//
archives

ΠΑΣΟΚ

This tag is associated with 1 post

Το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ: Από την 3η Σεπτέμβρη στο Σημιτικό εκσυγχρονισμό

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην Εργατική Εξουσία (Νοέμβριος 2007 – Φύλλο 106)
Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διαμορφώθηκε στο πολιτικό τοπίο που προέκυψε στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Οι ιμπεριαλισμοί της δυτικής Ευρώπης, βρήκαν στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση ένα ισχυρό πολιτικό ανάχωμα μπροστά στο φάντασμα της ΕΣΣΔ και της ανατολικής Ευρώπης. Με μια κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, ένα ισχυρό «κράτος πρόνοιας» και μια αντικομουνιστική ρητορική είναι το προστατευτικό τείχος της αστικής δυτικής δημοκρατίας, που αποσπά τη συναίνεση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και ταυτόχρονα διαχειρίζεται τις ελπίδες της για μια κάποια κοινωνική δικαιοσύνη.
Στην Ελλάδα αντίθετα, ολόκληρη την περίοδο πριν τη χούντα δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όπως αυτά της υπόλοιπης δυτικής Ευρώπης. Η πολιτική πόλωση και η ανάγκη να τσακιστεί η εαμική κληρονομιά με συνθήκες εμφυλίου πολέμου, δεν άφηνε περιθώρια για παρόμοιου τύπου πολιτικές εξελίξεις, όταν και η υπόνοια ακόμη του αστικού φιλελευθερισμού διώκονταν ως «ύποπτα φιλοκομμουνιστική». Με το ΚΚΕ στην παρανομία και την αριστερή ΕΔΑ σε μια «ημιπαρανομία», δεν υπήρχε χώρος για τη δημιουργία κάποιου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Η Ένωση Κέντρου (ΕΚ) του Γεώργιου Παπανδρέου ήταν ένα καθαρόαιμο αστικό κόμμα, που αντλούσε από την βενιζελική παράδοση και αντιπολιτευόταν τη δεξιά στο όνομα του αστικού φιλελευθερισμού και της αστικής δημοκρατίας. Ωστόσο, στα ασφυκτικά πέτρινα χρόνια, μέσα ή κοντά στην ΕΚ -και ειδικά στη νεολαία της- αναπτύσσονταν αντιλήψεις φιλοσοσιαλιστικές που στην ΕΚ έβρισκαν ένα όχημα για πάλη ενάντια στη δεξιά. Η ογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια που φουσκώνει μέσα στη δεκαετία του ’60 (και θα εκραγεί το 65 στα Ιουλιανά) εν μέρει βρίσκει έδαφος έκφρασης και μέσα από την ΕΚ, όσο κι αν προσπαθεί η ηγεσία της να την χαλιναγωγήσει και να την υποτάξει. Η χαλαρή οργανωτική δομή της ΕΚ αφήνει το περιθώριο για διάφορες ζυμώσεις. Ο νεαρός τότε Ανδρέας Παπανδρέου, σε σύγκρουση με τον πατέρα του γίνεται επικεφαλής μιας αριστερής τάσης στην ΕΚ που αργότερα θα σχηματοποιηθεί γύρω από τους «Δημοκρατικούς Συνδέσμους». Παράλληλα, ένα άλλο τμήμα στελεχών του Κέντρου συνεργάζονται με κάποια μέλη της ΕΔΑ στην ίδρυση του «Ομίλου Παπαναστασίου». Η χούντα των συνταγματαρχών θα βάλει απότομα τέλος σε αυτές τις διεργασίες, ή μάλλον θα διαμορφώσει ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο για να δρομολογηθούν.

Οι αντιδικτατορικές ρίζες[pak_2.jpg]

