίκηση επιτελικών αξιωματικών που είχαν επιλεγεί ειδικά γι’ αυτό. Το κοζάκικο ιππικό έμενε στη διάθεση του ίδιου του Τσεμπύκιν για τις επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Η μέθοδος καταστολής είχε κανονιστεί με τον ακόλουθο τρόπο: θα κινούσαν πρώτα την αστυνομία, θα εξαπέλυαν έπειτα τους Κοζάκους με τις ναγκάικες τους. Τέλος, σε περίπτωση έσχατης ανάγκης, θα έριχναν μάχη το στρατό με τα τουφέκια του και τα πυροβόλα του. Ακριβώς αυτό το σχέδιο, διευρυμένη εφαρμογή της πείρας του 1905, μπήκε σε κίνηση το Φλεβάρη. Το κακό δε βρισκόταν στην έλλειψη προβλεπτικότητας, ούτε σε λαθεμένη σύλληψη, μα στο ανθρώπινο υλικό. Απ’ αυτό τα όπλα θα πάθαιναν εμπλοκή.

Τυπικά το σχέδιο υπολόγιζε πάνω σ’ ολόκληρη τη φρουρά που έφτανε τους 150.000 άντρες. Στην πραγματικότητα όμως προέβλεπαν να χρησιμοποιήσουν το πολύ- πολύ καμιά δεκαριά χιλιάδες άντρες. Εκτός από τους αστυνομικούς που ήταν 3.500, η πιο σταθερή ελπίδα συγκεντρωνόταν στους έφεδρους υπαξιωματικούς. Αυτό εξηγείται από την ίδια τη σύνθεση της φρουράς της Πετρούπολης εκείνη την εποχή, που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από έφεδρους (14 τάγματα εφεδρίας προσκολλημένα στα συντάγματα φρουράς που βρίσκονταν στο μέτωπο, ένα σύνταγμα πεζικού, ένα τάγμα αυτοκινήτων, μια μεραρχία θωρακισμένων, μικρές μονάδες από σκαπανείς και πυροβολητές και δυο συντάγματα Κοζάκων του Ντον). Πολύ πράγμα, πάρα πολύ. Οι τόσο πλουσιοπάροχες δυνάμεις της εφεδρείας αποτελούνταν από μια ανθρώπινη μάζα ελάχιστα εξασκημένη ή και χωρίς καθόλου εκγύμναση. Μα μήπως κι ολόκληρος ο στρατός δεν είχε την ίδια σύνθεση;

Ο Χαμπάλοβ επαναπαυόταν πάνω στο σχέδιο που είχε ο ίδιος επεξεργαστεί. Την πρώτη ημέρα, στις 23, μόνο η αστυνομία μπήκε στη γραμμή. Στις 24 βγάλανε στους δρόμους κυρίως ιππικό, μα οπλισμένο κυρίως με ναγκάικες και λόγχες. Σκέφτονταν να χρησιμοποιήσουν το πεζικό και ν’ ανοίξουν πυρ ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων. Μα τα γεγονότα δεν κάθησαν να περιμένουν.

Στις 25 η απεργία πήρε καινούργιο πλάτος. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα αγκάλιαζε 240.000 εργάτες. Καθυστερημένα στοιχεία σέρνονται πίσω από την πρωτοπορία, πολλές μικροεπιχειρήσεις σταματούν τη δουλειά, τα τραμ δεν κινούνται πια, τα εμπορικά καταστήματα μένουν κλειστά. Στο κύλισμα της μέρας σμίγουν με το κίνημα οι φοιτητές. Κατά το μεσημέρι, δεκάδες χιλιάδες τα πλήθη μαζεύονται γύρω από τον καθεδρικό ναό της Παρθένου του Κάζαν και στους γειτονικούς δρόμους. Δοκιμάζουν να οργανώσουν ανοιχτές συγκεντρώσεις, ακολουθούν συγκρούσεις με την αστυνομία. Μπροστά στον ανδριάντα του Αλεξάνδρου του ΙΙΙ, άνδρες παίρνουν το λόγο. Η έφιππη αστυνομία ανοίγει τουφεκίδι. Ένας ρήτορας πέφτει πληγωμένος. Πυροβολισμοί έρχονται από το πλήθος: ένας αστυνομικός σκοτώνεται, ένας “τοποτηρητής” της αστυνομίας τραυματίζεται, καθώς και πολλοί από τους ανθρώπους του. Ρίχνουν πάνω στους χωροφύλακες μποτίλιες, δυναμίτες, χειροβομβίδες. Ο πόλεμος έχει δώσει γερά μαθήματα σ’ αυτή την τέχνη. Οι στρατιώτες δείχνουν παθητικότητα και πολλές φορές εχθρότητα απέναντι στην αστυνομία. Επαναλαμβάνεται με συγκίνηση μέσα στο πλήθος πως όταν οι αστυνομικοί άρχισαν να ρίχνουν πάνω στο λαό δέχτηκαν τις μπαταριές των Κοζάκων: οι έφιπποι “φαραώ” (έτσι αποκαλούσαν τους αστυνομικούς) έφυγαν καλπάζοντας. Αυτό όπως φαίνεται δεν ήταν θρύλος που διαδόθηκε σκόπιμα για να δώσει κουράγιο, γιατί το ίδιο επεισόδιο, αν και με παραλλαγές, επιβεβαιώθηκε από διάφορες πλευρές.

