//
archives

Συνδιάσκεψεις ΚΣ

This tag is associated with 2 posts

Κόντρα στο ρεύμα

7η Συνδιάσκεψη Κ.Σ. – Μάρτιος 2004

 

ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ

 

 

Γιατί χρειαζόμαστε μια οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

    • Πώς τίθεται το ζήτημα

Ταξική πάλη και ταξικό ένστικτο

 

      • Ταξική συνείδηση και συσχετισμός δύναμης

 

      • Ο δογματισμός των ανανεωτών και η φιλοσοφία της “ενότητας” της αριστεράς

 

 

      • Πρέπει να ενωθεί τελικά η αριστερά; 
      • Αστική ιδεολογία, μεταρρύθμιση και επανάσταση

 

      • Ρεφορμιστική φαυλότητα

 

      • Οι διάφορες μορφές του ρεφορμισμού

 

      • Η αντίληψη του επαναστατικού κόμματος της πρωτοπορίας

 

      • Γύρω από την προβληματική της “ανασύνθεσης”

 

      • Οι δύο συν δύο εκδοχές της “ανασύνθεσης”

 

      • Για το κόμμα της επαναστατικής πρωτοπορίας σήμερα

 

      • Βασικά σημεία οριοθέτησης

 

Για μια επαναστατική παρέμβαση

 

 

Πώς τίθεται το ζήτημα

 

 Κάθε φορά που η ταξική αντιπαράθεση περνάει σε μια νέα φάση, είναι αναπόφευκτο αυτό να εκφράζεται και στο πολιτικό εποικοδόμημα, ξεκινώντας από το ίδιο το αστικό κράτος και τους (κατασταλτικούς και ιδεολογικούς) μηχανισμούς του, μέχρι και στα κόμματα και τις οργανώσεις της αντίπερα όχθης που αντιπροσωπεύουν ή εν πάση περιπτώσει υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των καταπιεσμένων.

Έχει μια σημασία αυτή η επισήμανση, γιατί οι πολιτικές ανακατατάξεις που συμβαίνουν ολοένα με εντονότερο ρυθμό σε όλο το μήκος και το πλάτος του πολιτικού εποικοδομήματος δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν διαφορετικά, παρά μόνο ως προϊόντα (ή έστω υποπροϊόντα) ενός ορισμένου κοινωνικού συσχετισμού, στο έδαφος μιας κλιμακούμενης σύγκρουσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανεξάρτητα αν αυτή εμφανίζεται στις μητροπόλεις με τη μορφή της ταξικής επίθεσης στα μεταπολεμικά κεκτημένα της εργατικής τάξης ή στην περιφέρεια με τον παροξυσμό μιας νέας ιμπεριαλιστικής σταυροφορίας, στο όνομα βεβαίως της “νέας εποχής” ή αλλιώς “νέας τάξης πραγμάτων”.

Τονίζουμε την επισήμανση αυτή και για έναν επιπλέον λόγο: Γιατί η αριστερά και δυστυχώς μ’ αυτήν ο περισσότερός της κόσμος αντιμετωπίζει το όλο πρόβλημα σαν να επρόκειτο για ένα τεχνικό ζήτημα, που αφορά τη γεωγραφική διάταξη των δυνάμεών “μας” έναντι του “ταξικού αντιπάλου”. Όσοι υιοθετούν μια τέτοια μεθοδολογία ξεχνούν ένα βασικό πράγμα. Ότι η αριστερά (δηλ. το εποικοδόμημα των καταπιεσμένων) δεν αποτελεί ένα “κλειστό σύστημα” σαφώς οριοθετιμένο από ένα άλλο επίσης “κλειστό αστικό σύστημα”, και επομένως κάθε συζήτηση που γίνεται στο “εσωτερικό” της αριστεράς γίνεται σαφώς κάτω από την εκρηκτική πίεση που εξασκεί στο στρατόπεδό μας όχι μόνο η κυρίαρχη αστική ιδεολογία αλλά και ο κυρίαρχος κατασταλτικός αστικός μηχανισμός. Δεν έχουμε καμία διάθεση να μιλήσουμε ξανά για το όλο πλέγμα της ταξικής κυριαρχίας, απλώς υπενθυμίζουμε περιληπτικότατα ορισμένα βασικά στοιχεία της μαρξιστικής μεθοδολογίας, γιατί χωρίς αυτά είναι σίγουρο ότι η σκέψη μας θα οδηγηθεί σε αδιέξοδες περιπέτειες.

Μια τέτοια περιπέτεια, κυρίαρχη σήμερα στις συζητήσεις, είναι όλη η προβληματική που αναπτύσσεται γύρω από την “ενότητα”, τη “σύγκλιση”, την “ανασύνθεση” ή όπως αλλιώς αυτή παρουσιάζεται, της αριστεράς. Ανεξάρτητα αν η “ενότητα” αυτή αφορά το σύνολο της αριστεράς στην αντιπαράθεσή της με τον “αστικό δικομματισμό”, ή μια πιο αριστερή “ενότητα” (της αριστεράς της αριστεράς) προκειμένου να αντιμετωπίσει εκτός από τον “αστικό δικομματισμό” και την “συμβιβασμένη καθεστωτική” αριστερά, σημασία έχει ότι έτσι κι αλλιώς “η ενότητα θα μας λύσει (;) το πρόβλημα”. Θα ρώταγε κανείς εύλογα. Και πιο είναι το πρόβλημα; Προφανώς αυτό της αντιπαράθεσης με τον ταξικό αντίπαλο, πρόβλημα που σύμφωνα με αυτή την αντίληψη προέρχεται από το γεγονός ότι η αριστερά είναι διασπασμένη, και γίνεται ακριβώς γι’ αυτό εύκολη λεία του αντιπάλου. Επομένως, για να το φιλοσοφήσουμε και λίγο, πρόκειται περί ενός ποσοτικού και όχι ποιοτικού ζητήματος. Αρκεί (;) η αντιπαράταξη μιας μεγάλης “ενότητας” για να αλλάξει ο συσχετισμός.

Μπαίνει όμως και ένα άλλο ερώτημα, που όλοι οι φετιχιστές της “ενότητας” ξεχνάνε να σκεφτούν. Καιγιατί η αριστερά είναι διασπασμένη; Που οφείλεται αυτό; Μήπως στους άπειρους μικροαρχηγίσκους που βρίσκονται στις γραμμές της, τους στρατηγούς χωρίς στρατό, που αρκούνται στο να ηγούνται ενός “μικρομάγαζου”, χωρίς να αναρωτιούνται για τη συνολική έκβαση της μάχης; Ή μήπως οφείλεται σε κάποιους πράκτορες, που μας έστειλε η αστική τάξη για να μας διασπάσουν; Οι δύο αυτές ερμηνείες δυστυχώς είναι οι πλέον διαδεδομένες μέσα στην αριστερά. Η πρώτη εξαντλεί το πρόβλημα σε λόγους μιας νευρικής ψυχοπάθειας που κυριαρχεί σε ορισμένους αριστερούς. Γεννιέται όμως το ερώτημα: Οι άλλοι, οι πολλοί αριστεροί που χαίρουν άκρας ψυχικής υγείας, γιατί τόσα χρόνια δεν βάζουν σε τάξη όλους αυτούς τους μικροηγετίσκους; Επιπλέον πως είναι δυνατόν ειδικά στην αριστερά να μαζεύονται τόσοι προβληματικοί μικροβοναπαρτίσκοι; Μήπως φταιει και η θεωρίας μας; Είναι αλήθεια ότι όσο “βαθαίνει” κανείς σ’ αυτή την άποψη απλώς θα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο στις σκέψεις του. Ηδεύτερη ερμηνεία των διασπάσεων είναι αυτή που ψάχνει πίσω από τις πολιτικές διαφορές τους “πράκτορες” του ταξικού εχθρού. Είναι η γνωστή αστυνομική αντίληψη της ιστορίας, που εισήγαγε ο σταλινισμός για να κλείσει μια και καλή τις διαφορές του με κάθε αριστερή αντιπολίτευση είτε στο εσωτερικό του είτε σε ολόκληρη την αριστερά.

Δεν θα αναφερθούμε στη ζημιά που προκαλούν αυτές οι δύο αντιλήψεις. Το σημαντικότερο είναι ότι όποιος τις υιοθετεί, βάζει ένα απόλυτο εμπόδιο στο να ανοίξει η συζήτηση για το ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν τη στρατηγική, τις τακτικές τις πολιτικές που ακολουθούν οι διάφορες πτέρυγες της αριστεράς. Όσοι κάνουν όχημά τους την “ενότητα” στην πραγματικότητα βάζουν το κάρο πριν από το άλογο. Κάθε συζήτηση για την ενότητα χωρίς αναφορά στην στρατηγική που υπηρετεί αυτή η ενότητα είναι κούφια λόγια και σκέτη δημαγωγία.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα της αριστεράς και των διαφορετικών ρευμάτων που την αποτελούν, όπως επίσης και το είδος της αριστεράς που πρέπει να οικοδομήσουμε σήμερα, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί στα σοβαρά ξεκομμένο από μια τοποθέτηση για την ίδια την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις τάξεις και τέλος το πώς αυτός -ο έστω και προσωρινός- συσχετισμός επηρεάζει με τη σειρά του αφενός το επίπεδο ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου και αφετέρου τον εσωτερικό συσχετισμό ανάμεσα στα διάφορα ρεύματα της αριστεράς, από το ρεφορμισμό μέχρι την επανάσταση και όλα τα ενδιάμεσά τους.

Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να μείνουμε συνεπείς σ’ αυτή τη μεθοδολογία…

 

 

Ταξική πάλη και ταξικό ένστικτο

 

Ένα από τα θεμέλια της μαρξιστικής μεθοδολογίας είναι ότι η ιστορία είναι προϊόν της πάλης των τάξεων. Η ταξική πάλη με τη σειρά της αναπτύσσεται, όχι γιατί έτσι θέλουμε, αλλά αυθόρμητα σαν αποτέλεσμα των ταξικών αντιθέσεων στα πλαίσια ενός κοινωνικού σχηματισμού. Στον καπιταλισμό η κυρίαρχη ταξική αντίθεση είναι ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Όλα αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά.

Ωστόσο μέσα από το παραπάνω σκεπτικό ξεπηδάει πολλές φορές ένα εντελώς λάθος συμπέρασμα: Ότι η ταξική συνείδηση είναι το φυσικό αποτέλεσμα της αυθόρμητης ταξικής πάλης, η οποία με τη σειρά της δεν είναι τίποτα άλλο παρά η φυσική αντίδραση στην καταπίεση που δέχεται η κυριαρχούμενη τάξη από την κυρίαρχη. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό και η επανάσταση θα είναι και αυτή με τη σειρά της μια φυσική εξέλιξη της όξυνσης της ταξικής πάλης, μέσα από την οποία οι εργάτες συνειδητοποιούν (βαθμιαία;) ότι δεν αρκεί μόνο να παλεύουν ενάντια στα αφεντικά τους στα πλαίσια του συστήματος, αλλά ότι πρέπει και να τα απαλλοτριώσουν.

Δυστυχώς η πραγματικότητα δεν λειτουργεί καθόλου έτσι. Αν πράγματι η ταξική συνείδηση ήταν το αποτέλεσμα της αυθόρμητης αγανάκτησης που εκδηλώνεται αναπόφευκτα από τους καταπιεσμένους απέναντι στην καταπίεση που δέχονται από τα αφεντικά τους, τότε θα έπρεπε το σύνολο της εργατικής τάξης να ήταν ταξικά συνειδητό. Ωστόσο δεν είναι, παρά το γεγονός της καταπίεσης που δέχεται αλλά και της κατά διαστήματα συμμετοχής του σε ταξικούς αγώνες. Αντίθετα βλέπουμε την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων να έχει μια μικροαστική πολιτική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται σε κάθε ευκαιρία: Στις εκλογές όταν ψηφίζουν τα κόμματα του κεφαλαίου και σε μια σειρά μεγάλα ή μικρά ζητήματα που υιοθετούν τις κυρίαρχες αστικές αντιλήψεις. Και τέλος στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν όχι μόνο με αδιαφορία αλλά πολλές φορές και με εχθρότητα την απεργία ενός μεμονωμένου εργατικού κλάδου (πχ. με συνείδηση “οδηγού”, όταν η πορεία βρεθεί στο δρόμο τους), αντί να την αντιμετωπίσουν με εκδηλώσεις “αυθόρμητης” ταξικής αλληλεγγύης όμως θα περίμενε ένας οπαδός της “αυθόρμητης” ταξικής συνείδησης.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ακούμε σε συζητήσεις αριστερών να αναρωτιούνται αν υπάρχει καταπίεση, αν ο καπιταλισμός μπορεί να εκτονώνει τις ταξικές διαφορές κ.α. Τα αναρωτιούνται όλα αυτά, γιατί έχουν στο μυαλό τους ακριβώς αυτό: Ότι η ταξική συνείδηση είναι το φυσικό προϊόν της καταπίεσης. Άρα αφού δεν υπάρχει ταξική συνείδηση δεν υπάρχει και τόση καταπίεση όσο νομίζουμε, και επομένως η πάλη για το σοσιαλισμό είναι μια φαντασίωση που μάλλον θα πρέπει να απαλλαγούμε απ’ αυτήν.

Είναι πράγματι αστείο να βλέπει κανείς ανθρώπους να αναποδογυρίζουν την πραγματικότητα αρκεί να μην απαλλαχτούν από ορισμένες “σκέψεις” τους, που τις θεωρούν ευαγγέλιο. Κι όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πλούσια, πολύπλοκη και αντιφατική από τις παραπάνω απλοϊκότητες που μερικοί έχουν και το θράσος να τις χρεώνουν στο μαρξισμό.

Ας ξεδιαλύνουμε κάπως τα πράγματα.

Πραγματικά η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων οδηγεί συνήθως στην όξυνση της ταξικής πάλης. Αυτό συμβαίνει γιατί κάθε επίθεση του κεφαλαίου, κάθε καταπίεση γεννάει και μια αυθόρμητη αντίδραση σε αυτούς που τη δέχονται ανεξάρτητα από το πώς την ερμηνεύουν. Πολλές φορές οι πράξεις μας είναι αποτέλεσμα περισσότερο ενός ενστίκτου παρά μιας ολοκληρωμένης συνειδητής σκέψης. Όμως η ερμηνεία έχει μια σημασία, για το που θα στραφεί αυτή η αντίδραση, τι θα ζητάει, σε ποια βάση θα οργανωθεί, τι αιτήματα θα βάλει, σε ποιους θα απευθυνθεί για να ζητήσει αλληλεγγύη, μέχρι που είναι ικανή να φτάσει. Όλα αυτά δεν γίνονται αυθόρμητα αλλά “συνειδητά”. Επομένως αν θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς σοβαροί θα πρέπει να διαχωρίσουμε το αυθόρμητο ταξικό ένστικτο που έχει μέσα του και ο τελευταίος εργάτης ακόμα κι αν είναι δεξιός και το αυθόρμητο ξέσπασμα που το συνοδεύει, από την ταξική συνείδηση και την συνειδητή πάλη που τη συνοδεύουν.

Για παράδειγμα, πολλοί εργάτες πιστεύουν ότι για την ανεργία και τα χαμηλά μεροκάματα ευθύνονται οι ξένοι, δηλαδή ένα τμήμα της εργατικής τάξης, ρίχνει την ευθύνη σε ένα άλλο. Αυτό όμως συμβαίνει γενικότερα μέσα στην εργατική τάξη. Οι ιδιωτικοί υπάλληλοι πιστεύουν ότι οι δημόσιοι παίρνουν μεγάλους μισθούς χωρίς να το αξίζουν και πιθανόν να μην έδιναν δεκάρα αν αύριο έμπαινε υπό αμφισβήτηση η μονιμότητα στο δημόσιο. Το ίδιο και οι δημόσιοι δεν δίνουν “αυθόρμητα” δεκάρα για τις εργασιακές σχέσεις των συνάδελφών τους στον ιδιωτικό τομέα ούτε καν για τους αναπληρωτές, συμβασιούχους και ωρομίσθιους που έχουν δίπλα τους, σαν να μην τους αφορά. Ένας εργαζόμενος που έχει ταξική συνείδηση θα έπρεπε στοιχειωδώς να αντιμετωπίζει με αλληλεγγύη κάθε εκδήλωση των ταξικών του αδελφών.

Λέμε λοιπόν ότι “η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων οδηγεί συνήθως στην όξυνση της ταξικής πάλης” γιατί πολλές φορές δεν γίνεται ούτε καν αυτό. Αυτό που συμβαίνει αν δούμε την εξέλιξη σε αργή ταχύτητα είναι ένας συνδυασμός της αυθόρμητης ταξικής αγανάκτησης με τις συνειδητές ταξικές δυνάμεις που δρουν μέσα στο εργατικό κίνημα και που αναλαμβάνουν το καθήκον να το οργανώσουν στην αντιπαράθεσή του με τον ταξικό αντίπαλο. Από το προϊόν αυτού του συνδυασμού εξαρτάται και η “όξυνση” της ταξικής πάλης.

Όταν ο Μαρξ μιλούσε για την εργατική τάξη σαν το επαναστατικό υποκείμενο, δεν το έκανε για να δώσει μαντικές ικανότητες στη συγκεκριμένη τάξη. Η εργατική τάξη είναι επαναστατικό υποκείμενο με την έννοια ότι είναι αναγκασμένη ανεξάρτητα από το βαθμό συνειδητοποίησής της να μπαίνει αυθόρμητα στον αγώνα. Για να είμαστε ακριβείς ο Μαρξ αναφερόταν περισσότερο στο ταξικό επαναστατικό ένστικτό, σε αυτό που μπορεί να εκδηλώσει η εργατική τάξη, παρά σε μια ολοκληρωμένη ταξική επαναστατική συνείδηση.

 

 Ταξική συνείδηση και συσχετισμός δύναμης

 

Τι είναι αυτό που εμποδίζει την εργατική τάξη να γίνει τάξη για τον εαυτό της, δηλαδή να εκδηλωθεί ως συνειδητό επαναστατικό υποκείμενο, βάζοντας ένα τέλος στην εκμετάλλευση από τα αφεντικά της τους καπιταλιστές;

Πολλοί αριστεροί πιστεύουν ότι η ταξική πάλη δυναμώνει τις γραμμές της εργατικής τάξης, κάνοντάς την να συνειδητοποιεί τα ιδιαίτερα ταξικά της συμφέροντα. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι αυτό είναι σωστόμόνο κατά τη διάρκεια του αγώνα. Από κει και πέρα ανάλογα με το αποτέλεσμα του αγώνα θα έχουμε ένα νέο προσωρινό επίπεδο ισορροπίας ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές και όχι γενικά ένα de facto προχώρημα της ταξικής συνείδησης. Αν η έκβαση της μάχης είναι θετική για την εργατική τάξη (ένα μέρος της ή και ολόκληρη) τότε αυτό θα δημιουργήσει απλώς ένα ευνοϊκότερο συσχετισμό που θα αφορά τις συνθήκες διαβίωσης και φυσικά το έδαφος για την διάδοση των επαναστατικών ιδεών. Συνολικά οι εργάτες που συμμετείχαν στον αγώνα θα δουν μέσα από την εμπειρία τους ότι μπορούν να νικήσουν αν ενωθούν και παλέψουν, και ένα μικρότερο μέρος τους το πιο πρωτοπόρο στο βαθμό που γίνει δέκτης επαναστατικών ιδεών μπορεί και να τις υιοθετήσει. Πρακτικά αυτός ο “ευνοϊκότερος συσχετισμός” μετριέται στο επίπεδο οργάνωσης της εργατικής τάξης και όχι αφηρημένα στο επίπεδο των ιδεών που υποτίθεται έχουν “βαθιά χαραγμένες” μέσα στα μυαλά τους, ο κάθε εργάτης ξεχωριστά και η εργατική τάξη στο σύνολό της. Ακούμε πολλές φορές ύστερα από μια κινητοποίηση ιδιαίτερα από τη σταλινογενή αριστερά (αλλά και την υπόλοιπη) για τις “παρακαταθήκες” που αφήνει ένας αγώνας ανεξάρτητα αν νίκησε ή έχασε. Αυτό που δεν μας λένε είναι που διάολο αποθηκεύονται αυτές οι παρακαταθήκες. Μήπως στη “συλλογική λαϊκή μνήμη”; Και που βρίσκεται αυτή; Συλλογική μνήμη μπορεί να επιβιώσει μόνο μέσα στις οργανώσεις της εργατικής τάξης, είτε αυτές είναι συνδικαλιστικές είτε πολύ περισσότερο πολιτικές. Και αυτές οι οργανώσεις σαν φορείς αυτής της μνήμης αναλαμβάνουν το ρόλο όχι μόνο να τις υπενθυμίζουν στις γιορτές, αλλά να τις μετατρέπουν και σε εργαλεία της τωρινής και της μελλοντικής σύγκρουσης με τον ταξικό αντίπαλο.

Γι’ αυτό και οι οργανώσεις των καταπιεσμένων δεν αντανακλούν απλώς την οργανωτική τους κατάσταση αλλά και το επίπεδο ταξικής συνείδησης που βρίσκεται η εργατική τάξη. Μ’ αυτή την έννοια η ταξική πάλη δεν έχει μια αυθύπαρκτη σημασία. Η σημασία της εξαρτάται από το αποτέλεσμα. Όταν το αποτέλεσμα είναι ήττα τότε θα έχουμε έναν αρνητικότερο συσχετισμό και όχι “μια νέα παρακαταθήκη” για τον κάθε καταπιεσμένο που για άλλη μια φορά είδε πόσο άδικα είναι τα αφεντικά του και η εξουσία τους. Ο κάθε καταπιεσμένος στην ήττα θα στραφεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό του χάνοντας την εμπιστοσύνη που έδειξε στο συλλογικό αγώνα, για να επιστρέψει στο κυρίαρχο αστικό ιδεολόγημα “ότι όλοι είναι μόνοι τους, ότι κανείς δεν θα τους βοηθήσει, ότι δεν έχει νόημα να ασχολούνται με τους διπλανούς τους γιατί και αυτοί είναι αντίπαλοί τους” κ.ο.κ.

Επομένως κάθε ήττα φέρνει έναν αρνητικότερο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων η οποία για την ακρίβεια εκφράζεται στην έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνουν οι καταπιεσμένοι στις οργανώσεις τους. Αυτό συμβαίνει σε γενικές γραμμές, σαν ένας μέσος όρος συμπεριφοράς. Από κει και πέρα εμφανίζεται μια ορισμένη απόκλιση από το μέσο όρο, σχηματίζοντας αν το εκφράζαμε στατιστικά μια κατανομή συχνοτήτων. Σε μια τέτοια κατανομή το μεγαλύτερο τμήμα, στην περίπτωση της υποχώρησης και ανεξάρτητα από τον ποιος ευθύνεται για την ήττα, θα έγερνε σε συντηρητικότερες απόψεις, αναζητώντας μια περίοδο προσωπικής ηρεμίας προκειμένου να επιλύσει τα άμεσα προβλήματα της επιβίωσης δεδομένου ότι η ταξική πάλη μάλλον τα περιέπλεξε αντί να τα επιλύσει. Όχι ότι αυτό συνέβη στα αλήθεια, απλώς έτσι το ερμηνεύει, ο κάθε καταπιεσμένος όταν μείνει μόνος του παρέα με τις ερμηνείες που του σερβίρει η “ανεξάρτητη” αστική προπαγάνδα. Βεβαίως ένα μειοψηφικό τμήμα των καταπιεσμένων θα βγάλει τα σωστά μαθήματα, αλλά και αυτό δεν φτάνει. Θα πρέπει να υπάρχει και διάθεση για τη συνέχεια.

Αυτός είναι και ο λόγος που εξηγεί γιατί ύστερα από μια ήττα που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην συμβιβαστική ρεφορμιστική ηγεσία του κινήματος, η βάση των καταπιεσμένων αντί να συνειδητοποιεί την αναγκαιότητα μιας νέας επαναστατικής ηγεσίας, όπως θα ήθελαν οι μπολσεβίκοι, ή έστω να συνειδητοποιεί ότι πρέπει “να πάρει τον αγώνα στα χέρια της χωρίς διαμεσολαβητές” όπως θα ήθελαν οι διάφοροι αναρχοσυμβουλιακοί μας, κάνει το εντελώς αντίθετο. Τρέχει στην αγκαλιά, τη σιγουριά και την ηρεμία των αστικών ιδεολογημάτων.

Αυτό δεν συμβαίνει βεβαίως μόνο όταν στην ηγεσία βρίσκονται οι ρεφορμιστές. Η ιστορία του εκφυλισμού της ρώσικης επανάστασης, μας δείχνει ακριβώς την ίδια συμπεριφορά, παρά το γεγονός ότι η ηγεσία εδώ είναι επαναστατική. Η επανάσταση ηττήθηκε σε όλη την Ευρώπη από το 1918 ως το 1923. Αυτό σε συνδυασμό με την στρατιωτική επίθεση που δέχτηκε η Σοβιετική Ένωση από τον ιμπεριαλισμό και με την εκδήλωση της εσωτερικής αστικής αντεπανάστασης οδήγησε σε μια απίστευτη καταστροφή που μετριέται σε εκατομμύρια νεκρούς και σε μια εξίσου τεράστια καταστροφή του παραγωγικού εξοπλισμού αυτής της χώρας. Η επαναστατική πρωτοπορία στο μεγαλύτερό της μέρος εξοντώθηκε αφού βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης. Ακόμα και όσοι δεν εξοντώθηκαν είχαν κουραστεί τόσο, που επιζητούσαν μια περίοδο ηρεμίας. Αυτή την ηρεμία υποσχέθηκε η σταλινική πτέρυγα των μπολσεβίκων εκφράζοντας, όχι φυσικά τις επαναστατικές, αλλά τις συντηρητικές διαθέσεις της “πλατιάς πλειοψηφίας” του ρώσικου λαού, για να καταλήξει στη συνειδητή υπεράσπιση των ιδιαίτερων συμφερόντων της σοβιετικής γραφειοκρατίας.

Από την άλλη μεριά όταν η εργατική τάξη πετυχαίνει νίκες το σκηνικό γίνεται εντελώς διαφορετικό. Η ρώσικη επανάσταση του 1917 συνοδεύτηκε από ένα κύμα επαναστάσεων σε όλη την Ευρώπη. Ενώ μέχρι τότε οι επαναστατικές ιδέες ήταν στο περιθώριο του εργατικού κινήματος “ξαφνικά” βρέθηκαν να διεκδικούν την ηγεμονία από την πατριωτική σοσιαλδημοκρατία. Αν το προλεταριάτο δεν είχε καταλάβει την εξουσία θα ήταν πολύ αμφίβολο αν θα είχε δημιουργηθεί ποτέ η 3η Διεθνής και τα ΚΚ. Ακριβώς αυτά τα επαναστατικά γεγονότα είναι το προαπαιτούμενο για την ανασυγκρότηση του προλεταριάτου, για την ανανέωση των δυνάμεών του, για μια νέα αντεπίθεση. Σ’ αυτή την περίπτωση η “ενότητα” και η “ανασύνθεση” των δυνάμεών του γίνεται κάτω από την ηγεμονία των επαναστατικών ιδεών, γεγονός που θα συνοδεύεται από μια πολυδιάσπαση των κυρίαρχων ρεφορμιστικών δυνάμεων που μέχρι τότε ηγεμονεύουν μέσα στο εργατικό κίνημα.

Αν συσχετίσει λοιπόν κανείς, στην ιστορική τους κίνηση, τα γεγονότα της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο με την κατάσταση των οργανώσεων και των ρευμάτων του εργατικού κινήματος, σίγουρα θα έχει κάνει μια πολύ καλή αρχή, όχι μόνο για να εξηγήσει το παρελθόν αλλά για να βάλει τις σωστές προτεραιότητες για το παρόν και το μέλλον, από τη σκοπιά πάντα της επανάστασης και της κομμουνιστικής προοπτικής.

Ο δογματισμός των ανανεωτών και η φιλοσοφία της “ενότητας” της αριστεράς

Ένα μεγάλο τμήμα της αριστεράς που σύμφωνα με τη γνώμη τους “προέρχονται από διαφορετικούς χώρους της δημοκρατικής, ανανεωτικής, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής αριστεράς”, εμφανίζεται σήμερα με μια αντίληψη που λίγο πολύ θεωρεί ότι η αριστερά μπορεί να ξεπεράσει τις ιστορικές της διαφορές και να ανασυγκροτηθεί σε μια νέα ενότητα. Μιλάμε για τις δυνάμεις που δραστηριοποιούνται γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και για όσους ενώ δεν συμμετέχουν στη συγκεκριμένη προσπάθεια ωστόσο θεωρούν ότι παρά τα προβλήματά της είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Να πως μιλάνε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές για το εγχείρημά τους. “Η πλούσια εμπειρία… μας πείθει πως αριστερές δυνάμεις με διαφορετικές καταβολές, ιδεολογικές και πολιτικές διαδρομές, ευαισθησίες και εμπειρίες μπορούν να δράσουν συμπληρωματικά, συνθετικά, να διαμορφώσουν κοινούς στόχους, να συγκλίνουν σε κοινούς βηματισμούς, να αναζητήσουν από κοινού απαντήσεις στα νέα προβλήματα, να δημιουργήσουν δυναμική”. (Από τη Διακήρυξη της Πρωτοβουλίας για τη Συσπείρωση της Αριστεράς)

Πριν να ασχοληθούμε με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία έχει σημασία να πούμε ότι αυτή η συζήτηση γύρω από την “ενότητα” της αριστεράς, είναι κεντρική στον κόσμο της αριστεράς και ευρύτερα στο κομμάτι εκείνο της εργατικής τάξης και της νεολαίας που ψάχνει εργαλεία που θα τον βοηθήσουν να παλέψει. Παράλληλα στα μυαλά αυτών των ανθρώπων κυριαρχεί και μια επιπλέον αντίληψη. Ότι η αριστερά πρέπει να ξεπεράσει τις εμφύλιες διαμάχες του παρελθόντος και ενωμένη να αντιμετωπίσει τα “πραγματικά σημερινά” προβλήματα. Πάνω ακριβώς σ’ αυτή τη διάθεση πατάνε και όσοι πλειοδοτούν σήμερα στο όνομα της “ενότητας”. Κατά τη γνώμη μας είτε αυτή η διάθεση προέρχεται αυθόρμητα “από τα κάτω”, είτε μεθοδεύεται και οργανώνεται συνειδητά “από τα πάνω” δεν εκφράζει τίποτα περισσότερο από ένα είδος πανικού και σύγχυσης που επικρατεί τόσο στα κάθε είδους αριστερά επιτελεία όσο δυστυχώς και στην ευρύτερη αριστερή βάση. Εξηγούμαστε αμέσως.

Το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει κανείς, είτε υποστηρίζει μια τέτοια προοπτική είτε την αντιμετωπίζει αρνητικά είναι τι ακριβώς αντανακλούν αυτές οι “διαφορετικές αριστερές δυνάμεις”. Αν δεν κάνουμε λάθος κάθε οργανωμένο σύνολο ανθρώπων συσπειρώνεται γύρω από ορισμένες ιδέες και όχι γενικά γύρω από κάποιους ανθρώπους ή κάποιες “γκρούπες”. Τα ιστορικά ρεύματα της αριστεράς δεν συγκροτήθηκαν κάποτε από κάποιους περίεργους στη βάση της ερμηνείας των “αγίων γραπτών” του αγίου Μαρξ, όπως νομίζουν αρκετοί. Το λέμε αυτό γιατί σε πολύ κόσμο υπάρχει μια τάση να συγκρίνουν το μαρξισμό με το χριστιανισμό και τις μαρξιστικές οργανώσεις με τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Δεν μπορεί να υπάρχει κανένα κοινό σημείο στις δύο αυτές περιπτώσεις, παρόλο που κάποιοι το αντιλαμβάνονται έτσι. Ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα ούτε διεκδικεί για τον εαυτό του την απόλυτη αλήθεια. Είναι μια ζωντανή και σε κίνηση κοσμοαντίληψη που ξεκινάει από τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, δίνοντας σε αυτές μια επιστημονική ερμηνεία πάνω στην μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού, για να καταλήξει σε ορισμένα και πάντα υπό κριτική συμπεράσματα, όσον αφορά τη σύγχρονη ταξική πάλη που αναπτύσσεται στο έδαφος μιας υπαρκτής ταξικής κοινωνίας και που στην κλιμάκωσή της και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να καταλήξει στην σοσιαλιστική προλεταριακή επανάσταση. Η επαναστατική σοσιαλιστική θεωρία όπως είναι γνωστό δεν τελείωσε με τον Μαρξ, ούτε καν οι ρίζες του βρίσκονται σ’ αυτόν. Αναπτύχθηκε παράλληλα με την ανάπτυξη τόσο της ταξικής πάλης όσο και του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Μέσα σ’ αυτή τη διαδρομή διαμορφώθηκαν οι ιστορικές τάσεις του εργατικού κινήματος (αν κανείς θεωρεί ότι συζητάμε γι’ αυτό και όχι για τον Ολυμπιακό). Βεβαίως δίπλα από κάθε ζωντανό οργανισμό αναπτύσσονται και διάφορα παράσιτα, αλλά γι’ αυτό σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται ο οργανισμός.

Η “ανανεωτική, αδογμάτιστη” αριστερά πιστεύει ότι η ύπαρξη διαφορετικών οργανώσεων στην αριστερά οφείλεται εν πολλοίς στο δογματισμό τους. Αν πράγματι είναι έτσι, τότε και η “ανανεωτική” αριστερά δεν βρίσκουμε το λόγο να εξαιρεθεί από αυτό τον κανόνα. Ο δογματισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια θεολογική κατανόηση της σοσιαλιστικής προοπτικής, σαν μια ιδεατή κοινωνία που πρέπει να έχει κάποια ορισμένα χαρακτηριστικά. Για τους μεν αυτά και τους δε τα άλλα. Ας δούμε πως προσεγγίζει το όλο ζήτημα η κατά τα άλλα “αδογμάτιστη” αριστερά. Ακούμε πολλές φορές να μιλάει, για την ανάγκη ενός “νέου σοσιαλιστικού μοντέλου”, που θα υπερβαίνει τις παλιές (σταλινικές;) λογικές, που θα γίνει ελκτικό στον κόσμο κλπ. κλπ. Στην πραγματικότητα αυτή καθ’ αυτή η αναφορά σε “σοσιαλιστικά μοντέλα” αποδεικνύει τον απόλυτο δογματισμό όσων τα επικαλούνται. Λες και πρόκειται για αντιπαράθεση μοντέλων. Το “συγκεντρωτικό” μοντέλο, το “συμμετοχικό” μοντέλο, το “δημοκρατικό”, το “αυτοδιαχειριστικό” και πάει λέγοντας. Τα είδαμε κι αυτά (στη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία). Όλοι αυτοί αντιμετωπίζουν το σοσιαλισμό σαν μια “έμπνευση” και όχι σαν μια εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική παρακμή. Ψάχνουν να βρουν το πραγματικό νόημα του σοσιαλισμού, όπως κάποιοι άλλοι στο Άγιο Όρος και τα άλλα μοναστήρια ψάχνουν να βρουν το πραγματικό νόημα του Χριστιανισμού. Αυτός είναι ο δογματισμός. Ο Μαρξ, ο Ενγκελς, ο Λένιν, ο Τρότσκυ και τόσοι άλλοι μαχητές της επανάστασης πουθενά δεν έγραψαν ένα ευαγγέλιο τσελεμεντέ που θα περιγράφει το μελλοντικό σοσιαλισμό. Άφησαν αυτό το “έργο” για τους τσαρλατάνους μελλοντολόγους της σοσιαλιστικής αστρολογίας. Όποιος έχει διαβάσει έστω και μια μπροσούρα από τους “αγίους” του μαρξισμού μπορεί να διαπιστώσει ότι τα γραπτά αυτά δεν έχουν καμία σχέση με κανέναν κόσμο πέρα από αυτόν που ζούμε σήμερα. Το κυρίαρχο για τους μαχητές του σοσιαλισμού ήταν το πώς θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Κάθε προσέγγιση της “νέας κοινωνίας” έγινε μέσα από αυτό το πρίσμα και πάντα σε συνάρτηση με τον πραγματικό αγώνα της εποχής τους. Γι’ αυτό και σε εκατοντάδες βιβλία του επαναστατικού σοσιαλισμού δεν θα βρει κανείς τίποτα περισσότερο για το σοσιαλισμό παρά ορισμένα στοιχειώδη για το μεταεπαναστατικό καθεστώς της εξουσίας της εργατικής τάξης, θέσεις που προέρχονται, όχι από την θεία επιφοίτηση που δέχτηκε ο Μαρξ, ο Λένιν ή ο Τρότσκυ αλλά, από την ενεργό τους συμμετοχή αυτών και των οργανώσεων του επαναστατικού προλεταριάτου στους πραγματικούς προλεταριακούς αγώνες για την ανατροπή του καπιταλισμού στη σύγχρονη ιστορία της ταξική πάλης. Από τότε δηλαδή που η εργατική τάξη κοινωνικά και πολιτικά χωρίστηκε από την ενιαία Τρίτη τάξη, σπάζοντας με τον αστικό ριζοσπαστισμό (μέσα 19ου).

Φαίνεται όμως ότι οι υπέρμαχοι της “ανανέωσης” και της “ενότητας” αντιμετωπίζουν όχι μόνο τα “διαφορετικά ιστορικά ρεύματα” αλλά και το ίδιο το εργατικό κίνημα με τον ίδιο απαξιωτικό τρόπο που αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους. Ενώ με τόση ευκολία μας λένε ότι προέρχονται από “διαφορετικές καταβολές και ιστορικές διαδρομές” δεν μπαίνουν καν στον κόπο, όχι να περιγράψουν την ιστορία τους αλλά να μιλήσουν τουλάχιστον για το αν αυτές οι καταβολές είχαν κάποια αξία κάποτε και γιατί δεν έχουν σήμερα. Τι ακριβώς άλλαξε που ακυρώνει την προηγούμενη πορεία τους. Σε όλα αυτά τα ερωτήματα θα υποχρεωθούν να απαντήσουν όσοι επιχειρούν σήμερα να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό χάρτη στην αριστερά, όχι γιατί το λέμε εμείς αλλά γιατί θα τους το επιβάλει η κατά τα άλλα σκληρή πραγματικότητα.

 

 

Πρέπει να ενωθεί τελικά η αριστερά;

 

Το ερώτημα αυτό για να τεθεί με την ελάχιστη σοβαρότητα σημαίνει πολύ απλά: Μπορεί και πρέπει να ενωθεί ο ρεφορμισμός και η επανάσταση; Εννοούμε οι αντιλήψεις και όχι κατ’ ανάγκη οι ομώνυμες οργανώσεις.

Με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο λέμε: Όχι! Η αριστερά ούτε πρέπει, αλλά ούτε και μπορεί να ενωθεί.

Δεν πρέπει γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε την εξαφάνιση της επαναστατικής της πτέρυγας, της μειοψηφίας εκείνης που συγκροτείται πάνω στην μεθοδολογία του επαναστατικού μαρξισμού και στην ουσία ότι η ταξική πάλη οδηγεί όχι αφηρημένα αλλά συγκεκριμένα, κάθε φορά, σε μια αποφασιστική αναμέτρηση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Η πιθανότητα τέτοιων αναμετρήσεων έχει τελείωσε το 1917, αλλά σαν τάση διατηρεί την επικαιρότητά της σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό μέχρι σήμερα. Τα γεγονότα της Αργεντινής, της Βολιβίας, η ηρωϊκή αντίσταση στο Ιράκ και την Παλαιστίνη αλλά και σε άλλες γωνιές του πλανήτη αποδεικνύουν ακριβώς του λόγου το αληθές. Αυτό που λείπει από την ταξική πάλη δεν είναι τα επαναστατικά γεγονότα, δεν είναι η δυνατότητα του καπιταλισμού να εκτονώνει τις κρίσεις του (κάθε άλλο), είναι η έλλειψη επαναστατικών ηγεσιών, η αδυναμία της επαναστατικής πτέρυγας του προλεταριάτου να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν. Μια αδυναμία ποσοτική και ποιοτική που οφείλεται στον αρνητικό ταξικό συσχετισμό που έχει επιβάλει η αστική ιμπεριαλιστική αντεπανάσταση και ο οποίος παίρνει διαφορετικές μορφές κάθε φορά, διαμορφώνοντας με τη σειρά του έναν αρνητικό συσχετισμό στο εσωτερικό του εργατικού στρατοπέδου, στο οποίο κυριαρχούν οι ρεφορμιστικές ιδέες και δυνάμεις. Γι’ αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω.