Μετά τη σύντομη φυλάκισή του από τη χούντα ο Αντρέας φεύγει στο εξωτερικό, όπου το Μάρτιο του 68 ανακοινώνει την ίδρυση του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος. Το ΠΑΚ, αν και συγκεντρώνει ένα τμήμα της προδικτατορικής αριστερής τάσης της ΕΚ, δεν έχει σχέση με αυτό το κόμμα. Eξαρχής αναφέρεται στο σοσιαλισμό και στη διάρκεια της δικτατορίας παίρνει όλο και αριστερότερες θέσεις. Οριστική ρήξη με το κέντρο έρχεται το 71, όταν ο Αντρέας με επιστολή του στο συνέδριο της ΕΚ διακηρύσσει πως οποιαδήποτε αλλαγή στην Ελλάδα μπορεί να προέλθει μόνο με «δυναμικό ένοπλο αγώνα» ενάντια στο καθεστώς των συνταγματαρχών, από ένα «λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα» κατά τα πρότυπα του Τρίτου Κόσμου, που θα παλέψει για μια «σοσιαλιστική και δημοκρατική Ελλάδα». Είναι φανερό πως η ΕΚ δεν δυσκολεύτηκε να απορρίψει αυτές τις προτάσεις. Αρκεί να συνυπολογίσουμε πως το ΚΚΕ μέχρι και το 72 καταδίκαζε ανοιχτά κάθε αναφορά για ένοπλη αντίσταση στη χούντα σαν προβοκάτσια. Το ΠΑΚ σύντομα εξελίχθηκε σε μια σημαντική οργάνωση. Καθώς ο κύριος όγκος των δυνάμεών του βρίσκονταν στη Δυτ. Ευρώπη, επηρεαζόταν ανοιχτά από τις πολιτικές διεργασίες της εποχής. Το ΠΑΚ είναι το πρώτο ελληνικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Όπως και για τα υπόλοιπα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ο σοσιαλισμός βρίσκεται σε έναν μακρινό και ομιχλώδη τόπο στον οποίο μπορούμε να φτάσουμε στο μακhttps://kseeath.files.wordpress.com/2007/11/7323f-pak.jpgρινό μέλλον με μια βαθμιαία δημοκρατικοποίηση του υπάρχοντος συστήματος. Σε αντίθεση όμως με αυτά, το ΠΑΚ δεν αναπτύσσεται σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας. Η αντίληψη για μια Ελλάδα εξαρτημένη από τις ΗΠΑ (κοινή άλλωστε τότε στη συντριπτική πλειοψηφία της αριστεράς), έδινε στον πολιτικό του λόγο του έντονα αντιιμπεριαλιστικό και εθνικιστικό χρώμα. Σε συνδυασμό με τις αναφορές του στην ανάγκη ένοπλης πάλης, το έκανε να μοιάζει εξωτερικά περισσότερο με λατινοαμερικάνικο ή τριτοκοσμικό μόρφωμα. Το ίδιο άλλωστε το ΠΑΚ θεωρούσε περισσότερο συγγενικές του οργανώσεις σαν την PLO της Παλαιστίνης, παρά το SPD της Δυτικής Γερμανίας ή τους εργατικούς της Αγγλίας, τους οποίους ονόμαζε «διαχειριστές του καπιταλιστικού συστήματος» και «πρακτορεία του ιμπεριαλισμού».