Ο μπολσεβίκος εργάτης Καγιούροβ, ένας αληθινός ηγέτης κείνες τις μέρες, διηγείται πως οι διαδηλωτές είχαν όλοι σκορπίσει σε κάποιο σημείο, κάτω από τις ναγκάικες της έφιππης αστυνομίας, μπροστά στα μάτια ενός ουλαμού Κοζάκων. Τότε αυτός και μαζί του μερικοί άλλοι εργάτες που δεν είχαν ακολουθήσει τους φυγάδες, βγάλαν τις τραγιάσκες τους και πλησίασαν τους Κοζάκους: “Αδέλφια Κοζάκοι, ελάτε να βοηθήσετε τους εργάτες στον αγώνα τους για ειρηνικές διεκδικήσεις! Βλέπετε πως μας αντιμετωπίζουν εμάς τους πεινασμένους εργάτες, αυτοί οι φαραώ. Βοηθήστε μας!” Κείνος ο τόνος, ο θεληματικά ταπεινός, οι τραγιάσκες στο χέρι, οι σωστοί ψυχολογικοί υπολογισμοί, αμίμητη χειρονομία! Στην ιστορία όλες οι οδομαχίες και οι επαναστατικές νίκες είναι γεμάτες από τέτοιους αυτοσχεδιασμούς. “Οι Κοζάκοι αλλάξανε ο ένας με τον άλλο, λέει ο Καγιούροβ, παράξενες ματιές και δεν είχαμε προλάβει καλά- καλά ν’ απομακρυνθούμε όταν ρίχτηκαν με τα μούτρα στη σύρραξη”. Ύστερα από μερικά λεφτά, μπροστά στην είσοδο του σταθμού το πλήθος σήκωσε θριαμβευτικά στα χέρια έναν Κοζάκο που είχε σπαθίσει έναν αστυνόμο.

Οι φαραώ εξαφανίστηκαν σε λίγο, μ’ άλλα λόγια χτυπούσαν μόνο στα κρυφά. Μα ξεπροβάλανε στρατιώτες με προτεταμένη την ξιφολόγχη. Οι εργάτες τους ρωτούσαν με άγχος: “Σύντροφοι ήρθατε να βοηθήσετε την αστυνομία;”. Σε απάντηση, βαριά: “Πάρτε δρόμο!” Καινούργια απόπειρα για συζήτηση, ίδιο αποτέλεσμα. Οι στρατιώτες είναι κατσούφηδες, τους τρώει η ίδια σκέψη και δεν το αντέχουν να τους χτυπάνε εκεί που τους πονούσε περισσότερο.