Όμως η αριστερά δεν μπορεί επίσης να ενωθεί, ακόμα κι αν αυτοί που εκπροσωπούν την επαναστατική της πτέρυγα σήμερα, σαν φυσικά πρόσωπα μαζί και οι οργανώσεις τους, αυτοκαταργηθούν μέσα σε μια μεγάλη ενιαία αριστερά. Γιατί τα διαφορετικά πολιτικά ρεύματα μέσα στην εργατική τάξη δεν είναι δημιούργημα, όμως τονίσαμε και προ ολίγου, κάποιων προσωπικών εγκεφαλικών επιλογών. Ούτε μόνο αντανακλούν τα διαφορετικά επίπεδα ταξικής συνείδησης, που χτίστηκαν μέσα στην κάψα μιας διαδρομής 150 χρόνων ταξικής πάλης. Σε τελευταία ανάλυση είναι και κάτι ακόμα: αντανακλούν διαφορετικά συμφέροντα των στρωμάτων που αποτελούν την εργατική τάξη. Μιλάμε για τις οριζόντιες διαστρωματώσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, για τα στρώματα εκείνα της “εργατικής αριστοκρατίας” που αναπτύσσουν ιδιαίτερες σχέσεις με την αστική τάξη, όχι μόνο ιδεολογικές αλλά και υλικές: Καλοί μισθοί, μονιμότητα, καλύτερες εργασιακές σχέσεις, διάφορες απολαβές κλπ. Αυτά τα στρώματα ιδιαίτερα των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων αποτέλεσαν παραδοσιακά την κοινωνική βάση του ρεφορμισμού και διαμέσου αυτού ένα κοινωνικό στήριγμα για το αστικό καθεστώς. Θα ήταν κανείς αφελής να πιστεύει ότι αυτά τα στρώματα θα μπορούσαν να συγκινηθούν από την ιστορική προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με τον ίδιο τρόπο θα είναι κανείς αφελής να πιστεύει ότι μπορεί να παντρέψει τα συμφέροντα (άμεσα και ιστορικά) των πλέον καταπιεσμένων τμημάτων της εργατικής τάξης με αυτά της εργατικής “αριστοκρατίας” και διαμέσω αυτής με το κεφάλαιο. Ανεξάρτητα λοιπόν από την ελαστική συμπεριφορά των διάφορων φυσικών πρόσωπων και των οργανωμένων γύρω απ’ αυτά παρεών τους, που χτες υπηρετούσαν τον έναν σκοπό και σήμερα τον άλλο, οι κοινωνικές τάξεις αναπτύσσουν μακροχρόνια μια ανελαστική συμπεριφορά, γεγονός που αντανακλάται στις πολιτικές ιδέες και οργανισμούς που με τη σειρά τους αναπτύσσονται εξαιτίας της ουσίας της πάλης των τάξεων που εξ ορισμού οδηγεί σε μια “βίαιη” αναμέτρηση και όχι στην ειρήνευσή της.

Έτσι κάποτε η 1η Διεθνής ήταν επαναστατική στο βαθμό που ανταποκρινόταν στην ιστορική απαίτηση της εποχής να σπάσει πολιτικά η εργατική τάξη από την μήτρα του αστικού ριζοσπαστισμού, διεκδικώντας την πολιτική της ταξική ανεξαρτησία. Ωστόσο σε ένα ορισμένο σημείο της διαδρομής της, κατέρρευσε μπροστά στην αδυναμία της να απαλλαχθεί από τις αυταπάτες του αναρχοουτοπικού σοσιαλισμού που ήθελε να ξαναγυρίσει το εργατικό κίνημα πίσω στην αγκαλιά της μάνας του. Με τον ίδιο τρόπο η 2η Διεθνής ήταν η επαναστατική συνέχεια σε μια ανώτερη οργανωτική στάθμη της ανεξάρτητης πολιτικής δράσης μέσα από κόμματα με σαφή αναφορά και συγκρότηση μέσα στην εργατική τάξη. Όμως η οικοδόμησή της μέσα σε μια περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού και επομένως “ειρηνικής” ταξικής πάλης την οδήγησε σε έναν εκφυλισμό που εμφανίστηκε με έναν σχεδόν καθολικό τρόπο τις παραμονές του 1ου παγκόσμιου πολέμου, όταν υποτάχθηκε στα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων υποστηρίζοντας ανοικτά την αστική πατρίδα. Η 3η Διεθνής, που γεννήθηκε από μια μειοψηφία επαναστατών διεθνιστών που δρούσαν στην 2η, και μέσα στον επαναστατικό ενθουσιασμό που προκάλεσε η νίκη του Οκτώβρη, ήρθε για να συνεχίσει σε μια ανώτερη κλίμακα την επαναστατική πορεία της εργατικής τάξης, με ακόμα πιο ξεκάθαρες ιδέες γύρω από το ρόλο του κράτους και της δικτατορίας του προλεταριάτου, το κομβικό ρόλο του επαναστατικού κόμματος της πρωτοπορίας σε υπέρβαση με το μαζικό εργατικό κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας και με μια ακόμα πιο σαφή ερμηνεία των αντιθέσεων που αναπτύσσονται στην ιμπεριαλιστική εποχή και τα καθήκοντα που αναλογούν στους επαναστάτες. Τέλος η 4η Διεθνής δεν ήταν μόνο η απάντηση στον γραφειοκρατικό εκφυλισμό της σοβιετικής εξουσίας. Δεν ήταν απλώς η υπεράσπιση της επαναστατικής παράδοσης της 3η Διεθνούς των 4 πρώτων Συνεδρίων. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Η αποκρυστάλλωση των επαναστατικών και αντεπαναστατικών εμπειριών του μεσοπολέμου, της Γερμανίας, της Κίνας, της Γαλλίας και της Ισπανίας. Τον ίδιο τον εκφυλισμό της ρώσικης ο Τρότσκυ τον συσχέτιζε, δίνοντας εξετάσεις στη διαλεκτική, με τα γεγονότα της ταξικής πάλης παγκόσμια, τονίζοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η μοναδική θετική εγγύηση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού χωρίς γραφειοκρατικές παραμορφώσεις είναι η νίκη της παγκόσμιας επανάστασης. Μ’ αυτόν τον τρόπο σύνδεε το γραφειοκρατικό φαινόμενο με τα πρόσωπα που τον εκφράσανε και επίσης με τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ. Είναι εκπληκτικό σήμερα το πώς όλοι αυτοί οι ανανεωτές που δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα για τα “ιστορικά ρεύματα του παρελθόντος”, με τα μεθοδολογικά εργαλεία που γνώρισαν στη θητεία τους στις σταλινικές και τις ευρωσταλινικές σχολές, αντιμετωπίζουν τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό σαν μια εσωτερική αντιπαράθεση μηχανισμών, προσώπων (Στάλιν-Τρότσκυ) και κοινωνικών στρωμάτων. Λες και ο σοσιαλισμός είναι ένα “κλειστό σύστημα” ανεπηρέαστο από το γενικό συσχετισμό των δυνάμεων. Έτσι ακριβώς όμως τον αντιμετώπιζε ο σταλινισμός σαν “κλειστό σύστημα”, καταλήγοντας στην ουτοπία της οικοδόμησης του “σοσιαλισμού σε μια χώρα”. Δεν είναι τυχαίο που όλοι αυτοί σήμερα αδυνατούν να καταλάβουν την ουσία της αντιπαράθεσης εκείνης της εποχής και πως συνδέεται με τα σημερινά στρατηγικά αδιέξοδα της αριστεράς.

Ακριβώς με την ίδια ιδεολογική και μεθοδολογική ελαφρότητα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αριστεράς σήμερα. Τα διαφορετικά πολιτικά ρεύματα, ο ρεφορμισμός και η επανάσταση, αντιμετωπίζονται σαν αυτόνομα επεισόδια που αφορούν αποκλειστικά ορισμένες συγκυριακές αντιπαραθέσεις, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διαρκή αντιπαράθεση που διαπερνά ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του σύγχρονου εργατικού κινήματος. Ο ρεφορμισμός στη μεθοδολογία του χάνει ή θα λέγαμε καλύτερα του αρέσει να χάνει την ιστορική συνέχεια. Γιατί έτσι μπορεί να σβήνει τις προδοσίες του παρελθόντος ή να τις υποβαθμίζει μιλώντας απλώς για συγκυριακά “λάθη”, που η απλή αναφορά σε μια αόριστη πίστη στο σοσιαλισμό είναι αρκετή για να δώσει μια άφεση αμαρτιών. Για τον επαναστατικό μαρξισμό η ταξική πάλη έχει μια συνέχεια και πάνω ακριβώς σ’ αυτή τη συνέχεια αναπτύσσεται τόσο η επαναστατική θεωρία όσο και η επαναστατική πράξη. Γι’ αυτό και το ιστορικό παρελθόν δεν έχει απλώς μια μουσειακή αξία, αλλά αποτελεί την πολύτιμη και αναγκαία εμπειρία για να αντιμετωπίσουμε για να απαντήσουμε στις σύγχρονες προκλήσεις.

 

Αστική ιδεολογία, μεταρρύθμιση και επανάσταση

Έχει σημασία ακόμα κι αν γίνεται κουραστικό να επιμείνουμε στις αιτίες της ρεφορμιστικής ηγεμονίας μέσα στο εν δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο την εργατική τάξη.

Πολλοί επαναστάτες πιστεύουν ότι ο ρεφορμισμός αποτελεί ένα εμπόδιο στο δρόμο του προλεταριάτου προς την απελευθέρωσή του, με την έννοια ότι λειτουργεί σαν ιμάντας μεταβίβασης της αστικής ιδεολογίας στο εσωτερικό του. Η οπτική αυτή δεν είναι απόλυτα σωστή. Ο ρεφορμισμός πράγματι είναι ένα απόλυτο εμπόδιο στην κλίμακα της ιστορικής εποχής, μιας εποχής δηλαδή πολέμων και επαναστάσεων. Ωστόσο η επανάσταση δεν είναι παντού και πάντα στην ημερήσια διάταξη. Η εργατική τάξη δεν είναι ότι παλεύει για την επανάσταση και απλώς η ρεφορμιστική της ηγεσία την προδίδει την τελευταία στιγμή. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό αυτό σχήμα. Η επανάσταση έρχεται στην άμεση επικαιρότητα με έναν ανισόμετρο και συνδυασμένο τρόπο. Σήμερα εδώ αύριο αλλού. Δεν αρκούν κάποιες γενικές αντικειμενικές συνθήκες για να πούμε ότι η επανάσταση είναι στη “γωνία”. Υπάρχουν περίοδοι, που ο καπιταλισμός διατηρεί μια ισορροπία, ανάμεσα στις κυκλικές κρίσεις που διασχίζει. Συνήθως μάλιστα οι επαναστατικές καταστάσεις διαρκούν ελάχιστο χρόνο σε σχέση με τις μη επαναστατικές. Μια μόνο ματιά στον 20ο αιώνα δείχνει ότι οι επαναστατικές, οι αντεπαναστατικές και οι ενδιάμεσες καταστάσεις διαδέχονται η μια την άλλη με αστραπιαία ταχύτητα. Στον μεταπολεμικό τροτσκισμό υπήρχαν τάσεις που εξιδανίκευαν την μια ή την άλλη περίοδο, για να κατασκευάσουν ή ακόμα και να δικαιολογήσουν τις πολιτικοργανωτικές τους επιλογές. Ο χαρακτήρας της επαναστατικής εποχής συνίσταται στο ιστορικό μπλοκάρισμα των παραγωγικών δυνάμεων, στο γεγονός δηλαδή ότι το ιμπεριαλιστικό σύστημα, έχει κλείσει τον προοδευτικό του ιστορικό κύκλο. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να διατηρείται στην εξουσία, καταστρέφοντας και ξανακαταστρέφοντας τις παραγωγικές δυνάμεις για να εξασφαλίσει στο ενδιάμεσο περιόδους μιας σχετικής ανάκαμψης. Δεν υπάρχει δηλαδή ένα τελικό ιστορικό όριο, που θα πρέπει να ποντάρουμε. Ο επαναστατικός μαρξισμός δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με την ακατάσχετη καταστροφολογία που οδηγεί τελικά σε μια μοιρολατρική αντιμετώπιση της καθημερινής ταξικής πάλης. Εξάλλου δεν θα περιμένουμε να καταστραφούν τα πάντα για να αλλάξει η κοινωνία. Ίσως τότε η βαρβαρότητα να είναι πιθανότερη από το σοσιαλισμό.

Η ρεφορμιστική ηγεμονία στο εργατικό κίνημα δεν βασίζεται ούτε σε παρεξήγηση ούτε σε απάτη. Η εργατική τάξη δεν ακολουθεί μόνο από πλάνη το ρεφορμισμό. Σε ένα μεγάλο βαθμό ο ρεφορμισμός αντιπροσωπεύει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες που κυριαρχούν στην εργατική τάξη ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρός είναι ο εκάστοτε ρεφορμιστικός μηχανισμός. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μηχανισμοί δεν επιδρούν πάνω στη συνείδηση των ανθρώπων, ωστόσο δεν μπορούν να υπερβούν πάνω από ένα όριο αυτή τη συνείδηση, είτε προς μια επαναστατική είτε προς μια ρεφορμιστική κατεύθυνση. Ο καθοριστικός ρόλος των μηχανισμών (ιδιαίτερα των επαναστατικών), του εργατικού κινήματος είναιοριακός όχι ως προς τη διαμόρφωση γενικά της συνείδησης αλλά της οργάνωσης του αγώνα ενάντια στους καπιταλιστές και το κράτος τους. Αυτό βεβαίως όπως τονίσαμε γίνεται στις ιδιαίτερες στιγμές της κλιμάκωσης της ταξικής σύγκρουσης, είτε πρόκειται για μια απεργία είτε για μια γενικευμένη κινητοποίηση, είτε πολύ περισσότερο σε μια επανάσταση. Εδώ πράγματι ο ρόλος των συνειδητών οργανωμένων δυνάμεων είναι καθοριστικός για την έκβαση της μάχης και της ανατροπής του συσχετισμού. Γιατί ο κοινωνικός συσχετισμός δεν αλλάζει σιγά σιγά όπως πιστεύουν οι ρεφορμιστές, αλλά μέσα από σκληρές ταξικές συγκρούσεις που διαμορφώνουν μια νέα προσωρινή ισορροπία. Αναλόγως της νέας ισορροπίας επαναδιαμορφώνεται και η ταξική συνείδηση, με την έννοια ότι ισχυροποιούνται οι θέσεις των επαναστατών έναντι των ρεφορμιστών.

Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αντιπαράθεση των ρεφορμιστικών και των επαναστατικών ιδεών γίνεται σε μια ιδεολογική ατμόσφαιρα πνιγμένη στις μικροαστικές αυταπάτες εξαιτίας της κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας. Επομένως ο ρεφορμισμός πατάει πάνω σε ήδη διαμορφωμένες ιδεοληψίες για να χτίσει τις δικές του αυταπάτες. Εξάλλου ο ίδιος ο ρεφορμισμός δεν είναι παρά μια φυσική έκφραση αυτών των μικροαστικών αυταπατών που διατρέχουν την εργαζόμενη πλειοψηφία. Έτσι η διάδοση των επαναστατικών ιδεών προσκρούει πάνω σε ήδη διαμορφωμένες αντιλήψεις και για αυτό το λόγο η υιοθέτηση των ρεφορμιστικών ιδεών από την εργατική τάξη γίνεται με έναν εντελώς φυσιολογικό τρόπο. Θα λέγαμε μάλιστα ότι σε ένα βαθμό το να γίνει ένας εργάτης ρεφορμιστής δηλαδή να παλεύει για μια άλλη κοινωνία έστω και με την αυταπάτη ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με μεταρρυθμίσεις είναι απείρως καλύτερο από έναν θρησκευόμενο γεμάτο σκοταδιστικές προκαταλήψεις εργάτη ή έναν άλλο που δεν ξέρει τίποτα άλλο πέρα από την ποδοσφαιρική του ομάδα. Στο σημείο λοιπόν αυτό ο ρεφορμισμός βρίσκεται πιο αριστερά από μια μεγάλη μερίδα (ίσως και την πλειοψηφία) εργαζομένων που όχι μόνο δεν παλεύει για μια άλλη κοινωνία, αλλά βρίσκεται κατευθείαν κάτω από την επιρροή των γνήσιων αστικών ιδεοληψιών (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια).

Στην εποχή της 2ης Διεθνούς (1889-1914) οι σοσιαλιστικές ιδέες βρήκαν για πρώτη φορά μαζική απήχηση και οργανωμένη βάση. Μέχρι τότε, παρά τα επαναστατικά ξεσπάσματα του 1848 και της Κομμούνας το 1871, το οργανωμένο σοσιαλιστικό κίνημα, μέσα από την 1η Διεθνή, δεν είχε αποκτήσει παρά μια ελάχιστη επιρροή σε διανοούμενους και πρωτοπόρους εργάτες με μια εξαιρετικά ιδεολογική και οργανωτική χαλαρότητα. Μ’ αυτή την έννοια η 2η Διεθνής και ιδιαίτερα το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) αποτελεί ένα σημαντικό άλμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία πάρα τους έκτακτους νόμους εναντίον της κέρδισε στα τέλη της δεκαετία του 1880 κέρδισε μισό εκατομμύριο ψήφους (10%) για να τις τριπλασιάσει το 1890. Το πρωτόγνωρο αυτό γεγονός δημιούργησε την αυταπάτη στους ηγέτες του SPD ότι μπορεί να υπάρχει ένας διαφορετικός δρόμος από αυτόν των οδοφραγμάτων. Ενώ στο διακηρυκτικό επίπεδο δεν φαινόταν να παλεύει για κάτι διαφορετικό από το σοσιαλισμό, την κατάργηση της εκμετάλλευσης κ.ο.κ. ωστόσο επικρατούσε η άποψη ότι αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από μια εξελικτική πορεία όπου αρκεί η κατάκτηση της πλειοψηφίας και η κατάκτηση του κράτους, που θα οργανώσει την παραγωγή σε μια διαφορετική βάση. Ο οικονομισμός και μια στεγνή ντετερμινιστική μεθοδολογία για την κοινωνική αλλαγή γίνεται κυρίαρχη. Επιπλέον οι σφαγές της Κομμούνας και η σκληρή καταστολή ενάντια σε όλες τις εργατικές εξεγέρσεις “βοήθησαν” κι αυτές με τη σειρά τους στο να βρεθεί ένας πιο “οικονομικός” δρόμος για το σοσιαλισμό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο χάθηκε ο επαναστατικός βολονταρισμός, η αναγκαία δηλαδή συνειδητή δράση των επαναστατικών δυνάμεων που επεμβαίνουν αποφασιστικά δίνοντας προοπτική στην αυθόρμητη αγανάκτηση των μαζών. Η σοσιαλδημοκρατία προσανατολίστηκε στη λογική της κατάκτησης της πλειοψηφίας, μιας αργής αλλά σίγουρης πορείας, που δεν βάζει σε δοκιμασία τα κεκτημένα αλλά χτίζει πάνω σε αυτά. Επομένως η επανάσταση δεν είναι αναγκαστικά ο μόνος δρόμος. Μπορεί να ολοκληρωθεί η διαδικασία μέσα από μεταρρυθμίσεις. Σ’ όλο αυτό το σκεπτικό αναλογεί και μια μαζική πολιτική οργάνωση ολόκληρης της εργατικής τάξης που με τον όγκο της θα κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Πρέπει να σημειώσουμε ξανά ότι σε σχέση με το παιδικό οργανωτικό επίπεδο της προηγούμενης περιόδου, δηλαδή των ομάδων που αντιλαμβανόντουσαν την επανάσταση σαν έναν αιφνιδιασμό μιας στενής φωτισμένης πρωτοπορίας ανεξάρτητα από τον γενικότερο ταξικό συσχετισμό, και τα πρωτόλεια βήματα συνδικαλιστικής οργάνωσης για τις άμεσες ανάγκες, πράγματι η αντίληψη του “μαζικού πολιτικού εργατικού κόμματος” ήταν ένα τεράστιο βήμα μπροστά. Το εργατικό κίνημα έπρεπε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, ως τέτοιο σε όλα τα γήπεδα της αντιπαράθεσης και όλους τους πιθανούς δρόμους, ανεξάρτητα βεβαίως από το αν για τον Μαρξ η ταξική πάλη αναγκαστικά οδηγεί στην επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Έμενε να επιβεβαιωθεί η θέση του Μαρξ και το εργατικό κίνημα μέσα από την εμπειρία του να ανακαλύψει ότι δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Έτσι το δίλημμα “επανάσταση ή μεταρρύθμιση” δεν ήταν αρκετό για να χωρίσει τότε την αριστερά, δεδομένου ότι και οι δύο τάσεις δεν αμφέβαλαν καθόλου ως προς τον στόχο. Όμως η δυναμική των δύο διαφορετικών δρόμων στο έδαφος της πραγματικής ταξικής πάλης αναγκαστικά θα τις έφερνε σε οξεία αντιπαράθεση, όταν η επιμονή στις μεταρρυθμίσεις θα γίνει εμμονή στη νομιμότητα και η προϋπόθεση της κατάκτησης της πλειοψηφίας θα γίνει υποταγή στις μικροαστικές αυταπάτες της εργατικής αριστοκρατίας και διαμέσω αυτής, στην αστική ιδεολογική ηγεμονία. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία χωρίστηκαν οριστικά οι δρόμοι του ρεφορμισμού και της επανάστασης, όχι σαν μια αλληλοσυμπληρώμενη αλλά αλληλοαποκλειόμενη στρατηγική. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συνεισφοράς του Λένιν και όλων των άλλων επαναστατών διεθνιστών της εποχής (Λούξεμπουργκ, Τρότσκυ κλπ.). Ιδιαίτερα όμως, ήταν ο Λένιν που από το 1902 έφερε μια νέα αντίληψη στο ζήτημα της οργάνωσης που θα έπρεπε να αναλογεί στους επαναστάτες: Την οργάνωση της συνειδητής επαναστατικής πρωτοπορίας.

 

Ρεφορμιστική φαυλότητα

 

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι: Οι κοινωνικές τάξεις αυτές καθαυτές δημιουργούνται από τη σχέση ιδιοκτησίας που έχουν με τα μέσα παραγωγής, Ωστόσο για να γίνει μια τάξη για τον εαυτό της, απαιτεί την ταξική συνείδηση, την αίσθηση δηλαδή του κοινού συμφέροντος και του κοινού αγώνα ενάντια στον ταξικό αντίπαλο, ένας αγώνας που σε τελευταία ανάλυση είναι αγώνας είτε για τη διατήρηση είτε για την κατάληψη της εξουσίας. Ο αγώνας αυτός διαφοροποιείται ποιοτικά από τον καθημερινό αυθόρμητο αγώνα που απλώς διαπραγματεύεται το μέγεθος της εκμετάλλευσης. Γι’ αυτό και ο συνειδητός ταξικός αγώνας δεν είναι οικονομικός, δεν είναι δηλαδή “καθαρά” αγώνας εργατών – αφεντικών, αλλά αγώνας ενάντια στο μηχανισμό ταξικής κυριαρχίας, αγώνας ενάντια στο θεματοφύλακα των καπιταλιστικών συμφερόντων, το αστικό κράτος.

Τη διαλεκτική αυτή σχέση δεν κατάλαβαν οι ουτοπικοί του αναρχικού συμβουλιακού σοσιαλισμούπου αφενός αδιαφορούσαν για την πολιτική πάλη, δηλαδή για την πάλη ενάντια στο αστικό κράτος, εμμένοντας στην καθαρή εργατική πάλη, και αφετέρου στο κράτος έβλεπαν απλώς μια κατασταλτική εξουσία αποκομμένη τόσο από την ταξική της φύση (κράτος γενικά και όχι αστικό και κράτος) όσο και από τη δυνατότητά του να ηγεμονεύει ιδεολογικά σε ολόκληρη την κοινωνία. Γι’ αυτό το σύνολο της πρακτικής τους δράσης περιορίζεται στην αναπαραγωγή της αυθόρμητης αγανάκτησης πιστεύοντας ότι από μόνη της θα βρει το δρόμο και από την άλλη σε κατάρες για το κράτος ανεξάρτητα αν αυτό εκφράζεται με λόγια, πέτρες ή μπόμπες. Το γεγονός ότι η αυθόρμητη αγανάκτηση δεν ξεσπάει ποτέ όπως θα ήθελαν οφείλεται σε κάποιους “γραφειοκράτες μπάτσους του κινήματος που με τη δύναμή τους καταστέλλουν το αυθόρμητο”. Δεν καταλαβαίνουν το πολύ απλό: Ότι αυτοί οι “μπάτσοι” του κινήματος αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό μια ορισμένη συνείδηση των καταπιεσμένων, συνείδηση που οφείλεται στην αστική ιδεολογική ηγεμονία. Αλλά είπαμε το κράτος είναι και αυτό ένας μπάτσος. Πως μπορεί ένας μπάτσος να ηγεμονεύει ιδεολογικά; Οι αναρχικοί ταυτίζουν, στο βαθμό βεβαίως που την αναγνωρίζουν, την εργατική τάξη καθεαυτή με την εργατική τάξη για τον εαυτό της. Γι’ αυτό δεν υπάρχει γι’ αυτούς πολιτικός αγώνας. Αν καταλάβαιναν ότι το κράτος είναι ένα όργανο στα χέρια μιας τάξης, (άρα και εργαλείο ταξικής πάλης, πολύ πιο αποτελεσματικό από τα πετρίδια) τότε δεν θα είχαν καμία αμφιβολία να το χρησιμοποιήσουν για τις ανάγκες του αγώνα. Με τις απόψεις αυτές έμειναν κολλημένοι στο επίπεδο της αντιπαράθεσης του 1840, το ίδιο και οι πολιτικές τους ιδέες, μιας ηθικής κατακραυγής και τίποτα περισσότερο.

Η πορεία του εργατικού κινήματος δεν είναι ευθύγραμμη. Άλλοτε υποχωρεί, άλλοτε επιτίθεται. Αυτό αντανακλάται και στη συνείδηση. Επιπλέον συμβαίνει, κάτι που πολλές φορές το ξεχνάμε και εμείς οι ίδιοι, που απαιτεί και μια ελάχιστη διαλεκτική σκέψη για να το δει κανείς. Ενώ το κεφάλαιο βρίσκεται σε αντίθεση με τη μισθωτή εργασία την ίδια στιγμή αλληλοσυμπληρώνονται. Εδώ βρίσκεται και η επιστημονική εξήγηση του ρεφορμιστικού φαινομένου που δεν έχει τη βάση του απλώς στην ιδεολογική αστική ηγεμονία. Δεν οφείλεται δηλαδή μόνο στην προπαγάνδα αλλά και σε ένα ορισμένο συμβιβασμό που επιδιώκει το ίδιο το κεφάλαιο έναντι της μισθωτής εργασίας δεδομένου ότι χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε. Έτσι εξηγείται και η πλευρά εκείνη του κράτους (Πρόνοιας) που ασχολείται με έναν συλλογικό τρόπο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (σχολεία, δρόμοι, νοσοκομεία, κοινωνική ασφάλιση, επιδόματα κλπ). Μέσα από αυτή τη σχέση δημιουργείται και η πολιτική της αντανάκλαση, που εκφράζεται με τη συνείδηση της ταξικής συνεργασίας.

Κάτω από αυτή την οπτική τα δύο βασικά πολιτικά ρεύματα μέσα στο εργατικό κίνημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που ενυπάρχει στην πραγματικότητα. Από τη μια η τάση για βάθεμα της ταξικής συνεργασίας από την άλλη το βάθεμα της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Ο ρεφορμισμός υπηρετεί την πρώτη, η επαναστατική αριστερά τη δεύτερη. Είναι άξιο όχι μόνο απορίας αλλά και για γέλια να πιστεύει κανείς ότι μπορούν ποτέ να ενωθούν αυτές οι πτέρυγες και ότι φτάνει γι’ αυτό η θέλησή τους.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Ο ρεφορμισμός του 1850 δεν έχει καμία σχέση με το ρεφορμισμό του 1914 και πολύ περισσότερο με αυτόν του 2004. Όχι μόνο γιατί όσο γερνάει γίνεται ολοένα και πιο αποκρουστικός. Αυτό είναι απλώς η ποσοτική του διαφθορά. Έχει ποιοτικά αλλάξει. Το 1850 το εργατικό κίνημα ήταν υποχρεωμένο να περάσει από το δρόμο του ρεφορμισμού. Εξάλλου ο καπιταλισμός δεν ήταν καθόλου μια παρακμιακή κοινωνία. Είχε δυνατότητες να δεχτεί μεταρρυθμίσεις. Στην πορεία όμως ωρίμανσης τόσο του καπιταλισμού, όσο και του ίδιου του εργατικού κινήματος και των ρευμάτων του, και πολύ περισσότερο στις ιστορικές καμπές όπου όχι μόνο δοκιμάστηκαν τα λόγια στην πράξη, αλλά και ανδρώθηκαν σαν αντιλήψεις, δημιουργώντας διαφορετικές παραδόσεις, ο χωρισμός τους ήταν αναπόφευκτος.

Με τον ίδιο τρόπο που η οι ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί της αστικής τάξης βρίσκουν νέους τρόπους για να διατηρούν σε πείσμα της ιστορικής εξέλιξης την κυριαρχία τους (σε αυτό σίγουρα αναπτύσσονται), έτσι και το εργατικό κίνημα δεν θα μπορούσε να μένει κολλημένο στην πρακτική και τη σκέψη του 1840. Θα φαίνεται κάπως περίεργο σε κάποιους να μιλάμε έτσι, μιας και μας θεωρούν κολλημένους στο παρελθόν, έτσι δεν είναι; Κολλημένοι όμως στην εποχή του Λουδοβίκου του Βοναπάρτη είναι αυτοί που με τη σημαία της ανανέωσης, ψάχνουν να χωθούν ξανά στη μήτρα από όπου ξεκινήσαμε. Το παραδέχονται και οι ίδιοι όταν λένε, χωρίς ίσως και να το καταλαβαίνουν, ότι η αριστερά πρέπει να τα συζητήσει όλα από την αρχή, ακόμα και να “επιστρέψει στην αρχή”, προτείνοντας ένα μοντέλο συνύπαρξης κατά το πρότυπο της 1ης Διεθνούς των Μαρξ, Προυντόν και Μπακούνιν.

Είναι πραγματικά για γέλια, να θέλει κανείς να αντιμετωπίσει “τις απαιτήσεις του σήμερα” με μια ηρωική επιστροφή στην αγκαλιά της μάνας του (τότε που η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα διαχωριστεί από την αστική). Δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: Το πρώτο ότι δεν κατάλαβαν τίποτα από την ιστορική διαδρομή του εργατικού κινήματος και έχουν ανάγκη να το κάνουν τώρα. Ας το κάνουν, αλλά ας παραδεχτούν τουλάχιστον ότι είναι 160 χρόνια πίσω κι ας πάψουν να παριστάνουν και τους μεταμοντέρνους. Το δεύτερο που δικαιολογεί την τάση για επιστροφή ξεκινάει από μια άλλη τάση που έχουν: να εξημερώσουν την ταξική πάλη, να την απελευθερώσουν από το συγκρουσιακό της στοιχείο, να πείσουν όλον τον κόσμο ακόμα και τους ταξικούς μας αντίπαλους (υπάρχουν ακόμα;) ότι ο σοσιαλισμός, ειδικά αν είναι φεμινιστικός (ήδη πείσαμε τον μισό πληθυσμό) και οικολογικός (ποιος δεν είναι τέτοιος, να και οι υπόλοιποι) τότε μπορεί να γίνει αίτημα όλων, και επομένως, θα επιβληθεί αυτόματα, όχι μόνο χωρίς επανάσταση αλλά και χωρίς μεταρρυθμίσεις. Κι όμως υπάρχουν αριστεροί που σκέφτονται έτσι. Απολαύστε τους:

 

“Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός… χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση, με περισσότερη ειρήνη, περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη δικαιοσύνη, περισσότερη ισότητα (βλέπετε υπάρχει και λίγη από δαύτες σ.τ.σ) Για ένα κόσμο που θα χωράει πολλούς κόσμους (και τον καπιταλιστικό;) Για να γίνει ο αγώνας αυτός αποτελεσματικός, για να έχει έμπνευση και προοπτική, πρέπει να ξανακάνουμε το αίτημα του σοσιαλισμού επίκαιρο ως ένα οικουμενικό (και των αστών;) αίτημα, που ανταποκρίνεται στο γενικευμένο συμφέρον της ανθρωπότητας…” (Από τη διακήρυξη της Πρωτοβουλίας για τη συσπείρωση της Αριστεράς)

 

Τι να πει κανείς, ο σοσιαλισμός είναι “οικουμενικό αίτημα όλης της ανθρωπότητας”. Δεν είναι ταξικό αίτημα. Δεν είναι η κατάληξη της ταξικής αντιπαράθεσης, έστω και με μεταρρυθμίσεις. Εδώ έχουμε έναν νέο δρόμο. Πέφτει κατακέφαλα, από τον ουρανό. Αυτοί εδώ είναι, που μας έχουν τρελάνει με την “ενότητα”. Ότι και να πούμε είναι περιττό.

Οι διάφορες μορφές του ρεφορμισμού

 

Ο ρεφορμισμός σαν τάση μέσα στο εργατικό κίνημα δεν έχει μια συνέχεια ως προς τη μορφή που κάθε φορά εμφανίζεται. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την επαναστατική τάση. Ωστόσο και οι δύο τάσεις έχουν μια συνέχεια ως προς το περιεχόμενο πάντα όμως σε σχέση με ότι διακυβεύεται κάθε φορά. Είναι τα ίδια τα γεγονότα της ταξικής πάλης που μπορεί να αλλάζουν τις μορφές χωρίς ωστόσο να εξαφανίζουν την ουσία της αντιπαράθεσης. Επιπλέον κάθε τάση αναπτύσσει και συγκροτεί την παράδοσή της και πάνω σ’ αυτή χτίζεται η συνέχεια.

Πολλοί στην αριστερά θεωρούν την παράδοση σαν ένα βαρίδι που μας εμποδίζει να δούμε το παρόν και το μέλλον του κινήματός. Ακριβώς γι’ αυτό πιστεύουν ότι οι διαμάχες του παρελθόντος έχουν απλώς μια ιστορική αξία για την εποχή τους, αλλά καμία για σήμερα. Επίσης ταυτίζουν τις τάσεις αυτές με τις μορφές που κατά καιρούς βρέθηκαν να τις εκπροσωπούν. Έτσι πιστεύουν ότι σήμερα μπορούν να ξεπεραστούν και οι διάφορες συνιστώσες της αριστεράς παρά τις “διαφορετικές τους καταβολές και αφετηρίες να αναζητήσουν από κοινού ένα κοινό βηματισμό”.

Η άποψη αυτή δεν είναι προβληματική γιατί δείχνει έλλειψη σεβασμού στην ιστορία μας. Αυτό είναι το λιγότερο. Το σημαντικό είναι ότι μαζί με τις μορφές εξαφανίζεται από τη μια ολόκληρη η επαναστατική θεωρία και πράξη του εργατικού κινήματος, ο μόνος συνδυασμός που μπορεί να το οδηγήσει στην απελευθέρωσή του, ενώ την ίδια στιγμή δίνει άφεση αμαρτιών στη στρατηγική της ταξικής συμφιλίωσης δηλαδή της υποταγής στην αστική ηγεμονία.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι εκείνα που δοκιμάζουν την αντοχή ακόμα και την ύπαρξη όχι μόνο του αστικού εποικοδομήματος αλλά και των οργανώσεων της εργατικής τάξης, είτε αυτές είναι ρεφορμιστικές είτε επαναστατικές, είτε ενδιάμεσες. Η κυρίαρχη ρεφορμιστική πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας ενώ ήταν ο αδιαμφισβήτητος εκπρόσωπος του εργατικού κινήματος, στις αρχές του 20ου αιώνα μπήκε σε βαθιά κρίση εμφανίζοντας το εκφυλισμό της κάτω από τα αιματηρά γεγονότα του Α’ παγκοσμίου πολέμου που κατέληξαν στη νίκη της οκτωβριανής επανάστασης. Τα γεγονότα αυτά άνοιξαν μια νέα σελίδα στο επαναστατικό εργατικό κίνημα που το σημάδεψαν καθοριστικά μέχρι σήμερα. Η επαναστατική τάση απέκτησε μια εκπληκτική επιρροή, μέσα στο κύμα επαναστατικής αισιοδοξίας που άνοιξε η Οκτωβριανή επανάσταση και η κατάληψη της εξουσίας για πρώτη φορά από το προλεταριάτο. Αυτή ήταν ίσως και η μεγαλύτερη νίκη της επαναστατικής πτέρυγας έναντι της ρεφορμιστικής ηγεμονίας. Η ύπαρξη της ΕΣΣΔ βοήθησε την πτέρυγα αυτή να συγκροτηθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο διεκδικώντας από την σοσιαλδημοκρατία την ηγεμονία του εργατικού κινήματος. Όμως η συνέχεια δεν ήταν αυτή που περίμεναν οι επαναστάτες της εποχής εκείνης. Οι επαναστάσεις ηττήθηκαν, με αποτέλεσμα την υποχώρηση της συνείδησης και την αποκατάσταση σε ένα μεγάλο βαθμό της ρεφορμιστικής ηγεμονίας. Αυτό δεν έγινε μόνο μέσα από την ενίσχυση της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και μέσα από τον εκφυλισμό της 3ηςΚομμουνιστικής Διεθνούς. Ύστερα από μια δεκαετία ζικ ζακ (1925-1934), η σταλινική πλέον 3η Διεθνή πέρασε στο ρεφορμισμό αφού πρώτα έπεσε στα χέρια της γραφειοκρατίας. Ωστόσο η δύναμή του νέου σταλινικού ρεφορμισμού δεν προερχόταν από μια ιδιαίτερη σχέση με τις διάφορες αστικές τάξεις, αλλά από τη σχέση της σοβιετικής γραφειοκρατίας με τον ιμπεριαλισμό. Μια σχέση που απαιτούσε μια κάποια ανακωχή που είχε ανάγκη τόσο η γραφειοκρατία για να χτίσει “το σοσιαλισμό στη χώρα της”, όσο και ο ιμπεριαλισμός για να ανασυνταχτεί ύστερα από το ταρακούνημα που προκάλεσε ο Οκτώβρης. Παρόλα αυτά η καθαυτή ύπαρξη ενός, έστω και με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις εργατικού κράτους, προκαλούσε τρόμο στα ιμπεριαλιστικά επιτελεία, που δεν θα ησύχαζαν αν δεν το κατέστρεφαν. Το ίδιο το εργατικό κράτος και το γεγονός ότι προήλθε από μια εργατική επανάσταση έδινε στον σταλινικό ρεφορμισμό μια “επαναστατική” αίγλη κάνοντάς τον να φαίνεται κάτι διαφορετικό από τη σοσιαλδημοκρατία. Είναι αλήθεια ότι ο μετέπειτα γοργός εκφυλισμός της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας εν μέρει δικαιολογεί αυτή τη διαφορά. Όμως η ουσία παρέμενε η ίδια και αυτό δεν άργησε να φανεί με την οριστική κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1989 και το κατάντημα των περισσοτέρων ΚΚ που ακόμα και οργανωτικά ταυτίστηκαν με τη αστικοποιημένη σοσιαλδημοκρατία. Ο σταλινισμός είχε χτίσει ήδη μια πολύ βαθιά ρεφορμιστική παράδοση, που ενώ είχε σαν κίνητρο την υπεράσπιση των προνομίων της γραφειοκρατίας (όχι μόνο της σοβιετικής, αλλά και εκείνης των ΚΚ μέσα από τους δήμους, τα συνδικάτα κλπ.), κατέληγε στην ίδια μεθοδολογία με τον κλασσικό ρεφορμισμό μέσα στο εργατικό κίνημα. Δηλαδή την άρνηση της επανάστασης, την εμμονή σε μια αργόσυρτη διαδικασία μεταρρυθμίσεων και “σταδίων” προς (;) το σοσιαλισμό και φυσικά σε μια σειρά από τακτικές συνεργασίας με την αστική τάξη, με τη μορφή των “λαϊκομετωπικών” κυβερνήσεων της δεκαετίας του 30, των μεταπολεμικών κυβερνήσεων εθνικής ενότητας και ανασυγκρότησης (45-48) και τέλος με την είσοδο πολλών ΚΚ σε αστικές κυβερνήσεις ιδιαίτερα στην περιφέρεια στο όνομα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στις δεκαετίες 60 και 70, και φυσικά μια ανάλογη συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις το 80 (πχ. Γαλλία). Τα στελέχη των ΚΚ είχαν διαπαιδαγωγηθεί με αυτή τη μέθοδο, με τις λογικές της κατακτήσεις της πλειοψηφίας, των νόμιμων δρόμων κλπ. ανεξάρτητα αν η δικαιολογία γι’ αυτό ήταν η περίφημη υπεροχή του “σοσιαλιστικού κόσμου” που με την ύπαρξή του και τα επιτεύγματα του θα επιβληθεί χωρίς να αναγκαστούμε να μπούμε στην επίπονη δοκιμασία των επαναστάσεων και των εμφυλίων πολέμων. Βεβαίως αυτά τα επιχειρήματα ήταν εκτός τόπου και χρόνου γιατί τελικά όπου ανατράπηκαν οι καπιταλιστικές σχέσεις (Κούβα, Κίνα, Βιετνάμ κλπ.) αυτό έγινε μέσα από διαδικασίες εμφυλίου πολέμου και παρά τις παλινωδίες των ηγεσιών, ενώ σε μια σειρά άλλες χώρες που τα ΚΚ έμειναν πιστά στη νομιμότητα έστειλαν το προλεταριάτο σε μια απίστευτη σφαγή (Ελλάδα, Ινδονησία, Ιράν, Ιράκ, Χιλή, κλπ.)