Παράλληλα με το ΠΑΚ δραστηριοποιείται και μια δεύτερη «κεντρογενής» οργάνωση, η Δημοκρατική Άμυνα, η οποία αποτελεί μετεξέλιξη του προδικτατορικού Ομίλου Παπαναστασίου. Και αυτή, στην περίοδο της δικτατορίας συνεχίζει την αριστερόστροφη πορεία της που την απομακρύνει από την ΕΚ. Αντίθετα, η ΕΚ που βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις πελατειακές σχέσεις των πολιτευτών της (που στις συνθήκες πλέον της δικτατορίας δεν υφίστανται εκ των πραγμάτων) έχει γίνει φάντασμα της προδικτατορικής της εικόνας. Πλησιάζοντας η πτώση της χούντας η ΕΚ είναι μισοδιαλυμένη και δυο οργανώσεις (ΠΑΚ και ΔΑ) διεκδικούν την ταμπέλα του μαχητικού σοσιαλιστή.

Αλλαγές στον πολιτικό χάρτη

Αλλά και ο κοινωνικός χάρτης δεν είναι πια ο ίδιος. Τα επιφανειακά στάσιμα «πέτρινα χρόνια» ήταν χρόνια βαθιών διεργασιών και αλλαγών μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η κατεστραμμένη από τον εμφύλιο ύπαιθρο και το ασφυκτικό πολιτικό κλίμα στην επαρχία δημιουργεί μια εσωτερική μετανάστευση. Ο ελληνικός καπιταλισμός μπορεί να απορροφήσει αυτό το νέο ανθρώπινο δυναμικό που δημιουργεί μια νέα εργατική τάξη. Η χούντα ανέκοψε την ριζοσπαστικοποίησή της, αλλά δεν τη ματαίωσε. Όπως ένα καπάκι εμποδίζει να διαφύγουν οι ατμοί από το καζάνι που βράζει αλλά δεν σταματάει τον βρασμό, έτσι ακριβώς η πτώση της χούντας απελευθέρωσε τις συμπιεσμένες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες σε αυτό που ονομάστηκε «ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης».
Αυτό το νέο κλίμα καθορίζει το πολιτικό τοπίο της εποχής, εντελώς διαφορετικό από το προδικτατορικό. Στη θέση μιας εμφυλιοπολεμικής δεξιάς έχουμε μια δεξιά που, ενώ ουσιαστικά αποτελείται από τα ίδια πρόσωπα, προσπαθεί να αντλήσει μια νέα νομιμοποίηση, όχι στη βάση του αντικομμουνισμού όπως στο παρελθόν, αλλά αντίθετα στην πίστη της σε μια αστική δημοκρατία δυτικοευρωπαϊκού τύπου, που τελικά βρήκε τον εκφραστή της στον Καραμανλή. Από την πλευρά της αριστεράς το τοπίο είναι επίσης διαφορετικό. Το παράνομο ΚΚΕ περνά μια εξαιρετικά σφοδρή κρίση και διάσπαση μέσα στη δικτατορία και τα δυο ΚΚ (ΚΚΕ εξωτερικού και ΚΚΕ εσωτερικού) διεκδικούν την ευλογία από τη Μόσχα. Όταν μετά από καιρό το χρίσμα της ορθοδοξίας δίνεται στο ΚΚΕ εξ., το ΚΚΕ εσ. βρίσκει στήριγμα στις ευρωκομμουνιστικές αντιλήψεις. Παράλληλα, πέραν των ΚΚΕ έχει δημιουργηθεί μια πανσπερμία αριστερών οργανώσεων, διαμορφωμένες μέσα από την αντιδικτατορική πάλη στο εξωτερικό και επηρεασμένων από την έντονη ριζοσπαστικοποίηση της εποχής, του ευρωπαϊκού Μάη και των αντάρτικων του τρίτου κόσμου. Το έδαφος για την εμφάνιση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας είναι έτοιμο. Το ΠΑΣΟΚ μπαίνει δυναμικά σε αυτό το νέο τοπίο στις 3 Σεπτέμβρη 1974. 