Στο μεταξύ το γενικό σύνθημα είναι πως πρέπει να αφοπλιστούν οι φαραώ. Η αστυνομία είναι ο άγριος εχθρός, ο άσπονδος, ο μισητός, ο απαίσιος. Ούτε λόγος να συμφιλιωθείς μαζί της. Τους ανθρώπους της ή τους ξυλοφορτώνει κανείς ή τους σκοτώνει. Τελείως διαφορετικά είναι τα πράγματα με το στρατό. Το πλήθος φροντίζει να μη συγκρουστεί με το στρατό. Αντίθετα ζητά τα μέσα να κατακτήσει τους στρατιώτες, να τους προσελκύσει, να τους κάνει δικούς του. Παρ’ όλες τις ευνοϊκές φήμες- ίσως λίγο υπερβολικές- γύρω απ’ την διαγωγή των Κοζάκων, το πλήθος εξακολουθεί να βλέπει το ιππικό με κάποια ανησυχία. Ο καβαλάρης ορθώνεται πάνω απ’ το πλήθος, ανάμεσα στη νοοτροπία του και τη νοοτροπία του διαδηλωτή υπάρχουν τα τέσσερα πόδια του αλόγου. Ένα πρόσωπο που είσαι αναγκασμένος να το κοιτάζεις απ’ τα κάτω προς τα πάνω φαίνεται πάντα πιο σπουδαίο και πιο τρομερό. Με το πεζικό βρίσκεται κανείς ισόπεδα. Η μάζα πασκίζει να πλησιάσει το φαντάρο, να τον αντικρίσει στα μάτια , να τον αγγίξει με τη ζεστή ανάσα της. Σ’ αυτές τις συναντήσεις ανάμεσα σε στρατιώτες και εργάτες, οι εργάτριες παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Πιο θαρρετά από τους άντρες, προχωρούν προς τις γραμμές του στρατού, γαντζώνονται απ’ τα τουφέκια και σχεδόν διατάζουν: “Βγάλτε τις ξιφολόγχες, σμίξτε μαζί μας!” Οι στρατιώτες συγκινούνται, νιώθουν σα ντροπιασμένοι, κοιτάζουν ο ένας τον άλλο με αγωνία, διστάζουν ακόμα. Ένας απ’ αυτούς αποφασίζει πριν απ’ τους άλλους και οι ξιφολόγχες ανασηκώνονται σε ένδειξη μεταμέλειας πάνω απ’ τους ώμους των πολιορκητών, το φράγμα ανοίγει, ο αέρας αντηχεί χαρούμενες, ευγνώμονες ζητωκραυγές. Η επανάσταση κάνει ένα βήμα ακόμα.

Από το Γενικό Επιτελείο ο Νικόλαος είχε τηλεφωνήσει στον Χαμπάλοβ να θέσει τέρμα στις αταξίες “από της αύριον”. Η θέληση του τσάρου εναρμονιζόταν με το δεύτερο μισό από το σχέδιο του Χαμπάλοβ. Έτσι το τηλεγράφημα χρησίμευε μόνο σαν συμπληρωματική ώθηση. Από αύριο, θα πρέπει να μιλήσει ο στρατός. Η συγκατάβαση των Κοζάκων και οι ταλαντεύσεις ορισμένων κομματιών του πεζικού δεν είναι παρά επεισόδια γεμάτα υποσχέσεις, που βρίσκουν μύριους αντίλαλους στην πορεία του αγώνα. Είναι αρκετά για να τονώσουν το επαναστατικό πλήθος, μα πολύ λιγοστά για τη νίκη. Ακόμα περισσότερο όταν πρόκειται για γεγονότα με ολότελα αντίθετο χαρακτήρα. Το απόγευμα, ένας ουλαμός δραγόνων απαντώντας τάχα σε πιστολιές που προέρχονταν απ’ το πλήθος, άνοιξε πυρ για πρώτη φορά πάνω στους διαδηλωτές, μπροστά στο Γκοστίνυ Ντβορ, με αποτέλεσμα τρις νεκρούς και δέκα τραυματίες. Σοβαρή προειδοποίηση! Σύγκαιρα, ο Χαμπάλοβ απειλεί να στείλει στο μέτωπο όλους τους στρατεύσιμους εργάτες που δεν θα πιάναν δουλειά ως τις 28. Έτσι το τελεσίγραφο του στρατηγού έδινε 3 μέρες προθεσμία: έφτανε με το παραπάνω στην επανάσταση να ανατρέψει το Χαμπάλοβ και τη μοναρχία ολόκληρη. Μα αυτό θα γινόταν αντιληπτό μόνο ύστερα απ’ τη νίκη.

Ας δοκιμάσουμε να αναπαραστήσουμε πιο καθαρά την εσωτερική λογική του κινήματος. Κάτω απ’ τη σημαία της “Ημέρας της Γυναίκας” στις 23 του Φλεβάρη, ξέσπασε μια εξέγερση, ωριμασμένη από καιρό, του εργατικών μαζών της Πετρούπολης. Πρώτη φάση ήταν η απεργία που σε τρις μέρες επεκτάθηκε σε γενική. Αυτό και μόνο το γεγονός έδωσε σιγουριά στη μάζα και την έσπρωξε μπροστά. Η απεργία παίρνοντας χαρακτήρα όλο πιο επιθετικό και πιο έντονο, συνδυάστηκε με διαδηλώσεις που έφεραν αντιμέτωπα τα επαναστατικά πλήθη με το στρατό. Το πρόβλημα στο σύνολό του είχε μεταφερθεί σε ανώτερο επίπεδο όπου θα λυνόταν με την ένοπλη δύναμη. Οι πρώτες μέρες κλείσανε με επιτυχίες περισσότερο συμπτωματικές παρά πραγματικές.