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ άφησε χωρίς στρατηγική όχι μόνο τα στελέχη αλλά και τον κόσμο της σταλινικής αριστεράς, ακόμα κι αυτής που είχε ήδη από το ’68 δημιούργησε την λεγόμενη “ανανεωτική” της πτέρυγα στη βάση μιας κριτικής του σταλινικού “φαινομένου” (έτσι το χαρακτηρίζουν) και ενός πιο δημοκρατικού μοντέλου σοσιαλισμού (σαν αυτό της Ρουμανίας;). Ας είναι. Η ουσία, η μέθοδος, τα εργαλεία ωστόσο παραμένουν κοινά. Το ίδιο συνέβη και με το σταλινικό παρακλάδι του μαοϊσμού που και αυτό συγκροτήθηκε στη βάση ενός άλλου “μοντέλου” του κινέζικου (πολιτιστική) και που κατέρρευσε μαζί με το θάνατο του Μάο το 1976. Στην πραγματικότητα όλες οι σταλινικές τάσεις, αλληλοσυμπληρώνουν η μια την άλλη και όλες μαζί αλληλοσυμπληρώνονται με την παλιά σοσιαλδημοκρατία. Είτε το προσεγγίσει κανείς το ζήτημα από τα συνθήματα, που δεν ξεχώριζες τη δεκαετία του 70 το ΠΑΣΟΚ από το ΕΚΚΕ και τα ΜΛ, είτε από την άποψη της στρατηγικής που δεν ξεχωρίζεις ακόμα και σήμερα το “μέτωπο του Λαού” του ΚΚΕ (μ-λ) από το Λαϊκό Μέτωπο του ΚΚΕ που μαζί με την “πραγματική αριστερά” του ΜΛ ΚΚΕ θα παλέψουν για “Ψωμί, ειρήνη δημοκρατία σε μια λαϊκή Ελλάδα”, είτε από την άποψη της φιλοσοφίας τους που δεν είναι άλλη από μια καντιανή ηθικού τύπου προσέγγιση του σοσιαλισμού, δηλαδή σαν ένα μοντέλο. Και όχι σαν ένα προϊόν των δυσκολιών της υλικής ύπαρξης δηλαδή του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Αλλά τι λέμε τώρα, εδώ είπαμε “ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί σε μια χώρα”, όλα τα άλλα είναι για τους τροτσκιστές.

Στη λεγόμενη τώρα “αντισταλινική” αριστερά επικράτησε μια διαφοροποίηση ως προς τον σταλινικό γραφειοκρατικό εκφυλισμό που περιορίστηκε σε μια τυπολογική κριτική στις γραφειοκρατικές παραμορφώσεις. Μάλιστα η κριτική αυτή δεν άφηνε απ’ έξω ούτε την περίοδο του Λένιν αναζητώντας εκεί τις αιτίες του εκφυλισμού. Το πρόβλημα σ’ αυτή την κριτική παραμένει πρόβλημα “μοντέλου”. Ο περιορισμός της δημοκρατίας, ο μονοκομματισμός, η έλλειψη δημοκρατίας στο κόμμα, τα γκουλάκ και οι απεχθείς διοικητικοί μέθοδοι επίλυσης των διαφορών, η ιεραρχική οργάνωση του κράτους και γενικά μια προβληματική που αφορούσε την εσωτερική οργάνωση, λες και θα μπορούσαν να λυθούν τα προβλήματα αυτά διορθώνοντας τα μελανά σημεία, προκειμένου να οικοδομηθεί απρόσκοπτα ο γνήσιος σοσιαλισμός (αλήθεια υπάρχει τέτοιος;). Όλα τα παρακλάδια του σταλινισμού αλλά και της αριστεράς που αποποιήθηκε τον σταλινισμό αντιμετώπιζε το ζήτημα είτε με μια ρεφορμιστική μέθοδο, πιστεύοντας ότι με ορισμένες μεταρρυθμίσεις μπορούν να διορθωθούν τα πράγματα, είτε με κατάρες λέγοντας ότι αυτό πια δεν είναι σοσιαλισμός (αλλά κρατικός καπιταλισμός) και επομένως δεν πρέπει να το υπερασπιζόμαστε. Όλοι αυτοί σήμερα αποποιούνται κάθε σχέση με την εμπειρία των εργατικών κρατών, υποχωρώντας έτσι στην πίεση της κυρίαρχης ιδεολογίας που θέλει να σβήσει από το χάρτη, το μεγαλύτερο επαναστατικό γεγονός της σύγχρονης ταξικής πάλης και μαζί μ’ αυτό κάθε νέα προσπάθεια που θα επιχειρήσει να επαναλάβει σε μια ανώτερη κλίμακα την τομή του 1917. Η γενικόλογη αναφορά σε “έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός” δεν είναι τίποτα περισσότερο από την υποχώρηση στην πίεση της αστικής κοινής γνώμης.

Το κομμάτι αυτό της αριστεράς, όπως και να ‘χει, δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα από την εμπειρία αυτή και γι’ αυτό ακριβώς ακολουθεί την τακτική του στρουθοκάμηλου. Κάνει ότι δεν ξέρει τίποτα, ενώ όλος ο κόσμος την ταυτίζει μ’ αυτό. Πιστεύει ότι μπορεί να αποφύγει την ταύτιση με το να παριστάνει την άσχετη, αλλά όλοι την παίρνουν χαμπάρι, και ακριβώς γι’ αυτό τη θεωρούν και αναξιόπιστη. Οποίος θέλει να λύσει το πρόβλημα αυτό πρέπει να περάσει από μέσα. Να μιλήσει στα ίσα. Να υπερασπιστεί την προοπτική των νέων Οκτώβρηδων εξηγώντας ταυτόχρονα ότι ο εκφυλισμός ήταν το αποτέλεσμα της υποχώρησης και της ήττας. Αποφεύγοντας τη σοβιετική εμπειρία τελικά αποφεύγεις τη ρώσικη επανάσταση και μαζί μ’ αυτή ολόκληρη την προοπτική της επανάστασης. Όμως η πλειοψηφία της οργανωμένης αριστεράς είτε γιατί θήτευσε στη σταλινική σχολή, είτε γιατί επηρεάστηκε από τη σκέψη της, συνεχίζει να χρησιμοποιεί τα ίδια εργαλεία. Με αυτά όμως τα εργαλεία, όσο μίνιο και να τα περάσει κανείς θα ξανακάνει την ίδια δουλειά. Στην αρχή θα είναι “απλώς” λάθη, στη συνέχεια προδοσίες. Γιατί με το ρεφορμισμό, καλώς ή κακώς δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο.

Οι μπολσεβίκοι λενινιστές του Τρότσκυ διαχωρίστηκαν από το σταλινισμό όχι στο όνομα της δημοκρατίας, αλλά στο όνομα της επανάστασης. Δεν είμαστε αντισταλινικοί μόνο εξαιτίας των γκουλάκ. Είμαστε πάνω απ’ όλα γιατί ο σταλινικός ρεφορμισμός για να υπερασπιστεί τα προνόμια της γραφειοκρατίας η οποία και τον ανέδειξε, ξεπούλησε την εργατική επανάσταση, συμμάχησε με τις δήθεν “δημοκρατικές αστικές τάξεις”, προώθησε μια σειρά συμφωνίες με τον ιμπεριαλισμό για να καταλήξει στο τέλος, οι ίδιοι οι επίγονοι να παραδώσουν τα “κλειδιά της πόλης”, μπαίνοντας επικεφαλής της τελευταίας πράξης διαλύοντας ότι είχε απομείνει από το εργατικό κράτος, για να παλινορθώσουν σε συνεργασία με τους ιμπεριαλιστές τον καπιταλισμό στις χώρες της Αν. Ευρώπης.

 

 Η αντίληψη του επαναστατικού κόμματος της πρωτοπορίας

 

Το τι είδος αριστεράς χρειαζόμαστε δεν είναι καθόλου καινούργιο ερώτημα. Όπως ήδη έχουμε πει διαπερνά ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του εργατικού κινήματος. Στη διαδρομή αυτή η αντιπαράθεση ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση πήρε έναν απόλυτο χαρακτήρα. Αυτό δεν έγινε εξαιτίας κάποιου δογματισμού της μιας ή της άλλης πλευράς. Ο 20ος αιώνας σημάδεψε αποφασιστικά τις δύο αυτές πτέρυγες, μέσα από τη δοκιμασία τους στις ιστορικές καμπές της πραγματικής ταξικής πάλης. Οι δυνάμεις εκείνες που υιοθέτησαν τη στρατηγική των μεταρρυθμίσεων κατέληγαν σε κάθε καμπή να γίνονται το στήριγμα της αστικής αντεπανάστασης, ακόμα κι αν η τελευταία επανειλημμένα έδειξε ότι στο αντεπαναστατικό της μένος δεν έχει όρια, στέλνοντας στα κρεματόρια ακόμα κι αυτούς που έψαχναν μέχρι την τελευταία στιγμή μια μέση λύση. Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη συμπεριφορά που έδειξε η αστική τάξη απέναντι στο ΚΚΕ αμέσως μετά τη Βάρκιζα (2/1945). Αυτή είναι η μοιραία κατάληξη όσων αρνούνται να οδηγήσουν την ταξική πάλη μέχρι την τελευταία της συνέπεια. Βεβαίως η αστική τάξη δεν συμπεριφέρεται πάντα με αυτόν τον στυγνό τρόπο στους ρεφορμιστές. Αναλόγως μπορεί και να τους απλώσει το χέρι, να τους εντάξει το πολιτικό της προσωπικό, να τους κάνει άξιους διαχειριστές των συμφερόντων της. Σημασία έχει ότι, είτε έτσι, είτε αλλιώς, ο ρεφορμισμός δεν ανοίγει κανένα δρόμο για την ανατροπή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Το μόνο που πετυχαίνει είναι να καλλιεργεί αυταπάτες για ένα δρόμο που δεν υπάρχει, οδηγώντας το κίνημα στην απογοήτευση και την ήττα.

Ο Λένιν από το 1902 έφερε μια νέα αντίληψη που έπεσε σαν βόμβα μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής του. Τότε είχε ξεσπάσει μια διαμάχη στο εσωτερικό της σοσιαλδημοκρατίας με αφορμή απόψεις (οικονομισμός) που θεωρούσαν ότι ο αγώνας για το μεροκάματο και γενικά για τις άμεσες διεκδικήσεις είναι καθοριστικός για την κοινωνική αλλαγή. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό οι επαναστάτες θα έπρεπε να ρίχνουν όλες τους τις δυνάμεις στο ξεδίπλωμα αυτού του αγώνα, θεωρώντας ότι μέσα από τα “χειροπιαστά αποτελέσματα” που θα πετύχαιναν θα άλλαζε και η συνείδησή των εργατών. Όσοι υπεράσπιζαν αυτές τις απόψεις πίστευαν ότι οι καθαροί εργατικοί αγώνες από τη μια και η πάλη για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις από το σοσιαλιστικό κόμμα είναι η στρατηγική για το σοσιαλισμό. Ακόμα και η Ρόζα Λούξεμπουργκ πίστευε ότι “ο προλεταριακός στρατός στρατολογείται και αποκτάει συνείδηση των αντικειμενικών του σκοπών μέσα στην πορεία της ίδιας της πάλης”. (Οργανωτικά ζητήματα της σοσιαλδημοκρατίας). Αντίθετα ο Λένιν δεν υπερασπίστηκε μόνο την αντίληψη ότι η σοσιαλιστική συνείδηση έρχεται απ’ έξω και δεν είναι το προϊόν της αυθόρμητης ταξικής πάλης, αλλά σύνδεσε την άποψη αυτή με ένα νέο τύπο κόμματος. Ένα κόμμα που θα συγκροτείται στην προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης και που στο εσωτερικό του θα συσπειρώνονται όχι όσοι απλώς πιστεύουν σε μια άλλη κοινωνία, αλλά μόνο αυτοί που συνειδητά παλεύουν για αυτήν. Το κόμμα του Λένιν δεν ήταν απλώς ένα μέσο για να αποχτήσει η εργατική τάξη την πολιτική της ανεξαρτησία. Ο Λένιν πίστευε ότι χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα εργατικό κόμμα. Χρειάζεται ένα επαναστατικό κόμμα, τέτοιο που να μπορεί να ανταποκριθεί όχι μόνο στα καθήκοντα της αυθόρμητης ταξικής πάλης, πράγμα που σε ένα ορισμένο βαθμό μπορούσε να κάνει και ο ρεφορμισμός, αλλά και στα καθήκοντα της οργάνωσης της εξέγερσης. Ένα τέτοιο κόμμα θα έπρεπε να εκπαιδεύει τα μέλη του σε αυτή την προοπτική και σε καμία άλλη. Αυτή ήταν και η ουσία της πάλης ενάντια στον οικονομισμό και τον εργατισμό της εποχής του, που κατέληγε όχι στην οργάνωση εργατών αλλά στην οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας. Το λενινιστικό κόμμα διαφέρει από το μαζικό εργατικό κόμμα στο εξής απλό σημείο, σ’ αυτό που ακόμα και σήμερα φαίνεται να ξεχνούν ή να μην καταλαβαίνουν αρκετοί στην λεγόμενη άκρα αριστερά: ότι ένα μαζικό εργατικό κόμμα όσο κι αν ξεκαθαρίζει θεωρητικά θα συνεχίζει να φέρνει στο εσωτερικό του τις αυταπάτες της εργατικής πλειοψηφίας, το υποπροϊόν δηλαδή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας. Για όσο καιρό η κατάσταση δεν είναι επαναστατική οι μικροαστικές ρεφορμιστικές αυταπάτες θα κυριαρχούν μέσα στο κίνημα. Γι’ αυτό και ο Λένιν προτείνει ένα κόμμα της πρωτοπορίας, που θα το συγκροτούν μόνο πεισμένοι επαναστάτες, που δεν θα ταυτίζεται με όλη την τάξη, αλλά μόνο με την εμπροσθοφυλακή της. Η αντίληψη του Λένιν έγινε κι αυτή με τη σειρά της αντικείμενο σκληρής πολεμικής μάσα στους κόλπους της Β Διεθνούς ακόμα και από τον Τρότσκυ και την Λούξεμπουργκ, οι οποίοι ταύτιζαν τις απόψεις του Λένιν με τον Μπλανκισμό. Ακόμα κι ο ίδιος ο Λένιν δεν έβαζε τις απόψεις του με έναν οριακό τρόπο για το σύνολο της Διεθνούς, παρόλο που θεωρούσε ότι η κατάσταση στη Ρωσία δεν επιτρέπει κάτι διαφορετικό από αυτό που πρότεινε στο “Τι να κάνουμε”. Ωστόσο τα γεγονότα (ο εκφυλισμός της σοσιαλδημοκρατίας και η νίκη του Οκτώβρη) που ακολούθησαν δικαίωσαν την αντίληψη του Λένιν όχι μόνο μέσα αλλά και πέρα από τα σύνορα της Ρωσίας. Στη βάση αυτή δημιουργήθηκε και η 3η Διεθνής.

Ο διαχωρισμός των επαναστατών από το υπόλοιπο εργατικό κίνημα δεν έγινε στη βάση κάποιων ιδιαίτερων “τσαρικών” συνθηκών, όπως προσπαθούν σήμερα να εξηγήσουν οι οπαδοί της “ανασύνθεσης” και της ενότητας της αριστεράς. Αντίθετα είχε ένα ιστορικό χαρακτήρα που ανταποκρινόταν στο χαρακτήρα της εποχής της ιμπεριαλιστικής παρακμής. Το επαναστατικό κόμμα είναι αυτό που αντιστοιχεί σε μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων. Βασίζεται στην αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς μεταρρυθμίσεων και ενός αυθόρμητου ξεσπάσματος της εργατικής τάξης αλλά το προϊόν μιας συνειδητής επανάστασης. Συνείδηση που κατακτά η εργατική τάξη μόνο μέσα από την πρωτοπορία της που εργάστηκε χρόνια για να την αποκτήσει. “Η πείρα που αποκτάται στον αγώνα δεν είναι καθόλου αρκετή για να ξεκαθαριστούν οι επιδιώξεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν σε ένα πλατύ προεπαναστατικό ή ακόμα και επαναστατικό αγώνα. Όπως είναι φυσικό, οι επιδιώξεις αυτές συνδέονται με τα άμεσα κίνητρα που προκάλεσαν τον αγώνα, μπορούν όμως να γίνουν κατανοητές μόνο με μια ουσιαστική ανάλυση της συνολικής κοινωνικής εξέλιξης, της ιστορικής θέσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, των εσωτερικών του αντιφάσεων, και της εθνικής και διεθνούς σχέσης των δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις”… “Για να καταλάβουμε πλήρως τη βαθιά επαναστατική φύση του στρατηγικού σχεδίου του Λένιν πρέπει να το αντικρίσουμε και από μια άλλη πλευρά. Κάθε άποψη που βασίζεται στην πιθανότητα αν όχι στο αναπόφευκτο μιας επανάστασης που θεωρείται πραγματοποιήσιμη στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, πρέπει αναπόφευκτα να αντιμετωπίσει το ζήτημα μιας άμεσης σύγκρουσης με την κρατική εξουσία, δηλαδή το ζήτημα της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας”. (Εργατική τάξη, πρωτοπορία, Κόμμα, σελ. 48-9, Ε. Μαντέλ)

Για τη σοσιαλδημοκρατία του 1900 όλα αυτά ήταν υπό συζήτηση. Άλλοι πίστευαν ότι το αυθόρμητο μπορεί να φτάσει μέχρι την επανάσταση, άλλοι ότι η επανάσταση είναι το πανηγύρι της πλειοψηφίας και ότι το κόμμα δεν χρειάζεται να πολυμπερδευτεί σε όλα αυτά και ότι απλώς θα συνεισφέρει με το μυαλό του στην όλη εξέλιξη. Ο 20ος αιώνας μας έδωσε πολλές απαντήσεις σε όλα αυτά τα προβλήματα, ακόμα κι αν γι’ αυτό πληρώθηκε τεράστιος φόρος αίματος, δικαιώνοντας τις αντιλήψεις του Λένιν και στέλνοντας όσους επέμεναν στο αυθόρμητο και τις μεταρρυθμίσεις στην αγκαλιά της αστικής τάξης. Είμαστε σίγουροι ότι θα συμβεί ακριβώς το ίδιο με όσους, αναρωτιούνται σήμερα, παριστάνοντας και λίγο τους χαζούς, για το πόσο όμορφα θα ήταν αν η αριστερά μπορούσε να συνδυάσει την επανάσταση με το ρεφορμισμό.

 

Γύρω από την προβληματική της “ανασύνθεσης”

 

Η κατάρρευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” στην Αν. Ευρώπη το 90 ήταν μια ιστορική αντιδραστική τομή, όχι μόνο γιατί ο καπιταλισμός πήρε τη ρεβάνς του 1917, αλλά γιατί έφερε μαζί του μια αποδιοργάνωση στις γραμμές του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Η εξαφάνιση του αντίπαλου δέους έγινε το υπόβαθρό για την επέλαση των πιο αντιδραστικών αστικών νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων που με τη σειρά τους έγιναν το όχημα για την πιο σκληρή επίθεση όχι μόνο στις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της παγκόσμιας εργατικής τάξης, αλλά και για την επιβολή της νέας τάξης σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Από τους πανηγυρισμούς για το τέλος της ιστορίας μέχρι την αντιτρομοκρατική υστερία και τις στρατιωτικές επεμβάσεις των ημερών μας, ο ιμπεριαλισμός δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να εγκαθιδρύσει μια νέα παγκόσμια ισορροπία στη βάση του πλέον αρνητικού συσχετισμού δύναμης για τη μισθωτή εργασία και του καταπιεσμένους του πλανήτη. Ακόμα μεγαλύτερο θράσος στον ιμπεριαλισμό δίνει η οικτρή κατάσταση που περιέπεσε ο παραδοσιακός ρεφορμισμός μετά την κατάρρευση του “υπαρκτού”. Η δεξιά μετατόπιση του παραδοσιακού ρεφορμισμού (σοσιαλδημοκρατία, ΚΚ) δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί απλά και μόνο σαν επιλογή της ηγεσίας τους. Στο βάθος εκφράζει την απογοήτευση και τη σύγχυση που κυρίεψε εκατομμύρια καταπιεσμένους που πίστευαν στο “νέο σοσιαλιστικό κόσμο”. Πολλά από τα καλοαναθρεμμένα στελέχη του ρεφορμισμού, βλέποντας ότι ο παλιός συσχετισμός καταρρέει επιδίωξαν μια νέα διαπραγμάτευση με την αστική τους τάξη. Αυτό θα απαιτούσε μια περαιτέρω προσαρμογή τους στη νέα πραγματικότητα. Για την σοσιαλδημοκρατία αυτή σημαίνει αποδοχή των νεοφιλελεύθερων δοξασιών, το σπάσιμο με την κοινωνική της βάση (συνδικάτα) και την υποταγή της στη στρατηγική της νέας τάξης. Για τα ΚΚ σημαίνει να ακολουθήσουν το δρόμο της σοσιαλδημοκρατίας.

Οι μετατοπίσεις αυτές δεν έγιναν με έναν ορισμένο τρόπο. Ένα μικρό μέρος στελεχών τόσο της σοσιαλδημοκρατίας όσο και των ΚΚ προσπάθησε να μείνει στις θέσεις του. Ήταν εκείνο που είχε τους ισχυρότερους δεσμούς με το εργατικό κίνημα ή έστω δεν είχε ταυτίσει το σοσιαλισμό με τον “υπαρκτό”. Έτσι πολλά στελέχη του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία αντέδρασαν στον Μπλερισμό, το ίδιο συνέβη και στην Ιταλία όπου ένα μέρος του ΚΚΙ δημιούργησε την Επανίδρυση δίνοντας μάλιστα και την εικόνα μια αριστερής μετατόπισης σε σχέση με την εξευτελιστική πορεία του ΔΚΑ. Στην Ελλάδα είχαμε ίσως την μοναδική περίπτωση ΚΚ που κράτησε το σκληρό του μηχανισμό και τη μισή του επιρροή αφού το εγκατέλειψαν από τα δεξιά σχεδόν όλές οι δημόσιες βεντέτες του, και από τα αριστερά η νεολαία του.

Ωστόσο οι δυνάμεις αυτές κάθε άλλο παρά μπόρεσαν να προτάξουν μια νέα στρατηγική αντεπίθεση για το εργατικό κίνημα. Περισσότερο κινήθηκαν στην ουρά του αυθόρμητου εργατικού και νεολαιίστικού κινήματος που αναπτύχθηκε σαν φυσική αντίδραση στην χωρίς όρια νεοφιλελεύθερη λαίλαπα της δεκαετίας του 90 και στη νεοταξική ιμπεριαλιστική υστερία. Η αριστερά αυτή, ενώ στην προσπάθειά της να καλύψει το κενό που άφησε ο παλιός ρεφορμισμός, απλώνει το ένα χέρι της, στην άκρα αριστερά, ειδικά την τροτσκιστική, από την άλλη δεν δείχνει καμία διάθεση να έρθει σε ρήξη με το ιδεολογικοπολιτικό φορτίο που κουβαλάει παρά την αυτοκριτική που κάνει για το παρελθόν της. Στην πραγματικότητα η αριστερά αυτή τείνει να ανανεώσει το ρεφορμισμό με νέες μορφές και στόχους, όπως τα “Κοινωνικά Φόρουμ” και το σύνθημα “ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός”. Αυτό για μας δεν είναι εξ ορισμού κακό. Στο βαθμό που το κενό αυτό δεν μπορούν να το καλύψουν οι επαναστάτες, τότε θα το καλύψει ή ένας νέος σε μορφή ρεφορμισμός ή κατευθείαν τα ιδεολογήματα και οι οργανώσεις της αστικής τάξης. Μπροστά στο φαινόμενο της δημιουργίας ενός νέου και εν μέρει αγωνιστικού ρεφορμισμού, οι επαναστάτες θα πρέπει να διαμορφώσουν με τη σειρά τους μια ενεργητική δράση. Όλα δείχνουν ότι ο νέος ρεφορμισμός μπορεί και κινητοποιεί τη νέα ριζοσπαστικοποίηση, που εμφανίστηκε στο αντιπαγκοσμιοποιητικό και αντιπολεμικό κίνημα, δημιουργώντας καινούργιες αυταπάτες, που όμως δεν διαφέρουν με το παλιό περιεχόμενο. Μ’ αυτή την έννοια είναι τελείως λάθος να πιστεύει κανείς ότι ο ρεφορμισμός κατέρρευσε μαζί με τις οργανώσεις του, και αυτό επομένως δίνει τη δυνατότητα για την εμφάνιση μιας “άλλης” αριστεράς, που θα καλύψει το κενό. Ο συλλογισμός αυτός αποτελεί και το υπόβαθρο όλων των αντιλήψεων που προσανατολίζονται σε κάποια μορφή “ανασύνθεσης” της αριστεράς ή έστω της “αντικαπιταλιστικής” αριστεράς.

Κόντρα στο Ρεύμα: Γιατί χρειαζόμαστε μια οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας (Μέρος Δ)

Οι δύο συν δύο εκδοχές της “ανασύνθεσης”

Σήμερα υπάρχουν τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς μια σειρά από εκδοχές της αριστερής “ανασύνθεσης”. Στο υπόβαθρο σχεδόν όλων των εκδοχών υπάρχει μια κοινή αντίληψη που ισχυρίζεται ότι τα “ιστορικά ρεύματα” της αριστεράς (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός, μαοϊσμός, τροτσκισμός, αναρχισμός) έχουν αποτύχει. Επομένως χρειάζεται μια νέα αριστερά, που θα προκύψει μέσα από μια υπερβατική διαδικασία ανασύνθεσης των παλιών ιστορικών ρευμάτων. Η αντίληψη αυτή εμπλουτίζεται με μια φλυαρίζουσα φιλολογία, ενάντια στην “απόλυτη αλήθεια” των γρουπούσκουλων, στο δογματισμό της αριστεράς, σε μια υπερβάλλουσα αυτοκριτική που όμως βάζει τους πάντες σε ένα σακί κλπ. κλπ. Το αστείο είναι ότι παρά το ενιαίο της επιχειρηματολογίας, παρά το ότι το παρελθόν και οι ιδεολογικές διαφορές αντιμετωπίζονται σαν κατάρα, δηλαδή με έναν καθόλου διαλεκτικό τρόπο, έχουμε ήδη 4 διαφορετικές εκδοχές της ανασύνθεσης. (Ακόμα και εδώ “διάσπαση”. Τι κακό που μας βρήκε πάλι). Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο από τη λύση που ετοιμάζονται να δώσουν οι πάσης φύσεως οπαδοί της ανασύνθεσης. Ότι στην πραγματικότητα είναι το κλασσικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα της σύγχρονης ταξικής πάλης, της επανάστασης ή της μεταρρύθμισης, ένα βαθιά ιδεολογικό πολιτικό πρόβλημα, ανεξάρτητα αν αυτό εμφανίζεται κάθε φορά σε διαφορετικές συνθήκες.

Ας δούμε όμως πως προσεγγίζουν σήμερα το όλο ζήτημα, όλες εκείνες οι τάσεις της αριστεράς που είναι έτοιμες να κάνουν χαρακίρι, αρκεί απ’ αυτό να προκύψει μια νέα μεγάλη ριζοσπαστική αριστερά. Μα την αλήθεια είναι πολύ δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς την τιμιότητα των προθέσεών τους, Είναι σίγουρα συγκινητικές.

 

Α) Η Πρωτοβουλία για τη Συσπείρωση της Αριστεράς είναι η σημαντικότερη προσπάθεια ανασύνθεσης, αφενός λόγω μεγέθους και αφετέρου γιατί περιλαμβάνει δυνάμεις που προέρχονται τόσο από την ιστορική ρεφορμιστική αριστερά (ΣΥΝ, ΑΚΟΑ, ΚΕΔΑ), όσο και από την “άκρα” αριστερά (ΔΕΑ-ΚΟΕ). Θα λέγαμε ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα γίνεται κατά τα πρότυπα της ιταλικής Επανίδρυσης, με τη διαφορά βεβαίως ότι στην Ιταλία ανάμεσα στην Επανίδρυση και την Κεντροαριστερή Ελιά δεν υπάρχει ένα ανάλογο του ΚΚΕ. Το γεγονός αυτό περιορίζει σίγουρα όχι μόνο τη μαζικότητα αλλά ενδεχομένως και την αντοχή της όλης ελληνικής προσπάθειας. Αλλά αυτό μένει να αποδειχτεί. Προς το παρόν έχει αξία να τοποθετηθεί κανείς σ’ αυτό που ήδη υπάρχει.

 

Κατά τη γνώμη μας η συγκρότηση της Πρωτοβουλίας, παρά “την διαφορετική ιδεολογική αφετηρία” των συνιστωσών της γίνεται με όρους ρεφορμιστικής ηγεμονίας. Αυτό φαίνεται χωρίς αμφιβολία από τρίαστοιχεία.

Το πρώτο είναι η ρεφορμιστική στρατηγική που διαπερνά όλη τη φιλοσοφία της κοινής διακήρυξης. Είναι χαρακτηριστικό το κομμάτι κλειδί του κειμένου που αναφέρεται στη διαδικασία από την οποία θα προκύψει η “άλλη εφικτή Ευρώπη” και που έχουμε ήδη μιλήσει σε δύο φύλλα της Εργατικής Εξουσίας (Νο 71 και 72): “Η κατάκτηση και κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας, των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ίσων για όλους τους κατοίκους των ευρωπαϊκών χωρών, είναι η διαδικασία μέσα στην οποία θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ενότητα των ευρωπαϊκών λαών και τη συγκρότηση, μετά την αναγκαία αλλαγή των σημερινών συσχετισμών σε πολιτικό και θεσμικό – συνταγματικό επίπεδο μιας “άλλης Ευρώπης”: ειρηνικής, οικολογικής, φεμινιστικής, διεθνιστικής. Μιας Ευρώπης των εργαζομένων. Μιας Ευρώπης του σοσιαλισμού. Αυτή η Ευρώπη θα είναι αποτέλεσμα της αβίαστης και ελεύθερης απόφασης και όχι καταναγκασμού των λαών της που σαν μοναδικά κυρίαρχοι οφείλουν να αποφασίζουν για το μέλλον τους”. Η αντίληψη που έχει κανείς για την κοινωνική αλλαγή δεν σχετίζεται με τις υποκειμενικές του διαθέσεις, ούτε φυσικά με το μίσος ή την ψυχραιμία του έναντι του ταξικού αντίπαλου. Σχετίζεται με τη διαλεκτική της ταξικής αντιπαράθεσης, και με τη φύση της αστικής εξουσίας που δεν έδειξε ούτε πρόκειται να δείξει καμία ανοχή σε όσους την αμφισβητήσουν. Επίσης σχετίζεται με όλα τα ζητήματα που ήδη έχουμε τοποθετηθεί γύρω από την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας που εκμηδενίζουν κάθε πιθανότητα κατάκτησης της πλειοψηφίας, μέσα από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς της “λαϊκής κυριαρχίας”. Η διακήρυξη δεν αφήνει καμία πιθανότητα, στον επαναστατικό “δρόμο” και μέσα απ’ αυτό απορρίπτει την ίδια την ταξική πάλη. Το μόνο που μας λεει είναι ότι η διαδικασία της αλλαγής περνάει αναγκαστικά μέσα από τους θεσμούς της “ λαϊκής κυριαρχίας, των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων” δηλαδή μέσα από τους θεσμούς της αστικής νομιμότητας, και όχι μέσα από το τσάκισμα του μηχανισμού εκείνου που με τα μέσα που διαθέτει έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει την κοινή γνώμη και έτσι να νομιμοποιεί “συνταγματικά και θεσμικά” την αστική εξουσία και την ταξική εκμετάλλευση. Η πρωτοβουλία δεν λεει τίποτα διαφορετικό από αυτό που έλεγε χρόνια τώρα ο ρεφορμισμός. Όλη η φιλολογία που αναπτύσσει για την προοπτική ενός “άλλου σοσιαλιστικού (;) κόσμου” παραμένει κενή περιεχομένου όχι μόνο γιατί αυτό δεν περνάει μέσα από το τσάκισμα της αστικής εξουσίας, αλλά και γιατί ο ίδιος ο σοσιαλισμός εμφανίζεται, όμως είπαμε και προηγουμένως, όχι σαν το αποτέλεσμα της όξυνσης της ταξικής πάλης, αλλά σαν “ένα οικουμενικό αίτημα, που ανταποκρίνεται στο γενικευμένο συμφέρον της ανθρωπότητας”. Εμφανίζεται απλώς σαν διακήρυξη για το απώτερο μέλλον, χωρίς να συνδέεται με την υπαρκτή ταξική αντιπαράθεση. Η μεθοδολογία αυτή δεν είναι καθόλου καινούργια, είναι ο κλασσικός ρεφορμισμός ανανεωμένος και προσαρμοσμένος στις νέες αυταπάτες που εμφανίζονται παράλληλα με το antiglobal ή alterglobal κίνημα.

Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει την πρωτοβουλία είναι τα μίνιμουμ προγραμματικά σημεία που αντιστοιχούν στη ρεφορμιστική στρατηγική της. Σίγουρα οι “επαναστάτες” της Πρωτοβουλίας θα ισχυριστούν ότι το μίνιμουμ πρόγραμμα ανταποκρίνεται σε ένα επίπεδο κοινής συμφωνίας που δεν περιορίζει όμως τις υπόλοιπες δυνάμεις να προπαγανδίζουν τις δικές τους θέσεις. Στην πραγματικότητα όμως κάθε άλλο παρά συμβαίνει αυτό. Η στάση της πρωτοβουλίας σε μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, όπως αυτά του πολέμου στο Ιράκ, της αντιτρομοκρατικής υστερίας, και της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται σαφώς μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Ο πασιφισμός και μια γενική επίκληση στην ειρήνη χωρίς μια αποφασιστική θέση για την ήττα της ιμπεριαλιστικής εισβολής έδινε στην Πρωτοβουλία ένα ρόλο διαιτητή ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις. Πουθενά δεν παίρνει μια σαφή θέση στο πλευρό της ιρακινής αντίστασης, παρά μόνο ξόρκια για τον τερματισμό της κατοχής, χωρίς να μας λεει πως θα πραγματοποιηθεί αυτό αν όχι με την συντριβή των δυνάμεων κατοχής. Η άποψη ότι η ΕΕ θα μπορούσε “να σταθεί ως ενιαίος οργανισμός απέναντι στην προκλητική βαρβαρότητα των αμερικανοβρετανικών εισβολέων και την καταπάτηση από μέρους του κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου”, δείχνει όχι μόνο τις αυταπάτες της Πρωτοβουλίας για την Ε.Ε. που σε ένα άλλο σημείο ορθά λεει ότι “πρέπει να αντιμετωπιστεί με όρους ταξικής εξουσίας”, αλλά μια διαφορετική εικόνα που καλλιεργεί για έναν πιο “δημοκρατικό” ιμπεριαλισμό που κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να παίξει και προοδευτικό ρόλο. Δικαιούμαστε να μας θυμίζει την ανάλογη σκέψη που είχε κάποτε (1941) ο σταλινισμός για τους “δημοκρατικούς συμμάχους” του ενάντια στις δυνάμεις του άξονα. Είδαμε που κατέληξε κι αυτό. Όσο τέλος για τον πυρήνα της νεοταξικής στρατηγική που είναι ο αντιτρομοκρατικός διαρκής πόλεμος, μπορεί η Πρωτοβουλία να τον αμφισβητεί διακηρυκτικά, αλλά όταν είναι να δοκιμαστεί στην πράξη τότε δεν παύει να καταδικάζει, όπως κάνει ενάντια στην ισλαμική “τρομοκρατία” ή να δίνει συγχαρητήρια στην αστυνομία για την “εξάρθρωση” της εγχώριας τρομοκρατίας.

Το τελευταίο στοιχείο αφορά τον προσδιορισμό της αριστεράς που επιζητεί η Πρωτοβουλία σαν “ριζοσπαστική αριστερά της οικολογίας, του φεμινισμού και των κοινωνικών κινημάτων”. Είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν διαταξικό προσδιορισμό, όπου εξαφανίζεται η εργατική τάξη και μαζί της η ταξική πάλη, πράγμα που είναι φυσικό επόμενο από τη στιγμή που ο σοσιαλισμός έχει γίνει “οικουμενικό αίτημα”. Αυτή η αριστερά δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι επαναστατική, αφού η “αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών” μπορεί να πραγματοποιηθεί στα πλαίσια μια “συνταγματικής – θεσμικής” διαδικασίας.

Βεβαίως η αριστερή πτέρυγα (ΔΕΑ) της Πρωτοβουλίας πιστεύει ότι ο Συνασπισμός βρίσκεται σε μια αριστερή κατεύθυνση. Δεν έχουμε λόγο να αρνηθούμε ότι η αποχώρηση των δεξιών εκσυγχρονιστών από το Συνασπισμό και η ενασχόλησή του ύστερα από χρόνια με διαδικασίες δρόμου, δίνουν μια δόση αλήθειας σ’ αυτό τον ισχυρισμό. Ωστόσο η απόσταση που χωρίζει το ρεφορμισμό από την επανάσταση δεν είναι τόσο μικρή όσο νομίζει η ΔΕΑ. Ούτε είναι απλώς ένα ζήτημα να κατεβάσουμε τους ρεφορμιστές στο δρόμο για να αλλάξουν τα μυαλά τους. Είναι προφανές ότι στη μέθοδο της ΔΕΑ για το πώς μπορεί να μετακινηθεί ο ρεφορμισμός κρύβεται μια βαθύτερη αντίληψη για το πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η κοινωνική αλλαγή: Μέσα από το βάθεμα των κοινωνικών αγώνων. Πρόκειται για ακόμα παραλλαγή του οικονομισμού και του αυθορμητισμού. Έτσι εξηγείται και η ιδεολογική και οργανωτική ελαστικότητα της ΔΕΑ έναντι του ρεφορμισμού. Πάντως το να βαπτίζει κανείς τον Συνασπισμό αντικαπιταλιστικό κόμμα, θα έχει κάποιο λόγο για να το κάνει. Θα πρέπει όμως να απαντήσει κι ο ίδιος ο Συνασπισμός στο ερώτημα αυτό. Αν πράγματι θεωρεί τον εαυτό του τέτοιο κόμμα, πότε έγινε, κι αν ήταν τέτοιο την περίοδο που συνεργαζόταν με το ΠΑΣΟΚ σε μια σειρά από δήμους και νομαρχίες της χώρας.

Υπάρχει τέλος και ένα ακόμα επιχείρημα που δικαιολογεί την Πρωτοβουλία σαν μια εκδοχή της τακτικής του ενιαίου μετώπου ανάμεσα στους ρεφορμιστές και τους επαναστάτες. Όμως το ενιαίο μέτωπο δράσης δεν έχει καμία σχέση με κοινές πολιτικές διακηρύξεις παρά μόνο με την άμεση πρακτική κοινή δράση σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα που δεν ακυρώνουν το διαφορετικό βάδισμα με τους ρεφορμιστές. Η χαρακτηριστική φράση που περιγράφει το ενιαίο μέτωπο “βαδίζουμε χώρια χτυπάμε μαζί”, έχει αντικατασταθεί με τους “κοινούς βηματισμούς” και της “αναζήτησης από κοινού απαντήσεων στα νέα προβλήματα”.