https://kseeath.files.wordpress.com/2007/11/c88be-diakiriksi.jpgΗ ίδρυση του ΠΑΣΟΚ

Με τον ερχομό του στην Ελλάδα ο Ανδρέας Παπανδρέου ξεκινά μια σειρά επαφών με στόχο την ίδρυση του κόμματος. Γύρω από το βασικό κορμό του ΠΑΚ παίρνουν μέρος σε αυτές τις συζητήσεις άτομα και συλλογικότητες που καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα, από παλιούς πολιτευτές τις ΕΚ, φοιτητές του Πολυτεχνείου, στελέχη της αριστεράς μέχρι και κάποιους τροτσκιστές. Οι συζητήσεις γίνονται στη βάση επεξεργασίας της ιδρυτικής πολιτικής πλατφόρμας που θα μείνει στην ιστορία σαν «Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη». Μετά από ένα μήνα, στο ΠΑΣΟΚ προσχωρεί και η ΔΑ με τον τίτλο του «συνιδρυτή» παίρνει το 1/3 των εδρών της νέας Κεντρικής Επιτροπής.
Η «Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη» έπεσε στα πολιτικά πράγματα σαν βόμβα και είναι χαρακτηριστική η αμηχανία που την αντιμετώπισε η αριστερά. Χαρακτηριστικά το ΚΚΕ δεν την κριτίκαρε σαν «ρεφορμιστική» ή «δεξιά», αλλά αντίθετα σαν «ουτοπική» και η βάση της κριτικής δεν ήταν αν είναι «αριστερά» αυτά που διακηρύττει το ΠΑΣΟΚ αλλά αν θα τα εφαρμόσει. Μια κριτική προθέσεων δηλαδή και όχι θέσεων.
Κι όμως, η Διακήρυξη απέχει πολύ από το να αποτελεί επαναστατικό κείμενο. Βεβαίως, κάνει αναφορές στο «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό», στην «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο» κλπ, με το ίδιο τρόπο που θα έκανε και η πιο κλασική σοσιαλδημοκρατία. Σαν μια μακρά διαδικασία που περνά μέσα από τον «εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας». Η κοινωνική απελευθέρωση προχωρά μαζί (και έρχεται ως αποτέλεσμα) των πιο διαφορετικών κοινωνικών διεργασιών όπως την ισότητα των δύο φύλλων, τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας διοίκησης, την προστασία του περιβάλλοντος, κλπ, κλπ. Η Διακήρυξη μιλά συχνά για το «κεφάλαιο» με ένα αφηρημένο τρόπο, αλλά πουθενά για την ελληνική αστική τάξη. Και πάνω απ’ όλα, είναι ένα κείμενο βαθιά εθνικιστικό. Προϋπόθεση για όλα αυτά, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι η «Εθνική Ανεξαρτησία». Ο «Αγώνας για Εθνική Αναγέννηση» για μια «Ελλάδα που να ανήκει στους Έλληνες» είναι ο κεντρικός άξονας του κειμένου. Διαβάζοντας κανείς το 2007 τη Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη απορεί με τη θύελλα που δημιούργησε η εμφάνισή της. Η έκκληση στον λαϊκό παράγοντα να αναλάβει δράση και να οργανώσει το κόμμα του μέσα από Επιτροπές Πρωτοβουλίας στη βάση του κειμένου έχει τεράστια επιτυχία. Σε όλη τη χώρα, στους χώρους δουλειάς, σε γειτονιές, σε χωριά οργανώνονται ομάδες που υπογράφουν τη Διακήρυξη και μέσα σε λίγο διάστημα ένα νέο, μαζικό κόμμα έχει δημιουργηθεί. Αυτή η χωρίς προηγούμενο διαδικασία είναι λάθος να αποδίδεται στη χαρισματική προσωπικότητα του Παπανδρέου και στις ικανότητές του, λες και όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί της αριστεράς να ήταν ηλίθιοι. Ο Παπανδρέου εξέφρασε (με χαρισματικό τρόπο ομολογουμένως) πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις και υπαρκτές πολιτικές τάσεις. Και κυρίως γιατί όπως θα δούμε έπαιζε χωρίς αντίπαλο από τα αριστερά.