Μια επαναστατική εξέγερση που παρατείνεται πολλές μέρες μπορεί να πάρει νικηφόρα εξέλιξη μόνο όταν, σκαλί- σκαλί καταγράφει καινούργιες επιτυχίες. Κάθε σταμάτημα στην πορεία των επιτυχιών είναι επικίνδυνη. Βήμα σημειωτόν σημαίνει όλεθρος. Μα και οι επιτυχίες κάθ’ αυτές δε φτάνουν, πρέπει η μάζα να τις γνωρίσει έγκαιρα και να μπορεί να τις εκτιμήσει. Μπορεί κανείς να αφήσει να του ξεφύγει μια νίκη τη στιγμή που θα έφτανε να απλώσει το χέρι του για να την πιάσει. Αυτό το έχουμε δει στην ιστορία.

Τη νύχτα της 25 με 26 σε διάφορες συνοικίες πιάστηκαν καμιά εκατοστή επαναστάτες μαχητές κι ανάμεσά τους 5 μέλη της επιτροπής των μπολσεβίκων της Πετρούπολης. Κι αυτό έδειχνε ότι η κυβέρνηση περνούσε στην επίθεση. Πώς θα ξυπνούσαν οι εργάτες μετά από το χθεσινό τουφεκίδι και τι θα έλεγε ο στρατός; Η αυγή της 26 ήταν βουτηγμένη μεσ’ στην καταχνιά της αβεβαιότητας και της αγωνίας.

Ύστερα από τη σύλληψη της επιτροπής της Πετρουπολης, η διεύθυνση των επιχειρήσεων στην πόλη περνά στην αχτίδα του Βύμποργκ. Η ανώτατη διεύθυνση του κόμματος καθυστερεί απελπιστικά. Μόνο το πρωί της 25 το γραφείο της κεντρικής επιτροπής των μπολσεβίκων αποφάσισε να βγάλει μια προκήρυξη καλώντας σε γενική πανρωσική απεργία. Τη στιγμή που έβγαινε αυτό το φύλλο στην Πετρούπολη η γενική απεργία μετατρεπόταν σε ένοπλη εξέγερση. Η διεύθυνση κοιτάζει από ψηλά, διστάζει, αργοπορεί, δηλαδή δε διευθύνει. Σέρνεται πίσω από το κίνημα.

Όσο πιο κοντά βρίσκεσαι στα εργοστάσια τόσο ανακαλύπτεις περισσότερη αποφασιστικότητα. Ωστόσο σήμερα 26 Φλεβάρη, ο συναγερμός κατακτά τις συνοικίες. Θεονήστικοι, κατάκοποι, ξεπαγιασμένοι, οι οδηγητές του Βύμποργκ κάτω από το βάρος μιας τεράστιας ιστορικής ευθύνης συναντιόνταν κρυφά έξω απ’ την πόλη, ανταλλάσσοντας τις εντυπώσεις τους, προσπαθώντας να καταστρώσουν ένα οδοιπορικό. Το οδοιπορικό μιας καινούργιας διαδήλωσης; Που θα οδηγούσε μια διαδήλωση από άοπλους αν η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να φτάσει στα άκρα; “Το μόνο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι η εξέγερση θα διαλυόταν”. Έτσι εκφράζεται ο γνωστός μας Καγιούροβ. Τόσο χαμηλά είχε πέσει το βαρόμετρο πριν από τη θύελλα.

Σε ώρες που οι δισταγμοί κυριεύουν και τους επαναστάτες που βρίσκονται πιο κοντά στη μάζα, το κίνημα έχει προχωρήσει πραγματικά, πολύ πιο πέρα από ότι φαντάζονται εκείνοι που παίρνουν μέρος σ’ αυτό. Τις παραμονές της 25, η περιοχή του Βύμποργκ βρέθηκε όλη στα χέρια των εξεγερμένων. Τα αστυνομικά τμήματα λεηλατήθηκαν, μερικοί αστυνομικοί πετσοκόφτηκαν, οι περισσότεροι κρύφτηκαν. Στις 26 αποδείχτηκε πως όχι μόνο η περιοχή του Βύμποργκ μα και το Πεσκί σχεδόν ως το Λιτέιν Προσπέκτ, βρίσκονταν στην εξουσία των επαναστατών. Έτσι τουλάχιστον παρουσίαζε την κατάσταση η αστυνομία. Με μια έννοια αυτό ήταν σωστό αν και πολύ πιθανό οι εξεγερμένοι να μην την αντιλαμβάνονταν στο σύνολό της: είναι αναμφισβήτητο ότι σε πολλές περιπτώσεις η αστυνομία παράτησε τις σφηκοφωλιές της προτού καν βρεθεί κάτω από την απειλή της εργατικής επίθεσης. Όμως η εκκένωση των βιομηχανικών περιοχών από την αστυνομία δεν μπορούσε να έχει για τους εργάτες αποφασιστική σημασία, γιατί ο στρατός δεν είχε πει την τελευταία λέξη. Η εξέγερση “θα διαλυόταν”, σκέπτονταν οι γενναίοι κι ωστόσο αυτή αναπτυσσόταν.