 

Β) Ίσως τη σημαντικότερη πρωτοβουλία ανασύνθεσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν πάρει μια σειρά ιστορικές οργανώσεις της τροτσκιστικής αριστεράς στην Ευρώπη με κύριους εκφραστές την Ε.Γ., το SWP της Αγγλίας και μια τάση που προέρχεται από τη CWI και που πρωταγωνιστεί πλέον στο Σκοτσέζικο Σοσιαλιστικό Κόμμα SSP. Η προσπάθεια αυτή έχει μια ιδιαίτερη αξία, αφενός γιατί προωθείται από τις κυρίαρχες δυνάμεις του ευρωπαϊκού τροτσκισμού που ύστερα από 50 χρόνια διαφορετικής διαδρομής συγκλίνουν στη βάση μιας νέας στρατηγικής για την οικοδόμηση “αντικαπιταλιστικών κομμάτων”, αφετέρου γιατί ορισμένες επιτυχίες του εγχειρήματος αυτού δημιουργούν μια “βάσιμη” εντύπωση ότι μπορεί αυτό το είδος κόμματος να καλύψει το “κενό” που αφήνει ο ρεφορμισμός και να αποτελέσει την εναλλακτική λύση για το σύστημα. Είναι πράγματι όμως βάσιμες αυτές οι ελπίδες;

 

Αν η “ενότητα” της αριστεράς σημαίνει την ενότητα των ρεφορμιστών και των επαναστατών, τότε η “αντικαπιταλιστική” αριστερά τι μπορεί να σημαίνει; Σύμφωνα με τον Αλέν Κριβίν “το αντικαπιταλιστικό κόμμα βρίσκεται σε απόλυτη ρήξη με τη ρεφορμιστική αριστερά” (Συνέντευξη στην Εποχή). Αν πράγματι είναι έτσι, τότε το αντικαπιταλιστικό κόμμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ενότητα των επαναστατών και επομένως θα έπρεπε να ταυτίζεται με το επαναστατικό κόμμα. Όμως δεν είναι ούτε αυτό. Δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: Είτε το αντικαπιταλιστικό κόμμα είναι μια ενδιάμεση πρωτότυπη κατηγορία κόμματος (ένα στάδιο;) ανάμεσα στο ρεφορμιστικό και το επαναστατικό, είτε είναι ένας νέος τύπος κόμματος που αντικαθιστά σε ιστορική κλίμακα το κόμμα νέου τύπου του Λένιν, δηλαδή το κόμμα της επαναστατικής πρωτοπορίας. Στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει καμία ξεκάθαρη απάντηση από τους συντρόφους που προωθούν αυτό το σχέδιο, αφήνοντας να πλανάται ένα νέφος γύρω από την όλη προσπάθεια, γεγονός που καθόλου τυχαία οδηγεί σε διαφορετικές εκδοχές “αντικαπιταλιστικής” ανασύνθεσης.

Κατά την ταπεινή μας γνώμη, οργανώσεις που κινούνται ενδιάμεσα του ρεφορμισμού και της επανάστασης μπορούν να υπάρξουν για μια ορισμένη μικρή περίοδο. Συνήθως εμφανίζονται σε καμπές της ταξικής πάλης οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν ανακατατάξεις στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Μιλάμε για τις κεντριστικές οργανώσεις που μπορούν να έχουν ένα μεταβατικό χαρακτήρα είτε προς την επανάσταση είτε προς το ρεφορμισμό, είτε και προς την εξαφάνισή τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επαναστατικές οργανώσεις είναι για πάντα τέτοιες, ή ότι στις ρεφορμιστικές δεν μπορούν να αναπτυχθούν τάσεις προς την επανάσταση. Οι οργανώσεις στην κίνησή τους μπορεί να υποστούν μια σειρά αλλοιώσεις, εξελίσσονται, περνάνε από δοκιμασίες, πάνε μπροστά ή υποχωρούν. Ακριβώς αυτή η διαδικασία είναι που εμφανίζει πολλά “είδη” οργανώσεων. Απ’ αυτό όμως δεν προκύπτει ότι αυτές οι οργανώσεις μπορούν να αποφύγουν το οριακό δίλημμα της εποχής μας: επανάσταση ή ρεφορμισμός. Όπως επίσης και δεν μπορούν να αποφύγουν το ιστορικό βάρος και την ιστορική συνέχεια που προκύπτει από μια σαφή ή έστω και μια ασαφή τοποθέτησή τους στο δίλημμα αυτό, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη.

Σε ένα άρθρο του ο θεωρητικός του Σκοτσέζικου SSP Murray Smith (Σπάρτακος, Νο67) σκιαγραφεί όχι μόνο τι είναι αλλά και πως προέκυψε η αναγκαιότητα για τη δημιουργία τέτοιων κομμάτων“Το σημείο εκκίνησης είναι η ποιοτική αλλαγή των παραδοσιακών εργατικών κομμάτων, η οποία διανοίγει δυνατότητες για νέα εργατικά κόμματα βασισμένα πάνω σε σοσιαλιστικές ταξικές πολιτικές”. Με άλλα λόγια η δεξιά μετατόπιση του παραδοσιακού ρεφορμισμού δημιουργεί ένα εμφανές κενό το οποίο και πρέπει να καλύψουν τα “νέα εργατικά κόμματα”. Εδώ όμως το ζήτημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο. Ενδεχομένως ο Murray Smith θέλει να πει ότι η σοσιαλδημοκρατία αλλάζει ταξική φύση, αλλά ακόμα κι αν δεν χρειάζεται να γίνουμε σχολαστικοί πάνω στο χαρακτήρα της, σίγουρα δεν είναι πια αυτός ο κλασσικός ρεφορμισμός αλλά κάτι ποιοτικά διαφορετικό από τι στιγμή που αποδέχεται τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και σπάει κάθε σχέση με τα συνδικάτα. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι κάπως έτσι συμβαίνει, δεν κατανοούμε γιατί αυτή η “ποιοτική αλλαγή” αλλάζει και τα καθήκοντα των επαναστατών. Γιατί θα πρέπει τώρα να φτιάξουμε “νέα εργατικά” και όχι επαναστατικά κόμματα; Μήπως για να συνεχίσουμε την δουλειά που έκαναν μέχρι τώρα οι σοσιαλδημοκράτες; Ο Murray Smith το παραδέχεται σχεδόν ανοικτά όταν γράφει μετά την εκλογική επιτυχία (7,5%) του SSP στις εκλογές στις 1/5/03: “Εδώ και 103 χρόνια τα βρετανικά συνδικάτα δημιούργησαν το Εργατικό Κόμμα για να υπερασπιστούν τους μισθωτούς… Σήμερα όπως αυτοί οι δεσμοί αμφισβητούνται όλο και περισσότερο. Πολλοί αγωνιστές και συνδικαλιστές ήταν υποψήφιοι με το SSP… που έχει σκοπό να γίνει ένα μαζικό αντικαπιταλιστικό κόμμα που θα μπορέσει να πάρει τη θέση του χρεοκοπημένου Εργατικού κόμματος”. (Σπάρτακος, Νο70). Να υποθέσουμε κι εμείς ότι θα πάρει τη θέση του ρεφορμισμού; Ή λάθος καταλάβαμε.

Η ανάλυση που γίνεται για την δεξιά μετατόπιση των ρεφορμιστικών μηχανισμών δεν έχει να προσθέσει τίποτα ποιοτικό από αυτά που ξέραμε μέχρι τώρα: ο ρεφορμισμός από το 1914 είναι μια αντεπαναστατική δύναμη (έχουμε ήδη μιλήσει γι’ αυτό) και δεν έγινε τέτοια το 1990. Ο ρεφορμισμός και ιδιαίτερα η σοσιαλδημοκρατία εδώ και 90 χρόνια έχει την τάση να προσαρμόζεται στις κυρίαρχες αστικά πολιτικές, για να τις διαχειριστεί στη συνέχεια. Όπως κάποτε είχε αποδεχτεί τον κεϋνσιανισμό έτσι και σήμερα κάνει το ίδιο με το νεοφιλελευθερισμό. Η τωρινή δεξιά μετατόπισή της δεν οφείλεται ακριβώς σε μια διαφορετική ποιότητα αλλά μάλλον στην παράλληλη κίνησή της με αυτή των ιμπεριαλιστικών αστικών τάξεων που πλέον οχυρώνονται πίσω από τα δόγματα της “νέας τάξης” και της προληπτικής αντεπανάστασης. Είναι αλήθεια βεβαίως ότι ο παλιός ρεφορμισμός ακολουθώντας αυτή την πορεία ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο στα μάτια των εργαζομένων με το νεοφιλελευθερισμό. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλα αυτά δεν είναι απλώς κάποιες επιλογές των ρεφορμιστικών ηγεσιών που βρίσκουν τη σθεναρή αντίδραση της “αντικαπιταλιστικής” τους βάσης. Επαναλαμβάνουμε ότι οφείλεται σε έναν δυσμενή ταξικό συσχετισμό που προήλθε από την πτώση του “υπαρκτού” και την σκληρή καπιταλιστική επίθεση στις δεκαετίες του 80 και του 90 και την αδυναμία της εργατικής τάξης να τη σταματήσει. Αυτή η αδυναμία βεβαίως οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις προδοτικές της ηγεσίες (και του σταλινισμού). Ωστόσο η ήττα έφερε με τη σειρά της μια ορισμένη απογοήτευση όχι μόνο στις αγωνιστικές διαθέσεις της βάσης αλλά και στα οράματά της. Αυτό επέτρεψε στις ρεφορμιστικές ηγεσίες να στραφούν ακόμα πιο δεξιά. Σίγουρα ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τους βάσης δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι τη στροφή αυτή, αλλά οι επιφυλάξεις της επεκτείνονται σε όλους όσους μιλάνε για μια “άλλη σοσιαλιστική ή κομμουνιστική κοινωνία”. Αυτό οφείλεται στην κυριαρχία των αστικών ιδεολογημάτων που μπήκαν σφήνα στις αναζητήσεις της εργατικής βάσης για να δώσουν τις δικές τους ερμηνείες για τα γεγονότα και για την συμπεριφορά, όχι μόνο των τωρινών ηγετών τους αλλά και των εν δυνάμει αντικαταστατών τους. Επομένως οι επαναστάτες συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ολόκληρο πλήθος ιδεοληψιών που πολλές φορές είναι πολύ χειρότερες από τις κλασσικές ρεφορμιστικές αυταπάτες. Όπως και να χει όμως, οι αυταπάτες ζουν και βασιλεύουν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πράγματι δημιουργείται ένα κενό αντιπροσώπευσης των νέων ρεφορμιστικών αυταπατών, που αναπτύσσονται πλάι στη νέα άνοδο του κινήματος που είχαμε τα τελευταία 8 χρόνια. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο αυτές οι αυταπάτες να βρουν μια οργανωμένη έκφραση. Έχουμε όμως την άποψη ότι αυτό δεν είναι δική μας δουλειά.

Οι οπαδοί της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης ενώ στα λόγια διαφοροποιούνται, στην πράξη υιοθετούν μια εντελώς γραμμική και σταδιακή αντίληψη για το κόμμα. Το κάνουν αυτό ξεκινώντας καταρχήν από μια εντελώς απλοϊκή αντίληψη για το κίνημα. Σκέφτονται κάπως έτσι: Ο ρεφορμισμός πάει δεξιά, ο κόσμος μένει στη θέση του ή ριζοσπαστικοποιείται αφού πλέον απελευθερώνεται από τους ρεφορμιστικούς μηχανισμούς, εμείς μπορούμε να καλύψουμε το κενό. Να πως περιγράφει την όλη διαδικασία ο John Rees από το SWP για να συμφωνήσει αμέσως μαζί του ο Murray Smith: “Με πολλούς τρόπους η ρεφορμιστική συνείδηση της εργατικής τάξης έχει παραμείνει αξιοσημείωτα σταθερή από την εποχή του 1970. Αλλά ο κατεστημένος ρεφορμισμός δεν μπορεί πλέον να είναι φορέας αυτών των προσδοκιών… Μια μειοψηφία έχει αρχίσει την αναζήτηση νέας πολιτικής στέγης. Καθώς το προσπαθούν, ακόμη κι αν ξεκινούν από μια παραδοσιακή ρεφορμιστική συνείδηση, το γεγονός ότι η παραδοσιακή οργανωτική δομή υποδοχής γι’ αυτή τη συνείδηση δεν είναι πια επαρκής, τους αναγκάζει να αντλήσουν πιο αριστερά συμπεράσματα”.(Σπάρτακος, Νο67) Η φράση κλειδί είναι “τα πιο αριστερά συμπεράσματα”. Πόσο δηλαδή; Αν αυτά είναι “πιο” πολλά θα φτάσουν κάποτε να γίνουν επαναστατικά; Δεν αμφιβάλουμε ότι ένα μικρό τμήμα του προλεταριάτου και ιδιαίτερα της νεολαίας του εμφανίζεται με μια “πιο αριστερή” διάθεση. Αυτό εκφράζεται ακριβώς με τις τελευταίες κινητοποιήσεις. Πράγματι αυτό είναι ένα καλό έδαφος. Όμως η επαναστατική συνείδηση δεν έρχεται σιγά σιγά. Απαιτεί σίγουρα επαναστατικά γεγονότα, αλλά πάνω απ’ όλα απαιτεί επαναστατικές οργανώσεις, που θα στρατολογήσουν στην επαναστατική στρατηγική. Η επαναστατική συνείδηση απαιτεί λοιπόν και μια ρήξη με κάθε άλλη “συνείδηση” ακόμα και με το “ταξικό ένστικτο” που αναπτύσσεται αυθόρμητα μαζί με την κινητοποίηση. Έχουμε όμως την αίσθηση ότι η προσπάθεια της “αντικαπιταλιστικής” ανασύνθεσης μένει στα μισά του δρόμου. Απλώς προσαρμόζεται στις αυθόρμητες αγωνιστικές διαθέσεις, θέλοντας να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο σταθμό, ανάμεσα στην ρεφορμιστική και την επαναστατική συνείδηση. Ένα σταθμό που λέγεται αντικαπιταλιστικό κόμμα που δεν θα εκφράζει παρά την αντικαπιταλιστική συνείδηση του κινήματος. Ρωτάμε λοιπόν: γιατί να μην κερδίσουμε κατευθείαν σε ένα επαναστατικό κόμμα που να παλεύει για τη σοσιαλιστική επανάσταση και την εργατική εξουσία; Η απάντηση είναι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει τώρα γιατί δεν θα μπορέσουμε να καλύψουμε το τεράστιο κενό και επομένως θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε ένα τύπο κόμματος που να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες και στο σημερινό επίπεδο αυτού του κόσμου. Οδηγεί όμως ένα τέτοιο κόμμα, στο επαναστατικό κόμμα; Ή μήπως λειτουργεί απλώς σαν ένας σταθμός για να ανασυγκροτηθεί στη συνέχεια ένας νέος ρεφορμισμός;

Και τι είναι επιτέλους αυτά τα “αντικαπιταλιστικά” κόμματα;

Ο Murray Smith πιστεύει ότι “το φαινόμενο της ανάδειξης νέων κομμάτων ή συμμαχιών δεν ταιριάζουν στις κλασικές ρεφορμιστικές ή επαναστατικές κατηγορίες… δεν είναι χημικώς καθαρά επαναστατικά κόμματα, αλλά είναι ικανά να εξελιχθούν”. (Σπάρτακος, Νο67). Μάλιστα “το πιο θεαματικό παράδειγμα” που φέρνει “είναι ίσως η πρόσφατη εξέλιξη της ιταλικής Κομμουνιστικής Επανίδρυσης”. Πραγματικά πιο αποτυχημένο παράδειγμα δεν θα μπορούσε να φέρει. Ακόμα κι αν η άποψη αυτή διατυπώνεται στα μέσα του 2002, τα ίδια τα γεγονότα έρχονται να διαψεύσουν ολοκληρωτικά την εκτίμηση για την εξέλιξη της Επανίδρυσης μόλις ένα χρόνο αργότερα, όταν το κόμμα αυτό δηλώνει δια του ηγέτη του ότι θα συμμετάσχει σε συγκυβέρνηση με την Ελιά. “Σήμερα υπό το βάρος των πραγματιστικών επιδιώξεων της πλειοψηφούσας τάσης που προέρχεται από το ΚΚ Ιταλίας (που εκφράζει τα συμφέροντα τομέων της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, στελεχών της τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικά στελεχών των οποίων τα προνόμια εξαρτώνται από το πολιτικό σύστημα και την “εκλογιμότητα” τους σε διάφορες θέσεις) κατευθύνεται για άλλη μια φορά προς ένα κεντροαριστερό κυβερνητικό συνασπισμό με τους Δημοκράτες της Αριστεράς” (Από τη Συνδιάσκεψη της ΟΚΔΕ, 12/03). Όμως από τότε ήταν γνωστό ότι η Επανίδρυση μαζί με τα υπόλοιπα πρώην και νυν ΚΚ εκτός του ελληνικού συζήταγε για τη δημιουργία του Κόμματος της ευρωπαϊκής αριστεράς, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους, μαζί και όσους επί χρόνια έθεσαν τους εαυτούς τους στο πλευρό της “αντικαπιταλιστικής” Επανίδρυσης. Δεν ήμασταν πάντως εμείς οι πυθίες που προανήγγειλαν την εξέλιξή της, και φυσικά δεν ευθυνόμαστε γι’ αυτήν. Ας είναι.

Δύο άλλα στελέχη της Ε.Γ., (Alan Thornett, Mandy Baker) στο ίδιο μήκος κύματος μιλώντας για την Αγγλία θεωρούν ότι “τα καθήκοντα σήμερα είναι διαφορετικά. Ταυτόχρονα με την πάλη για την επαναστατική αλλαγή χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα φορέα που θα μπορεί να δώσει πραγματική πολιτική έκφραση σε εκείνους που είναι πολιτικά παροπλισμένοι στην αριστερά του κόμματος των Εργατικών. Αυτό σημαίνει την δημιουργία ενός πλατιού, πλουραλιστικού, δημοκρατικού και σοσιαλιστικού κόμματος”… “με ευθύνη να καταπιαστεί με όλο το φάσμα των πολιτικών ζητημάτων και με τη στόχευση να δημιουργήσει μια πολιτική εναλλακτική επιλογή στον μπλαιρισμό και σε ότι αυτός αντιπροσωπεύει”… “Δεν κάνουμε λόγο για ένα επαναστατικό κόμμα. Αυτό είναι για το μέλλον”… “Σ’ αυτό το στάδιο μιλάμε για ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα βασισμένο σ’ ένα πρόγραμμα δράσης για την υπεράσπιση της εργατικής τάξης και με στόχο να δημιουργήσει μια πλατιάς στήριξης εναλλακτική επιλογή στον μπλαιρισμό”.(Σπάρτακος, Νο 67, σελ. 37-8) Εδώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Είναι να απορεί κανείς γιατί μέχρι το 1990 έπρεπε (;) να χτίζουμε επαναστατικά κόμματα, και μετά την δεξιά μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας, πρέπει να χτίσουμε πλατιά πλουραλιστικά κόμματα, αφήνοντας τα άλλα για το μέλλον. Σύμφωνα με το σκεπτικό των εγγλέζων συντρόφων της Ε.Γ. οι “παροπλισμένοι της αριστεράς των Εργατικών” δεν θα έμπαιναν σε ένα επαναστατικό κόμμα προφανώς γιατί δεν είναι επαναστάτες. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς επιδιώκουν αυτοί οι άνθρωποι. Μήπως την ανασυγκρότηση του παλιού “καλού” εργατικού κόμματος; Τελικά ένα κόμμα σε ποια βάση οικοδομείται; Στη βάση μιας συγκυριακής μάχης, όπως πχ, μια εναλλακτική στον μπλαιρισμό, ή στη βάση μιας ιστορικής μάχης πχ. της σοσιαλιστικής επανάστασης και της κατάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη; Εδώ οι σύντροφοι της Ε.Γ. μεταθέτουν ξαφνικά τo επαναστατικό κόμμα για το μέλλον, στο βωμό μιας πρόσκαιρης συμμαχίας με τους “παροπλισμένους εργατικούς”, παρά που αυτό πρέπει να γίνει “ταυτόχρονα με την πάλη για την επαναστατική αλλαγή”. Τελικά πιο είναι το πιο σημαντικό, μια ομπρέλα για τους παροπλισμένους, ή ένα κόμμα για την επαναστατική αλλαγή; Προφανώς το πρώτο. Και ενώ μας λένε ότι η συγκυρία μπορεί να αλλάξει τα άμεσα καθήκοντά μας, στο τέλος αυτό αφορά μάλλον μια… ιστορική προοπτική:

 

“Ο τρόπος με τον οποίο –η άκρα αριστερά- θα ανταποκριθεί τα επόμενα λίγα χρόνια στην οικοδόμηση πλατιών πλουραλιστικών κομμάτων θα καθορίσει το μέλλον και το ρόλο της αριστεράς για μια μακρά περίοδο των χρόνων που μας έρχονται”. (Σπάρτακος, Νο 67, σελ. 39)

 

Όλα δείχνουν ότι το επαναστατικό κόμμα δεν είναι απλά “για το μέλλον”. Το πιθανότερο είναι ότι… πήγε περίπατο.

Όμως από το σκεπτικό αυτό δημιουργούνται και νέες απορίες. Λένε ότι το “πλατύ κόμμα” βασίζεται σε “ένα πρόγραμμα δράσης για την υπεράσπιση της εργατικής τάξης”. Αυτό τι σημαίνει; Ότι ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να έχει ένα πρόγραμμα δράσης; Τι είναι, απλώς μια ομάδα σοσιαλιστικής προπαγάνδας; Οι σύντροφοι αυτοί δεν έχουν μόνο μια λάθος άποψη για το τι κόμμα χρειαζόμαστε σήμερα, αλλά και μια πλήρη σύγχυση για το τι πραγματικά είναι ένα επαναστατικό κόμμα. Επίσης από το όλο σκεπτικό τους προκύπτει ότι μέχρι το 1990 η σοσιαλδημοκρατία είχε (;) ένα τέτοιο πρόγραμμα και στην συνέχεια το εγκατέλειψε. Στην πραγματικότητα η σοσιαλδημοκρατία δεν διέθετε ποτέ ένα “πρόγραμμα υπεράσπισης της εργατικής τάξης”, αλλά ένα συνεπές πρόγραμμα ταξικής συνεργασίας. Από την άλλη, για τους επαναστάτες το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ να δημιουργήσουν ένα κόμμα καθαρής επαναστατικής προπαγάνδας. Ναι μεν το κόμμα συγκροτείται στη βάση της επανάστασης, αλλά η δράση του βασίζεται σ’ ένα μεταβατικό πρόγραμμα διεκδικήσεων που ξεκινάει από τα καθημερινά και άμεσα προβλήματα της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων. Η επαναστατική πολιτική συνίσταται ακριβώς σ’ αυτό (πρόγραμμα “γέφυρα” προς τη σοσιαλιστική επανάσταση) κι όχι γενικά σε μια πολιτική καθαρών αρχών. Αυτή ήταν μια θεμελιακή διαφορά με το ρεφορμισμό, αλλά και με το σεχταρισμό. Η άμεση πάλη για τους επαναστάτες είναι συνδεδεμένη (υποσύνολο) με την ιστορική πάλη, γι’ αυτό και το πρόγραμμά μας είναι μεταβατικό (όχι μίνιμουμ) και η μέθοδός μας είναι η διαρκής επανάσταση.

Αυτό το πλατύ “πρόγραμμα δράσης” είναι μεταβατικό; Ρίχνει “γέφυρες” στη σοσιαλιστική επανάσταση ή αντιλαμβάνεται την όλη διαδικασία μέσα από μια σειρά αυτόνομων σταδίων; Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για το δεύτερο: Πρώτα ο Μπλαιρισμός και τα άμεσα εργατικά δικαιώματα, μετά κάτι άλλο και στο τέλος ο σοσιαλισμός. Μια ανάλογη φιλοσοφία υπάρχει και για τη διαδικασία οικοδόμησης του κόμματος: Πρώτα ένα “πλατύ, πλουραλιστικό”, και “στο μέλλον” το επαναστατικό κόμμα. Δεν αμφιβάλουμε για τις αγαθές προθέσεις των συντρόφων. Θα έχουν ακούσει εν τούτοις “ότι και ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις”.

Πέρα όμως από τον τρόπο που θέλει να χτίσει κανείς ένα κόμμα, πέρα από το πως αυτοτοποθετείται ανάμεσα στις “κλασσικές κατηγορίες”, και πέρα από τα “κενά” που θέλει να καλύψει, είναι αναγκασμένος να μιλήσει και για την ταμπακέρα. Εδώ έχουμε πραγματική αποκάλυψη! Στις 11/11/03 στο Παρίσι έγινε η συνδιάσκεψη της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (ΕΑΑ), με τη συμμετοχή 14 κομμάτων. Από εκεί προέκυψε και η διακήρυξή της για τις επερχόμενες ευρωεκλογές. Η διακήρυξη αυτή δυστυχώς είναι γροθιά στο στομάχι για όσους θεωρούν ότι “τα μαζικά αντικαπιταλιστικά κόμματα που θέλουμε να οικοδομήσουμε δεν απέχουν παρασάγγες από την αντίληψή μας για το επαναστατικό κόμμα” (Από τη Συνδιάσκεψη της ΟΚΔΕ). Η αντιπαράθεση στο Ευρωσύνταγμα γίνεται από τη σκοπιά ενός τσούρμου δημοκρατικών αυταπατών. Θαυμάστε “αντικαπιταλιστική” σκέψη: “Η αυστηρή επιλεγμένη Συντακτική Επιτροπή, υποκατέστησε μια αληθινή συντακτική διαδικασία, βασισμένη σε μια εντολή που θα πήγαζε από την κυριαρχία των λαών της Ευρώπης. Πρόκειται για μια ρήξη με όλη την κοινοβουλευτική παράδοση που καθιερώθηκε από τις δημοκρατικές επαναστάσεις ήδη από το 17ο και 18ο αιώνα! Αντί για μια κοινωνική Ευρώπη που μας υποσχέθηκαν, επιβάλλεται μια “Ευρώπη Μεγάλη Δύναμη”. Λες και το έγραψε ο Παπαγιαννάκης είναι. Δηλαδή το ζήτημα για την ΕΑΑ, ποιο είναι ακριβώς; Ότι η συντακτική διορίστηκε αντί να εκλεγεί κατευθείαν από το λαό. Κι αν εκλεγόταν δηλαδή ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Μήπως καλύτερο; Οι επαναστάτες εδώ σε ρόλο υπερασπιστή της καθαρόαιμης αστικής δημοκρατίας του 17ουαιώνα. Και τι επαναστάτες; Τέτοιοι που παριστάνουν και τους ξεγελασμένους (προφανώς τώρα μιλάνε με τη γλώσσα των μαζών), που πίστεψαν σε μια “κοινωνική Ευρώπη” και τους προέκυψε μια “Μεγάλη δύναμη”. Αχ, κακό που μας βρήκε πάλι! Για να δώσουν παρακάτω ακόμα μια ευκαιρία στους ιμπεριαλιστές να ξαναγίνουν “δημοκράτες” όπως οι προπαπούδες τους του 17ου και 18ου αιώνα: “Λέμε όχι σε αυτό το Σύνταγμα της Ε.Ε και σε αυτή τη νεοφιλελεύθερη Ένωση”. Τι σημαίνει τώρα αυτό. Ότι θα μπορούσαμε να πούμε και ναι σε ένα “άλλο Σύνταγμα αυτής της Ε.Ε.” ή σε μια μη νεοφιλελεύθερη Ε.Ε.; “Give peace a chance…”

Η κριτική στη σοσιαλδημοκρατία θυμίζει παραπλανημένο πασόκο που κατάλαβε περί τίνος πρόκειται το 2000: “Στο όνομα του μικρότερου κακού, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, έκαναν γαργάρα το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα των Ευρωπαίων εργοδοτών και την όλο και πιο οπισθοδρομική εξέλιξη της Ε.Ε. εφαρμόζοντας το στην κυβέρνηση, αποθαρρύνοντας τον κόσμο της εργασίας και το συνδικαλιστικό κίνημα, ενώ αυτά τα ίδια έγιναν βαθύτατα αναξιόπιστα χάνοντας την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων. Όλα αυτά μας οδηγούν να αρνούμαστε να μπούμε σε μια κυβέρνηση μαζί με τη σοσιαλδημοκρατία πάνω στη βάση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος”. Δηλαδή σύντροφοι στη βάση ενός “άλλου” προγράμματος θα συμμετείχατε σε κυβέρνηση με τη σοσιαλδημοκρατία; Εδώ πρέπει να δώσετε ξεκάθαρη απάντηση! Επιπλέον, αν η σοσιαλδημοκρατία δεν το “έκανε γαργάρα” και δεν “αποθάρρυνε τον κόσμο της εργασίας”, και δεν … “έχανε την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων”, τότε τι άλλο θα κάνατε σύντροφοι “αντικαπιταλιστές”, εκτός που θα συμφωνούσατε να “μπείτε σε μια κυβέρνηση μαζί με τη σοσιαλδημοκρατία”; Μήπως αν τελικά η σοσιαλδημοκρατία γινόταν όπως παλιά, όπως δηλαδή την ήξεραν οι “παροπλισμένοι” βετεράνοι της, μήπως λέμε, θα γέμιζε ξανά το κενό που θέλετε να καλύψετε εσείς; Μήπως τότε θα έπρεπε να σκεφτείτε να το καλύψετε μαζί; Δηλαδή να μπείτε μέσα. Αν και για κάποιους σαν τον Murray Smith δεν θα ήταν και η πρώτη φορά. Εκεί ήταν μια ζωή. Και μην μας πούνε τώρα ότι τα παραλέμε. Απλώς συνεχίζουμε το σκεπτικό της διακήρυξης. Δεν είμαστε εμείς που λέμε για την “οπισθοδρόμηση της Ε.Ε.”. Να μας πούνε τώρα, πότε η Ε.Ε. πήγε μπρος. Άντε γιατί και η υπομονή με τις μπουρδολογίες έχει τα όριά της. Ούτε είμαστε εμείς που αφήνουμε ανοικτό το παράθυρο για μια “άλλη” σοσιαλδημοκρατία. Η διακήρυξη τελειώνει με ένα απίστευτο προγραμματικό αυτοπεριορισμό των “αντικαπιταλιστών”: “Να εμπλακούμε συλλογικά στη μάχη σε αυτές τις εκλογές στη βάση των θεμελιωδών διεκδικήσεων του κοινωνικού κινήματος που έχουν προκύψει μέσα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ”. Μάλιστα. Όλος ο αντικαπιταλισμός κρύβεται πίσω από τα βρακιά του φόρουμ. Είναι σχεδόν εξοργιστικό να ακούς τη μια να λένε ότι είναι η αριστερά των Φόρουμ και μετά στη διακήρυξή τους να λένε ότι δεν πάνε βήμα πέρα από τις “θεμελιώδεις διεκδικήσεις” των Φόρουμ. Και γιατί παρακαλούμε; Ποιος τους αφαιρεί το δικαίωμα να πάνε πιο πέρα. Ας αφήσουν τις ευγένειες παρά πέρα, κι ας βρουν καλύτερες δικαιολογίες για την προγραμματική αυτή κατάντια. Παρακάτω είναι σαφέστατοι: “Το σχέδιό μας αντικατροπτίζει δυνάμεις που εμπνέουν το κοινωνικό κίνημα: αντικαπιταλιστικές και οικολογικές, αντιιμπεριαλιστικές και αντιπολεμικές, φεμινιστικές και κινήματα πολιτών, αντιρατσιστικές και διεθνιστικές”. Όλα μαζί. Τι σύνθεση! Μοιάζει με αριστούργημα του σουρεαλισμού. Και αφού παραθέσουν το γνωστό μίνιμουμ πρόγραμμα, μας λένε και το εξής απίστευτο: “Για να πραγματοποιηθούν αυτοί οι κοινωνικοί στόχοι πρέπει να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της αντικατάστασης της ιδιωτικής από την κοινωνική περιουσία”. Είναι αυτή η “καθαρή θέση υπέρ της απαλλοτρίωσης του κεφαλαίου” που λεει το 15ο Συνέδριο της Ε.Γ. για να είναι εντάξει και με το … σοσιαλισμό. Για το πως θα πραγματοποιηθεί με τη σειρά της αυτή η “αντικατάσταση” δεν ακούμε κιχ. Μήπως με ένα “άλλο Σύνταγμα”; Τα θεμελιώδη ζητήματα της επαναστατικής στρατηγικής, για την αντικαπιταλιστική αριστερά λύνονται με μαγικές λεξούλες, ενταγμένες μέσα σε αλλοπρόσαλλες προτάσεις. Είναι πραγματικά δύσκολο να συνεχίσει κανείς την κριτική σε αυτό το πλατσούρισμα από ανοησίες. Εκτός από πολιτικές διαφορές έχουμε και διαφορά ύφους. Έχουμε την αίσθηση ότι το ύφος αυτό μυρίζει μαρξισμό των σαλονιών. Μήπως μας ξεγελάει η όσφρησή μας;

Συγκρίνοντας τη διακήρυξη της ΕΑΑ με αυτή της Πρωτοβουλίας (ΣΥΝ, ΑΚΟΑ, ΔΕΑ, ΚΕΔΑ, ΚΟΕ κλπ.) δύσκολα θα βρει κανείς μια σημαντική διαφορά. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ηγετικά στελέχη της Ε.Γ. αλληθωρίζουν προς τα κει, παρά τις ενστάσεις των ελλήνων συντρόφων τους. Πως αλλιώς η κεντρική εκδήλωση για την ΕΑΑ οργανώνεται από τα μέλη της Πρωτοβουλίας (εκτός ΣΥΝ) και όχι από την ΟΚΔΕ; Βεβαίως δεν είμαστε εμείς που θα ασχοληθούμε με τις οργανωτικές αλχημείες της όλης υπόθεσης. Μας ενδιαφέρει μόνο το πολιτικό περιεχόμενο, και σ’ αυτό δεν θα αφήσουμε να περάσει τίποτα απαρατήρητο.

Γ) Η Αντικαπιταλιστική Συμμαχία του ΣΕΚ δεν είναι μόνο μια εκλογική τακτική της εν λόγω οργάνωσης. Στο υπόβαθρό της βρίσκεται μια ανάλογη σκέψη με αυτή που περιρράψαμε προηγουμένως. Για την ηγεσία του ΣΕΚ τα πράγματα είναι “φανταστικά”: Ο κόσμος πάει αριστερά, σπάει από τους παλιούς ρεφορμιστικούς μηχανισμούς, δημιουργεί το αντικαπιταλιστικό κίνημα και εμείς πρέπει να του προσφέρουμε τις ανάλογες δομές για να εκφράσουμε και να οργανώσουμε τη διάθεσή του “από τα κάτω”. Το ΣΕΚ βαπτίζει καταχρηστικά το antiglobal κίνημα “αντικαπιταλιστικό”, και στη συνέχεια τρέχει να το καρπωθεί. Δυστυχώς τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Έχουμε ήδη μιλήσει γι’ αυτό προηγουμένως.

Ποια όμως είναι η διαφορά της παρέμβασης του ΣΕΚ σε σχέση με τις υπόλοιπες πρωτοβουλίες ανασύνθεσης; Εδώ λανσάρεται, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, μια εκδοχή ανασύνθεσης “από τα κάτω”. Δεν θεωρεί ακριβώς ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο “αντικαπιταλιστικό κόμμα”. Αρκεί που υπάρχει το…ΣΕΚ. Στην πραγματικότητα όμως όλη η προσπάθεια είναι να χτιστεί ένα νέο μόρφωμα (αφήνοντας έτσι το ΣΕΚ για το μέλλον) που θα “οργανώνει την αντικαπιταλιστική διάθεση” και αυτό είναι η “Συμμαχία”. Σε αυτό το σημείο η προσπάθεια αυτή δεν διαφέρει από την ευρύτερη της “ανασύνθεσης”. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, το βασικό δεν είναι ένα επαναστατικό κόμμα, αλλά να εκφραστεί το κίνημα, να καλυφθεί το κενό, να δημιουργηθούν οργανισμοί και κόμματα που θα οργανώσουν τον αγώνα. Η “καινοτομία” του ΣΕΚ είναι ότι προτείνει μια οργάνωση “από τα κάτω” σε αντίθεση με το Φόρουμ και τα μέτωπα οργανώσεων που είναι… “από τα πάνω”. Το “από τα πάνω” είναι μια φόρμουλα που τσουβαλιάζει κάθε οργάνωση ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της. Για το ΣΕΚ ότι είναι “από τα πάνω” είναι κακό. Δεν καταλαβαίνουμε όμως γιατί πρέπει να εξαιρεί από αυτόν τον κανόνα τον εαυτό του. Μήπως το ΣΕΚ αυτό καθαυτό είναι δημιούργημα “από τα κάτω”; Στο σημείο αυτό το ΣΕΚ γλύφει τις πιο καθυστερημένες αυταπάτες της “κοινής γνώμης” που έχει μια ορισμένη εντύπωση για τις οργανώσεις, και οι οποίες σε τελική ανάλυση βάζουν πάνω από την οργάνωση την αυτονομία του ατόμου. Όμως οι οργανώσεις είναι μια κατάκτηση του εργατικού κινήματος και των καταπιεσμένων και είναι άξιο απορίας τι ακριβώς επιδιώκει η ηγεσία του ΣΕΚ αναπαράγοντας τέτοια χονδροειδή λάθη. Φυσικά αυτό είναι μια σκέτη κουτοπονηριά, προκειμένου να εξασφαλίσει με οργανωτικά τερτίπια την ηγεμονία του στη Συμμαχία που φτιάχνει με τον εαυτό του. Πρέπει όμως να δώσει και ορισμένες εξηγήσεις για τις συμμαχίες που κάνει με ορισμένες προσωπικότητες σαν τον Λυναίο που κάθε λίγο εκθειάζει τον Α, Παπανδρέου, ή σαν κάποιον καθηγητή που εμφανιζόταν να στηρίζει τη Συμμαχία για να δηλώσει λίγο αργότερα ότι θα ήθελε να είναι υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά του να αποφύγει το ρεφορμισμό “από τα πάνω” το ΣΕΚ υποκύπτει στον ρεφορμισμό και τις μικροαστικές αυταπάτες “από τα κάτω”. Αυτά παθαίνει κανείς όταν έχει ταυτίσει τη ρεφορμιστική συνείδηση με τους μηχανισμούς που την αντιπροσωπεύουν, ενώ παράλληλα θεωρεί την εργατική τάξη, το κίνημα και όλο τον “κόσμο” αγιασμένους με… “καταπληκτικές διαθέσεις”. Τόσο “καταπληκτικές” που ταυτίζονται με τις δικές του.