ΠΑΣΟΚ και αριστερά

Η Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη τοποθετούνταν πιο αριστερά από το λόγο του μεγαλύτερου μέρους της αριστεράς. Αν για το «Ριζοσπάστη» φάνταζε «ουτοπική» είναι γιατί οι τοποθετήσεις του ήταν «ρεαλιστικότερες» δηλαδή δεξιότερες. Τόσο τα δύο ΚΚΕ όσο και οι περισσότερες οργανώσεις της υπόλοιπης αριστεράς (στο μεγαλύτερό τους μέρος σταλινικών και μαοϊκών αναφορών) είχαν υποτάξει την ταξική πάλη κάτω από τον «αγώνα για εθνική ανεξαρτησία». Με τη διαφορά ότι το υποκείμενο του «αγώνα για εθνική ανεξαρτησία», που στο ΠΑΣΟΚ διατυπωνόταν με ασάφεια και ανοιχτό σε κάθε είδους ερμηνεία, ως «λαός», στους υπόλοιπους διατυπωνόταν ρητά και ξεκάθαρα ως συνεργασία με τμήματα της αστικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, την επαύριο της μεταπολίτευσης, ό,τι στο λόγο του ΠΑΣΟΚ φαινόταν σαν φρέσκο και ριζοσπαστικό στην παραδοσιακή αριστερά φαινόταν σαν μπαγιάτικο, ρουτινιάρικο και συντηρητικό.
Αυτό που στο επίπεδο του πολιτικού λόγου έμενε πολιτική θέση, στο επίπεδο της καθημερινής ζωής γινόταν πολιτική πράξη. Τα ΚΚ μετά από μια μακρά περίοδο παρανομίας (και στα πλαίσια της στρατηγικής της «ειρηνικής συνύπαρξης» που έχει διακηρύξει η Μόσχα) κάνουν ότι είναι δυνατόν για να πείσουν την ελληνική αστική τάξη για την απόλυτη προσήλωση τους και νομιμοφροσύνης τους στην αστική δημοκρατία. Το «Καραμανλής ή τανκς» είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια φράση. Μεταφράζεται στο κλείσιμο απεργιών και αγώνων για να μην διαταραχτεί το «ήπιο κλίμα», σημαίνει κάθε εργατική διεκδίκηση να καταγγέλλεται σαν «άκαιρη» στην καλύτερη περίπτωση και «ύποπτη» στη χειρότερη και συνηθέστερη. Σημαίνει τα ΚΚΕ να καλούν μαζί με την κυβέρνηση του Καραμανλή τον κόσμο να απέχει από πορείες και το ΠΑΣΟΚ να τις στηρίζει. Αυτά όμως, όχι στο φόντο μιας κινηματικής άπνοιας, αλλά στο καζάνι της ριζοσπαστικοποίησης της μεταπολίτευσης.
Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ (και εδώ βρίσκεται η σπουδαιότητα των δημαγωγικών ικανοτήτων του Παπανδρέου) κινήθηκε πολύ πιο ευέλικτα. Η αλήθεια ήταν πως στο νέο τοπίο της αστικής δημοκρατίας δεν είχε το ίδιο άγχος να πείσει την ελληνική αστική τάξη για τη νομιμοφροσύνη του όπως τα δυο ΚΚ, καθώς η ιστορική μνήμη το συνέδεε με την ΕΚ, την παράταξη που βοήθησε τον ελληνικό αστισμό να νικήσει στον εμφύλιο. Τα περιθώρια λοιπόν για να υπερθεματίζει από τ’ αριστερά ήταν μεγαλύτερα. Επιπλέον, στο κλίμα της ριζοσπαστικοποίησης της εποχής, το ΠΑΣΟΚ φάνταζε σαν κάτι εντελώς νέο, κάτι που έσπασε με ρήξη από το παρελθόν του (την ΕΚ), ενώ τα ΚΚ σαν κάτι όχι μόνο παλιό, αλλά και γερασμένο, κάτι που τελικά έδωσε εξετάσεις και κατέληξε στη Βάρκιζα. Διαφορές ορατές ακόμα και σε μίκρο-συμβολικό επίπεδο, καθώς ο Αντρέας επέμενε να είναι ο μοναδικός πολιτικός ηγέτης χωρίς γραβάτα, αλλά με το παροιμιώδες ζιβάγκο. Όπως και να χει, τόσο σε επίπεδο λόγου όσο και σε επίπεδο πολιτικής πράξης, το ΠΑΣΟΚ των πρώτων εκείνων ημερών παρουσίαζε ένα προφίλ αριστερότερο από την παραδοσιακή αριστερά. Η αριστερά αργότερα, μέχρι και σήμερα ακόμα, συνηθίζει να κλαψουρίζει το επιχείρημα ότι «το ΠΑΣΟΚ της έκλεψε τα συνθήματα». Φυσικά, πρόκειται για απίστευτα βλακώδες επιχείρημα, λες και τα πολιτικά συνθήματα αποτελούν κάποια ευρεσιτεχνία, ή ακόμη περισσότερο σαν να μην παλεύει κάθε πολιτικό κόμμα ώστε τα πολιτικά του συνθήματα να υιοθετηθούν από όσο το δυνατόν περισσότερους. Το επιχείρημα όμως είναι βλακώδες μόνο επιφανειακά. Στον πυρήνα του κρύβει μια σημαντική διαπίστωση. Τα δυο ΚΚΕ (αλλά και ένα μέρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς) δεν σκόπευαν τίποτε παραπάνω από το να καλύψουν τον χώρο του ρεφορμισμού στο πλαίσιο μιας (αστικής) «αληθινής δημοκρατίας». Τόσο δεμένα με αυτό τον πολιτικό τους ρόλο θεωρούσαν αυτόν τον χώρο τσιφλίκι τους. Φαντάστηκαν το μεταπολιτευτικό τοπίο ανάλογο του προπολεμικού με μια ΕΔΑ να έχει τον απόλυτο έλεγχο του ρεφορμιστικού χώρου. Η παρουσία ενός άλλου διεκδικητή του ρεφορμιστικού χώρου φάνταζε σαν ιεροσυλία ή σφετερισμός. Πολύ περισσότερο μάλιστα, αυτός ο «σφετεριστής» να σε υπερφαλαγγίζει από τα αριστερά. Αντί να μέμφεται το ΠΑΣΟΚ ότι «της έκλεψε τα συνθήματα» θα έπρεπε η ίδια να αναρωτηθεί μήπως τα δικά της συνθήματα ήταν σοσιαλδημοκρατικά και όχι κομμουνιστικά.