Η 26 του Φλεβάρη έπεφτε Κυριακή, τα εργοστάσια παρέμεναν κλειστά και γι αυτό ήταν αδύνατο να υπολογίσει κανείς απ’ το πρωί, κρίνοντας από την έκταση της απεργίας, τη δύναμη της άμπωτης των μαζών. Οι εργάτες δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν στα εργοστάσιά τους, όπως είχαν κάνει τις προηγούμενες μέρες και ήταν ακόμα πιο δύσκολο να κατέβουν σε διαδήλωση (η τσαρίνα τηλεγράφησε στον τσάρο: “Ηρεμία βασιλεύει στην πόλη”). Όμως η ησυχία δεν κρατάει πολύ. Σιγά- σιγά οι εργάτες μαζεύονται απ’ όλα τα προάστια και συγκλίνουν προς το κέντρο. Δεν τους αφήνουν να περάσουν τα γεφύρια. Γλιστράνε πάνω στον πάγο. Δε φτάνει να ρίξεις πάνω σ’ ένα πλήθος που διασχίζει έναν παγωμένο ποταμό για να το συγκρατήσεις. Παντού περίπολα, φραγμοί, αναγνωρίσεις ιππικού. Οι αρτηρίες που οδηγούν στο Νέβσκι Προσπεκτ φρουρούνται με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Κάθε τόσο πέφτουν μπαταριές από ενεδρεύοντα φυλάκια. Οι σκοτωμένοι και οι πληγωμένοι πληθαίνουν. Η αστυνομία, ύστερα από το σκληρό μάθημα που πήρε, αποφάσισε να μην εκτεθεί πια σε κίνδυνο. Ρίχνει απ’ τα παράθυρα, απ’ τα μπαλκόνια, πίσω απ’ τις κολώνες, πάνω απ’ τις σοφίτες. Λένε πως για να τρομοκρατήσουν τους διαδηλωτές, πολλοί στρατιώτες φόρεσαν στολή αστυνομικού. Ωστόσο εκείνη την ημέρα η αστυνομία τραβιέται απ’ το προσκήνιο. Είναι ο στρατός που οριστικά μπαίνει στη δράση. Οι στρατιώτες έχουν πάρει διαταγές να ρίξουν και το κάνουν ιδιαίτερα όσοι ανήκουν σε σχολές υπαξιωματικών. Κείνη την ημέρα σκοτώθηκαν σαράντα κι άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν, χωρίς να λογαριάσουμε αυτούς που το πλήθος μπόρεσε να πάρει μαζί του. Η πάλη φτάνει στην αποφασιστική της φάση. Η μάζα θα αποτραβηχτεί κάτω απ’ τις σφαίρες πίσω στα προάστια; Όχι, θέλει να κερδίσει το παιχνίδι.

Η πόλη των δημοσίων υπαλλήλων των αστών, των φιλελεύθερων είναι βυθισμένη στον τρόμο. Οι αναφορές της αστυνομίας αποδείχνουν ότι οι πυροσβεστικές αντλίες δεν αρκούν: “Στη διάρκεια των ταραχών παρατηρήθηκε μια εξαιρετικά προκλητική στάση των στασιαστών απέναντι στα στρατιωτικά αποσπάσματα, στις κλήσεις των οποίων το πλήθος απαντούσε εκσφενδονίζοντας πέτρες και κομμάτια πάγου, που αποσπούσε απ’ το λιθόστρωτο. Όταν ο στρατός πυροβολούσε στον αέρα το πλήθος απαντούσε στις ομοβροντίες με γέλια. Μόνο χτυπώντας στο ψαχνό διαλύονταν οι συναθροίσεις. Πολλοί όμως κρυβόντουσαν στις γειτονικέ αυλές και μόλις έπαυαν οι πυροβολισμοί ξανάβγαιναν στους δρόμους”. Η μάζα δεν εννοεί πια να υποχωρήσει, αντιστέκεται με αισιόδοξη μανία και κρατάει το δρόμο ακόμα κι ύστερα από τις φονικές ριπές. Το πλήθος δεν είναι μόνο εξαγριωμένο αλλά και ατρόμητο. Μ’ όλο το τουφεκίδι δεν χάνει την πίστη του στρατό.