Όμως, πόσο διαφέρει με το σκεπτικό των υπολοίπων; Όταν η Ευρωπ. Αντικαπιταλιστική Αριστερά δηλώνει ότι “δεν διαφέρει από την κοινωνική αριστερά, είναι στρατευμένη σ’ αυτή”, τι άλλο κάνει παρά να ταυτίζει τον εαυτό της με το κίνημα, για να περιορίσει στη συνέχεια τα καθήκοντα της σ’ αυτό που τάχα “αντικατροπτίζει τις διαφορετικές δυνάμεις που εμπνέουν το κοινωνικό κίνημα”;

Για το ΣΕΚ (αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό και για την ΕΑΑ), τα προβλήματα της ταξικής πάλης αντιμετωπίζονται σαν προβλήματα δομών. Πιστεύουν ότι αν δημιουργηθούν εναλλακτικές δομές τότε το κίνημα θα σπάσει από την ιδεολογική επιρροή του ρεφορμισμού. Δεν είναι τυχαίο που το ΣΕΚ, έχει εξαφανιστεί μέσα στις “πρωτοβουλίες” του. Από την Πράγα 2000, στη Γένοβα 2001, στη συνέχεια την Πρωτοβουλία για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ και τέλος στη Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο και την εκλογική Αντικαπιταλιστική Συμμαχία. Η προσδοκία σίγουρα θα ήταν ότι ανοίγοντας τις δομές θα έρθει και ο κόσμος. Δυστυχώς η πραγματικότητα διέψευσε οικτρά τους εμπνευστές αυτής της καινοτόμου ανοησίας. Όχι μόνο δεν ήρθε περισσότερος κόσμος στα μπλοκ των “Συμμαχιών”, όχι μόνο δεν άντλησε από αυτόν τον “εκπληκτικό κόσμο” παρά μόνο 0,1% αλλά κατάφερε αφού πρώτα υποβάθμισε κάθε πολιτικό περιεχόμενο να μετατρέψει τα ολιγομελή του μπλοκ σε τσίρκο, φωνάζοντας μέσα σε μια κακόφωνη οχλαγωγία ότι πιο γελοίο σύνθημα έχει ακουστεί τα τελευταία 30 χρόνια. Όλα αυτά τα κατορθώματα της ηγεσίας του ΣΕΚ δεν είναι και πολύ διαφορετικά από τα αντίστοιχα των υπολοίπων. Τα συνθήματα που ακούγονται από τις οργανώσεις που συμμετέχουν στο φόρουμ πλην ελαχίστων περιπτώσεων είναι σχεδόν τα ίδια, με μια διαφορά στις νότες: “Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός”, “οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη” κλπ. “Μια ματιά στα κείμενα της Συμμαχίας Σταματήστε τον Πόλεμο” θα μας αποδείξει ότι η κίνηση αυτή δύσκολα διαχωριζόταν πολιτικά από τις απόψεις του Ελ. Κοιν. Φόρουμ” επιβεβαιώνει άρθρο στον Σπάρτακο (2/04, Νο 73) Υπάρχει βεβαίως μια σημαντικότατη διαφορά. Ότι στα μπλοκ του Φόρουμ βαδίζουν κατά καιρούς μερικές χιλιάδες ενώ στις “από κάτω” πρωτοβουλίες του ΣΕΚ μερικές δεκάδες. Αυτό κάνει τη δεύτερη προσπάθεια εντελώς ανεκδιήγητη.

Εν τούτοις, τόσο για το ΣΕΚ όσο και για το μεγαλύτερο κομμάτι της υπό “ανασύνθεση” αριστεράς, αυτό που κυριαρχεί είναι η απόλυτη υποταγή στον κινηματικό αυθορμητισμό. Ο καθένας βεβαίως το αποκαλύπτει με τον τρόπο που ξέρει καλύτερα. Αλλά η λογική παραμένει η ίδια, με μόνη διαφορά τον οργανωτικό κρετινισμό της ηγεσίας του ΣΕΚ που το οδηγεί στην ακόμα μεγαλύτερη αυτοαπομόνωσή του.

Δ) Γύρω από τις δυνάμεις του ΜΕΡΑ (ΝΑΡ, ΕΕΚ) και της ΑΡιστερής ΑΝασύνθεσης (Αρ. Συσπειρώσεις + Αρ. Κίνηση Πάτρας) δημιουργείται ένας ακόμα πόλος “ανασύνθεσης”. Η φιλοσοφία αυτής της προσπάθειας που ξεκίνησε από το Γενάρη με τη συγκέντρωση στο Μαχ δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις προηγούμενες. Η ενότητα αυτή τη φορά της “ριζοσπαστικής αριστεράς” θα είναι ένα “κρίσιμο βήμα”.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία βρίσκεται στην αρχή και θα ήταν αρκετά πρόωρο να βγάλει κανείς ένα τελικό συμπέρασμα. Ωστόσο οι οργανώσεις που καλούν στη δημιουργία του πόλου δεν είναι καθόλου καινούργιες. Τόσο το ΝΑΡ όσο και οι Συσπειρώσεις εδώ και 10 χρόνια πρωταγωνιστούν σε διάφορες πρωτοβουλίες γύρω από την πιθανότητα μιας συσπείρωσης της “ριζοσπαστικής” αριστεράς. Κατά τη γνώμη μας η νέα αυτή προσπάθεια έρχεται να επιχειρήσει για ακόμα μια φορά τον ίδιο στόχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κατά ανάγκη θα έχει την ίδια κατάληξη, αλλά δεν είναι καθόλου χρήσιμο οι εμπνευστές του όλου σχεδίου να παρουσιάζονται εκτός των άλλων και σαν… “καινοτόμοι”. Σίγουρα οι γοργές εξελίξεις στο κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ποντάρει σε μια πιο light “αντικαπιταλιστική” ανασύνθεση με ή χωρίς τον Συνασπισμό, πίεσαν τις δυνάμεις του ΜΕΡΑ και των Συσπειρώσεων να δώσουν τη δική τους απάντηση.

Το τετρασέλιδο κάλεσμα που έχει κυκλοφορήσει μπορεί να είναι λίγο, αλλά σε συνδυασμό με το τι αντιπροσωπεύουν οι συνιστώσες του πόλου, μπορούμε να βγάλουμε μερικά πρώτα χρήσιμα συμπεράσματα. Αφετηρία του καλέσματος είναι “η μέχρι σήμερα αδυναμία… των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς να συγκροτήσουν μια δημοκρατική πολιτική μορφή, είτε λόγω σεχταριστικών αγκυλώσεων, είτε λόγω της δορυφοροποίησής τους γύρω από τις δυνάμεις του ρεφορμισμού” όπως επίσης και η “ανάγκη να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος, να δοθούν πειστικές απαντήσεις για τις εξελίξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό και να επαναθεμελιωθεί το όραμα και η ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής και της κομμουνιστικής προοπτικής”. (Κοινό κάλεσμα για τον Πόλο)

Και σ’ αυτή την τοποθέτηση κάνει την εμφάνισή της η γνωστή κατάρα που δεν αφήνει την αριστερά να δράσει. Η “αδυναμία” της να σταθεί ενιαία, ή διαφορετικά η τάση της να διασπάται, να σεχταρίζει, να “δορυφοριοποιείται”. Φαίνεται ότι για τους αγωνιστές του “πόλου” το πρόβλημα είναι ξανά οργανωτικό. Κατά αυτούς υπάρχει μια “ριζοσπαστική” αριστερά που εξ ορισμού αφού είναι τέτοια θα έπρεπε να συγκροτήσει την δική της “δημοκρατική πολιτική μορφή”. Και γιατί δεν γίνεται αυτό; Γιατί αντίθετα αναπτύσσονται αντίρροπες δυνάμεις; Ο “πόλος” αφήνει ένα τεράστιο ερωτηματικό στο σημείο αυτό. Και δεν το κάνει τυχαία. Αν ανοίξει αυτή τη συζήτηση τότε θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει το όλο πρόβλημα στην ιδεολογικοπολιτική του και όχι απλώς στην οργανωτική του διάσταση. Για μας δεν υπάρχει πολιτικά “ριζοσπαστική” αριστερά. Υπάρχει μόνο με τη γεωγραφική έννοια μια εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Ο λόγος που πολλές από αυτές τις οργανώσεις επιλέγουν να κινηθούν “δορυφορικά” στο ρεφορμισμό, ή να κάνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αντανακλά όχι γενικά τις αδυναμίες τους αλλά την ιδεολογικοπολιτική τους συγκρότηση. Στην πραγματικότητα οι συγκεκριμένες οργανώσεις που αποτελούν το “γαλαξία” της καταχρηστικά επονομαζόμενης άκρας αριστεράς στο μεγαλύτερό της ποσοστό πάσχει από τις ίδιες με το ρεφορμισμό ασθένειες. Αυτό επίσης αντανακλά τόσο την ευρύτερη ιδεολογική ηγεμονία του ρεφορμισμού (ιδιαίτερα του σταλινογενούς), όσο και την ειδική γενεαλογία του συγκεκριμένου χώρου και των στελεχών του που σε μεγάλο τμήμα προέρχονται από το ρεφορμισμό χωρίς ωστόσο να έχουν κάνει μια ποιοτική ρήξη μ’ αυτόν. Επομένως το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με το μάντρωμα των “δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς” στο δικό της “πόλο” προκειμένου να μην το σκάσει προς το ρεφορμισμό.

Όπως και να ‘χει για τον “πόλο” η “ριζοσπαστική” αριστερά είναι υπαρκτή, και πρέπει να ενωθεί. Θα ήταν χρήσιμο για τις δυνάμεις που προσανατολίζονται στον πόλο, να το τολμήσουν, χωρίς να χρησιμοποιούν το άλλοθι όσων τελικά θέλουν να τραβηχτούν από το ρεφορμισμό ή όσων επιλέγουν τις “σεχταριστικές τους αγκυλώσεις”. Ή μήπως η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από όλους αυτούς; Το λέμε αυτό γιατί στην αριστερά έχουμε μάθει να ρίχνουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν πάντα σε κάποιους άλλους. Ας είναι…

Ο “πόλος” σύμφωνα με το κάλεσμα πρέπει να έχει μια ξεκάθαρη οριοθέτηση από τη “ρεφορμιστική και καθεστωτική αριστερά”. Εφόσον τότε πρόκειται για έναν επαναστατικό πόλο, αν δεν κάνουμε λάθος, τότε τι τους εμποδίζει να δημιουργήσουν ένα επαναστατικό κόμμα, ή τέλος πάντων να γίνει ξεκάθαρο ότι ο στόχος είναι ένα κόμμα και όχι απλώς ένα μέτωπο δυνάμεων. Το ίδιο ερώτημα θέσαμε και προηγουμένως στο εγχείρημα του “αντικαπιταλιστικού” κόμματος. Σε τι θα ήταν πιο χρήσιμος ο πόλος από ένα κόμμα; Φανταζόμαστε ότι η απάντηση είναι αυτονόητη. Είναι ακόμα νωρίς, υπάρχουν ακόμα ιδεολογικές γκρίζες ζώνες, που αφορούν τη διαμόρφωση μιας “νέας στρατηγικής” για το κίνημα και την επαναστατική αριστερά, απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα της ταξικής πάλης, ένα κοινό ξαναδιάβασμα της ιστορίας του “κομμουνιστικού κινήματος” και της εμπειρίας των ανατολικών χωρών κλπ. κλπ. Δηλαδή όλα. Όλα αυτά που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα κόμμα, οι ίδιοι που καλούν στον πόλο παραδέχονται ανοικτά ότι είναι υπό συζήτηση. Παραδέχονται λοιπόν ότι υπάρχει πολύς δρόμος να διανύσουμε.

Επομένως σε τι θα εξυπηρετούσε άμεσα αυτός ο πόλος; Προφανώς αυτό που μένει, είναι μια αγωνιστική, ταξική παρέμβαση στα άμεσα ζητήματα. Με άλλα λόγια μια οργάνωση του συντονισμού των διαφόρων παρεμβάσεων του “γαλαξία” της “κοινωνικής” (σχήματα, εργατικά, φοιτητικά, γειτονιάς) και της πολιτικής “άκρας” αριστεράς. Δηλαδή αυτής που επιλέγει να μην “δορυφοριοποιηθεί” στο ρεφορμισμό (Φόρουμ) και αυτής που δεν είναι σεχταριστικής (ΜΛ…). Αυτοί δηλαδή που μένουν πιστοί στη γεωγραφία της δεκαετίας του 90 ανήκουν στον “πόλο”.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι “αναγκαίες κινήσεις επιτυχίας του εγχειρήματος” καταλήγουν ακριβώς σε καθήκοντα “συντονιστικού”, δίνοντας θα λέγαμε τον τόνο που θα ήθελαν οι Συσπειρώσεις (ΑΡΑΝ): “Η ολόπλευρη στήριξη και ενίσχυση των ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων με σεβασμό στην αυτονομία και την πολυμορφία τους. Η ενίσχυση της προσπάθειας για την πανελλαδική – δικτύωση και τον ανεξάρτητο ταξικό συντονισμό των συνδικαλιστικών συσπειρώσεων και σχημάτων των εργαζόμενων, η προσπάθεια ώστε σ’ αυτό το εγχείρημα να συμμετέχει το σύνολο του δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς που παρεμβαίνει σε χώρους δουλειάς. Η ολόπλευρη στήριξη κοινωνικοπολιτικών Πρωτοβουλιών, όπως η “Πρωτοβουλία Αγώνα”, για την κοινή παρέμβαση και δράση στα μέτωπα που ανοίγει η συγκυρία της ταξικής πάλης (όπως η ανάπτυξη των κινημάτων κατά του πολέμου, κατά της Ολυμπιάδας του 2004, για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών). Η κατοχύρωση της αμεσοδημοκρατικής λειτουργίας και της αυτοτέλειας των πολιτικών της διαδικασιών, Το ξεκίνημα μιας ανοιχτής και ειλικρινούς διαδικασίας πολιτικού διαλόγου, με σοβαρότητα και σε βάθος χρόνου, για τα μεγάλα στρατηγικής σημασίας ζητήματα – της σημερινής περιόδου ανάπτυξης του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού, το ρόλο και τη στρατηγική αντιμετώπισης της Ε.Ε. και της ΟΝΕ, τη διάρθρωση των τάξεων και τις ταξικές στρατηγικές στο σύγχρονο κόσμο, τη σχέση εθνικού και διεθνικού, το σύγχρονο ελληνικό καπιταλισμό, τη σύγχρονη στρατηγική της επανάστασης με βάση τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του διεθνούς και ιδιαίτερα του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. Οι κεντρικές και ενιαίες πολιτικές παρεμβάσεις σε όλα τα κρίσιμα κεντρικά πολιτικά ζητήματα της συγκυρίας που θα επιτρέπει το ευρύ φάσμα κοινών προσανατολισμών και εκτιμήσεων που έχει κατακτηθεί”. (Κοινό κάλεσμα για τον Πόλο)

Είναι ολοφάνερο ότι στο πνεύμα του πόλου κυριαρχεί ακριβώς η αντίληψη του συντονισμού των συνδικαλιστικών και πολιτικών παρεμβάσεων της “άκρας”. Μια τέτοια κίνηση θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα προσπαθήσει να λύσει. Στα διάφορα συνδικαλιστικά σχήματα συμμετέχουν αγωνιστές από οργανώσεις που δεν έχουν την ίδια αντίληψη με αυτή του πόλου. Επίσης συμμετέχουν αγωνιστές που βρίσκονται σ’ αυτά τα σχήματα όχι τόσο γιατί είναι τα σχήματα της “άκρας” αλλά γιατί τα θεωρούν απλώς ανεξάρτητα. Κάθε προσπάθεια τακτοποίησης αυτής της παρέμβασης στα πλαίσια του συγκεκριμένου πόλου θα έβαζε σε δοκιμασία την ενότητα αυτών των σχημάτων και σίγουρα χωρίς κανένα“σεβασμό στην πολυμορφία τους”. Επίσης κάθε μόνιμος συντονισμός στις πολιτικές παρεμβάσεις είναι μεθοδολογικά απαράδεκτος, γιατί δεν είναι απαραίτητο όλες οι δυνάμεις να έχουν αναγκαστικά την ίδια αντιμετώπιση (πολιτική και πρακτική). Ξεχάσαμε το χάος που επικράτησε και συνεχίζει να επικρατεί στο κεφαλαιώδες ζήτημα της εξάρθρωσης της “τρομοκρατίας”; Κάθε νοήμων καταλαβαίνει ότι κοινή πολιτική παρέμβαση μπορεί να γίνει μόνο στη βάση μιας κοινής άποψης.

Όμως στην πραγματικότητα το πρόβλημα εδώ είναι πολύ βαθύτερο. Πρόκειται για την αντίληψη που έχει κανείς για την οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος ή έστω ενός ανάλογου “πόλου”. Οι Συσπειρώσεις (ΑΡΑΝ) πιστεύουν ότι το κόμμα και γενικότερα η ανασύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος θα γίνει από τα κάτω. Στο υπόβαθρο της αντίληψης αυτής υπάρχει η άποψη ότι οι υπάρχουσες οργανώσεις δεν μπορούν να βοηθήσουν άλλο σε αυτή την προσπάθεια και σε ένα μεγάλο βαθμό γίνονται εμπόδιο βάζοντας πάνω απ’ όλα την αυτοσυντήρησή τους. Η δυναμική, σύμφωνα πάντα με την ΑΡΑΝ βρίσκεται μέσα στις “ζωντανές” δυνάμεις της κοινωνικής αριστεράς, αυτής δηλαδή που κάνει “γειωμένη δουλειά με μαζική απεύθυνση”. Είναι προφανές ότι η πολιτική άκρα αριστερά κάνει απογειωμένη παρέμβαση και αξίζει μόνο για τον “πολιτικό πολιτισμό” του κινήματος. Η ΑΡΑΝ έχει μια παρόμοια αντίληψη οικοδόμηση με το ΣΕΚ. Και οι δύο υποβαθμίζουν τις οργανώσεις και με αυτό τον τρόπο εκμηδενίζουν την πιθανότητα να γίνει οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση πάνω στα κεφαλαιώδη ζητήματα της ταξικής πάλης. Βάζοντας πρώτα στην ιεραρχία τα σχήματα της “βάσης”, τις συσπειρώσεις ανά χώρους και τις κινηματικές παρεμβάσεις, δημιουργούν ένα κινηματικό περιβάλλον, θεωρώντας ότι από μόνο του μπορεί να λύσει τα προβλήματα “ανασύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος” για την ΑΡΑΝ και του “αντικαπιταλιστικού” κινήματος για το ΣΕΚ. Ο “λαός” της ριζοσπαστικής αριστεράς θα αποφασίσει, και οι οργανώσεις θα πρέπει να υποταχτούν σ’ αυτόν. Η ΑΡΑΝ δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να γλύφει τις αυθορμητίστικες αυταπάτες, παρά που στα λόγια αντιτάσσεται υποτίθεται από λενινιστικές θέσεις στον αυθορμητισμό και τον οικονομισμό. Ξεχνάει όμως ότι τα διάφορα σχήματα βάσης, δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε η πολιτική εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Τα σχήματα αυτά ιδιαίτερα τα ΕΑΑΚ, και οι παρεμβάσεις στους καθηγητές και τους δασκάλους έχουν πετύχει να έχουν μια σημαντική επιρροή στους συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς χώρους. Ωστόσο θα ήταν υπερβολικό να χαρακτηρίσει κανείς τα σχήματα αυτά ως επαναστατικά. Σ’ αυτά συμμετέχουν αγωνιστές που δεν πιστεύουν κατ’ ανάγκη στην επανάσταση, ούτε καν στο σοσιαλισμό. Απλώς θεωρούν ότι είναι αγωνιστικά σχήματα ανεξάρτητα από τα κυρίαρχα κόμματα και ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να εκπροσωπήσουν τα άμεσα συμφέροντά του κλάδου. Είμαστε μέσα στα σχήματα και το γνωρίζουμε αυτό εξίσου καλά με όσους τα γλείφουν και τα παρουσιάζουν σαν το βασικό κορμό της “κομμουνιστικής ανασύνθεσης”. Ο συνδικαλισμός, ο κινηματισμός και ο οικονομισμός κυριαρχούν απόλυτα σ’ αυτά τα σχήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κάνουν θετική συνδικαλιστική δουλειά. Όμως μέχρι εκεί. Όσο και να συντονίσει κανείς τη δράση τους, όσα πανελλαδικά συντονιστικά και να τους φτιάξει δεν πρόκειται να τα μετασχηματίσει σε επαναστατικό κόμμα. Βεβαίως θα μας πούνε οι σύντροφοι της ΑΡΑΝ ότι δεν μιλάνε για κόμμα αλλά για πόλο. Αυτό αποδεικνύει απλώς τον καιροσκοπισμό, όχι μόνο της ΑΡΑΝ αλλά και του ΜΕΡΑ που νομίζουν ότι το κόμμα θα στηθεί μέσα από μια σειρά σταδίων: Σιγά σιγά μην σπάσουν και τα αυγά. Πρώτα ο πόλος, ο οποίος θα προκύψει από την πανελλαδική δικτύωση των συσπειρώσεων. Και όχι μόνο, θα μας πούνε οι σύντροφοι. Παράλληλα θα υπάρξει μια σκληρή ιδεολογική συζήτηση “για τις εξελίξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό και για να επαναθεμελιωθεί το όραμα και η ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής και της κομμουνιστικής προοπτικής”. Μάλιστα. Μόνο που στη συζήτηση αυτή θα αποφασίζει η ενιαία βάση του πόλου. Μπορεί αυτό να μην αποτελεί κοινή αντίληψη αλλά σίγουρα είναι η αντίληψη της ΑΡΑΝ που προτείνει, πριν από την πολιτική συμφωνία, δομές κόμματος: “Το μέτωπο σημαίνει αυτοτέλεια των πολιτικών μορφών του: αυτοτελείς διαδικασίες βάσης, συνελεύσεις τοπικές και πανελλαδικές, συνδιασκέψεις, δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα. Δεύτερον, οι πολιτικές οργανώσεις αναγνωρίζουν ότι σε αυτή τη διαδικασία δεν συμμετέχουν ως κλειστά μπλοκ, ότι στο μέτωπο ψηφίζουν σύντροφοι, όχι “τάσεις”, ότι αντικειμενικά θα εκτίθενται σε ένα ευρύ φάσμα από επιδράσεις”.

Στην πραγματικότητα η ΑΡΑΝ δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ιδεολογικοπολιτική συζήτηση όσο για το ακροατήριό της. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Για να λειτουργήσει το όλο σχήμα θα πρέπει πρώτα να εξισωθούν οι πολιτικές οργανώσεις με τα συνδικαλιστικά και τοπικά σχήματα. Όμως ακόμα και στα μαθηματικά για να εξισώσεις κλάσματα θα πρέπει να τα κάνεις ομώνυμα. Η εξίσωση της ΑΡΑΝ δεν ακολουθεί κανένα κανόνα παρά μόνο τις διαθέσεις της. Είναι μια ποσοτική εξίσωση. Ένα σχήμα έχει την ίδια αξία με μια οργάνωση. Ένας φίλος είναι το ίδιο με ένα μέλος. Η ποιότητα μιας πολιτικής οργάνωσης που ανεξάρτητα από οτιδήποτε τουλάχιστον συγκροτείται σε μια ιδεολογική βάση πάνω σε μια ιστορική προοπτική είναι το ίδιο με ένα σχήμα που παλεύει για να μην περάσει η αξιολόγηση. Δεν υποτιμούσε σε καμία περίπτωση τους αγωνιστές των σχημάτων. Όμως αν συμμετάσχουν σε μια πολιτική κίνηση αυτό θα το κάνουν όχι σαν μέλη των σχημάτων αλλά σαν μέλη μια πολιτικής κίνησης. Η ΑΡΑΝ θέλει να φέρει το σύνολο των σχημάτων σε μια ενιαία διαδικασία. Έχει όμως ρωτήσει τα σχήματα αυτά αν το θέλουν; Η ΑΡΑΝ και μαζί της και οι υπόλοιποι δεν αντιλαμβάνονται την ποιοτική διαφορά μιας πολιτικής οργάνωσης και μιας συνδικαλιστικής κίνησης. Μια πολιτική οργάνωση μπορεί να μπει σε μια τέτοια διαδικασία στο βαθμό που το επιθυμεί. Μια συνδικαλιστική κίνηση δεν μπορεί. Έχει συγκροτηθεί σε άλλη βάση, και όχι στη βάση μιας συνολικής εναλλακτικής λύσης. Η ΑΡΑΝ θέλει να προσθέσει μερικά κιλά πατάτες με μερικά κιλά μέλι για να βγάλει κοινό αποτέλεσμα. Όποιος γνωρίζει περί των διαφορών των δύο προϊόντων καταλαβαίνει ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης.

Η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τα στρατηγικά ζητήματα πρέπει να γίνει στο ύψος που της αναλογεί. Για μας είναι εντελώς αναξιόπιστη μια συζήτηση που, εξαιτίας των αντοχών όσων την παρακολουθούν εκ των πραγμάτων, θα ρίξει το επίπεδο χωρίς να λύνει κανένα από τα προβλήματα που υποτίθεται έβαλε σαν στόχο. Έχουμε την εντύπωση ότι όσοι επιμένουν σ’ αυτή τη μέθοδο οικοδόμησης του επαναστατικού “πόλου” ή ακόμα και του κόμματος, το κάνουν για δύο ενδεχομένως λόγους: Είτε λόγω μιας κινηματίστικης αντίληψης που έχουν όχι μόνο για την οικοδόμηση των επαναστατικών οργανισμών αλλά κατ’ επέκταση και για τη διαδικασία της επαναστατικής αλλαγής (μέσα από το βάθεμα του κινήματος), είτε συνειδητά γιατί έτσι τους βολεύει. Είναι χαρακτηριστικό το εύρος των δυνάμεων που μπορεί να συμμετέχουν σε ένα τέτοιο πόλο σύμφωνα με την ΑΡΑΝ: “Το όριο ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν μπορεί να είναι η κομμουνιστική αναφορά αλλά ο αριστερός αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός… Η κομμουνιστική ηγεμονία θα είναι το ζητούμενο αυτής της διαδικασίας και όχι η αφετηρία της”. (Θέσεις για την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, σλ. 46) Θαυμάσια λοιπόν. Φτάσαμε μέχρι εδώ για να καταλήξουμε απλά σε έναν αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Είναι πολύ φυσικό με τα υλικά που θέλει να ανασυνθέσει ο πόλος να βγάζει και το ανάλογο αποτέλεσμα. Έστω και από ένστικτο καταλαβαίνουν ότι μέχρι εκεί βρίσκεται η αντοχή του όλου εγχειρήματος. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι γιατί πρέπει να οριοθετηθεί ο συγκεκριμένος “πόλος” από τις άλλες προσπάθειες “αντικαπιταλιστικής” ανασύνθεσης, οι οποίες και αυτές κάνουν ακριβώς το ίδιο, σε μια πιο διευρυμένη κλίμακα. Κατά τη γνώμη μας δεν υπάρχει κανένας λόγος να φτιαχτεί ένα σχήμα που το μόνο που κάνει είναι να περιορίσει μια συζήτηση που αφορά σε τελευταία ανάλυση πολύ ευρύτερες δυνάμεις. Έτσι ενώ ο πόλος ξεκινάει βάζοντας ψιλά τον πήχη, στο τέλος καταλήγει να τον βάλει εκεί που τον βάζουν οι περισσότεροι. Ενώ προσπαθεί να οριοθετήσει τις γραμμές του από όσους “δορυφοριοποιούνται” στο ρεφορμισμό, στο τέλος μένει ιδεολογικά ανοχύρωτος απέναντί του, αφού το όριο είναι ο αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός. Για τις συνιστώσες του πόλου, ο κομμουνιστικός προσανατολισμός αφορά μόνο την “πολιτική” ριζοσπαστική αριστερά. Δηλαδή το σκληρό πυρήνα των οργανώσεων. Προς το παρόν όμως αυτό το αφήνουμε στην μπάντα για να συγκροτήσουμε την “κοινωνική” τη “γειωμένη” ριζοσπαστική αριστερά, όχι βεβαίως σε κομμουνιστική αλλά σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Όχι κάνοντας μια ρήξη με το δεδομένο επίπεδο συνείδησης των σχημάτων αλλά υποτασσόμενοι σε αυτό. Καταλαβαίνει κανείς ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν πρόκειται να γίνει καμία τομή και κανένα “κρίσιμο” βήμα για την “επαναστατική ανασύνθεση”. Πρόκειται απλώς για μια απλή αναπαραγωγή της δουλειάς που ήδη γίνεται. Το ίδιο ακριβώς που κάνει και η υπόλοιπη αριστερά. Στροφές γύρω από τον εαυτό της, την ώρα που οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης είναι πολύ πιο πάνω από αυτές που μπορεί να αντιμετωπίσει η σημερινή υπαρκτή αριστερά.

Εμείς δεν υποτιμούμε καμία προσπάθεια. Ο συντονισμός, η συζήτηση, η αναζήτηση, όλα είναι καλά. Σημασία έχει όμως που βάζεις τον πήχη. Όχι οργανωτικά αλλά πολιτικά. Και οι σύντροφοι που επιχειρούν τον “πόλο” συνεχίζουν πέρα από τα λόγια να τον βάζουν στα μέτρα τους.

Κάθε οργανωτική φόρμουλα δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνεται σε ένα ανάλογο περιεχόμενο. Όσο κι αν ακούγεται σκληρό, ο “πόλος” ανταποκρίνεται σε αυτό που πραγματικά είναι οι οργανώσεις που τον καλούν. Δεν μιλάμε για τους αγωνιστές αυτών των οργανώσεων, μιλάμε για το ιδεολογικό τους κεκτημένο. Οι βασικές οργανώσεις του Πόλου, το ΝΑΡ και η ΑΡΑΝ προέρχονται από τη παράδοση του σταλινικού ρεφορμισμού. Ενώ για το ΝΑΡ είναι πρόσφατη η μέχρι τώρα διαδρομή του ύστερα από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1989, για την ΑΡΑΝ η διαδρομή είναι κάπως μακρύτερα χρονικά με αφετηρία την κρίση του ευρωκομουνισμού στα 1978-79 (διάσπαση Ρήγα) απ’ όπου και προέκυψε η Β’ Πανελλαδική, και την παράλληλη κρίση του μαοϊσμού. Μέσα από αυτά τα δύο παράλληλα γεγονότα δημιουργήθηκαν στις αρχές του ’80 οι Αριστερές Συσπειρώσεις στα πανεπιστήμια σαν ένα κράμα αλτουσεριανών και μαοϊκών απόψεων μαγαρισμένες με μπόλικη αυτονομία. Η σημερινή ΑΡΑΝ δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μόλις διαπραγματεύεται τα κεντρικά ζητήματα της ιστορίας και της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος χρησιμοποιεί τα γνωστά εργαλεία των σχολών από τις οποίες προέρχεται. Η ανάλυση για τον εκφυλισμό της Σοβιετικής Ένωσης γίνεται με την κλασσική μέθοδο του κλειστού συστήματος, με την αποδοχή δηλαδή ότι μπορεί να οικοδομηθεί ο “σοσιαλισμός σε μια χώρα”. Στο σημείο αυτό δεν διαφοροποιούνται σε τίποτα από τη σταλινική σχολή. Είναι επόμενο να αναζητούν τις αιτίες του εκφυλισμού στην εσωτερική κατάσταση. “Το καθοριστικό στοιχείο ήταν… το αν και κατά πόσο θα υπήρχε σε όλη αυτή τη διαδικασία μια πραγματική συγκρότηση μορφών προλεταριακής δημοκρατίας… Η εξέλιξη της πάλης των ταξικών αγώνων οδήγησε τελικά στην αναπαραγωγή… καπιταλιστικών σχέσεων και μορφών οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής… μιας μορφής κρατικού καπιταλισμού… Η εξέλιξη αυτή… προϋπέθεσε μια σειρά πραγματικές ήττες της εργατικής τάξης στην παραγωγή και το κράτος αλλά και ήττες της επαναστατικής γραμμής εντός του κόμματος”. (Θέσεις για την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, σελ. 29) Στην ανάλυση αυτή απουσιάζει εντελώς η παγκόσμια ταξική πάλη. Και όχι μόνο. Δεν υπάρχουν σημεία καμπής. Κάποια ακαθόριστη στιγμή που δεν έχει μια συγκεκριμένη αιτία η εργατική τάξη ηττήθηκε στην…παραγωγή προφανώς εξαιτίας της ήττας της επαναστατικής γραμμής στο κόμμα. Τι συνέβη; Γιατί επικράτησε μια άλλη γραμμή στο κόμμα; Με ποιες ακριβώς διαδικασίες στη συνέχεια γραφειοκρατικοποιήθηκε, ποιοι το εκφράσανε αυτό και πως απ’ όλα αυτά οδηγηθήκαμε στην αναπαραγωγή καπιταλιστικών σχέσεων υπάρχει απόλυτο σκοτάδι. Μια ανάλυση χωρίς αποφασιστικές μάχες, χωρίς ονόματα, χωρίς καθοριστικά γεγονότα. Όλα γίνονται σιγά σιγά, λίγο το ένα λίγο το άλλο και να… οι καπιταλιστικές σχέσεις, κυρίαρχες ξανά. Το φιλμ του ρεφορμισμού γυρισμένο ανάποδα. Δεν θα πούμε ξανά για τους λόγους του γραφειοκρατικού εκφυλισμού που επιβλήθηκε με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις σε όλη την 3ηΔιεθνή μετατρέποντάς την σε ένα νέο ρεφορμιστικό αντεπαναστατικό μηχανισμό, στα πλαίσια της ειρηνικής συνύπαρξης. Εδώ για την ΑΡΑΝ δεν συμβαίνει τίποτα. Είναι πολύ φυσικό αφού δεν υπάρχει καμία διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ και όσα απ’ έξω. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση για το ΚΚΕ της δεκαετίας του ’40, στο οποίο βλέπει μόνο αδυναμίες. “Αδυναμία σύλληψης της κατάστασης ως επαναστατικής. Αυτό σήμαινε και την αδυναμία προσανατολισμού σε στόχους κατάληψης της εξουσίας”. (Θέσεις για την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, σελ. 34) Η ΑΡΑΝ σε ρόλο υπερασπιστή της ηγεσίας του ΚΚΕ της περιόδου που παρέδιδε τα όπλα στην ελληνική αστική αντίδραση για να γίνει στη συνέχεια κιμάς ακριβώς απ’ αυτήν. Το ΚΚΕ πρόδωσε την επανάσταση, όχι γιατί δεν κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα της αλλά γιατί υπηρετούσε τη γραμμή της αστικής ανοικοδόμησης μετά το τέλος του πολέμου. Δεν “διαπραγματεύτηκε τακτικά” με την αστική τάξη, απλώς παραδόθηκε στην αστική τάξη. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο. Η άποψη για τα Δεκεμβριανά παρέχει στη ηγεσία του ΚΚΕ μπόλικες δικαιολογίες.“Αντίθετα το αστικό πολιτικό προσωπικό και ο ιμπεριαλισμός συνειδητοποίησαν (;) την αντικειμενική δυναμική της συγκυρίας, ώθησαν τα πράγματα στη ρήξη και μπόρεσαν να κερδίσουν τη μάχη του Δεκέμβρη παρά την ηρωική και με αυταπάρνηση αντίσταση του λαού της Αθήνας”. (το ίδιο, σελ. 34) Καμία σχέση. Η αστική αντεπανάσταση σε συνεργασία βεβαίως με τους άγγλους ιμπεριαλιστές δεν “συνειδητοποίησαν” τελευταία στιγμή κάποια “αντικειμενική δυναμική”. Απεναντίας γνώριζαν ότι αν δεν συντρίψουν το κίνημα τότε δεν θα μπορέσουν να ανασυγκροτήσουν την αστική εξουσία. Και αυτό έκαναν. Το ΚΚΕ όχι μόνο δεν καθοδήγησε τη μάχη του Δεκέμβρη, όχι μόνο δεν κατέβασε το αντάρτικο στην Αθήνα για να μπει και να τσακίσει το μέτωπο της αντεπανάστασης, αλλά δύο μόλις μήνες αργότερα με νωπό ακόμα το αίμα παρέδιδε με τη συμφωνία της Βάρκιζας τα όπλα στους σφαγείς του Δεκέμβρη. Αλλά τι λέμε τώρα. Εδώ για την ΑΡΑΝ “είναι προφανές ότι σε όλη αυτή την περίοδο το ΚΚΕ παρέμεινε ένα κόμμα επαναστατικό, ένα κόμμα το οποίο με όλες τις αντιφάσεις του αποπειράθηκε να καθοδηγήσει μια επαναστατική ρήξη”. (το ίδιο, σελ. 34) Μερικές φορές τα σχόλια περιττεύουν. Απορούμε σε τι θα μπορούσε να βοηθήσει αυτή η μέθοδος την αντεπίθεση της επαναστατικής αριστεράς σήμερα. Πολύ φοβούμαστε ότι με αυτά τα εργαλεία μάλλον για μια ανασύνθεση του σταλινισμού μιλάμε παρά για κάτι άλλο. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεθοδολογία αυτή παραμένει ατόφια στο σημείο που η ΑΡΑΝ επιμένει “στον αναγκαστικά εθνικό χαρακτήρα που παίρνει η διαδικασία συγκρότησης ενός επαναστατικού κινήματος” (Θέσεις για την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, σελ. 39) αφήνοντας εκτεθειμένη ολόκληρη την ιστορία του επαναστατικού μαρξισμού που βασίστηκε ακριβώς στο αντίθετο, στο διεθνή χαρακτήρα που εξ ορισμού έχει η κομμουνιστική προοπτική. Αλλά φαίνεται ότι όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα. Η φιλοσοφία του “σοσιαλισμού σε μια χώρα” συνεχίζει να είναι κυρίαρχη στη σκέψη της ΑΡΑΝ και μαζί μ’ αυτή όλου του “πόλου”, δείχνοντας εκτός των άλλων τον επαρχιωτισμό που διακατέχει το όλο εγχείρημα.

Κάποτε (1934) ο Τρότσκυ έλεγε ότι οι διάφορες ποικιλίες μαρξισμού θα πρέπει αξιολογούνται “στη σφαίρα των πρακτικών συμπερασμάτων από τις επαναστατικές ανάγκες”. Για να συνεχίσει: “Προτού δεχτούμε στα σοβαρά τα κεντριστικά λόγια για τη “δικτατορία του προλεταριάτου”, πρέπει να απαιτήσουμε μια σοβαρή άμυνα απέναντι στο φασισμό, μια ολοκληρωτική ρήξη με την μπουρζουαζία, μια συστηματική οικοδόμηση εργατικής πολιτοφυλακής, την εκπαίδευσή της σε μαχητικό πνεύμα, την δημιουργία διακομματικών κέντρων άμυνας, αντιφασιστικών επιτελείων που θα αποκλείονται προδότες λακέδες της μπουρζουαζίας καθώς και οι καριερίστες”. Δυστυχώς οι δυνάμεις του πόλου είτε μαζί είτε χώρια, στις σύγχρονες αντιπαραθέσεις δείχνουν την έκταση της πολιτικής ανεπάρκειάς τους. Στον πόλεμο στο Ιράκ κατάφεραν να μην πάρουν ούτε μια στιγμή μια σαφή “γειωμένη” θέση, που να καλεί στη στρατιωτική συντριβή της ιμπεριαλιστικής εισβολής. Το “νίκη στο Ιράκ” πριν την κατάληψη της Βαγδάτης δεν ακούστηκε ούτε μια φορά από το στόμα τους, για να μην ταυτιστούν τάχα με το Σαντάμ. Αλλά ακόμα και τώρα η υποστήριξή τους στην ένοπλη ιρακινή αντίσταση γίνεται μόνο με τον όρο να μην είναι υπό τον έλεγχο του Σαντάμ ή των ισλαμιστών. Με αυτό τον τρόπο ακυρώνουν κάθε πραγματική πιθανότητα ήττας του ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Χωρίς να αντιλαμβάνονται αυτό που ενστικτώδικα καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, ότι η “τρομοκρατία” της Νέας Υόρκης και της Μαδρίτης δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μεταφορά του πολέμου στο εσωτερικό των μητροπόλεων, αντιμετωπίζουν τα γεγονότα σαν αυτόνομα επεισόδια “μιας χώρας”, όχι σαν αναπόσπαστα κομμάτια της παγκόσμιας ταξικής πάλης που κανείς πρέπει να πάρει μια συγκεκριμένη θέση, αλλά με “υπαινιγμούς, υπονοούμενα και στην καλύτερη περίπτωση με φιλολογικές γενικεύσεις… και “απόλυτους” κανόνες”. Έτσι αν δεν είναι “προβοκάτσια” τότε θα το καταδικάσουμε από “θέση αρχής”, γιατί δεν ταιριάζει με τις “αξίες” μας και την “ηθική” μας. Με αυτόν τον τρόπο παραλύουν την επαναστατική πολιτική και δράση, αφήνοντας την πρωτοβουλία είτε στον αντίπαλο είτε σε αυτόν που δεν θέλουν να ταυτιστούν με τις “μεθόδους” του (πχ. ισλαμιστές). Έτσι αντιμετωπίστηκε και η εγχώρια εκδοχή της νέας τάξης και της εφαρμογής των τρομονόμων στην Ελλάδα με την εξάρθρωση της 17Ν. Αφού το θέμα συσκοτίστηκε με την γνωστή σταλινικής μεθοδολογίας πρακτορολογία, λούζοντας με ένα κρύο ντους τον κόσμο της ριζοσπαστικής αριστεράς στη συνέχεια σταύρωσαν τα χέρια τους, αφού πήραν ξανά μερικές θέσεις “αρχών”, αφήνοντας τελικά το κράτος να κάνει τη δουλειά του. Εμείς τουλάχιστον δεν διακρίνουμε σε όλα αυτά κανένα επαναστατικό πνεύμα. Τέλος η ελληνική προεδρία αντί να δώσει την ευκαιρία στις ίδιες δυνάμεις να δείξουν ένα “μαχητικό πνεύμα” στους δρόμους, έκαναν για ακόμα μια φορά τη γνωστή επίδειξη βερμπαλισμού πριν τη μάχη για να “υποχωρήσουν συντεταγμένα” μπροστά στις κόκκινες ζώνες και τα κορδόνια των μπάτσων, αποφεύγοντας συστηματικά να προκαλέσουν την οργή τους. Αποκορύφωμα οι θεατρινισμοί στη Βουλιαγμένη και οι αλυσίδες στη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιήθηκαν μόνο για να μην εισχωρήσουν οι “προβοκάτορες”. Και ενώ ο περισσότερος κόσμος γύριζε προβληματισμένος από τη Θεσσαλονίκη, η Πρωτοβουλία (ΝΑΡ, ΕΕΚ, ΑΡΑΝ κλπ.) πανηγύριζε για την … τεράστια νίκη του κινήματος!!!