Οι διαγραφές

Σε τέτοιες συνθήκες δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ΠΑΣΟΚ με την είσοδό του κιόλας στην πολιτική αρένα κερδίζει το στοίχημα του εκφραστή του ρεφορμισμού κάτω από τα πόδια των δυο ΚΚ. Στις πρώτες εκλογές το 74, με τον Καραμανλή μεγάλο νικητή και το Κέντρο στη δεύτερη θέση, το ΠΑΣΟΚ κερδίζει το 13,5% ενώ το κοινό εκλογικό κατέβασμα των 2 ΚΚ το 9,4%. Το πρώτο κεφάλαιο του ΠΑΣΟΚ κλείνει με θετικό απολογισμό. Κατάφερε να εκφράσει και να απορροφήσει μεγάλο μέρος της «ριζοσπαστικοποίησης της μεταπολίτευσης» και να κερδίσει καταρχήν το χώρο του ρεφορμισμού εκτοπίζοντας την παραδοσιακή αριστερά. (Στο επόμενο διάστημα το ΚΚΕ σταθεροποιείται σε ένα ποσοστό που αγγίζει το 10%, ενώ το ΚΚΕ εσ. διαρκώς συρικνούμενο δεν φτάνει ούτε το μισό). Σε αυτή τη διαδικασία έχει εμπνεύσει ελπίδες και προσδοκίες. Το σύνθημα «στις 18 Σοσιαλισμός» που ακουγόταν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ, μπορεί εν έτι 2007 να ακούγεται ίσως και αστείο, αλλά εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο αυτές τις διεργασίες. Εδώ τελειώνουν και τα όποια αριστερά σκιρτήματα του ΠΑΣΟΚ. Από εκεί και μετά η πορεία του θα είναι μια διαδρομή ολοένα δεξιότερης προσαρμογής.
Το αριστερό δυναμικό που είχε συγκεντρωθεί στο ΠΑΣΟΚ ήταν αναγκαίο για να διεμβολίσει την αριστερά. Τώρα το τιμόνι γυρίζει και στόχος γίνεται η προσέγγιση ενός πιο κεντρώου χώρου. Το αμέσως επόμενο βήμα του Ανδρέα είναι λοιπόν να εκκαθαρίσει το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ από τις αριστερές φωνές. Αρχικά διαγράφονται τα παλιά μέλη της ΔΑ το 75, που αποτελεί την πρώτη και μεγάλη διάσπαση. Στη συνέχεια, στις αρχές του 76 διαγράφονται οι τροτσκιστές εισοδιστές γύρω από την εφημερίδα Ξεκίνημα με την κίνηση της Οριζόντιας Διασύνδεσης (οι οποίοι εξακολουθούν να στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ και να συνυπάρχουν μέχρι το 1992). Λίγους μήνες μετά σειρά παίρνουν η νεολαία και κάποια αριστερά στελέχη του παλιού ΠΑΚ. Στο τέλος αυτών των εκκαθαρίσεων το ΠΑΣΟΚ πραγματοποιεί την Α΄ Συνδιάσκεψη τον Ιούλη του 76, που κατοχυρώνει το νέο περιεχόμενο.
Αν και μέσα σε λίγους μήνες, μέσα από απανωτές κρίσεις και διαγραφές αποχωρεί ένα πολύ μεγάλο τμήμα των στελεχών του παλιού ΠΑΣΟΚ, σε επίπεδο βάσης οι διαρροές δεν είναι μεγάλες. Αιτία για αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό η ίδια η οργανωτική δομή του ΠΑΣΟΚ που ουσιαστικά σαμπόταρε και διάλυε κάθε δημοκρατική συζήτηση στο εσωτερικό του σε επίπεδο βάσης. Μια δομή που επέτρεπε στον Παπανδρέου να διοικεί με απόλυτες δικαιοδοσίες, να χρησιμοποιεί τις αντιθέσεις ανάμεσα σε τάσεις. Αν και ο ίδιος δεν είχε εκλεγεί από κανένα όργανο, έπαυε και διόριζε κομματικά όργανα χωρίς να λογοδοτεί πουθενά. Η απόλυτη εξουσία του αρχηγού, που αργότερα έγινε αυτονόητο καθεστώς λειτουργίας του ΠΑΣΟΚ, τότε δεν ήταν καθόλου δεδομένο. Μόλις λίγοι μήνες είχαν περάσει από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, ενός κόμματος που ευαγγελιζόταν πως σε αντίθεση με τον παλαιοκομματισμό της ΕΚ και το σταλινισμό της παραδοσιακής αριστεράς, αυτό μπόλιαζε στην πολιτική ζωή της χώρας το νέο ήθος της εσωκομματικής δημοκρατίας. Με την ενθάρρυνση της ηγεσίας στο κόμμα διάφορα έντυπα λειτουργούσαν ελευθέρα, γραφεία μελετών και κάθε είδους επεξεργασιών έδιναν την εντύπωση ενός πλούσιου εσωτερικού διαλόγου. Αρκεί να μην ξέφευγαν από τη γενική γραμμή που χάραζε ο Ανδρέας, γιατί τότε καταργούνταν μέσα σε μια νύχτα, χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς. Και αν οι διαγραφέντες έψαχναν τρόπο να απευθυνθούν στο υπόλοιπο κόμμα δεν έβρισκαν κανένα δρόμο, αφού όλες οι λειτουργίες του κόμματος ελέγχονταν απόλυτα κεντρικά. Πέρα όμως από τους οργανωτικούς λόγους, υπάρχει μια σημαντική πολιτική αιτία που οι διαγραφές τόσων στελεχών στην ηγεσία δεν μεταφράστηκαν σε σοβαρές διασπάσεις στο κόμμα. Ο βασικός λόγος είναι πως κάθε μια από τις αριστερότερες τάσεις εξέφραζε μεν αυταπάτες για μια γενικά αριστερότερη πορεία, αλλά δεν είχε να παρουσιάσει καμιά εναλλακτική στρατηγική διαφορετική από του Παπανδρέου. Γιατί όσο διάγραφε στα αριστερά του, την ίδια περίοδο το ΠΑΣΟΚ ακολουθούσε με συνέπεια μια πολιτική μαχητικού ρεφορμισμού.