Η πίεση πάνω των εργατών πάνω στο στρατό δυναμώνει, αντισταθμίζοντας την επίδραση των αρχών πάνω στις στρατιωτικές δυνάμεις. Η περίοδος αναμονής, που κράτησε σχεδόν τρις μέρες κι όπου η πλειονότητα της φρουράς μπορούσε να διατηρήσει μια φιλική ουδετερότητα απέναντι στους εξεγερμένους έφτανε στο τέλος της. “Βάλετε εναντίον του εχθρού!” διατάζει η μοναρχία. “Μη ρίχνετε στ’ αδέρφια και τις αδερφές σας!” φωνάζουν οι εργάτες, “ελάτε μαζί μας!”. Σ’ αυτή την πάλη, σε κείνα τα παράφορα συναπαντήματα ανάμεσα σε εργάτες και στρατιώτες, κάτω απ’ το κροτάλισμα των τουφεκιών και των πολυβόλων κρινόταν η τύχη της εξουσίας, του πολέμου και της χώρας.

Οι προβοκάτορες που ο αριθμός τους ήταν τρομακτικός, κυρίως στην Πετρούπολη, φοβούνται πιο πολύ από κάθε άλλον, τη νίκη της επανάστασης. Αυτοί κάνουν την πολιτική τους: στις συνεδριάσεις των μπολσεβίκων ο Σουρκάνοβ υποστηρίζει τα πιο επαναστατικά μέτρα, στις αναφορές του στην Οχράνα υπογραμμίζει την ανάγκη να γίνει αποφασιστική χρήση των όπλων. Οι διοικητές λέγανε πως ο στρατιώτης έχει μεθύσει απ’ την επανάσταση, του στρατιώτη αντίθετα του φαινόταν πως ξανάβρισκε τις αισθήσεις του ύστερα από το όπιο του στρατώνα. Έτσι προετοιμάστηκε η αποφασιστική ημέρα: η 27 Φλεβάρη.

Ωστόσο την προηγούμενη μέρα είχε σημειωθεί ένα γεγονός που δεν παύει να δίνει νέο χρώμα στα γεγονότα της 27 Φλεβάρη αν και επεισοδιακό: κατά το βράδυ στασίασε ο 4ος λόχος του συντάγματος Παβλόβσκι, σωματοφυλακής της αυτού μεγαλειότητας. Στην έκθεση του αστυνόμου η αιτία της ανταρσίας παρουσιάζεται με λόγια ολότελα κατηγορηματικά: “Πρόκειται για ένα κίνημα αγανάκτησης απέναντι στους δόκιμους αξιωματικούς του ίδιου συντάγματος, οι οποίοι εκτελώντας υπηρεσία στο Νέβσκι Προσπέκτ, πυροβολήσανε πάνω στο πλήθος”. Από ποιον το πληροφορήθηκε αυτό ο 4ος λόχος; Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μας τη δίνει μια μαρτυρία που διατηρήθηκε τυχαία. Κατά τις δύο το απόγευμα μια μικρή ομάδα εργάτες τρέξανε στους στρατώνες του συντάγματος Παβλόβσκι. Με ανάσα κομμένη μίλησαν για τα γεγονότα στο Νέβσκι: “Πέστε στους συντρόφους πως και οι πάβλοβτσκι έριξαν πάνω μας. Στο Νέβσκι είδαμε στρατιώτες με τις στολές σας”. Η μομφή έπεσε σαν καμτσικιά, η έκκληση ήταν φλογερή. Ο σπόρος δεν έπεσε πάνω σε πέτρα. Κατά τις έξι, ο 4ος λόχος παράτησε μόνος του τους στρατώνες κάτω από τη διοίκηση ενός υπαξιωματικού- ποιου; Το όνομά του χάθηκε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη ανά μες σε χιλιάδες άλλα ηρωικά ονόματα- και τράβηξε για το Νέβσκι να αντικαταστήσει τους δόκιμους υπαξιωματικούς του συντάγματος. Δεν ήταν στάση σκουληκιασμένου κρέατος, ήταν στάση επαναστατικής πρωτοβουλίας. Στο δρόμο ο 4ος λόχος είχε μιαν αψιμαχία μ’ ένα περίπολο έφιππης αστυνομίας, σκότωσε έναν αστυνομικό κι ένα άλογο, τραυμάτισε άλλον αστυνομικό κι άλλο άλογο. Το οδοιπορικό των παβλόβσκι μέσα στην οχλοβοή δε συνεχίστηκε. Ξαναγύρισαν στους στρατώνες τους και ξεσήκωσαν ολόκληρο το σύνταγμα. Μα τα όπλα είχαν αποκρυφτεί. Σύμφωνα με ορισμένα δεδομένα οι στασιαστές αρπάξανε ωστόσο 30 τουφέκια. Σε λίγο κυκλώθηκαν από το σύνταγμα Πρεομπραζένσκι. 19 παβλόβσκι πιάστηκαν και κλείστηκαν στο φρούριο. Οι άλλοι παραδόθηκαν. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες 21 στρατιώτες έλειψαν το βράδυ απ’ το προσκλητήριο μαζί με τα τουφέκια τους. Μονάχα η νίκη της επανάστασης μπόρεσε να τους σώσει. Σίγουρα απ’ αυτούς έμαθαν οι εργάτες τι είχε γίνει. Το ένα ύστερα από τα’ άλλο, το πρωί, πριν βγουν απ’ τους στρατώνες, τα εφεδρικά συντάγματα στασιάζανε, ακολουθώντας το παράδειγμα του 4ου λόχου.