Δεν θέλουμε να συνεχίσουμε άλλο αυτόν τον κατάλογο. Ο στόχος μας δεν είναι μια “καθαρή” πολεμική με τους συντρόφους του πόλου, ακόμα κι αν τους στεναχωρήσαμε με αυτά που λέμε. Πολύ περισσότερο θέλουμε να συμβάλουμε στο προβληματισμό που αναπτύσσεται όχι μόνο στα πλαίσια του πόλου, αλλά και σε όλες τις άλλες προσπάθειες ανασύνθεσης, και πολύ περισσότερο σε χιλιάδες αγωνιστές που ψάχνουν μια χρήσιμη αλλά ταυτόχρονα επαναστατική αριστερά. Είμαστε υποχρεωμένοι, χωρίς να χαϊδεύουμε κανενός το αυτί, να πούμε τη γνώμη μας χωρίς υπεκφυγές. Μπορεί κανείς να προβληματιστεί, μπορεί και να απορρίψει την κριτική μας. Δεν λέμε ότι εκπροσωπούμε την “απόλυτη αλήθεια”. Μήπως όπως την εκπροσωπούν κάποιοι άλλοι;

Για το κόμμα της επαναστατικής πρωτοπορίας σήμερα

 Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ θεωρήθηκε για πολλούς στην αριστερά ως μια καμπή που έσβηνε τις παλιές ιδεολογικές πολιτικές και κατά συνέπεια οργανωτικές αντιπαραθέσεις και οριοθετήσεις. “Τι σημασία έχουν τώρα όλα αυτά; Τώρα πρέπει να δούμε τα “νέα” φαινόμενα. Να δώσουμε “νέες” απαντήσεις”. Η κατάρρευση της Αν. Ευρώπης συμπαρέσυρε μαζί της και τα παραδοσιακά ΚΚ με αποτέλεσμα, είτε τη διάσπασή τους είτε τη μετάλλαξή τους. Σε κάθε περίπτωση, είτε αυτά πήγαιναν προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά, όλοι τους συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: “να ξεχάσουμε το παρελθόν, κοιτάμε μπροστά”.

Οι διάφορες παραλλαγές του ρεφορμισμού και του κεντρισμού θέλουν να ξεχάσουν τα πάντα. Είναι ο μόνος τρόπος για να αποποιηθούν τις δικές τους ευθύνες του παρελθόντος.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι υπάρχει μια απόλυτη συνέχεια στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Ρεύματα που άλλοτε ήταν επαναστατικά στη συνέχεια κάτω από την πίεση των γεγονότων δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν. Πολλές φορές αυτό σήμαινε τον ποιοτικό εκφυλισμό τους μέχρι του σημείου να αλλάζουν στρατόπεδο. Από αυτό τον κανόνα δεν γλίτωσαν ούτε οργανώσεις, ούτε πρόσωπα. Από εδώ, πολλοί στην αριστερά ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει καμία συνέχεια. Εμείς πιστεύουμε ότι υπάρχει. Όχι μια γραμμική οργανωτική συνέχεια. Μιλάμε για τη συνέχεια της επαναστατικής παράδοσης, του επαναστατικού μαρξισμού. Δεν λέμε ότι υπάρχει μια αντικειμενική ιστορία του εργατικού κινήματος που κανείς είναι υποχρεωμένος να δεχτεί. Υπάρχει μια αντιφατική διαδρομή, επίθεσης και υποχώρησης, επεξεργασιών πάνω στην προοπτική της σύγκρουσης και άλλων στην προοπτική της ταξικής συνεργασίας. Μέσα σε αυτά τα γεγονότα διαμορφώθηκαν τα ιστορικά ρεύματα του εργατικού κινήματος. Αυτά τα ρεύματα εκφράστηκαν κατά καιρούς από οργανωμένες δυνάμεις και ανθρώπους που σφράγισαν την ιστορία του εργατικού κινήματος και σε μεγάλο βαθμό την καθόρισαν.

Κάθε προσπάθεια ανασυγκρότησης της επαναστατικής προοπτικής του προλεταριάτου δεν μπορεί παρά να πατήσει πάνω στην προηγούμενη παράδοση. Δεν είναι ένα ιστορικό καθήκον. Πρόκειται για τα απαραίτητα εργαλεία που θα μας οδηγήσουν στη νίκη. Όσοι σήμερα προσπαθούν να “ανασυνθέσουν” την αριστερά δεν μπορούν παρά να βάλουν ένα χι σε όλα αυτά, θέτοντας στους εαυτούς τους όχι το ρόλο της συνέχειας αλλά του αναδημιουργού. Αρνούνται να δεχτούν ότι δεν μπορούν να είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια, με αποτέλεσμα να μην δέχονται τίποτα ανάμεσα σε αυτούς και τον Μαρξ, ή ακόμα πιο πίσω ανάμεσα σε αυτούς και τον Μπαμπέφ. Οι έννοιες της ανασύνθεσης, βρίσκονται κοντά στις έννοιες της επαναθεμελίωσης ή της επανίδρυσης. Τα βαρύγδουπα καθήκοντα που βάζουν στους εαυτούς τους να ξαναπερπατήσουν στα βήματα του Ιησού… συγγνώμη του Μαρξ και των πρώτων σοσιαλιστών, προκειμένου να μην επαναλάβουν τα λάθη του Λένιν, του Στάλιν και του Τρότσκυ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια υπεκφυγή. Δυστυχώς γι’ αυτούς το ρολόι της ιστορίας δεν γυρίζει πίσω. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να βρούμε το νήμα, με το επαναστατικό προλεταριάτο, το νήμα με τις μεγάλες επαναστάσεις, το νήμα με την επαναστατική θεωρία. Ε, λοιπόν, για μας υπάρχει επαναστατική θεωρία. Ο Μαρξ, ο Εγκελς, ο Λένιν, ο Μέρινγκ, η Λούξεμπουργ, ο Λήμπνεκτ, ο Τρότσκυ. Υπάρχει επαναστατική συνέχεια, από τους Μαρξιστές της 1ης Διεθνούς, στους επαναστάτες διεθνιστές της 2ης, από τα πρώτα 5 χρόνια της ΚΔ στην Αριστερή Αντιπολίτευση και την Τετάρτη Διεθνή. Η σκυτάλη άλλαξε χέρια πολλές φορές. Αλλά δεν αγνοείται η τύχη της. Απέναντι στην Ιστορία αυτή, οφείλουν όλοι να πάρουν θέση. Αν όχι, αν θεωρούν ότι τα “ιστορικά ρεύματα” είναι ξεπερασμένα τότε οφείλουν να τα γράψουν όλα απ’ την αρχή. Σε τελευταία ανάλυση ας κάνουν ότι θέλουν. Το μόνο που δεν μπορούν να κάνουν είναι να επιβάλλουν μια ενιαία σκέψη στο εργατικό κίνημα. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Στο όνομα της πάλης τους ενάντια στην “απόλυτη αλήθεια” των δογματικών, έρχονται να επιβάλλουν τη μια και μοναδική “νόμιμη” αλήθεια της ανασύνθεσης, για να σβήσουν τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επανάσταση. Απαξιώνοντας την επαναστατική συνέχεια, απαξιώνεις όλο το θεωρητικό οπλοστάσιο που μπορεί να γίνει οδηγός στην επαναστατική απελευθέρωση. Για να απαξιώσεις στη συνέχεια τις μεγάλες στιγμές που το επαναστατικό προλεταριάτο άλλαζε την Ιστορία. Το Σιάτλ αξίζει γι’ αυτούς πολύ περισσότερο από την Ισπανία του 36. Η Γένοβα περισσότερο από τον Οκτώβρη, και οι συναντήσεις του Φόρουμ είναι γεγονότα που μπροστά τους η Σοβιετική Εξουσία δεν αξίζει τίποτα.

Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζουν τα “ιστορικά ρεύματα” δείχνοντας εκτός από την πολιτική τους ατολμία και την ιδεολογική τους τεμπελιά. Η αντιπαράθεση Στάλιν Τρότσκυ δεν ήταν μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε πρόσωπα, αλλά ανάμεσα στο συμβιβασμό και την επανάσταση, ανάμεσα στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό και στην υπεράσπιση του Οκτώβρη. Δεν ήταν καθόλου μια ακαδημαϊκή συζήτηση για το αν ο σοσιαλισμός μπορεί να χτιστεί παγκόσμια ή σε μια χώρα. Εδώ κρίθηκε κάτι πολύ περισσότερο: η τύχη της ευρωπαϊκής επανάστασης και σε τελική ανάλυση η ίδια η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης. Ποιος άνοιξε το δρόμο στον Φράνκο και τον Χίτλερ; Ποιος σε όλη τη δεκαετία του ‘30 στήριξε τις αστικές “δημοκρατικές” κυβερνήσεις της Ευρώπης; Ποιος μοίρασε τον κόσμο με τις συμφωνίες της Γιάλτας στο τέλος του πολέμου, αφοπλίζοντας τις επερχόμενες προλεταριακές επαναστάσεις για δεύτερη φορά σε όλη την Ευρώπη; Ποια ήταν τα ανταλλάγματα της “ειρηνικής συνύπαρξης” ανατολής και δύσης;

Όποιος αρνείται να πάρει μια ξεκάθαρη θέση πάνω σ’ αυτά τα γεγονότα έχει την ίδια σοβαρότητα με έναν στρατηγό που αρνιέται να ασχοληθεί με τους δύο τελευταίους παγκόσμιους πολέμους. Απαρνιούνται το σταλινικό παρελθόν τους μόνο και μόνο για να πάνε ακόμα πιο δεξιά. Όταν κριτικάρουν το σταλινισμό δεν ξεχνάνε μαζί μ’ αυτόν να καταδικάσουν και τον λενινισμό σαν τη μήτρα όλων των κακών. Όταν επιτίθονται στη γραφειοκρατία το κάνουν για να καταδικάσουν μαζί της και τη δικτατορία του προλεταριάτου, ενώ δεν ξεχνούν να θυμίσουν και όλα τα “εγκλήματα” του Τρότσκυ για να μας πουν ότι κι αυτός αν βρίσκονταν στο τιμόνι θα αναγκαζόταν να κάνει ακριβώς τα ίδια με τον Στάλιν. Μετά από όλα αυτά μπορούν ελεύθερα να φοράνε την ταμπέλα του μαρξιστή, του αριστερού ή του αντικαπιταλιστή πετώντας την τεράστια εμπειρία από επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις του 20ου αιώνα στα σκουπίδια.

Για μας αυτός ο αιώνας κρύβει μέσα του όλα τα υλικά για τη μελλοντική νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ο Μπολσεβικισμός, η επανάσταση του Οκτώβρη, τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής εξουσίας, η 3η Διεθνής, το πρώτο κύμα στην Ευρώπη ’18-’23, η υποχώρηση και ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ, η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία, η ισπανική επανάσταση, η 4η Διεθνής και όλη η εμπειρία της παγκόσμιας ταξικής πάλης μέχρι σήμερα αποτελούν ιδεολογικές αποσκευές, εργαλεία στρατηγικής και πολιτικής τακτικής. Πάνω σ’ αυτά τα γεγονότα έχει γίνει παράλληλα ένα τρομερό προχώρημα στον επαναστατικό μαρξισμό. Αυτοί που συνεχίζουν σήμερα τον αγώνα του Μαρξ, του Ένκγελς και του Λένιν είναι οι μπολσεβίκοι λενινιστές του Τρότσκυ. Για μας όποιος δεν ξέρει αν έπρεπε να είναι με τον Στάλιν ή με τον Τρότσκυ, με την γραφειοκρατία ή με την αριστερή αντιπολίτευση, με την 3η Διεθνή των Λαϊκών Μετώπων και της ειρηνικής συνύπαρξης ή με την 4η Διεθνή της παγκόσμιας επανάστασης, αυτό σημαίνει ότι δεν διαθέτει κανένα κριτήριο οριοθέτησης του ρεφορμισμού από την επανάσταση σήμερα.

Ο Κομμουνιστικός Σύνδεσμος δεν δέχεται τη θεωρία της παρθενογέννησης ούτε για τον εαυτό του ούτε για κανέναν. Θεωρούμε τον εαυτό μας συνέχεια του μπολσεβικισμού, της Οκτωβριανής επανάστασης και της 4ης Διεθνούς και παίρνουμε όλες τις ευθύνες που απορρέουν από αυτό. Παλεύουμε να χτίσουμε μια οργάνωση που θα πάρει επάξια τη σκυτάλη και θα οδηγήσει, στο μέτρο πάντα που μας αναλογεί, στο ξεπέρασμα του κενού της επαναστατικής ηγεσίας. Δεν λέμε ότι είμαστε η μοναδική συνέχεια του επαναστατικού μαρξισμού, λέμε απλώς ότι είμαστε ή τουλάχιστον επιδιώκουμε να είμαστε. Ας είναι κι άλλοι κι ας το διεκδικήσουν. Επίσης δεν λέμε ότι όλοι οι υπόλοιποι δεν αξίζουν τίποτα. Αντίθετα πιστεύουμε ότι οι αγωνιστές της αριστεράς είτε είναι οργανωμένοι, είτε όχι, μαζί ή χωρίς τις οργανώσεις τους δεν είναι μόνο το δυναμικό που χωρίς αυτό δεν μπορεί να διεξαχθεί κανένας ουσιαστικός αγώνας για την υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων των καταπιεσμένων, είναι επίσης και το υπόβαθρό από το οποίο θα ξεπηδήσουν οι δυνάμεις για την οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου.

Μακριά λοιπόν από σεχταρισμούς, ο Κομμουνιστικός Σύνδεσμος Εργατική Εξουσία, την ίδια στιγμή που κρατάει μια ανελαστική ιδεολογικοπολιτική στάση, επιδιώκει παράλληλα το συντονισμό στη δράση όχι μόνο με την εξωκοινοβουλευτική αλλά και με τη ρεφορμιστική αριστερά, πάνω σε συγκεκριμένα αποφασιστικά ζητήματα. Κοινή δράση δεν σημαίνει για μας ατελείωτες κοινωνιολογικές συζητήσεις πάνω στις αιτίες των γεγονότων. Σημαίνει μια μαχητική θέση και πράξη που θα παρεμβαίνει στα γεγονότα, από τη σκοπιά πάντα των καταπιεσμένων, ακόμα κι αν αυτοί εμπιστεύονται ή δίνουν τον αγώνα τους κάτω από ιδεολογήματα και αυταπάτες που δεν έχουν καμία σχέση με το μαρξισμό, όπως ο ισλαμισμός ή ο αραβικός εθνικισμός. Η επαναστατική πολιτική δεν είναι ένα αράδιασμα καθαρών θέσεων αρχής αλλά μια πολιτική που οδηγεί στο ξεδίπλωμα της ταξικής σύγκρουσης, η οποία με τη σειρά της οδηγεί στη σοσιαλιστική λύση. Δυστυχώς η αριστερά συνηθίζει παρά την τάση της να αυτοκαταργηθεί, παρά την ιδεολογική της ελαστικότητα, όταν έρχονται τα πραγματικά γεγονότα, αντί να παίρνει μια επαναστατική θέση επιμένει να παίρνει μια θέση “αρχής” για να αποστασιοποιηθεί από την σύγκρουση. Είναι χαρακτηριστική η στάση που κρατάνε σχεδόν όλα τα είδη αριστεράς από τις 11/9/2001 και την επίθεση σε ΝΥ και Ουάσιγκτον και σε κάθε ευκαιρία, είτε για την ένοπλη ιντιφάδα, είτε πρόκειται για την εξάρθρωση της 17Ν είτε για την πρόσφατη 11/3 της Μαδρίτης. Είτε με την “προβοκατορολογία”, είτε με μια θέση αρχών που θα καταδικάζει από “ορθόδοξή” μαρξιστική σκοπιά την ατομική τρομοκρατία και τον ισλαμιστικό σκοταδισμό, αυτό που θα καταλήγει είναι να σηκώνει τα χέρια ψηλά, να κρύβεται πίσω από το δακτυλάκι της, να μην παίρνει θέση, να μην δείχνει ποια είναι τα καυτά μέτωπα της αντιπαράθεσης, να μην κάνει τίποτα για να σταθεί αποφασιστικά δίπλα στους καταπιεσμένους που μάχονται, να γίνεται τελικά μια αξιοθρήνητη δύναμη ανίκανη να καθορίσει στο ελάχιστο τα γεγονότα, αδύνατη να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της για να αναπτυχθεί τότε που μπορεί να το κάνει, στις στιγμές που ο αντίπαλος είναι κολλημένος με την πλάτη στον τοίχο.

 

 

Βασικά σημεία οριοθέτησης

 

Οι περισσότερες δυνάμεις της παλιάς άκρας αριστεράς ενώ στα λόγια δέχονται την αναγκαιότητα της επαναστατικής αριστεράς, στο τέλος δουλεύουν για ένα… “αντικαπιταλιστικό” προσανατολισμό. Ενώ δέχονται την επανάσταση και τον κομμουνισμό στα λόγια, αυτό δεν έχει καμία αξία στην καθημερινή τους πρακτική.

Εμείς έχουμε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη, όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά πολύ περισσότερο για το παρόν και το μέλλον του κινήματος. Γι’ αυτό και λέμε ξεκάθαρα. Χρειαζόμαστε σήμερα μια επαναστατική οργάνωση της πρωτοπορίας. Δεν λέμε ότι είμαστε εμείς. Μια τέτοια οργάνωση δεν μπορεί να είναι μια μικρή ομάδα επαναστατικής προπαγάνδας. Μιλάμε για μια οργάνωση ικανή να μπαίνει σφήνα στα γεγονότα. Μια οργάνωση αποφασισμένων επαναστατών, που με τις θέσεις της δεν θα αφήνει κανένα ζήτημα χωρίς απάντηση και με τη δράση της θα κάνει σαφές προς κάθε κατεύθυνση τι γυρεύει. Δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να πειστούν όλοι και πολύ περισσότερο οι υπαρκτές οργανώσεις για αυτό το στόχο. Ας ακολουθήσει ο καθένας το δρόμο του. Έχουμε τη γνώμη ότι κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τους υπόλοιπους. Εμείς θα συμμετέχουμε χωρίς κανένα περιορισμό στη συζήτηση που έτσι κι αλλιώς έχει ανάψει, διατηρώντας όχι μόνο την πλήρη οργανωτική ανεξαρτησία, αλλά και μια κριτική αδιαλλαξία σε σχέση όλες τις προσπάθειες “ανασύνθεσης”. Όμως δεν πρόκειται να περιμένουμε κανέναν. Καλούμε από τώρα όσους αγωνιστές πιστεύουν ότι χρειάζεται μια επαναστατική οργάνωση να συναντηθούμε από τώρα. Η πρότασή μας είναι ξεκάθαρη και στη βάση αυτή την καταθέτουμε, πιστεύοντας ότι παραμένουμε πιστοί όχι στον τύπο αλλά στο πνεύμα του επαναστατικού μαρξισμού.

Ποια είναι λοιπόν τα όρια που θέτουμε σ’ αυτή την πορεία;

1ο: Οριοθέτηση από κάθε ρεφορμιστική ή κομφουζιονιστική στρατηγική για την αλλαγή της κοινωνίας. Παλεύουμε για την προλεταριακή επανάσταση δηλαδή τη βίαιη εκπαραθύρωση από την εξουσία της αστικής τάξης, την πολιτική και την οικονομική της απαλλοτριώσει. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να απελευθερωθεί σιγά σιγά διευρύνοντας τις κατακτήσεις της. Αυτό δεν έγινε πουθενά και ούτε πρόκειται να γίνει. Οι καπιταλιστές δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να παραιτηθούν από την εξουσία που κατέχουν, ούτε φυσικά να τη μοιραστούν με τους εργάτες. Κάθε τέτοιο μοίρασμα θα είναι εντελώς προσωρινό, ένα μικρό μεταβατικό διάστημα, είτε προς τη δικτατορία της αστικής τάξης είτε προς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Η κατάληψη της εξουσίας δεν πρόκειται να αποφασιστεί σε καμία κάλπη, ούτε θα έλθει σαν ώριμο φρούτο της βαθμιαίας αλλαγής της συνείδησης μετά από ένα “μακρύ πόλεμο θέσεων” όπως πιστεύουν οι ρεφορμιστές και οι κομφουζιονιστές του κεντρισμού που αυταρέσκονται να ονομάζονται ριζοσπαστική ή νέα αριστερά. Δεν θα αναφερθούμε εδώ στα ιστορικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την ορθότητα της παραπάνω πρότασης. Η στρατηγική του ρεφορμισμού κρύβεται πίσω από την απάτη που λέγεται κατάκτηση της πλειοψηφίας. Ακόμα και σήμερα αναρωτιούνται αν η ηγεμονία έρχεται μέσω της κατάληψης της εξουσίας (όπως έλεγε ο Λένιν) ή μέσα από ένα “παρατεταμένο πόλεμο θέσεων”, επιστρέφοντας έτσι πίσω στο ρεφορμισμό που λεει ότι πρώτα κερδίζουμε την πλειοψηφία και μετά κάνουμε επανάσταση. Για τους επαναστάτες μαρξιστές δεν μπορεί να κερδηθεί καμία πλειοψηφία στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όσο η αστική τάξη θα κατέχει τα μέσα παραγωγής τότε θα κυριαρχεί και σ’ όλα τα στοιχεία του εποικοδομήματος (θεσμοί, ιδεολογία). “Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης” έλεγε ο Μαρξ. Όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να ανατρέψουν την αστική τάξη με ειρηνικό τρόπο το μόνο που κατάφεραν ήταν να βρεθούν απροετοίμαστοι μπροστά στην πιο άγρια αστική τρομοκρατία. Η αστική τάξη πουθενά δεν σεβάστηκε τη αρχή της πλειοψηφίας όταν ένιωθε την ανάσα της επανάστασης να πλησιάζει, καταργώντας τους αστικούς της θεσμούς πριν να το κάνει αυτό η εργατική τάξη. Γι α το μαρξισμό όσο ο πλούτος βρίσκεται στα χέρια μιας χούφτας καπιταλιστών δεν μπορεί να υπάρχει καμία πραγματική δημοκρατία και φυσικά καμία αρχή της πλειοψηφίας. Γι’ αυτό ο μόνος τρόπος για να αποσυρθεί η αστική τάξη από την εξουσία είναι η βίαιη ανατροπή της από την εργατική τάξη. Οποίος θέλει ένα ιστορικό προηγούμενο μιας τέτοιας διαδικασίας μπορεί να το βρει στην Οκτωβριανή επανάσταση και σε μια σειρά ακόμα επαναστάσεις ανεξάρτητα από την έκβασή τους.

Η επανάσταση δεν θα είναι ούτε “λαϊκή”, ούτε “αντιμονοπωλιακή”, ούτε “αντιιμπεριαλιστική” όπως επιμένουν να την φαντάζεται η ρεφορμιστική ηγεσία του ΚΚΕ και οι διάφορες παραφυάδες του μαοϊσμού. Η επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική γιατί σοσιαλιστικά είναι τα καθήκοντα που μπαίνουν σήμερα. Πίσω από τις λέξεις “λαϊκή”, “αντιμονοπωλιακή”, “αντιιμπεριαλιστική” κρύβεται η θεωρία των σταδίων, η ρεφορμιστική πολιτική της συνεργασίας των τάξεων. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν έχει κανένα φεουδαρχικό υπόλειμμα όπως φαντάζονται οι χρεοκοπημένοι σταλινικοί. Όχι μόνο είναι ανεπτυγμένος αλλά κοντεύει και να σαπίσει. Ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας είναι μια απάτη. Η ελληνική αστική τάξη είναι σύμμαχος των ευρωπαίων ομόλογών της, συμμετέχει σε μονοπωλιακές επιχειρήσεις όπως και κάθε άλλη ιμπεριαλιστική αστική τάξη. Είναι τόσο εξαρτημένη από τον “ιμπεριαλισμό” όσο είναι και οι υπόλοιποι. Η πάλη ενάντια στο ιμπεριαλισμό είναι πρώτα απ’ όλα πάλη ενάντια στην δική “μας” αστική τάξη.

Η επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική γιατί θα έχει σαν στόχο την επιβολή της Σοσιαλιστικής Τάξης στο καπιταλιστικό χάος. Δεν μπορεί να είναι απλώς “αντικαπιταλιστική” όπως την ονομάζουν διάφοροι νεοαριστεροί προκειμένου να αποποιηθούν κάθε ευθύνη για το μέλλον της. Η αντικαπιταλιστική επανάσταση είναι μια κενολογία και από μόνη της δεν σημαίνει τίποτα. Αν δεν σημαίνει τη σοσιαλιστική επανάσταση τότε πρόκειται για την απόλυτη υποταγή των κομφουζιονιστών της νεοαριστεράς στον αυθορμητισμό και τον κινηματισμό. Προφανώς γι’ αυτούς το κίνημα από μόνο του είναι ικανό να φτάσει μέχρι την “αντικαπιταλιστική” επανάσταση με ένα αυθόρμητο τρόπο. Έτσι το μοναδικό καθήκον των κομμουνιστών είναι να την γεμίσουν κατόπιν με “κομμουνιστικό περιεχόμενο”. Είναι καθαρό ότι δεν παίρνουν κανένα μέρος στην προετοιμασία και την καθοδήγηση της επανάστασης και φυσικά δεν ξεκαθαρίζουν με τι θα αντικαταστήσουν όχι γενικά τον καπιταλισμό, αλλά το αστικό κράτος την επόμενη μέρα της επανάστασης. Η επανάσταση αν δεν ξέρει με τι θα αντικαταστήσει το καθεστώς που ανατρέπει τότε θα πάθει ακριβώς ότι έπαθε η εξέγερση των δούλων του Σπάρτακου που ενώ βάδιζε προς τη Ρώμη συνειδητοποίησε ότι δεν έχει καμία εναλλακτική λύση. Το αποτέλεσμα ήταν να καταρρεύσει η επανάσταση από μέσα και στη συνέχεια να γίνει εύκολη λεία του ρωμαϊκού στρατού. Οι μπολσεβίκοι λενινιστές ξέρουν με τι θα αντικαταστήσουν την αστική εξουσία και δεν πρόκειται να το “αναζητήσουν” εκείνη την ώρα, ούτε φυσικά θα παραδώσουνε την εξουσία στο πλήθος όπως ονειρεύονται ορισμένοι ηλίθιοι που παριστάνουν τους αριστερούς. Η ιστορία της παγκόσμιας ταξικής πάλης επιβεβαιώνει με τον πιο τραγικό τρόπο την ορθότητα της φράσης του Μαρξ στην “Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα”. Ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό υπάρχει μια μεταβατική περίοδος που ονομάζεται επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου. Όποιος σήμερα υπόσχεται ένα άμεσο πέρασμα στον κομμουνισμό και την αταξική κοινωνία ή ένα ενδιάμεσο καθεστώς στο οποίο θα υπάρχει δημοκρατία για όλους το μόνο που καταφέρνει είναι να αποκοιμίζει την εργατική τάξη κάνοντάς την εύκολη λεία για την αστική αντεπανάσταση. Η εργατική τάξη αν θέλει να μείνει στην εξουσία θα πρέπει να τσακίσει το αστικό κράτος. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα πληρώσει με το αίμα της κάθε επιείκεια που θα δείξει στους εκπροσώπους του κεφαλαίου και στον πραιτοριανό μηχανισμό τους. Πολλοί αριστεροί και αναρχικοί πιστεύουν ότι το σταλινικό γραφειοκρατικό καθεστώς έχει τις ρίζες του στη δικτατορία του προλεταριάτου της εποχής του Λένιν και του Τρότσκυ. Με βάση αυτό το σκεπτικό απορρίπτουν την προλεταριακή δικτατορία και αναζητούν νέες μορφές και ασφαλιστικές δικλείδες που δεν θα επιτρέψουν την γραφειοκρατικοποίηση και τον εκφυλισμό της επανάστασης. Όμως ο εκφυλισμός όχι μόνο δεν είναι εν γένει προϊόν της προλεταριακής δικτατορίας αλλά αποτέλεσμα του περιορισμού της σε μια μόνο χώρα. Η γραφειοκρατία δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ασφυκτικής πίεσης του ιμπεριαλισμού σε ένα απομονωμένο εργατικό κράτος. Στην αρχή εμφανίζεται σαν εκφραστής της υποχώρησης από την ήττα της διεθνούς επανάστασης, υποσχόμενη την ηρεμία και στη συνέχεια αποκρυσταλλώνεται σαν ο ανοικτός πράκτορας του ιμπεριαλισμού μέσα στα ίδια τα εργατικά κράτη. Η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με το γραφειοκρατικό σταλινικό καθεστώς αλλά είναι ακριβώς το αντίθετό της.

2ο όριο: Οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας- Λενινιστικό κόμμα. Οι αυθόρμητοι αγώνες της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων δεν αρκούν για να οδηγήσουν στην κοινωνική απελευθέρωση. Η απαλλοτρίωση της αστικής τάξης δεν μπορεί να έλθει καβάλα σε μια αντικαπιταλιστική “διάθεση”. Εκτός από την αντίθεση χρειάζεται και η θέση. Η σοσιαλιστική επανάσταση, η δικτατορία του προλεταριάτου και ο παγκόσμιος σοσιαλισμός απαιτεί ένα άλλο επίπεδο συνείδησης και πάνω απ’ όλα την απαλλαγή από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας. Αυτός που για μια στιγμή συμμετέχει σ’ έναν εργατικό αγώνα, σε μια μαθητική κατάληψη ή σε μια αντιφασιστική συγκέντρωση δεν σημαίνει ότι απαλλάχτηκε από την επιρροή της αστικής ιδεολογίας. Στην πραγματικότητα η συμμετοχή του καθενός σ’ ένα αγώνα προκαλεί ενδεχομένως μια προσωρινή αποσταθεροποίηση στα αστικά ιδεολογήματα που έχει στο κεφάλι του, αλλά μόνο προσωρινή. Μόνο τότε μπορεί κανείς να κάνει ένα προχώρημα στη συνείδηση του με την προϋπόθεση όμως να γίνει δέκτης κομμουνιστικής προπαγάνδας. Για τους επαναστάτες κάθε αγώνας είναι μια ευκαιρία όχι μόνο για να πετύχουν τακτικές νίκες ενάντια στα αφεντικά και την κυβέρνηση, αλλά και για να δυναμώσουν το στρατό της επανάστασης ποιοτικά και ποσοτικά. Ποιοτικά εκπαιδεύοντας τον εαυτό τους στη διενέργεια μαχών και ποσοτικά στρατολογώντας νέους αγωνιστές στον κομμουνιστικό στρατό. Η στρατολογία αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνεται στη βάση μιας μίνιμουμ συμφωνίας, αλλά στο μάξιμουμ της σοσιαλιστικής επανάστασης, της προλεταριακής δικτατορίας και του παγκόσμιου σοσιαλισμού.

Όλη η τέχνη συνίσταται στο να ενωθεί το πιο συνειδητό και πρωτοπόρο κομμάτι της εργατικής τάξης, της νεολαίας και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων σε μια ενιαία οργάνωση. Σε αντίθεση μ’ όλες τις άλλες αριστερές οργανώσεις, η οργάνωση της επαναστατικής πρωτοπορίας, επειδή ακριβώς συγκροτείται στη βάση της σοσιαλιστικής επανάστασης, αργά ή γρήγορα θα προσκρούσει στην οργανωμένη βία των μηχανισμών της αστικής αντίδρασης. Αυτό είναι τελικά που καθορίζει και τη φύση της. Πρέπει λοιπόν να έχει τέτοια σύνθεση, οργανωτικές αρχές και πειθαρχία, ιδεολογική και πολιτική ενότητα ώστε να είναι ικανή συνδυάζοντας όλες τις μορφές πάλης, όχι μόνο να αντιμετωπίζει την αστική καταστολή αλλά και να οδηγήσει τον αγώνα για τη συντριβή του καπιταλιστικού κράτους και την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη.

Επιδιώκουμε την οικοδόμηση μιας οργάνωσης που δεν θα διστάσει την τελευταία στιγμή να καθοδηγήσει την εξέγερση. Μια τέτοια οργάνωση είναι η επαναστατική οργάνωση της εργατικής τάξης. Ωστόσο δεν ταυτίζεται μ’ όλη την εργατική τάξη, αλλά μ’ ένα τμήμα της, το συνειδητό και πρωτοπόρο απόσπασμά της. Η εργατική τάξη σαν κοινωνικό υποκείμενο της σοσιαλιστικής επανάστασης, και όχι αυτή καθ’ αυτή σαν αντικείμενο εκμετάλλευσης, δηλαδή από την άποψη της σύνθεσής της, του επιπέδου της ταξικής της συνείδησης και της πολιτικής ωριμότητας και δραστηριότητας κλπ. είναι ανομοιογενής. Η ύπαρξη οριζοντίων διαστρωματώσεων στην εργατική τάξη (ειδικευμένοι, ανειδίκευτοι), εργάτες βιομηχανικοί μικρών ή μεγάλων επιχειρήσεων, ασπρογιακάδες (υπάλληλοι γραφείων, τράπεζες, καθηγητές) συνδικαλισμένοι, ανοργάνωτοι εντελώς, άλλοι που έχουν συνειδητοποιήσει την ιστορική αποστολή και άλλοι που έχουν αυταπάτες, μετανάστες, εργάτες σε χώρους με αγωνιστικές παραδόσεις και άλλοι σε υποταγμένους, μέχρι εργάτες εντελώς ηλίθιους που συνεργάζονται με τ’ αφεντικά τους, απεργοσπάστες και χαφιέδες κλπ. επιβεβαιώνουν αυτή την ανομοιογένεια. Να γιατί η οργάνωση δεν μπορεί να ταυτίζεται μ’ όλη την τάξη παρά με το πιο συνειδητό, προχωρημένο και αποφασισμένο κομμάτι της.

Αυτή λοιπόν η μειοψηφία έχει συνειδητοποιήσει όχι μόνο την αναγκαιότητα της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, αλλά και τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Έχει σημασία να ξεκαθαριστεί αυτό, γιατί υπάρχει μια σοβαρή απόσταση ανάμεσα στη συνειδητοποίηση μιας ανάγκης και στην προσωπική πια διάθεση για πάλη που εξαρτάται βασικά από τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί αυτός ο στόχος. Γι’ αυτό όσο μεγαλώνει η οργάνωση, τόσο η ελκτική της δύναμη θα αυξάνεται γεωμετρικά και όχι αριθμητικά.

Η οργάνωση είναι όχι μόνο ιδεολογική αλλά και πολιτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Μόνο με ένα τέτοιο εξοπλισμό είναι σε θέση όχι μόνο να χαράσσει κάθε φορά την πιο σωστή πολιτική γραμμή. Αλλά και να εξασφαλίζει μια μόνιμη πολιτική παρουσία, απαλλαγμένη από ταλαντεύσεις και μεταπτώσεις που παρουσιάζουν όχι μόνο οι μεμονωμένοι -και ταξικά συνειδητοί- εργάτες, αλλά και οι διάφορες άλλες αριστερίστικες ή κεντριστικές οργανώσεις, σε στιγμές υποχώρησης του κινήματος. Η οργάνωση όμως πρέπει να διαχωρίζεται και στο μέτρο της αγωνιστικότητάς της. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο αν αποτελείται από μαχητές που έχουν κάνει την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης προσωπική τους υπόθεση, που σε κάθε αγώνα διακρίνονται στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης αλλά και της οργάνωσης που ο ηρωισμός τους και η πίστη τους στην επανάσταση να αποτελούν για τους ανοργάνωτους, ακόμα και όταν δεν μπορούν να συμμετέχουν, κέντρα αναφοράς, ελπίδας και αισιοδοξίας.

Ωστόσο η ιδεολογική και πολιτική ενότητα των πρωτοπόρων αγωνιστών δεν είναι αρκετή για να εξασφαλιστεί η νίκη. Η ίδια η φύση της ταξικής αντιπαράθεσης ιδιαίτερα όταν οξύνεται, επιβάλλει και ένα συντελεστή δύναμης που χωρίς αυτόν κάθε ιδεολογική και πολιτική συμφωνία είναι εντελώς ακίνδυνη -μην πούμε και άλλοθι- για το σύστημα. Μιλάμε για μια ενότητα στη θέληση και τη δράση που μπορεί να κατακτηθεί μόνο στην οργάνωση. Ο συνδυασμός λοιπόν της ιδεολογικοπολιτικής ενότητας και της οργανωμένης θέλησης για δράση αποκτούν μια πολλαπλασιαστική δύναμη, που σε συνδυασμό με την αυθόρμητη δράση των μαζών, μπορεί να οδηγήσει σε επαναστατικά γεγονότα. Ο Λένιν έγραφε για να τονίσει τη σημασία της οργάνωσης:

 

“Το κόμμα είναι το συνειδητό, πρωτοπόρο στρώμα της τάξης, η εμπροσθοφυλακή της. Η δύναμη αυτή είναι δέκα, εκατό και παραπάνω φορές μεγαλύτερη από την ποσότητά της. Είναι δυνατό αυτό; Μπορεί η δύναμη των εκατό να ξεπεράσει τη δύναμη των χιλίων; Μπορεί να τη ξεπεράσει και την ξεπερνάει, όταν οι εκατό είναι οργανωμένοι. Η οργάνωση δεκαπλασιάζει τις δυνάμεις. Άλλωστε, η συνειδητότητα του πρωτοπόρου αποσπάσματος εκδηλώνεται ανάμεσα στα άλλα και στο γεγονός ότι ξέρει να οργανωθεί. Οργανωμένο όμως, αποχτάει ενιαία θέληση και η ενιαία θέληση των χιλίων, των εκατό χιλιάδων των πρωτοπόρων γίνεται η θέληση της τάξης”.

 

Την αλήθεια αυτή την ξέρει θαυμάσια ο ταξικός εχθρός, γι’ αυτό και τα πυρά του τα κατευθύνει πρώτα και κύρια σ’ όσους αναπτύσσουν οργανωμένη επαναστατική δράση. Η οργάνωση λοιπόν για να αντεπεξέλθει στην αντιπαράθεση, όχι της αυθόρμητης πάλης των τάξεων, αλλά σε μια ανώτερη ποιοτική κλίμακα, στην αντιπαράθεση του επαναστατικού προλεταριάτου με το αστικό κράτος, δεν μπορεί να λειτουργεί σαν ένα απλό άθροισμα των μελών της, αλλά σαν ένα ιεραρχημένο και πειθαρχημένο σύστημα πυρήνων που οι αμοιβαίες σχέσεις τους, όπως και των ξεχωριστών οργανωμένων επαναστατών με τον πυρήνα τους, καθορίζονται στη βάση της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Ο δ.σ. προϋποθέτει την ιδεολογικοπολιτική συμφωνία και τη θέληση για ενιαία δράση, όπως έχουμε ήδη πει.

Στη βάση αυτή, μέλος μιας τέτοιας οργάνωσης μπορεί να είναι όποιος δέχεται το πρόγραμμά της, την ενισχύει οικονομικά και συμμετέχει σ’ έναν από τους πυρήνες της, δουλεύοντας στην κατεύθυνση και στη γραμμή που έχει αποφασίσει δημοκρατικά η οργάνωση. Ο δ.σ. είναι το σύστημα που προωθεί από τη μια μεριά την απεριόριστη δημοκρατική συζήτηση στο εσωτερικό της οργάνωσης, προετοιμάζοντας έτσι την κοινή και πειθαρχημένη δράση από την άλλη. Για τον μπολσεβικισμό υπάρχει μια αρχή: κάθε απόφαση εκτελείται από όλους ανεξάρτητα να συμφωνούν ή διαφωνούν μ’ αυτήν. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η δημοκρατία και ο συγκεντρωτισμός της οργάνωσης. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις κάθε συζήτηση για την επαναστατική οργάνωση είναι σκέτη φλυαρία.