Η εργατική βάση

Το ρίζωμα του ΠΑΣΟΚ στην εργατική τάξη γίνεται ακριβώς εκείνη την περίοδο και συμπίπτει με την έκρηξη του εργατικού κινήματος στα χρόνια 75-77. Οι πρώτες κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης είχαν έναν πλατύ, λαϊκό χαρακτήρα. Από το 75 τη σκυτάλη παίρνει ξεκάθαρα η εργατική τάξη. Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται το εργοστασιακό προλεταριάτο, με σκληρές, ανυποχώρητες απεργίες (Ιζόλα, AEG, ΙΤΤ, Λάρκο, Εσκιμό, Πίτσος, Μαντούδι, Ναυπηγεία και δεκάδες άλλες). Σταδιακά, το απεργιακό κύμα αγκαλιάζει σχεδόν κάθε κλάδο εργαζομένων. Τα αιτήματα ξεκινάν από τα άθλια μεροκάματα, τις συνθήκες εργασίας, την ανεργία, την ελευθερία του συνδικαλισμού και καταλήγουν συχνά σε πολιτικές απεργίες. Η πρωτοφανής έκρηξη των αγώνων στα εργοστάσια και τους χώρους δουλειάς είναι η αιχμή ενός γενικότερου κοινωνικού αναβρασμού που αγγίζει πρώτα πρώτα τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η κυβέρνησή καταφεύγουν σε σκλήρυνση της καταστολής εναντίον του κινήματος. Οι ίδιοι οι στυλοβάτες της χούντας στον κρατικό μηχανισμό, στο στρατό, στην αστυνομία, τώρα συσπειρωμένοι γύρω από τη ΝΔ οικοδομούσαν την «μεταπολιτευτική δημοκρατία» τσακίζοντας το κίνημα. Μόλις το Μάη του 76 η κυβέρνηση Καραμανλή ψηφίζει τον αντεργατικό νόμο 330, με στόχο ακριβώς να εμποδίσει το ξέσπασμα των απεργιών, με συλλήψεις απεργών, δίκες και φυλακίσεις.
Στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος το ΚΚΕ ανέλαβε την πειθάρχηση και την υπονόμευση του κινήματος, αποφασισμένο να προσφέρει οποιαδήποτε εκδούλευση στην ελληνική αστική τάξη σε αντάλλαγμα τη συμμετοχή του στο πολιτικό παιχνίδι. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η κυρίαρχη δουλειά του ΚΚΕ τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν η συγκράτηση του εργατικού κινήματος. Αυτή η πρακτική στοίχισε σε μεγάλο βαθμό στο ΚΚΕ την πρωτοκαθεδρία του στην εργατική τάξη και άφησε χώρο για το ρίζωμα του ΠΑΣΟΚ σ’ αυτή. Το ΠΑΣΟΚ σε κεντρικό επίπεδο έλεγε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Αντίθετα όμως με το ΚΚΕ που κινητοποιούσε το μηχανισμό του για το κλείσιμο των απεργιών, το ΠΑΣΟΚ τις άφηνε να εξελιχθούν. Στη μικροκλίμακα ενός εργοστασίου οι συνδικαλιστές του είχαν το περιθώριο να δημαγωγούν και τις περισσότερες φορές βρίσκονταν αριστερότερα αυτών του ΚΚΕ. Έτσι εξηγείται αυτό που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει αντιφατικό. Τα ίδια χρόνια που το ΠΑΣΟΚ διαγράφει τα αριστερά στελέχη και η μετατόπιση προς τα δεξιά είναι φανερή στον πολιτικό λόγο του, είναι η ίδια περίοδος που ριζώνει μέσα στην εργατική τάξη και μάλιστα σε μια περίοδο σκληρών εργατικών αγώνων. Στις εκλογές του 77 το ΠΑΣΟΚ θα απογειωθεί στο 25% και στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από την επόμενη των εκλογών το ΠΑΣΟΚ βάζει τον εαυτό του σε τροχιά εξουσίας.
Αυτή είναι και η περίοδο που αποκρυσταλλώνεται ένα χαρακτηριστικό του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αποτελεί και συνεισφορά του στην πολιτική ζωή της χώρας, η διγλωσσία. Η δεξιά πολιτευόταν χρησιμοποιώντας έναν ωμό, αντικομμουνιστικό λόγο. Η παραδοσιακή αριστερά δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο από τη σταλινική ρητορεία της συνομοσιολογίας και της πρακτορολογίας. Το ΠΑΣΟΚ, την ώρα που διαγράφει την αριστερή του τάση εξαγγέλλει με απίστευτο κυνισμό στροφή προς τα αριστερά. Το ΠΑΣΟΚ, μαζί με τη στρατηγική και τις ταχτικές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας εισάγει στην Ελλάδα και τα ήθη της. Όπως ακριβώς το SPD, που την ώρα που σφάζει τη Ρόζα και τον Λήμπκνεχτ εξαγγέλλει το σοσιαλισμό. Αυτός ο κυνικός αμοραλισμός χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ σε όλες τις εκδηλώσεις του, ιδιαίτερα ως κυβέρνηση. 

Η «Αλλαγή»

Αν και η καταστολή της δεξιάς και η υπονόμευση των ρεφορμιστών κάμπτει το κίνημα, δεν μπορεί να το υποτάξει ολοκληρωτικά. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 έχει δημιουργηθεί μια ιδιόμορφη ισορροπία. Η έκρηξη των εργατικών αγώνων έχει τιθασευτεί σε μεγάλο βαθμό, αλλά η κυβέρνηση δεν έχει καμιά κοινωνική συναίνεση. Αποτέλεσμα είναι πως η ταξική σύγκρουση έχει μεταφερθεί σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου. Το κίνημα είχε κατορθώσει να επιβάλει λύσεις που το κράτος της δεξιάς του τις αρνούνταν.