Το ίδιο πρωί, οι εργάτες συρρέουν στα εργοστάσια και αποφασίζουν στις γενικές συνελεύσεις τους να συνεχίσουν τον αγώνα. Να συνεχίσεις τον αγώνα είναι πια σα να καλείς στην ένοπλη εξέγερση. Ωστόσο τέτοια έκκληση δε ρίχτηκε από κανένα. Την επιβάλλουνε τα γεγονότα μα δεν είναι καθόλου στην ημερήσια διάταξη του επαναστατικού κόμματος.

Μα η εξέγερση όσο κι αν κανένας δεν την έλεγε με το πραγματικό της όνομα είχε περάσει στην ημερήσια διάταξη. Η εργατική σκέψη συγκεντρωνόταν ολάκαιρη πάνω στο στρατό. Θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος; Τώρα πια δεν έφτανε η σκόρπια προπαγάνδα. Οι εργάτες του Βύμποργκ οργάνωσαν μια συγκέντρωση μπροστά στους στρατώνες του συντάγματος Μοσκόφσκι. Η επιχείρηση στάθηκε άτυχη: είναι μήπως δύσκολο σ’ έναν αξιωματικό ή σ’ έναν λοχία να πιέσει τη σκανδάλη του πολυβόλου; Οι εργάτες σκόρπισαν μπροστά στα πυκνά πυρά. Η ίδια απόπειρα έγινε μπροστά στους στρατώνες του συντάγματος εφεδρείας. Ίδιο αποτέλεσμα! Ανάμεσα στους εργάτες και τους στρατιώτες μπήκαν οι αξιωματικοί οπλισμένοι με πολυβόλα. Οι οδηγητές εργάτες εξαγριωμένοι ζητούσαν όπλα, τα ζητούσαν από το κόμμα. Τους δόθηκε η απάντηση ότι τα όπλα τα είχαν οι στρατιώτες, απ’ όπου οι εργάτες θα μπορούσαν να τα πάρουν. Οι εργάτες το ξέραν αυτό. Μα πώς να τα πάρουν; Κι αν το παιχνίδι χανόταν ολότελα σήμερα; Έτσι φτάσανε τα πράγματα στο κρίσιμο σημείο του αγώνα. Ή το πολυβόλο θα σάρωνε την εξέγερση ή η εξέγερση θα κυρίευε τα πολυβόλα.

Η κρίσιμη ώρα της επαφής ανάμεσα στην επιτιθέμενη μάζα και τους στρατιώτες που της φράζουν το δρόμο στο κρίσιμο της λεπτό, είναι όταν το φράγμα από γκρίζες χλαίνες δεν έχει ακόμα εξαρθρωθεί, όταν οι στρατιώτες κρατιούνται ακόμα πλάτη με πλάτη, μα διστάζουν κιόλας, ενώ ο αξιωματικός, επιστρατεύοντας όσο θάρρος του απομένει, διατάσει “πυρ”. Οι κραυγές του πλήθους, ουρλιαχτά τρόμου και φοβέρας, σκεπάζουν, όχι όμως κι ολότελα, τη φωνή του διοικητή. Τα τουφέκια είναι μετέωρα, το πλήθος στριμώχνεται. Τότε ο αξιωματικός γυρίζει το πιστόλι του πάνω στον πιο ύποπτο από τους στρατιώτες. Μέσα στο αποφασιστικό λεπτό, να το αποφασιστικό δευτερόλεπτο. Ο θάνατος του πιο θαρραλέου στρατιώτη προς τον οποίο στρέφονται αυτόματα οι άλλοι, η τουφεκιά πάνω στο πλήθος που μάζεψε το όπλο του νεκρού – και να που το φράγμα σφίγγει, οι τουφεκιές φεύγουν από μόνες τους σαρώνοντας το πλήθος τους δρόμους και τις αυλές. Μα πόσες φορές από το 1905 τα πράγματα δεν έγιναν διαφορετικά! Στο πιο κρίσιμο λεπτό, όταν ο αξιωματικός πάει να πιέσει τη σκανδάλη τον προλαβαίνει ένας πυροβολισμός ριγμένος από το πλήθος που έχει τους Καγιούροβ του και τους Τσουγκούριν του. Αυτό αποφασίζει όχι μόνο για την έκβαση μιας οδομαχίας μα ίσως και για το αποτέλεσμα ολόκληρης της μέρας ή ακόμα και για το αποτέλεσμα ολόκληρης της εξέγερσης.