3ο όριο: Η πάλη για το χτίσιμο του παγκόσμιου επαναστατικού κόμματος, της 4ης Διεθνούς

Τόσο από την άποψη της στρατηγικής ότι η νίκη του σοσιαλισμού προϋποθέτει την παγκόσμια επανάσταση, όσο και από την άποψη της πολιτικής έναντι της δικής “μας” αστικής τάξης, ο διεθνισμός δεν είναι για μας μια άδεια φόρμουλα διεθνιστικής ελεημοσύνης στους κατατρεγμένους ανά γης, ή μια όψιμη αντιιμπεριαλιστική φλυαρία.

Καταρχάς η αντίληψη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης αποδεικνύει τη συνέπεια του καθενός με τον επαναστατικό μαρξισμό. Κάθε λογική οικοδόμησης σε μια χώρα δεν διαφέρει σε τίποτα από τις λογικές των ουτοπικών σοσιαλιστών του 19ου αιώνα για κομμουνιστικές οάσεις στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού κράτους. Ο επιστημονικός σοσιαλισμός πήρε διαζύγιο μ’ όλες αυτές τις ουτοπικές μικροαστικές ανοησίες. Η άρνηση των ουτοπικών να αγγίξουν το αστικό κράτος και την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, τους ένταξε στο πάνθεον της μικροαστικής διαμαρτυρίας για ένα δικαιότερο καπιταλισμό. Σήμερα δεν υπάρχει χώρος για τέτοια λάθη. Ο καπιταλισμός στην παρακμή του έχει μόνο εχθρούς και φίλους, έτσι και τα σταλινικά εκτρώματα για “σοσιαλισμούς σε μια χώρα” ανήκουν στα στηρίγματα του καπιταλισμού, έστω και με τη μορφή της ειρηνικής συνύπαρξης μαζί του.

Όλοι αυτοί σήμερα που πλασάρονται σαν οι πιο γνήσιοι αντιιμπεριαλιστές, θα πρέπει να μετρηθούν πρώτα απ’ όλα στην στάση τους έναντι της δικής τους ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Και εδώ είναι η προκλητική αντίφαση. Οι σταλινικοί από τη μία υπόσχονται σοσιαλισμούς σε μια χώρα και δεν κάνουν τίποτα για να ανατρέψουν τον καπιταλισμό στη χώρα τους, και από την άλλη τρωνε τον κόσμο για τον ιμπεριαλισμό του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, το Μάαστριχτ, βάζουν διαρκώς αντιιμπεριαλιστικά καθήκοντα και αρνούνται ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί μόνο σαν παγκόσμιο σύστημα.

Για μας αντιιμπεριαλιστικός είναι ο αγώνας ενάντια στο δικό μας ιμπεριαλισμό και η καλύτερη διεθνιστική βοήθεια στους καταπιεζόμενους του πλανήτη η ανατροπή του δικού μας καπιταλισμού. Το ίδιο γυρεύουμε και από τους άλλους. Μια, δύο, τρεις επαναστατικές εκρήξεις θα έσπαγαν αμέσως το παγκόσμιο status, θα ήταν η αρχή του τέλους για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Πάνω σ’ αυτή τη βάση δεν παλεύουμε να χτίσουμε το όργανο της σοσιαλιστικής επανάστασης μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο. Αυτό το όργανο λέγεται 4η Διεθνής.

Όπως η οργάνωση των επαναστατών δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο στη βάση της μάξιμουμ συμφωνίας πάνω στη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης και της προλεταριακής δικτατορίας, έτσι και η Διεθνής των επαναστατών μπορεί να υπάρξει μόνο στη βάση ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να χτιστεί παγκόσμια και όχι σε μια χώρα. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να υπάρξει Διεθνής χωρίς τη στρατηγική της παγκόσμιας επανάστασης. Αυτόν τον αγώνα είναι που εγκατέλειψε η 3η Διεθνής του Στάλιν και που συνέχισε η 4η Διεθνής που ιδρύθηκε από τον Τρότσκυ το 1938 σε μια εποχή τρομερής υποχώρησης του επαναστατικού κινήματος. Δεν έχουμε πρόθεση στο σημείο αυτό να κάνουμε έναν απολογισμό της 60χρονης πορείας της 4ης Διεθνούς. Για μας η πάλη για την ανοικοδόμηση της 4ης Διεθνούς σήμερα έχει εκατό φορές μεγαλύτερη αξία από ότι την εποχή της ίδρυσής της. Παρ΄ όλες τις διασπάσεις, τις σκληρές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της και την εξόντωση χιλιάδων στελεχών της από την καπιταλιστική αντίδραση και τη σταλινική γραφειοκρατία, τα ρεύματα που αναφέρονται στην 4η Διεθνή όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά όλα δείχνουν ότι βρίσκονται σε μια πορεία αύξησης της επιρροής τους μέσα στο μαζικό κίνημα.

Η πορεία αυτή ωστόσο δεν θα μπορούσε να μην είναι αντιφατική. Ο τροτσκισμό βγαίνοντας από χρόνια απομόνωση έρχεται αντιμέτωπος με προβλήματα που μέχρι τότε τα έλυνε, με τρόπους που αναλογούσαν και σε μια ορισμένη απομόνωση του. Σήμερα με το αδυνάτισμα των ρεφορμιστικών μηχανισμών πολλές τροτσκιστικές οργανώσεις αναλαμβάνουν καθήκοντα, που μέχρι τότε, ήταν μόνο στη φαντασία τους. Στη Γαλλία η και ξεπέρασαν στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές το 10%, ποσοστό που δεν είχε γνωρίσει ποτέ στο παρελθόν τροτσκιστική οργάνωση τουλάχιστον σε ιμπεριαλιστική μητρόπολη. Στην Αργεντινή οι τροτσκιστικές οργανώσεις έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2001, ανεξάρτητα αν δεν μπόρεσαν να την οδηγήσουν μέχρι το τέλος. Σήμερα υπάρχουν περισσότερες από 600 τροτσκιστικής αναφοράς οργανώσεις σε όλο τον κόσμο. Πολλές απ’ αυτές ζούνε μέσα σε πελάγη σεχταριστικής και οπορτουνιστικής αφασίας. Ωστόσο δεν παύει το γεγονός αυτό στο σύνολό του να αποτελεί μια ιστορική ρεβάνς με τις δυνάμεις του σταλινισμού, του οποίου ο εκφυλισμός δεν μπορεί να συγκριθεί στο ελάχιστο με τον οποιοδήποτε εκφυλισμό του τροτσκισμού. Σίγουρα το γεγονός ότι ο τροτσκισμός γίνεται κατά κάποιο τρόπο μια σημαντική δύναμη του κινήματος αναπόφευκτα θα δεχτεί και μια ορισμένη ιδεολογική πίεση. Επιπλέον οι εκλογικές επιτυχίες και είσοδος τροτσκιστών σε αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς θα δημιουργήσει κι αυτές μια επιπλέον πίεση ενσωμάτωσης προσώπων, ίσως και οργανώσεων. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Τα πράγματα συνεχίζουν να είναι αντιφατικά. Όμως ο τροτσκισμός σαν το ρεύμα που αποτέλεσε τη συνέχεια του επαναστατικού μαρξισμού στα χρόνια του σταλινικού εκφυλισμού και του διασυρμού της εργατικής εξουσίας, συνεχίζει να αποτελεί το μοναδικό ρεύμα, από το οποίο μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος γύρος αναμέτρησης με τον παρακμιακό ιμπεριαλισμό της νέας τάξης. Όταν λέμε τροτσκισμός δεν εννοούμε τα διάφορα κέντρα του. Σε τελευταία ανάλυση πολλά απ’ αυτά έκλεισαν τον κύκλο τους και άλλα συνεχίζουν, χωρίς ωστόσο αυτό να ακυρώνει τις θεωρητικές κατακτήσεις του ρεύματος συνολικά, πολλές από τις οποίες οφείλονται στην επεξεργασία αυτών των κέντρων και των οργανώσεών τους.

Η σημαία της 4ης Διεθνούς ήταν και συνεχίζει να είναι ακηλίδωτη. Μόνο στο οπλοστάσιο του τροτσκισμού μπορεί κανείς να βρει το νήμα με τις επαναστατικές παραδόσεις του Μαρξ, του Λένιν, της Ρόζας και του Τρότσκυ. Στη βάση αυτή πιστεύουμε ότι δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της 4ης Δ. Πολλοί σύντροφοι μιλάνε για την επανίδρυση της 4ης Δ. Η άποψη αυτή προϋποθέτει ένα κενό ύπαρξης. Μια ασυνέχεια της 4ης.Κατά τη γνώμη μας δεν υπάρχει καμία ασυνέχεια στον ίδιο βαθμό που δεν υπάρχει σε ολόκληρη την ιστορική διαδρομή του επαναστατικού κινήματος. Αλήθεια πότε πέθανε η 4η Δ. για να την ξανακτίσουν κάποιοι συνεπείς από την αρχή; Η 4η Δ. συνεχίζει να ζει μέσα από τις οργανώσεις και τα κέντρα τους. Μπορεί να μην έχει μια οργανωτική ενότητα, αλλά αυτό αντανακλά το γενικότερο συσχετισμό. Εμείς πιστεύουμε ότι εκεί βρίσκεται ο ιδεολογικοπολιτικός αφρός της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Μ’ αυτή την έννοια καμία επαναστατική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σαν συνέχεια της 4ης Δ. σε μια ανώτερη κλίμακα, με τον ίδιο τρόπο που η 4η ήταν η συνέχεια της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της πρώτης περιόδου της ΚΔ. Όλα αυτά δεν θα υπήρχαν χωρίς την Σ.Δ. και την 1ηΔιεθνή Ένωση των Εργατών των μαρξιστών και των αναρχικών. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον 5οόροφο μόνο στο βαθμό που πατάει πάνω στον 4ο. Όσοι όμως θέλουν να μείνουν εκεί ψηλά χωρίς να πατάνε στο στέρεο έδαφος που έχουμε κληρονομήσει από τους προηγούμενους, προφανώς ξεχνάνε τους νόμους της βαρύτητας σε γήινο περιβάλλον. (Ή μήπως έχει αλλάξει κι αυτό;)

Για τον Κομμουνιστικό Σύνδεσμο το χτίσιμο του παγκόσμιου επαναστατικού κόμματος είναι κεντρικό σημείο οριοθέτησης σε ανάλογο βαθμό με την πάλη για την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε άμεσα να δώσουμε μια λύση. Σημαίνει ωστόσο ότι η οργάνωση που θέλουμε δεν μπορεί παρά να χτιστεί πάνω σ’ αυτή την βάση.

 

Για μια επαναστατική παρέμβαση

Το χτίσιμο της επαναστατικής οργάνωσης της πρωτοπορίας αποτελεί τη στρατηγική επιδίωξη του ΚΣ. Χωρίς το πολιτικό υποκείμενο (το κόμμα) η επανάσταση είναι αδύνατη. Ένα τέτοιο κόμμα όμως θα γίνει αποτελεσματικό μόνο στο βαθμό που θα απλώνει την επιρροή του στο κοινωνικό υποκείμενο της σοσιαλιστικής επανάστασης δηλ. στο προλεταριάτο. Χωρίς αυτό κάθε απομονωμένη ανατρεπτική κίνηση της πρωτοπορίας θα γινόταν εύκολη λεία στα χέρια των κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού κράτους. Το γεγονός λοιπόν ότι η οργάνωση αποτελείται από μια μικρή και συνειδητή μειοψηφία, το γεγονός δηλαδή ότι η οργάνωση συγκροτείται ξεχωριστά από το σύνολο της τάξης δεν συνεπάγεται ότι επιδιώκει και την αυτοαπομόνωσή της. Πολλές φορές στην προσπάθειά τους οι επαναστάτες να διαχωριστούν από το ρεφορμισμό και τις αυταπάτες του που συνεχίζουν να κυριαρχούν στη βάση της εργατικής πλειοψηφίας, έπεφταν στο σεχταρισμό. Ο σεχταρισμός λειτουργεί σαν καταφύγιο. Η ταξική πάλη εδώ αντιμετωπίζεται μέσα από προπαγανδιστικές αφαιρέσεις και καθαρές αρχές. Κανένας δεν γεννιέται σεχταριστής. Όμως οι δυσκολίες της επαναστατικής παρέμβασης, το γεγονός ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα οι επαναστάτες παραμένουν μια ελάχιστη και χωρίς επιρροή μειοψηφία, δημιουργεί μια “αυθόρμητη” τάση απομάκρυνσης από την πραγματικότητα προκειμένου να αφοσιωθούν στην υπεράσπιση μιας επαναστατικής προοπτικής που ωστόσο δεν αφορά, φαινομενικά, παρά λίγους ευαίσθητους δέκτες της ιστορικής εξέλιξης. Είναι βλέπετε τόσο δύσκολο να παραμένει κανείς επαναστάτης σε πραγματικές συνθήκες που τον κάνει να συνεχίζει έξω από αυτές, ακριβώς γιατί αυτό “διευκολύνει” το έργο του. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια, όχι μόνο να διατηρήσει κανείς τις “αρχές” του, αλλά και να παραμείνει στην αρένα. Εξάλλου οι αρχές δεν έχουν κανένα νόημα έξω από την πραγματικότητα της ταξικής πάλης, ανεξάρτητα από τον αν μας αρέσει ή όχι. Δεν είναι τυχαίο επαναστάτες να μην μπορούν να παράγουν μια “συγκεκριμένη επαναστατική πολιτική” για μια συγκεκριμένη κατάσταση. Το να προτείνει σε κάθε ζήτημα τη σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι καθόλου επαναστατική πολιτική. Το ερώτημα είναι με ποιους τρόπους θα ξεμπλοκάρει η ταξική πάλη. Πως θα ξεδιπλωθεί μέχρι τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ένα μπλεγμένο κουβάρι δεν πρόκειται να το ξεμπλέξεις ποτέ όσο και να διακηρύττεις την αναγκαιότητα του. Ο σεχταρισμός, δηλαδή το αράδιασμα “καθαρών” επαναστατικών θέσεων που δεν έχουν καμία χρησιμότητα στη, παρούσα ταξική πάλη, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα. Πολλές φορές είναι λιγότερο χρήσιμος ακόμα και από το ρεφορμισμό, ακριβώς γιατί ο τελευταίος βρίσκεται στη ζωή ακόμα και με λάθος απόψεις, ενώ ο δεύτερος ζει στον κόσμο των ιδεολογικών του αφορισμών. Η επαναστατική θεωρία για να μείνει ζωντανή πρέπει να βρίσκεται μέσα στην πραγματικότητα. Μόνο έτσι θα γίνει ένα ακονισμένο εργαλείο στα χέρια των μαχητών επαναστατών. Σε κάθε άλλη περίπτωση γίνεται ένα νεκρό γράμμα, που δίνει “ναυμαχίες” στη σφαίρα της “καθαρής” θεωρίας και όχι της ταξικής πάλης. Δεν είναι τυχαίο που ο σεχταρισμός όταν γίνει χρόνια περίπτωση καταλήγει σε εκτρωματικά συμπεράσματα. “Ο σεχταριστής, -έλεγε κάποτε ο Τρότσκυ– ζει στη σφαίρα των προκατασκευασμένων διατυπώσεων. Πάντα η ζωή τον προσπερνάει χωρίς να τον παίρνει υπόψη της. Αλλά κάθε τόσο δέχεται ένα σκαμπίλι που τον κάνει να γυρίσει 180 μοίρες γύρω από τον άξονά του, και συχνά τον κάνει να συνεχίζει τον ίσιο δρόμο του, αλλά… προς την αντίθετη κατεύθυνση”. Η ανοιχτή πολιτική δράση, η δημόσια έκθεση των επαναστατικών ιδεών και πολιτικών θέσεων, η συμμετοχή στους καθημερινούς αγώνες είναι οι μίνιμουμ θετικές εγγυήσεις ενάντια στον σεχταριστικό εκφυλισμό.

Δυστυχώς πολλοί σύντροφοι και οργανώσεις της αριστεράς μας κατηγορούν ότι είμαστε σεχταριστές. Δεν υπάρχει ούτε ψήγμα αλήθειας σ’ αυτή τη διαπίστωση. Ο ΚΣ βρέθηκε δεκάδες φορές στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Όχι μόνο συμμετείχαμε σε κινητοποιήσεις αλλά πολλές φορές τις οργανώσαμε με πρωτοβουλία μας, χωρίς να έχουμε κανένα άμεσο κομματικό συμφέρον. Η οργάνωσή μας έχει δείξει την ενωτική της φιλοσοφία στο δρόμο και όχι στις ατελείωτες συζητήσεις. Πολλοί σύντροφοί μας έχουν τραυματιστεί σε μάχες ή έχουν καταλήξει στα κρατητήρια. Αυτό δεν το λέμε για να περηφανευτούμε. Μπροστά στις ηρωικές στιγμές του επαναστατικού κινήματος δεν αξίζει κανείς να αναφερθεί στα “κατορθώματα” του ΚΣ. Όμως δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ότι είμαστε έξω από το κίνημα, ότι εσχατολογούμε και στέλνουμε τελεσίγραφα, χωρίς να βρέχουμε το δακτυλάκι μας. Μπορεί να μην βάζουμε την υπογραφή μας σε κάθε πρωτοβουλία, όμως ακόμα και τότε είμαστε εκεί, όχι μόνο για να πούμε τη γνώμη μας αλλά για να στηρίξουμε κάθε προσπάθεια έναντι του ταξικού αντιπάλου, ακόμα κι αν αυτή διεξάγεται με λάθος τρόπο.

Ένα από τα προϊόντα του σεχταρισμού είναι η αντίληψή του για την οικοδόμηση του κόμματος. Ο σεχταρισμός νοιώθει ότι αντιπροσωπεύει το μελλοντικό κόμμα. Φτάνει μέχρι να ταυτίζεται μαζί του. Αυτό, πολύ συχνά, οδηγεί ολιγομελείς ομάδες να αυτοανακηρύσσονται και να πιστεύουν ότι μια ποσοτική τους ανάπτυξη θα οδηγήσει στο κόμμα της επανάστασης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία απ’ αυτό. Οι μικρές ομάδες δεν μπορούν παρά να αντανακλούν και μια ποιότητα που έχουν. Δεν μπορεί να φταιει μόνο η ζωή. Ούτε μόνο ο γενικός συσχετισμός. Σίγουρα υπάρχει μια αλληλεπίδραση, σίγουρα υπάρχουν ορισμένα αντικειμενικά όρια που εμποδίζουν την επέκταση των επαναστατικών ιδεών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τρόποι να ξεπεραστούν. Να αγγίξουμε τα πραγματικά μας όρια. Δεν πρόκειται όμως να γίνει τίποτα απ‘ όλα αυτά στο βαθμό που ευησυχαζόμαστε, αναγνωρίζοντας μόνο τον εαυτό μας.

Το επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να είναι απλώς μια γραμμική πορεία ποσοτικής ανάπτυξης. Όσοι πίστεψαν ότι μια ποσοτική συσσώρευση θα τους έλυνε το πρόβλημα του περάσματος από την ομάδα προπαγάνδας στην οργάνωση της πρωτοπορίας έφαγαν τα μούτρα τους γιατί πολύ απλά δεν φρόντισαν όλες τις ποιοτικές προϋποθέσεις αυτής της ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να μην μπορεί μια φουσκωμένη οργάνωση να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της επόμενης φάσης, απαιτήσεις που έχουν να κάνουν με το βαθμό έκθεσης αυτής της οργάνωσης. Είναι δεδομένο ότι μια τέτοια οργάνωση θα καταρρεύσει κάτω από τις πιέσεις που θα δεχτεί χάνοντας έτσι τα μέχρι τότε ποσοτικά κεκτημένα της. Το κλασσικό λάθος που μπορεί να κάνει κανείς είναι να μπερδέψει μια πρόσκαιρη επιρροή που κατέκτησε εξαιτίας μιας πετυχημένης παρέμβασης για ένα συγκυριακό και μερικό ζήτημα με την πολιτική επιρροή που η οργάνωση μπορεί να κρατήσει όχι για μερικούς μήνες αλλά για μεγάλα χρονικά διαστήματα γύρω της.

Η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα δεν γίνεται με κανέναν αυθόρμητο τρόπο και όποιος το ξεχνάει αυτό (δηλ. όλες τις διαδικασίες κεφαλαιοποίησης) το μόνο που θα θερίζει από τις σπορές του είναι κούραση, αποτυχίες και απογοητεύσεις.

Ένα άλλο κλασσικό λάθος που μπορεί να κάνει κανείς παρασυρμένος από συγκυριακές επιτυχίες είναι να νομίσει ότι μπορεί να πάρει πάνω του γενικά καθήκοντα καθοδήγησης του μαζικού κινήματος. Όσο κι αν φαίνεται εξωφρενικό όλες οι οργανώσεις έχουν περάσει από μια τέτοια φαντασίωση. Η ΕΔΕ (σήμερα ΕΕΚ) από το 74 ως το 86 είχε αυτοανακηρυχθεί σε επαναστατικό κόμμα. Πίστευε ότι μπορεί να καθοδηγεί χιλιάδες κόσμου και ακόμα χειρότερα ότι είναι ήδη το κόμμα της επανάστασης. Κι όλα αυτά με λίγες εκατοντάδες αγωνιστές και ελάχιστες χιλιάδες ψήφους στις εκλογές της τάξης του 0,1%.

Θα πει κανείς ότι οι περισσότερες από τις οργανώσεις που έπεσαν σ’ αυτή τη λούμπα είχαν εξωφρενικές αναλύσεις. Εν μέρει αυτό ισχύει. Στην πραγματικότητα όμως πολλές από τις εξωφρενικές αναλύσεις ήταν το προϊόν των εξωφρενικών καθηκόντων που έβαζαν στους εαυτούς τους μπαίνοντας σε έναν ατελείωτο φαύλο κύκλο μέχρι την κατάρρευση.

Γι’ αυτό πρέπει να δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα: Μια μικρή οργάνωση σαν την δική μας πού πρέπει να επικεντρώσει τις δυνάμεις της; Στην καθοδήγηση συγκρούσεων, απεργιών και καταλήψεων ή στο κέρδισμα πρωτοπόρων αγωνιστών για την επανάσταση πάνω σ’ ένα καθαρό ιδεολογικοπολιτικό άξονα; Η σωστή απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η τελευταία. Και τι σημαίνει αυτό ότι δεν πρέπει πχ. να κάνουμε ανοιχτή δουλειά, να βρισκόμαστε στους αγώνες, να κάνουμε καμπάνιες; Φυσικά και δεν σημαίνει αυτό το πράγμα. Όμως στο βαθμό που κάνει κανείς μόνο αυτή τη δουλειά ή την κάνει με την αυταπάτη ότι καθοδηγεί το “κίνημα” και ότι αυτό από μόνο του θα του φέρει κόσμο στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα. Μια οργάνωση χωρίς στελέχη πεισμένα πάνω στη στρατηγική μας δεν μπορεί να πάει ούτε μέτρο πιο πέρα.

Η συμμετοχή των μελών μιας μικρής επαναστατικής οργάνωσης στους αγώνες έχει σαν βασικό στόχο την αυτοεκπαίδευσή της, το κέρδισμα εμπειρίας και τελικά το άπλωμα της επιρροής της. Όποιος ξεχνάει τους περιορισμούς που του βάζει η πραγματικότητα το μόνο που θα καταφέρει είναι, εκτός από το να γίνεται γελοίος, να υποπέσει σε τυχοδιωκτικές και τελεσηγραφίστικες λογικές στην προσπάθειά του να υπερβεί τις εν γένει αδυναμίες του, κόβοντας κάθε πιθανότητα να βρει τελικά το δρόμο προς την πρωτοπορία.

Στο όνομα μιας δήθεν άμεσης παρέμβασης μια μικρή οργάνωση μπορεί να παρασυρθεί για ένα διάστημα σε έναν άγονο ακτιβισμό υποκαθιστώντας την πολιτική με διάφορα πυροτεχνήματα. Η ίδια βεβαίως μπορεί να πιστεύει ότι αυτή είναι η πλέον σοβαρή και ουσιαστική δουλειά και να την βαπτίζει μάλιστα και “καινοτόμα”. Τελικά όμως με μια τέτοια δουλειά όχι μόνο δεν πρόκειται να χτίσει τίποτα αλλά τουναντίον το μόνο που θα καταφέρει είναι να σπάσει τα πόδια της και να εγκαταλείψει, λόγω κούρασης, εντελώς άδοξα της όλη προσπάθεια. Γι’ αυτό ακριβώς λέμε ότι ο ακτιβισμός αυτού του είδους διαρκεί για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Δίπλα βεβαίως σ’ αυτό το στυλ δουλειάς αναγκαστικά θα αναπτυχθούν όλα τα γνωστά πολιτικά υποπροϊόντα της υποτίμησης της ιδεολογικοπολιτικής διαπαιδαγώγησης, του χειροτεχνισμού στην αντιμετώπιση του πολιτικού προσανατολισμού, της υποταγής σε όλες τις αυθορμητίστικες και κινηματίστικες αντιλήψεις ενώ τέλος όλα αυτά θα συνοδεύονται από μια απίστευτη πτώση του πολιτικού επιπέδου.

Η οικοδόμηση μιας επαναστατικής οργάνωσης μπορεί να είναι μονάχα αποτέλεσμα τηςιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας του επαναστατικού μαρξισμού, αρχικά σε μια μειοψηφία της εργατικής τάξης και της νεολαίας και στη συνέχεια στο σύνολο των οργανωμένων κομματιών τους. Ωστόσο η ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι προϊόν μιας αέναης διάδοσης των απόψεών μας. Όποιος έχει κάτι τέτοιο στο κεφάλι του καλύτερα να ασχοληθεί με το βουδισμό. Ο στόχος αυτός για όσους ξέρουν που ζουν μπορεί να έλθει μόνο με την πιο σκληρή αντιπαράθεση με τις απόψεις που ηγεμονεύουν αυτή τη στιγμή στο οργανωμένο εργατικό κίνημα και την αριστερά. Κι αυτές είναι οι απόψεις του ρεφορμισμού, του σταλινομαοϊσμού και ενός είδους αναρχοαυθορμητισμού ιδιαίτερα στη νεολαία. Χωρίς το ξεπέρασμα αυτών των απόψεων δεν πρόκειται να χτιστεί το κόμμα για το οποίο παλεύουμε.

Επιπλέον όταν μιλάμε για ηγεμονία δεν εννοούμε μια ακαδημαϊκή αντιπαράθεση του συνόλου των ιδεών μας με όλες τις υπόλοιπες. Κάτι τέτοιο και να το θέλαμε είναι αδύνατο. Ακριβώς γι’ αυτό το σύνολο των ιδεών μας το συμπυκνώνουμε σ’ ένα επαναστατικό πρόγραμμα, το “Μεταβατικό”, και μ’ αυτό επιδιώκουμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη της πρωτοπορίας. Το που βρίσκεται αυτή η πρωτοπορία είναι μια πολύ σημαντική κουβέντα κάθε φορά ακριβώς γιατί δεν υπάρχει ένας σταθερός χώρος στον οποίο έχει στρατοπεδεύσει. Το λάθος αυτό επαναλαμβάνουν μια σειρά οργανώσεις για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές τους επιλογές. Έτσι για κάποιους οι εν δυνάμει επαναστάτες είναι στο ΜΕΡΑ, για άλλους στο Φόρουμ, για άλλους στο ΣΥΝ, για άλλους ακόμα και στο… ΠΑΣΟΚ.

Το καθήκον μιας μικρής οργάνωσης επαναστατών σήμερα δεν είναι ούτε να καταλάβουν την εξουσία ούτε να αλλάξουν με τη δράση τους, τους ταξικούς συσχετισμούς. Πολλές οργανώσεις θεωρούν ότι το σημαντικότερο είναι να αλλάξει ο ταξικός συσχετισμός. Αυτό είναι μια υπεκφυγή. Ο ταξικός συσχετισμός θα αλλάξει περισσότερο λόγω των αντιφάσεων του καπιταλισμού παρά λόγω του βολονταρισμού της αριστεράς. Ο βολονταρισμός έχει μια σημασία όταν οξύνεται η ταξική πάλη, όταν ανεβαίνει ο πήχης. Εκεί έχει οριακή σημασία η αριστερά, κι όχι πριν. Το προηγούμενο διάστημα πρέπει να ετοιμάζεται, ακριβώς γι’ αυτό. Για να πέσει με τα μούτρα, όταν έρθει η ώρα. Όμως για να το κάνει αυτό πρέπει να είναι επαναστατική. Και δεν γίνεται τέτοια τελευταία στιγμή. Μια τέτοια αριστερά χτίζεται από πριν. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε σε μια επαναστατική κατάσταση για να το κάνουμε. Προετοιμαζόμαστε για αυτή την κατάσταση, όπως ένας γιατρός προετοιμάζεται για να κάνει εγχειρήσεις. Σήμερα αυτή η υπόθεση μπορεί να αφορά μια μειοψηφία. Δεν μας ενοχλεί καθόλου.

Αν δεν θέλουμε λοιπόν να παραμυθιαζόμαστε με μια δήθεν μαζική δουλειά -αρκετά έχουμε ακούσει- αν δεν θέλουμε να σκορπάμε δυνάμεις, τότε θα πρέπει να επικεντρώσουμε στο να ενωθεί αυτή η μειοψηφία από τώρα! Σήμερα ο κόσμος αυτός βρίσκεται μίλια μακριά από το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ, δεν θέλει να ακούει τίποτα γι’ αυτό και τρέφει τις πλέον εχθρικές διαθέσεις όχι μόνο για την ηγεσία του αλλά και για τους ξεπουλημένους γραφειοκράτες της ΠΑΣΚΕ που τα τελευταία χρόνια η θητεία τους στα συνδικάτα είναι τα διαπιστευτήρια για την προαγωγή τους σε κυβερνητικά πόστα ή έστω στα βουλευτικά έδρανα. Ωστόσο ο κόσμος αυτός διατηρεί πολλές αυταπάτες είτε για το ρόλο του ΚΚΕ είτε της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Ακριβώς γιατί επιδιώκουμε να επηρεάσουμε αυτούς τους αγωνιστές, μας ενδιαφέρει να είμαστε κοντά τους στις μάχες που δίνουν. Και ο ρόλος μας εκεί δεν μπορεί να είναι σε καμία περίπτωση του φτωχού συγγενή ή του καλού συμβουλάτορα. Επιδιώκουμε να είμαστε πρωταγωνιστές. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι συμμετέχουμε σε κινήσεις που μπορούν να συσπειρώνουν αυτούς τους αγωνιστές και ταυτόχρονα να ανοίγουν δρόμους για την όξυνση της ταξικής πάλης. Η παρέμβασή μας μαζί με τη Συσπείρωση ενάντια στην κρατική τρομοκρατία, είναι ένα παράδειγμα κοινής δράσης πάνω σε ένα πολύ δύσκολο θέμα, αυτό της “τρομοκρατίας”. Τόσο εδώ όσο και σε άλλα κεντρικά ζητήματα της περιόδου, όπως ο πόλεμος στο Ιράκ και η προληπτική αντεπανάσταση της νέας τάξης, επιδιώκουμε να παρέμβουμε, όχι γλείφοντας τις τελευταίες ταχύτητες του κινήματος αλλά βάζοντας με συνέπεια τη σωστή επαναστατική πολιτική, παίρνοντας όχι μια “καθαρή” θέση, αλλά μια αποφασιστική θέση που να επηρεάζει την έκβαση της συγκεκριμένης αντιπαράθεσης και που να ανοίγει ταυτόχρονα στην τελική λύση. Η ήττα του ιμπεριαλισμού στον πόλεμο περνάει μέσα από τη στρατιωτική του συντριβή. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε κάθε κίνηση που ανοίγει αυτή τη δυνατότητα, ανεξάρτητα από τις διαφορές μας με τους φονταμενταλιστές. Ο αγώνας ενάντια στους τρομονόμους περνάει μέσα από τη συγκεκριμένη υπεράσπιση των αγωνιστών της 17Ν, ανεξαρτήτως της στάσης μας για τις οργανώσεις ένοπλης προπαγάνδας.

Με τον ίδιο τρόπο παρουσιαζόμαστε στα σωματεία, τους φοιτητικούς συλλόγους και γενικότερα σε κάθε μαζικό χώρο και γειτονιά. Όχι σαν το αριστερό άλλοθι του ρεφορμισμού. Στο βαθμό που υπάρχει η δυνατότητα συμμετέχουμε ή συγκροτούμε σχήματα αν δεν υπάρχουν, που να τοποθετούνται στ’ αριστερά του ΚΚΕ και του Φόρουμ. Όχι μόνο γιατί αυτή είναι η πραγματική μας θέση αλλά και γιατί υπάρχουν αγωνιστές που θα υποδέχονταν με ανακούφιση τέτοια σχήματα αρκεί βεβαίως σ’ αυτά να υπάρχει σοβαρότητα και να μην κυριαρχούνται από τσαρλατάνους και τυχοδιώκτες αριστεριστές. Για παράδειγμα σχήματα που έχουν σαν στόχο να διασπάσουν το σωματείο, φτιάχνοντας ένα “αγωνιστικό”, “ανεξάρτητο”, “ταξικό”, “αυτόνομο” ή όπως αλλιώς θα λέγεται σωματείο, τα θεωρούμε τυχοδιωκτικά και δεν συμμετέχουμε ή δίνουμε τη μάχη αν αξίζει φυσικά τον κόπο για να τα αποσπάσουμε από την επιρροή τέτοιων καταστροφικών αντιλήψεων. Η συμμετοχή μας σε παρατάξεις της ΕΣΑΚ ή του Φόρουμ γίνεται κατ’ εξαίρεση και μόνο σαν λύση ανάγκης αν δεν υπάρχει (πχ. ΕΑΑΚ) ή αν δεν μπορεί να δημιουργηθεί κάτι άλλο. Όπως και να ‘χει πάντως η συμμετοχή μας δεν πρέπει να γίνει εμπόδιο στην κομματική μας προπαγάνδα. Οι επιλογές μας αυτές στοχεύουν ακριβώς στο να ανοίξουμε κανάλια επικοινωνίας με το κομμάτι εκείνο των αγωνιστών που θέλουμε αλλά και μπορούμε να κερδίσουμε αυτή τη στιγμή στις ιδέες μας και που σήμερα περιπλανιέται πολιτικά ανάμεσα στο ΚΚΕ, το Φόρουμ και την άκρα αριστερά.

Απευθυνόμαστε μόνο σε όσους θέλουν να τσακίσουν το σύστημα αυτό και ψάχνουν τους τρόπους και τα μέσα. Δεν ισχυριζόμαστε ότι ξέρουμε το δρόμο. Ξέρουμε όμως ότι μια γερή επαναστατική οργάνωση μπορεί να τον χαράξει. Δεν ξέρουμε αν θα φτάσουμε μέχρι το τέρμα. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση για αυτό. Κανείς εξάλλου δεν μπορεί να δώσει τέτοιες εγγυήσεις παρά μόνο η θετική έκβαση της ταξικής πάλης. Είμαστε αναγκασμένοι να συνεχίζουμε να κολυμπάμε κόντρα στο ρεύμα “με την πεποίθηση πως η νέα ιστορική πλημμυρίδα θα μας φέρει στην αντίπερα όχθη. Δεν θα φτάσουν όλοι σ’ αυτή την όχθη. Πολλοί θα πνιγούνε. Μα να συμμετέχεις στο κίνημα αυτό με τα μάτια ανοιχτά και μ’ αδάμαστη θέληση – μόνο αυτό μπορεί να δώσει την ύψιστη ηθική ικανοποίηση σε ένα σκεπτόμενο ον”… “να μην φοβάσαι σήμερα μια πλήρη ρήξη με την επίσημη κοινή γνώμη, έτσι που αύριο να κατακτήσεις το δικαίωμα να εκφράζεις τις ιδέες και τα αισθήματα των εξεγερμένων μαζών, αυτός είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης που διαφέρει από την εμπειρική ύπαρξη των μικροαστών δούλων της συμβατικότητας. Όλα τα κόμματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, όλοι οι ηθικολόγοι και όλοι οι αστοί συκοφάντες θα θαφτούν κάτω από τα ερείπια της επερχόμενης καταστροφής. Το μόνο κόμμα που θα επιζήσει είναι το κόμμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, έστω κι αν σήμερα μπορεί να φαίνεται ανύπαρκτο στους κοντόφθαλμους ορθολογιστές, όπως στον τελευταίο πόλεμο φαινόταν ανύπαρκτο το κόμμα του Λένιν και του Λήμπνεχτ”.(Λ.Τρότσκυ, Ηθική του και η Ηθική μας, 1938)

Advertisements

Εποχή πολέμων και επαναστάσεων (Συνδιάσκεψη 2002)

Τη χρονιά που πέρασε δύο ήταν τα πολύ σπουδαία πολιτικά γεγονότα που συγκλόνισαν τον πλανήτη. Το χτύπημα στις ΗΠΑ, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, η κλιμάκωση της Ιντιφάντα και γενικότερα η αναταραχή στις ισλαμικές χώρες από τη μια. Λίγο αργότερα, ο αναβρασμός στη Λατινική Αμερική με κορυφαία εκδήλωση την εξέγερση του Δεκέμβρη στην Αργεντινή και την επαναστατική διαδικασία που άνοιξε. Είναι αυτονόητο ότι αυτά τα δύο γεγονότα δεσπόζουν στη συζήτησή για τις διεθνείς εξελίξεις. Και για τα δύο γεγονότα έχουμε τοποθετηθεί διεξοδικά στις στήλες της εφημερίδας μας. («Ο πόλεμος των 18 λεπτών», το αφιέρωμα Νο 19 για τους πολέμους και το Νο 20 «Ερωτήσεις & Απαντήσεις για τον πόλεμο ενάντια στο Αφγανιστάν», αλλά και τα άρθρα «Ο πόλεμος, η τρομοκρατία και η αριστερά», «Ιμπεριαλιστική δημοκρατία», «Ιντιφάντα σε όλο τον πλανήτη», «όπλα στο λαό της Παλαιστίνης» εξαντλούν το πρώτο ζήτημα. Το αφιέρωμα Νο 21 για την Αργεντινή για το δεύτερο ζήτημα). Τα κείμενα αυτά θεωρούμε ότι αναλύουν με σαφήνεια και τα δυο ζητήματα. Αποτελούν μέρος της συζήτησης για το διεθνές και δεν υπάρχει κανένας λόγος να επαναλάβουμε εδώ αυτές τις αναλύσεις. Τα κείμενα αυτά είναι αναπόσπαστο μέρος της τοποθέτησής μας για την παγκόσμια κατάσταση.
Αυτά τα γεγονότα δίνουν και το στίγμα της νέας περιόδου στην οποία έχει εισέλθει η ταξική πάλη παγκόσμια. Το νέο της στοιχείο είναι η όξυνση της ταξικής αντιπαράθεσης που έχει πάρει πολύ περισσότερο βίαιη μορφή. Η άνοδος του επιπέδου της βίας προκλήθηκε από την απόπειρα του ιμπεριαλισμού να ξεπεράσει την κρίση του με μια ευθεία επίθεση στα φτωχά στρώματα των μητροπόλεων και -κυρίως- στην καπιταλιστική περιφέρεια από τη μια, και στην αντίσταση των από κάτω από την άλλη.