Να οδηγήσεις τους στρατιώτες ξεκινώντας από μια επαναστατική δυσαρέσκεια βαθιά, μα όχι ακόμα φανερωμένη, σε πράξεις ανοιχτής ανταρσίας, ή τουλάχιστον στην αρχή, σε μια στασιαστική άρνηση δράσης, τέτοιο ήταν το πρόβλημα. Προς την Τρίτη μέρα της πάλης, οι στρατιώτες είχαν οριστικά χάσει κάθε δυνατότητα να κρατηθούν στις θέσεις ευμενούς ουδετερότητας απέναντι στην εξέγερση. Μόνο τυχαία έχουν φτάσει ως εμάς αποσπασματικές ενδείξεις για ότι έγινε εκείνες τις ώρες ανάμεσα στους εργάτες και τους στρατιώτες. Ξέρουμε πως την προηγούμενη μέρα οι εργάτες είχαν κάνει στους παβλόβτσκυ σφοδρά παράπονα για τη διαγωγή των δόκιμων υπαξιωματικών. Σκηνές, συζητήσεις, επιπλήξεις, εκκλήσεις αυτού του είδους γίνανε σε όλα τα σημεία της πόλης. Οι στρατιώτες δεν είχαν πια καιρό για ταλαντεύσεις. Χθες τους ανάγκασαν να ρίξουν, θα τους ανάγκαζαν και σήμερα.. Οι εργάτες δεν ενδίδουν, δεν υποχωρούν και, κάτω από τις σφαίρες, εννοούν να φτάσουν στο σκοπό τους. Πλάι τους οι εργάτριες, μητέρες και αδελφές, γυναίκες και συντρόφισσες. Κι ύστερα δεν έχει φτάσει αυτή η ώρα για την οποία μιλούσαν σιγανά στις γωνιές; “Αν κινιόντανε όλοι μαζί”; Και τη στιγμή της υπέρτατης αγωνίας, του αφόρητου δέους για το αύριο, του πνιγμένου μίσους απέναντι σ’ εκείνους που σου επιβάλλουνε το ρόλο του δήμιου, οι πρώτες κραυγές ανοιχτής ανταρσίας ορθώνονται μέσα στο στρατώνα, και μέσα σε κείνες τις φωνές που κανένας δεν μπορούσε να τις πει με το όνομά τους, όλος ο στρατώνας με ανακούφιση και ενθουσιασμό βρίσκει τον εαυτό του. Έτσι χάραζε στη γη η μέρα της ανατροπής της μοναρχίας των Ρομανόβ.

Τις πρώτες ώρες της 27, οι εργάτες τη λύση του προβλήματος της εξέγερσης άπειρα πιο μακρινή απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Πιο σωστά, πίστευαν πως βρίσκονταν ακόμα στην αρχή, ενώ το έργο τους στα εννιά δέκατα ήταν κιόλας τελειωμένο. Η επαναστατική πίεση των εργατών πάνω στους στρατώνες συμπέφτει με την επαναστατική κίνηση των στρατιωτών που βγαίνουν κιόλας στους δρόμους. Στο κύλισμα της μέρας, αυτοί οι δυο ορμητικοί χείμαρροι θα σμίξουν για να μουλιάσουν και να πάρουν μαζί τους πρώτα τη σκεπή της παλιάς οικοδομής, έπειτα τους τοίχους και αργότερα τα θεμέλια.

“Η πορεία των επαναστατικών γεγονότων ήταν τέτοια ώστε τα συνθήματά μας φτάναν αργοπορημένα. Όταν κυκλοφορούσαν οι προκηρύξεις μας μέσα στη μάζα των στρατιωτών αυτοί είχαν μπει κιόλας σε κίνηση”, δηλώνει ο Γιουρένιεβ. Εκείνες τις μέρες οι ηγέτες μένανε πίσω απ’ τη μάζα.

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,305