Κρίση και κοινωνική απορύθμιση

Είναι μηχανιστική αντίληψη η λογική ότι η οικονομική κρίση οδηγεί άμεσα στην επανάσταση γιατί «ο κόσμος πεινάει». Η επανάσταση δεν ξεσπά όταν αυξάνεται η φτώχεια πάνω από ένα όριο, όπως κάποιοι πιστεύουν, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί η κρίση δημιουργεί μια απότομη πτώση, μια απορύθμιση όχι μόνο της οικονομικής ισορροπίας, αλλά πάνω απ’ όλα της κοινωνικοπολιτικής συνοχής. Όλο το οικοδόμημα αποσαθρώνεται: κόμματα, ιδεολογήματα, πρόσωπα, θεσμοί, κυβερνήσεις καταρρέουν δημιουργώντας ένα κενό εξουσίας, το οποίο η αστική τάξη επιδιώκει εκ νέου να γεμίσει, με «νέους» θεσμούς, κυβερνήσεις, κόμματα και ιδεολογήματα.
Ωστόσο, σε αυτό το κενό είναι που επιχειρεί και το δικό μας στρατόπεδο να δώσει τη δική του λύση και διέξοδο. Σε ένα έδαφος διαλυμένο από την κρίση, σε μια χώρα και κοινωνία μισοκατεστραμμένη, σε μια κοινωνική ανισορροπία που προήλθε από την κατάρρευση των κοινωνικών συσχετισμών της προηγούμενης περιόδου, είναι που και η αστική τάξη και η εργατική επιχειρούν να επιφέρουν μια νέα κοινωνική ισορροπία, η κάθε μια προς όφελός της. Αυτό είναι το έδαφος που φυτρώνουν οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις. Ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δεν προέκυψε κάποια εξέγερση ή επανάσταση σε κοινωνικούς σχηματισμούς με ισχυρή εσωτερική συνοχή, σε κοινωνικά συστήματα που «δουλεύουν ρολόι». Η επανάσταση προβάλει σαν ρεαλιστική λύση μόνο σε καταστάσεις κοινωνικής απορύθμισης, ανισορροπίας, όταν, όπως έλεγε και ο Λένιν «οι από πάνω δεν μπορούν πια να κυβερνήσουν όπως παλιά, και οι από κάτω δεν θέλουν να κυβερνιούνται όπως παλιά». Μια οικονομική κρίση μπορεί να δημιουργήσει τέτοιες καταστάσεις κοινωνικής αποσάθρωσης, όπως επίσης και ένας πόλεμος, ειδικά αν χαμένος από τον πόλεμο είναι η «δική μας» αστική τάξη και τότε στρώνουν ένα έδαφος «γόνιμο» για εξεγέρσεις.
Τα δυο τεράστιας σημασίας γεγονότα της αργεντίνικης επανάστασης και της επίθεσης στις ΗΠΑ, το καθένα με τη δική του, διαφορετική εμβέλεια και σημασία φανερώνουν ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο για άλλη μια φορά. Για τους επαναστάτες μαρξιστές είναι μια πρόκληση. Όχι για να αποδείξουν την ανωτερότητα του μαρξισμού απέναντι στις σοφιστείες των αστών οικονομολόγων. Αλλά για να τσακίσουν στους δρόμους ένα σύστημα που μόνο κρίσεις, πείνα και εξαθλίωση έχει να προσφέρει στην ανθρωπότητα. Για να βρουν επιτέλους χώρο οι παραγωγικές δυνάμεις να αναπτυχθούν έξω απ’ τα ασφυκτικά όρια της ατομικής ιδιοκτησίας και των εθνικών συνόρων. Σ’ ένα κόσμο χωρίς αφεντικά, χρηματιστήρια, κερδοσκόπους και τραπεζίτες. Στο μόνο σύστημα που μπορεί να καταργήσει τα σύνορα και να ενώσει πραγματικά τον κόσμο: το κομμουνιστικό.

Η Νέα Τάξη

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πως δεν υπάρχει κοινωνική κρίση χωρίς πολιτική διέξοδο. Η οικονομική κρίση είναι το «αντικειμενικό» γεγονός. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο ιμπεριαλισμός για να τη διαχειριστεί και να την ξεπεράσει προς όφελός του, είναι το «υποκειμενικό» στοιχείο, είναι η στρατηγική που έχει επιλέξει ο ιμπεριαλισμός για να διεξάγει την ταξική πάλη τη συγκεκριμένη περίοδο. Συνεπώς, το αν θα ξεπεράσει προσωρινά και αυτή την κρίση είναι ένα θέμα συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και τις δυνάμεις της εργασίας, είναι η έκβαση της μάχης της νέας επίθεσης του ιμπεριαλισμού και της αντίστασης των από κάτω. Ιστορικά ο καπιταλισμός έχει πλέον σαπίσει. Είναι δυνατόν όμως -και αυτό να το έχουμε πεντακάθαρο στο μυαλό μας- να παίρνει διαρκείς παρατάσεις ζωής καταστρέφοντας ξανά και ξανά όλο και περισσότερο τις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας, βυθίζοντάς την όλο και πιο πολύ στην βαρβαρότητα.
Πριν εξετάσουμε λοιπόν τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες του δικού μας στρατοπέδου, είναι αναγκαίο να έχουμε καθαρούς τους στόχους, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του αντιπάλου.
Με αυτή τη λογική, η Νέα Τάξη είναι η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική απάντηση του ιμπεριαλισμού για το προσωρινό ξεπέρασμα της κρίσης του.
Οικονομικά θα πει ακόμη μεγαλύτερη -όσο είναι δυνατόν- ένταση της εκμετάλλευσης παγκόσμια. Στο εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων σημαίνει περιορισμό των «δικαιωμάτων» της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων, τσάκισμα του «κράτους πρόνοιας», βάθεμα της κοινωνικής ανισότητας. Για τα πρόσφατα κερδισμένα στον παγκόσμιο καταμερισμό εδάφη των πρώην εκφυλισμένων εργατικών κρατών σημαίνει την επιχείρηση αποικιοποίησής τους και μετατροπής τους όχι τόσο σε «νέες αγορές», αλλά περισσότερο σε πηγές πρώτων υλών και φτηνής εργασίας. Για την περιφέρεια των εξαρτημένων χωρών σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη ένταση της εκμετάλλευσης και συνεπώς της κοινωνικής εξαθλίωσης.
Ο ιμπεριαλισμός είναι αποφασισμένος να προχωρήσει σε αυτή τη λύση «με κάθε κόστος». Και το κόστος είναι φυσικά οι κοινωνικές εκρήξεις και οι κοινωνικές ανατροπές. Είναι αποφασισμένος όμως να το ρισκάρει. Προτιμά να πιέζει ασφυχτικά την Αργεντινή στην αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, στο απόλυτο ξεζούμισμά της ακόμα και μπροστά στο ορατό ενδεχόμενο να την δει ξαφνικά «κόκκινη». Η αλήθεια είναι πως η κατάρρευση των εκφυλισμένων εργατικών κρατών του δίνει σε αυτή την επίθεση την αλαζονεία του νικητή που νομίζει ότι ξεμπέρδεψε με τον αντίπαλό του. Στην πραγματικότητα όμως δεν έχει τα παραμικρά περιθώρια για παραχωρήσεις και με αυτή την έννοια είναι «αναγκασμένος» να καταφεύγει σε τέτοιες λύσεις. Η προσπάθειά του να ξεπεράσει την κρίση του φορτώνοντάς την στις πλάτες των από κάτω έχει το ρίσκο της κοινωνικής έκρηξης και ο ιμπεριαλισμός είναι διατεθειμένος να το αναλάβει.
Ας το δούμε μέσα από ένα παράδειγμα. Νεοφιλελευθερισμός σημαίνει το ξεπούλημα του κράτους στους ιδιώτες. Το κράτος όμως με το σύνολο των μηχανισμών του είναι όπως ξέρει καλά κάθε μαρξιστής το κυριότερο εργαλείο καταπίεσης της κυρίαρχης τάξης στην υπόλοιπη κοινωνία. Στην πραγματικότητα είναι το μοναδικό συλλογικό εργαλείο στα χέρια της αστικής τάξης. Ξεπουλώντας το κομμάτι-κομμάτι, είναι φανερό ότι αδυνατίζει αυτό το όπλο που διαθέτει. Μόνο με ένα ισχυρό κράτος μπορεί να εξαγοράσει, να ξεγελάσει και τελικά να καταστείλει τις λαϊκές αντιδράσεις, να σχεδιάσει συνολικά την αντιπαράθεσή της με τους από κάτω. Είναι ένα έργο που δεν μπορεί να το αναλάβει κανένας καπιταλιστής μεμονωμένα. Στην Αργεντινή ο κάθε Ντουάλτε τώρα που χρειάζεται τους μηχανισμούς του κράτους διαπιστώνει πως είναι ξεπουλημένοι και οι δυνατότητές του -συγκριτικά- περιορισμένες. Δεν έχει όμως απολύτως καμιά εναλλακτική λύση από τη συνέχιση και την ένταση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

«Αντιτρομοκρατικός» πόλεμος

Ο πόλεμος «ενάντια στην τρομοκρατία» είναι η επιχείρηση του ιμπεριαλισμού να επιβάλει στρατιωτικά τους στόχους του. Ο αντίπαλος σε αυτό τον πόλεμο είναι η κάθε εστία αντίστασης στην επιβολή της Νέας Τάξης, από όπου κι αν προέρχεται και από όποια ηγεσία και αν καθοδηγείται. Μετά το απίστευτο στραπάτσο που πέτυχε στο κύρος των ΗΠΑ η επίθεση της 11 Σεπτέμβρη, μετά την πασιφανή του ανικανότητα να προφυλάξει το ίδιο του το έδαφος παρά την στρατιωτική του υπεροπλία, η ανόρθωση του κύρους της στρατιωτικής του μηχανής είναι το κύριο μέλημα του ιμπεριαλισμού. Ετούτο είναι εξαιρετικά σημαντικό, γιατί ο ιμπεριαλισμός ξέρει ότι μπορεί να επιτύχει τους παραπάνω οικονομικούς και πολιτικούς στόχους του μόνο στο βαθμό που θα μπορέσει να τους επιβάλει στρατιωτικά. Πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι οι ιμπεριαλιστές θα επιχειρήσουν να κάνουν πράξη τις απειλές τους να εκστρατεύουν, να βομβαρδίζουν και να αιματοκυλούν τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Ο πόλεμος, σαν μέθοδο για να ξεπεράσει την κρίση του, είναι το χαρτί που θέλει να παίξει στην καπιταλιστική περιφέρεια, βάζοντας τέλος σε μια προηγούμενη «ειρηνικότερη» εποχή.
Οι επαναστάτες πρέπει να εύχονται και να επιδιώκουν να τσακιστεί στρατιωτικά ο ιμπεριαλισμός σε όποιο σημείο του πλανήτη δοκιμάζει να επέμβει. Οι μάχες για τη συντριβή των εισβολών είναι δικές μας μάχες. Η μόνη άξια του ονόματός της επαναστατική θέση είναι η επιδίωξη Ενιαίου Μετώπου με όποιον κατά περίπτωση αντιστέκεται ή αναγκάζεται συγκυριακά να αντισταθεί στους ιμπεριαλιστές. Χτυπάμε μαζί και βαδίζουμε χώρια, χωρίς ποτέ -εννοείται- να υποστέλλουμε τη σημαία μας και το πρόγραμμά μας, τα οποία αντιπαλεύουμε με τους «εταίρους» του μετώπου. Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη αρχή διεθνισμού, αλλά για την επιδίωξη ταχτικών ηττών στον αντίπαλο που μπορούν να επιφέρουν εξαιρετικά πλεονεκτήματα στο δικό μας στρατόπεδο.
Στην προετοιμασία αυτών των πολεμικών εξορμήσεων ο ιμπεριαλισμός εντείνει την καταστολή στο εσωτερικό των καπιταλιστικών μητροπόλεων σε μια προσπάθεια περικοπής των δημοκρατικών δικαιωμάτων και καταστολής των κοινωνικών αντιδράσεων. Είναι ο απαραίτητος τρόπος για να ατσαλώσει το «εσωτερικό μέτωπο» που θα του επιτρέψει να είναι αποτελεσματικός στις εξορμήσεις του. Η εκστρατεία αυτή στοχεύει ευθέως την αριστερά και γενικά κάθε φωνή εναντίωσης, μέσα από μια σειρά «αντιτρομοκρατικούς» νόμους, που δεν περίμεναν το αεροπλανικό χτύπημα στις ΗΠΑ για να μπουν σε εφαρμογή. Χωρίς κανέναν φετιχισμό της αστικής δημοκρατίας οι επαναστάτες πρέπει να βρεθούν στην πρώτη γραμμή υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων εκεί που βάλλονται.
Μπροστά σε αυτή την επιθετικότητα, η οποία ενισχύθηκε από την πανεύκολη (σε πρώτη φάση) νίκη των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, πολλοί αγωνιστές θεωρούν την Νέα Τάξη ανίκητη. Κάνουν λάθος όμως όσοι νομίζουν ότι η στρατιωτική υπεροπλία του ιμπεριαλισμού του επιτρέπει να κερδίσει το παιχνίδι πριν ακόμα το παίξει. Η στρατιωτική αντίσταση μιας χώρας δεν καθορίζεται μόνο από το ύψος των στρατιωτικών εξοπλισμών της, αλλά -κυρίως- από τις κοινωνικές της αντοχές. Η στρατιωτική παντοδυναμία της Νέας Τάξης είναι η μετάφραση απλά και μόνο της πολιτικής αδυναμίας των αντιπάλων της. Το χτύπημα στις ΗΠΑ έδειξε πως το «άτρωτο» Πεντάγωνο δεν είναι στο απυρόβλητο, αν από την άλλη υπάρχουν κάποιοι αποφασισμένοι να το χτυπήσουν με κάθε τρόπο.
Η Νέα Τάξη, για να το πούμε με μια γραμμή, είναι η προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να ανεβάσει το επίπεδο αντιπαράθεσης και βίας οξύνοντας την επίθεσή του, αναλαμβάνοντας και το ρίσκο των κοινωνικών αντιδράσεων. Τα γεγονότα στης 11 Σεπτέμβρη, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, η κλιμάκωση της Ιντιφάντα και η επαναστατική διαδικασία που έχει ανοίξει και εξελίσσεται στην Αργεντινή, αποτελούν το καθένα με τον τρόπο του εκφάνσεις αυτής ακριβώς της ανόδου του επιπέδου της αντιπαράθεσης. Πολλοί αγωνιστές της αριστεράς σε όλο τον πλανήτη, απροετοίμαστοι για αυτή την ξαφνική άνοδο, έχουν μείνει άφωνοι, ή -ακόμα χειρότερα- καταγγέλλουν γενικά την άνοδο της βίας. Κι όμως. Είναι αυτές οι εποχές για τις οποίες πρέπει συνειδητά να προετοιμάζονται οι επαναστάτες τα πιο «ειρηνικά» χρόνια. Μήπως αυτό σημαίνει ότι έρχονται οπωσδήποτε «κόκκινες εποχές»; Προφανώς όχι. Απλώς έχει αγριέψει η μάχη.
Εξετάζοντας νηφάλια το συσχετισμό δύναμης, σίγουρα θα διαπιστώσουμε ότι -γενικά- τα πλεονεκτήματα βρίσκονται με τη μεριά του αντιπάλου. Όσο όμως αυτό είναι σωστό, είναι ηττοπάθεια και μοιρολατρικός ντετερμινισμός να χρησιμοποιεί κανείς αυτή τη διαπίστωση για να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης. Πολύ μάλιστα περισσότερο για να αρνηθεί να δώσει τη μάχη. Γιατί επιτέλους πρέπει να πούμε ότι κανείς δεν δίνει οποιαδήποτε μάχη όταν «αισθάνεται έτοιμος», αλλά όταν του την επιβάλει ο συσχετισμός με τον αντίπαλο. Μήπως όμως οι «γεωταξικοί συσχετισμοί» ήταν καλύτεροι το 1917, ή το 1936; Στη διάλυση του Α΄ ιμπεριαλιστικού πολέμου φύτρωσε η Ρώσικη Επανάσταση. Σε μια διαλυμένη και εκφασισμένη Ευρώπη φύτρωσε η Ισπανική Επανάσταση, που κατάφερε να την οδηγήσει στην ήττα μόνο η προδοσία των ηγετών της. Αυτό συμβαίνει γιατί ποτέ μα ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία της ταξικής πάλης οι καταπιεσμένοι δεν είχαν τους αντικειμενικούς συσχετισμούς με το μέρος τους. Αποφασισμένοι όμως επαναστάτες που όλο το προηγούμενο διάστημα προσπαθούν να προετοιμαστούν ακριβώς γι αυτό, σε τέτοιες περιόδους προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις ρωγμές αυτών των δυσμενών συσχετισμών και πολλές φορές καταφέρνουν να τουμπάρουν το παιχνίδι. Αυτό είναι το στοίχημά μας.

Η Νέα Τάξη σπάει στους αδύνατους κρίκους της περιφέρειας

Το απότομο ανέβασμα της αντιπαράθεσης θα φέρει στην καπιταλιστική περιφέρεια πολέμους σαν αυτόν στην Παλαιστίνη, στο Αφγανιστάν, ή σαν το χτύπημα των ισλαμιστών στις ΗΠΑ. Από την άλλη θα φέρει εξεγέρσεις και επαναστάσεις σαν αυτές στην Αργεντινή και όξυνση της κοινωνικής αντιπαράθεσης σαν αυτή που ζει σήμερα η Βενεζουέλα, η Κολομβία, η Βραζιλία. Το κοινό στοιχείο που συνδέει την επίθεση των αεροπλάνων στις ΗΠΑ, (με τα επακόλουθά της στην Παλαιστίνη και τις αραβικές χώρες) μαζί με τα γεγονότα στην Αργεντινή και τη Λατ. Αμερική είναι πως αποτελούν τρόπους αντίστασης στην προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να επιβάλει τον νεοταξικό έλεγχο στον πλανήτη και τα ολέθρια για τους λαούς αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας. Εκεί που οι αντιφάσεις έχουν συσσωρευτεί, αναζητούν τη λύση τους μέσα από την έκρηξη. Η Νέα Τάξη σπάει στους αδύνατους κρίκους της.
Οι μορφές που παίρνει αυτή η αντίσταση στην εξαθλίωση δεν είναι προδιαγραμμένες από την αρχή. Κάθε κοινωνία έχει της ιδιαιτερότητές της, τους εσωτερικούς κοινωνικούς συσχετισμούς της, τις πολιτικές παραδόσεις της στο γενικό φόντο της αποδυνάμωσης της αριστεράς και του σοσιαλιστικού οράματος. Συνεπώς δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει αν αυτή την αντίσταση μπορεί να βρίσκει σημαία στο κοράνι των ισλαμιστών, στο ευαγγέλιο της θεολογίας της απελευθέρωσης, ή και στα οράματα της εθνικής αστικής τάξης των εξαρτημένων χωρών. Πίσω από αυτά ή εκείνα τα συνθήματα που χρησιμοποιούν οι μάζες για να δώσουν τον πόλεμό τους με τον ιμπεριαλισμό, πρέπει οι μαρξιστές να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν το ταξικό υπόβαθρο της σύγκρουσης. Αυτό είναι ο πρώτος και απαραίτητος όρος για να μπορεί κανείς να σταθεί στα πόδια του στο γεωπολιτικό χάρτη της περιόδου. Αυτό προφανώς δεν δικαιολογεί καμιά υποχώρηση μας στις αυταπάτες αυτών των μαζών και καμιά οπισθοχώρηση των επαναστατών από το πρόγραμμά μας. Η αριστερά σήμερα είναι εξαιρετικά αδύναμη στις περισσότερες χώρες της περιφέρειας ακριβώς γιατί «ξέχασε» την παραπάνω προϋπόθεση. Κάτω από τις εντολές του Κρεμλίνου ή και της πίεσης αυτού του συσχετισμού, έγινε ουρά και νεροκουβαλητής κάθε εθνικιστή ηγέτη που ερχόταν -ή αναγκαζόταν να έρθει- σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό και υπέτασσε σε αυτή την πολιτική ουράς τα ανεξάρτητα ταξικά συμφέροντα.
Έτσι ή αλλιώς όμως τα μέτωπα αμφισβήτησης της Νέας Τάξης και ευθείας αντιπαράθεσης με τον ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους υπηρέτες του πληθαίνουν σε ολόκληρο τον πλανήτη. Έχουμε περιγράψει αναλυτικά (στο προηγούμενο διεθνές ντοκουμέντο και από την εφημερίδα μας) την ιδιαίτερη εξέλιξη της ταξικής πάλης σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Δύο είναι τα βασικά ζητήματα που αναδείχθηκαν σε αυτά τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν.
Α) Η απότομη (αλλά όχι μη αναμενόμενη) όξυνση της πάλης στη Λατινική Αμερική. Γράφαμε πριν δύο χρόνια: «Η ταξική πάλη στη Λατινική Αμερική θα περάσει σε ένα νέο επίπεδο που θα την θρέψει η βέβαιη απόπειρα των κυβερνήσεων να μετακυλίσουν το κόστος της οικονομικής διάλυσης στις λαϊκές μάζες. Αυτό που κάνει τη Λατινική Αμερική να ξεχωρίζει από κάθε άλλο τμήμα της καπιταλιστικής περιφέρειας, είναι η οργάνωση των εργατών, η υψηλή πολιτικοποίηση και οι αγωνιστικές τους παραδόσεις. Οι μόλις δυο προηγούμενες γενιές εργατών έζησαν επαναστάσεις, πήραν μέρος σε ένοπλες εξεγέρσεις, οργάνωσαν μαζικές απεργίες, συμβούλια και φρουρές. Αυτή η παράδοση είναι ζωντανή. Τα εργατικά κόμματα, παρά την οπορτουνιστική τους πολιτική εξακολουθούν να είναι μαζικά. Αυτοί οι εργάτες εξακολουθούν να αγωνίζονται. Το έδαφος είναι εξαιρετικά γόνιμο για το δυνάμωμα των επαναστατών, σε μια περιοχή που ο τροτσκισμός έχει πολύ γερές ρίζες και σοβαρά ερείσματα στην εργατική τάξη. Το υλικό των νέων συγκρούσεων βρίσκεται στις άθλιες εργατικές συνοικίες των μεγάλων λατινοαμερικάνικων πόλεων. Είναι η τεράστια στρατιά των εργατών, των ανέργων και των ακτημόνων αγροτών».
Σήμερα στη Βενεζουέλα επαναλαμβάνεται το «πείραμα» της Χιλής, αλλά σε ανώτερο και περισσότερο οξυμένο επίπεδο. Στην Κολομβία η αναζωπύρωση του αντάρτικου έχει προκαλέσει την έμμεση επέμβαση των ΗΠΑ. Στη Βραζιλία η σοβαρή έκταση των κοινωνικών αγώνων πριν τις εκλογές ενδέχεται να φέρει το ρεφορμιστικό ΕΚ στην κυβέρνηση για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας. Αλλά εκεί που αυτή η πρόβλεψη βρήκε την καλύτερη επιβεβαίωση της είναι στη γη της Αργεντινής. Η Αργεντινή από τα γεγονότα του Δεκέμβρη έχει μπει ανοιχτά σε μια επαναστατική διαδικασία, που μπορεί να κλείσει είτε με το τσάκισμα του κινήματος, είτε με την εξουσία των εργατών. Σε αυτή τη διαδικασία οι κινητοποιημένοι εργάτες και άνεργοι δημιουργούν τα δικά τους όργανα πάλης φτιάχνοντας συμβούλια και επιτροπές, σπάνε μαζικά από την δηλητηριώδη επιρροή του ρεφορμισμού και του περονισμού, προσεγγίζουν τις επαναστατικές ιδέες. Αυτό που κάνει την τεράστια διαφορά στην Αργεντινή από όποιες άλλες χώρες πέρασαν από την εμπειρία μιας σφοδρής οικονομικής κρίσης, είναι ότι οι ενυπάρχουσες αγωνιστικές παραδώσεις της εργατικής τάξης μπολιάζονται με την ύπαρξη γερών και μαζικών τροτσκιστικών οργανώσεων. Η Αργεντινή είναι η εισαγωγή των δυνατοτήτων που ανοίγονται για τη σοσιαλιστική επανάσταση αυτή τη νέα περίοδο. Οι σύντροφοι στην Αργεντινή στο τεράστιο αυτό στοίχημα πρέπει να έχουν την πραγματική βοήθεια κάθε τίμιου ταξικά σκεφτόμενου αγωνιστή.
Β) Η όξυνση της ταξικής πάλης στις ισλαμικές χώρες και μάλιστα στην Παλαιστίνη με την κλιμάκωση της ηρωικής Ιντιφάντα. Εδώ, η σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό δεν έχει αποκτήσει από τη μεριά της εργατικής τάξης έναν ανεξάρτητο ταξικό χαρακτήρα, αλλά υποτάσσεται στη σημαία του αραβικού εθνικισμού (Αραφάτ, ισλαμικό κίνημα, κλπ). Αυτό όμως δεν την κάνει λιγότερο επίφοβη για την προσπάθεια των ιμπεριαλιστών να εγκαταστήσουν τη νεοταξική «ειρήνη» τους στον πλανήτη. Αντίθετα αποτελεί το σπουδαιότερο αγκάθι και στόχο στην εκστρατεία τους «ενάντια στην τρομοκρατία». Αυτό που γίνεται φανερό είναι ότι παρά τις επιθέσεις του ιμπεριαλισμού ο αραβικός λαός δείχνει να έχει ανεξάντλητα αποθέματα εφεδρειών. Τα γεννά η ίδια η απόγνωση από την εξαθλίωση που έχει επιβάλει σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη ο ιμπεριαλισμός και οι ντόπιοι υπηρέτες του. Το καθήκον των επαναστατών είναι να σταθούν αλληλέγγυοι σε αυτό των αγώνα για δυο λόγους. Για να βοηθήσουν από τη μια τον αραβικό λαό να επιφέρει σοβαρά πλήγματα στον αντίπαλό μας, αλλά και να τους βοηθήσουν να θέσουν τα δικά τους ανεξάρτητα ταξικά αιτήματα στο ξεδίπλωμα αυτής της σύγκρουσης, στη λογική της Διαρκούς Επανάστασης.

Το κέρδισμα του προλεταριάτου στις μητροπόλεις

Ο ιμπεριαλισμός σε αυτή την αντιπαράθεση με τον «Τρίτο Κόσμο» θέλει να αποσπάσει την ενεργητική συμμετοχή (ή έστω την παθητική ουδετερότητα) των κοινωνιών στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, στη δημιουργία ενός αρραγούς εσωτερικού μετώπου. Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορεί να αντιπαρατεθεί νικηφόρα σε αυτή τη σύγκρουση. Το κλειδί συνεπώς της εξέλιξης αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται στα χέρια του προλεταριάτου των μητροπόλεων, σαν τη μοναδική τάξη που μπορεί να αντιτάξει μια συνολικά διαφορετική κοινωνική στρατηγική για την ανθρωπότητα, συμπαρασύροντας σε αυτή και τα διάφορα μεσοστρώματα.
Η προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να κερδίσει το προλεταριάτο των μητροπόλεων στην επιβολή της Νέας Τάξης συντελείται σε ιδεολογικό-πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η μοναδική δυνατή διέξοδος από την κρίση είναι να πεισθεί το προλεταριάτο των μητροπόλεων να συναινέσει σε εκούσιες παραχωρήσεις και να παραμείνει ουδέτερο στην επίθεση του ιμπεριαλισμού στον «τρίτο κόσμο» (στο όνομα δήθεν της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, της υπεράσπισης της δημοκρατίας και του πολιτισμού, κλπ, κλπ). Αυτό το σενάριο θα είναι ένα αποφασιστικό βήμα προς τη βαρβαρότητα, αλλά είναι αλήθεια ότι μόνο οδηγώντας την κοινωνία προς τη βαρβαρότητα μπορεί ο καπιταλισμός να αντιμετωπίσει προσωρινά την κρίση του.
Σε οικονομικό επίπεδο (το έχουμε ήδη πει) τα περιθώρια για κάποιες «ψευτοπαραχωρήσεις» με τις οποίες η αστική τάξη θα προσπαθήσει να εξαγοράσει μια πιο ειρηνική ταξική πάλη στο εσωτερικό των μητροπόλεων είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Για το προλεταριάτο στις μητροπόλεις ξημερώνουν χειρότερες και όχι καλύτερες μέρες. Τα μόνα όπλα που έχει στα χέρια της η αστική τάξη πέρα από την εξαγορά είναι η ιδεολογική επιβολή και η καταστολή και χρησιμοποιεί και τα δυο υπέρμετρα. Ο βασικός άξονας σε αυτόν τον «ιδεολογικό πόλεμο» είναι αυτό: Πως ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για να βελτιώσει τη ζωή του το φτωχότερο κομμάτι της κοινωνίας είναι να παλέψει για μια καλύτερη θέση της αστικής «του» τάξης στον παγκόσμιο καταμερισμό. Το κυριότερο επιχείρημα της αστικής τάξης στην Ελλάδα προς τους εργαζόμενους για να υποστούν τις θυσίες εκούσια είναι «για τη σύγκλιση, για να μπούμε στην ΟΝΕ, για να μπούμε στην πρώτη ταχύτητα της ΟΝΕ, για να…, για να μην γίνουμε Αλβανία και Τρίτος Κόσμος». Στην καρδιά αυτών των επιχειρημάτων βρίσκεται η θέση πως οι τύχες του προλεταριάτου της μητρόπολης είναι δεμένες με αυτές της αστικής «του» τάξης.
Οι ταξικές συγκρούσεις στις μητροπόλεις (στις οποίες σταθήκαμε αναλυτικά στο προηγούμενο διεθνές ντοκουμέντο) κάθε άλλο παρά δείχνουν να εκτονώνονται σε αυτά τα δύο χρόνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για προσπάθεια αντίστασης στα νεοφιλελεύθερα μέτρα των -σοσιαλδημοκρατικών, βασικά- κυβερνήσεων. Στην πλειοψηφία τους αυτοί οι αγώνες δεν έχουν σταματήσει τον νεοφιλελεύθερο οδοστρωτήρα και έχουν ηττηθεί. Είμαστε όμως μακριά από το να θεωρήσουμε αυτή την ήττα συντριπτική. Στην εποχή της απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης το προλεταριάτο των μητροπόλεων στέκεται στα πόδια του καταρχήν στην απόφασή του να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις του από μια προηγούμενη περίοδο.

Κρίση ηγεσίας και στρατηγικής

Σε αυτή την πάλη οι παραδοσιακές ηγεσίες του προλεταριάτου -σοσιαλδημοκρατία, παραμορφώσεις του σταλινισμού- αποκαλύπτουν καθημερινά τον προδοτικό τους ρόλο. Όχι μόνο στην εγκατάλειψη κάθε οράματος κοινωνικής αλλαγής, όχι μόνο με την απροθυμία τους να υπερασπιστούν τις εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις από αυτή την επίθεση, αλλά στο βαθμό που συχνά είναι αυτές οι ίδιες που οδηγούν την νεοφιλελεύθερη επίθεση για λογαριασμό των αστικών τους τάξεων. Στο προηγούμενο ντοκουμέντο για τα διεθνή έχουμε τοποθετηθεί διεξοδικά πάνω στην κατάσταση αυτών των ρευμάτων, αλλά και στη συνολική οπισθοχώρηση της συνείδησης και της δεξιάς μετακύλησης των μηχανισμών τους. Δεν υπάρχει κάτι νέο που θα μπορούσε να προστεθεί εδώ, εκτός από το ότι αυτή η μετακύληση γίνεται ολοένα και ταχύτερη μετά την πρόθεση του ιμπεριαλισμού να ανεβάσει το επίπεδο της ταξικής αντιπαράθεσης. Αυτό εκφράστηκε με την προθυμία των ρεφορμιστών -και ακόμα και πολλών κεντριστών- να στοιχιθούν με το στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού τόσο στην επίθεση στις ΗΠΑ, όσο και στον πόλεμο του Αφγανιστάν και να μεταβληθούν σε απολογητές του και αριστεροί νεροκουβαλητές του.
Η «άκρα αριστερά», που από την προηγούμενη περίοδο έχει μπει σε μια ιδεολογική κρίση ταυτότητας την οποία προσπαθεί να επιλύσει πουλώντας πολιτικό αγνωστικισμό και ιδεολογικό κομφουζιονισμό μέσα από θεωρίες αντικαπιταλιστικού χάους, είναι ενεργός παράγοντας σε αυτή τη δεξιά μετακύλιση. Σε αυτά τα δυο χρόνια αυτή η διαδικασία περνώντας μέσα από οργανωτικά σχήματα «ανασύνθεσης της αριστεράς» αποκρυσταλώνεται όλο και περισσότερο σε έναν μαχητικό ρεφορμισμό. Αυτό γίνεται φανερό, πιο χαρακτηριστικά από οτιδήποτε άλλο, από τον ταχύτατο πολιτικό εκφυλισμό του Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε και της δεξιάς μετακίνησής του, το οποίο αποτελούσε άλλωστε και την κορωνίδα του εγχειρήματος της «ανασύνθεσης».
Ένας νέος πολιτικός παράγοντας έχει προστεθεί και συμβάλει καθοριστικά σε αυτή τη δεξιά μετατόπιση, το δυνάμωμα πολιτικών ιμπεριαλιστικής αριστεράς. Το χτύπημα στις ΗΠΑ έδειξε πως ούτε οι κοινωνίες των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων είναι αλώβητες και άτρωτες από την όξυνση της ταξικής αντιπαράθεσης παγκόσμια την οποία περιγράψαμε παραπάνω και γκρέμισαν τη γυάλα της αστικής δημοκρατίας των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και την ασφάλεια που παρείχε.. Μπροστά σε αυτό το γεγονός ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς -και ακόμα και της «άκρας αριστεράς» πανικοβλήθηκε. Ένα τμήμα της, αμήχανο, επιδίωξε να κρατήσει μια ενδιάμεση στάση καταγγέλλοντας και τις δυο πλευρές που προκαλούν την όξυνση της βίας. Ένα άλλο τμήμα, περισσότερο ή λιγότερο απροκάλυπτα, έτρεξε να στηρίξει την αστική «του» τάξη ενάντια στον πόλεμο που διεξάγει για την επιβολή της Νέας Τάξης. Πρόκειται για μια όχι και τόσο νέα εκδοχή του παραδοσιακού σοσιαλσωβινισμού. Η μόνη διαφορά είναι πως δεν δανείζεται επιχειρήματα από τον εθνικισμό της «δικής του» εθνικής αστικής τάξης στην αντιπαράθεση με τις υπόλοιπες, αλλά από τον ιμπεριαλιστικό κοσμοπολιτισμό που εκφράζει τα συνασπισμένα συμφέροντα των διάφορων ιμπεριαλιστών στην εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου. Είναι όμως κλασικός σοσιαλσωβινισμός ολόκληρη η φιλολογία για «καθυστερημένους λαούς», «ανωτερότητα των δυτικών κοινωνιών» κλπ, που έχει γίνει της μόδας σε μεγάλα κομμάτια της αριστεράς.
Σε αυτό το τοπίο το ιδεολογικό ξεκαθάρισμα είναι τόσο δύσκολο όσο και εξαιρετικά επείγον για τους τροτσκιστές. Η διάλυση της σύγχυσης της πρωτοπορίας είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο από τα άμεσα εμπόδια για την οικοδόμηση του κόμματος και δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο παρά με την κυριαρχία των μπολσεβίκικων ιδεών και συμπερασμάτων. Μέσα από έναν αμείλιχτο πόλεμο ενάντια στις κάθε λογής νεόκοπες θεωρίες του αντικαπιταλιστικού χάους, είναι έργο των επαναστατών να ξαναθέσουν την επικαιρότητα και το ρεαλισμό της σοσιαλιστικής επανάστασης, της εργατικής εξουσίας και του παγκόσμιου σοσιαλισμού.

Η ανασυγκρότηση της Τέταρτης Διεθνούς

Πρέπει να έχουμε καθαρό ότι η μάχη για την ανοικοδόμηση της ΤΔ συντελείται σε συνθήκες όξυνσης των κοινωνικών συγκρούσεων και ιδεολογικής οπισθοχώρησης. Τα τεράστιας σημασίας πολιτικά γεγονότα της προηγούμενης περιόδου αναγκάζουν την αριστερά να τοποθετηθεί έμπρακτα και (όπως κάθε κορυφαίο πολιτικό γεγονός) οδηγούν σε ξεκαθαρίσματα και επανατοποθετήσεις.
Τα ρεύματα που εξακολουθούν να αναφέρονται στον τροτσκισμό δεν εξαιρούνται από αυτό τον κανόνα. Οι οργανώσεις του τροτσκισμού βιώνουν μαζί με τις υπόλοιπες οργανώσεις της αριστεράς ασφυχτικά αυτές τις δυο ιδεολογικές – πολιτικές πιέσεις της εποχής, δηλαδή τη διάλυση σε έναν κινηματισμό που στήνει γέφυρες στον ρεφορμισμό μέσα από σχήματα «ανασύνθεσης της αριστεράς» από τη μια και στην υποταγή σε λογικές της ιμπεριαλιστικής αριστεράς από την άλλη. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση.
Η κατάσταση των ρευμάτων του τροτσκισμού σήμερα καθορίζεται καταρχήν από το πόσο αντιστέκεται ή παραδίνεται στις πιέσεις αυτών των δύο ρευμάτων. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, και στο βαθμό που υποκύπτει στις πιέσεις, καθορίζεται από το αν θεωρητικοποιεί αυτή την υποχώρηση, αν δηλαδή μια «ταχτική» υποχώρηση την μετατρέπει σε στρατηγική επιλογή. Αυτή είναι η συζήτηση που έχει ανοίξει στο εσωτερικό του παγκόσμιου τροτσκισμού, όχι γιατί το απαιτεί ο Κ.Σ. με τις ανύπαρκτές του δυνάμεις, αλλά γιατί το απαιτεί η εξέλιξη της ταξικής πάλης. Και εδώ τα πράγματα δυστυχώς δεν είναι καλά. Ένα μεγάλο κομμάτι του παγκόσμιου τροτσκισμού έχει πέσει σε πολιτική αφασία. Τα γεγονότα στην Αργεντινή στάθηκαν συγκλονιστικά από αυτή την άποψη. Η επαναστατική διαδικασία που συντελείται αυτή τη στιγμή στην Αργεντινή ανοίγει για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία το ενδεχόμενο να φτάσουν οι εργάτες στην εξουσία κάτω από την καθοδήγηση των τροτσκιστών. Δεν έχει σημασία να δούμε εδώ πόσο περισσότερο ή λιγότερο ή και ελάχιστα πιθανό είναι αυτό το ενδεχόμενο. Σημασία έχει να δούμε ότι είναι ένα ενδεχόμενο ορατό και όμως ένα μεγάλο μέρος του τροτσκισμού προτιμά να συζητάει για το Πόρτο Αλέγκρε, ή οποιαδήποτε άλλο επουσιώδες ζήτημα ή ακόμα και για βλακείες.
Το ζητούμενο λοιπόν για να αποτιμήσουμε την κατάσταση του παγκόσμιου τροτσκισμού είναι να προχωρήσουμε ένα βήμα πιο πέρα από τη διαπίστωση για τις «κοινές αναφορές» στον Τρότσκι. Μια τέτοια δουλειά δεν μπορεί να γίνει στο ποδάρι και δεν είναι εδώ η θέση της. Χρειάζεται μια σοβαρή και προσεχτική εξέταση του κάθε ρεύματος ξεχωριστά, μια εξέταση που θα συνυπολογίσει τις πολιτικές θέσεις που παίρνει στα σημερινά γεγονότα, τις συμμαχίες που επιδιώκει, την ιστορική του πορεία. Είναι ένα άμεσο καθήκον της οργάνωσής μας για την επόμενη περίοδο. Εδώ μπορούμε να σταθούμε σε δυο γενικές παρατηρήσεις.
Η πρώτη είναι πως ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου τροτσκισμού έχει υποχωρήσει σε αυτές τις πιέσεις, επενδύοντας το πολιτικό του μέλλον στην κατεύθυνση της «ανασύνθεσης της αριστεράς». Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή του και όχι για μια ταχτική οικοδόμησης της Τέταρτης όπως (ένα μικρό τμήμα του) ισχυρίζεται. Η δεύτερη διαπίστωση είναι πως η τοποθέτηση του στα γεγονότα παγκόσμια συντελείται μέσα από έντονες εσωτερικές διεργασίες, τόσο ανάμεσα στα διάφορα ρεύματα και οργανώσεις του τροτσκισμού, όσο και στο ίδιο το εσωτερικό τους.
Σε αυτή τη διαδικασία ο Κ.Σ. – Εργατική Εξουσία πρέπει καταρχήν να αντισταθεί στις παραπάνω πιέσεις. Σε αυτή τη δουλειά είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για την οργάνωση η υπεράσπιση των επαναστατικών – μπολσεβίκικων θέσεων στα σημερινά γεγονότα της ταξικής πάλης. Ακόμα κι αν κρατώντας τη σωστή πολιτική θέση, θα αναγκαστούμε να έρθουμε σε σύγκρουση με το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς και του τροτσκισμού γύρω μας. Είναι ο μόνος δρόμος για την επικράτηση των επαναστατικών ιδεών σε μια πρωτοπορία που ψάχνει να βρει τον μπούσουλά της. Είναι η καταρχήν δική μας συμμετοχή στην υπόθεση της ανασυγκρότησης της Τέταρτης Διεθνούς.

Μάρτης 2002

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 34,229