Αλλά η αστική δημοκρατία απαιτεί μια μίνιμουμ κοινωνική συναίνεση που να επιτρέπει στην αστική τάξη να κυβερνά περισσότερο με την εξαγορά και την ιδεολογική πλύση εγκεφάλων και λιγότερο με την καταστολή, την οποία η ΝΔ ήταν αδύνατον να εξασφαλίσει. Η έξοδος από αυτή την αντίφαση ήρθε μόνο με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 81, όπου το ΠΑΣΟΚ ήρθε και νομιμοποίησε όσα το κίνημα είχε επιβάλλει τη δεκαετία του 70. Βάζοντας «υπογραφή» στις κατακτήσεις αυτές μπόρεσε να εξασφαλίσει μια ευρύτατη κοινωνική συναίνεση και κυρίως της εργατικής τάξης, χωρίς να θέσει ούτε για μια στιγμή σε κίνδυνο το αστικό εποικοδόμημα. Η εξασφάλιση αυτής της κοινωνικής συναίνεσης ονομάστηκε «Αλλαγή».
Η «Αλλαγή» ήταν η σημαία με την οποία το ΠΑΣΟΚ κέρδισε το 81 με το σύνθημα «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία». Ο όρος «αλλαγή» είναι τόσο ευρύς ώστε να χωράει όλες τις αυταπάτες που τόσα χρόνια είχε καλλιεργήσει το ΠΑΣΟΚ. Η προσδοκία της «αλλαγής» μπόρεσε να ενσωματώσει και να ξυπνήσει μια σειρά ασαφείς πόθους στα πλατιά λαϊκά στρώματα . Για να το περιγράψουμε με μια φράση, «αλλαγή» σήμαινε να φύγει η μισητή δεξιά από την εξουσία. Η δεξιά του εμφυλίου, του παλατιού, της Μακρονήσου, του αστυνομικού κράτους, των αφεντικών. Αρκεί που πρωθυπουργός της χώρας, αφού ο Καραμανλής πια έχει μεταπηδήσει στην προεδρία, είναι ο γιος του κατοχικού πρωθυπουργού συνεργάτη των ναζί και ιδρυτή των ταγμάτων ασφαλείας. Το τι μπορούσε να ανοίξει αυτή η διαδικασία ο καθένας μπορούσε να το ερμηνεύσει και να το φανταστεί όπως ήθελε. Όμως, όσο πλατιά κι αν ερμήνευε κανείς την «αλλαγή», το ΠΑΣΟΚ δεν εξάγγειλε τίποτε άλλο πέρα από μια ρεφορμιστική στρατηγική διαχείρισης. Το κυβερνητικό του πρόγραμμα που δημοσιεύεται πριν τις εκλογές με τίτλο «Συμβόλαιο με τον Λαό» πίσω από τους βερμπαλισμούς είναι ένα φανερά ρεφορμιστικό πρόγραμμα. Μπορεί η πεποίθηση πως η νέα κυβέρνηση θα ακολουθούσε μια πιο «φιλολαϊκή» πολιτική από τη δεξιά να ήταν πλατιά διαδεδομένη πίστη, κανείς όμως δεν πίστευε στα σοβαρά ότι η Ελλάδα θα γίνει κομμουνιστική, εκτός ίσως από κάποιους ηλίθιους ακροδεξιούς. Για μια ακόμη φορά, η παραδοσιακή αριστερά βρίσκοντας τις ρεφορμιστικές διακηρύξεις του Αντρέα πολύ του γούστου της, αρνήθηκε μια κριτική θέσεων, αλλά περιορίστηκε σε μια κριτική προθέσεων. Και αφού η πανηγυρική νίκη του ΠΑΣΟΚ ήταν ορατή πριν τις εκλογές, η αριστερά σιγοντάροντας όλο το ρεφορμιστικό πρόγραμμα του Αντρέα, έθεσε τον εαυτό της ως αυτόκλητο συνέταιρο στη ρεφορμιστική διαχείριση. «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» ήταν το κεντρικό σύνθημα του κόμματος στις εκλογές του 81. Στις εκλογές το ΠΑΣΟΚ σαρώνει κερδίζοντας το 45,8% και για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία ένα ρεφορμιστικό κόμμα αναλαμβάνει να διαχειριστεί την αστική εξουσία.

Ένας πρώτος απολογισμός

https://kseeath.files.wordpress.com/2007/11/730a3-papandreoyan.jpgΤο ΠΑΣΟΚ στην πρώτη τετραετία εφάρμοσε μια σειρά μεταρρυθμίσεων και νομιμοποίησε της πολλές από τις κατακτήσεις που είχε επιβάλει το κίνημα τα προηγούμενα χρόνια. Σημείο σταθμός, είναι ο νόμος αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, που επιχειρεί να βάλει τέλος στο νήμα του εμφυλίου και δίνει τη δυνατότητα επαναπατρισμού στους πολιτικούς πρόσφυγες (με εξαίρεση τους σλαβομακεδόνες). Προχωρά στην οικοδόμηση ενός κράτους πρόνοιας με τη δημιουργία του ΕΣΥ και μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, με τον νόμο για την ισότητα των δυο φύλλων. Νομιμοποιεί το συνδικαλισμό και προχωράει σε αυξήσεις μισθών. Με αυτά τα μέτρα το ΠΑΣΟΚ καταφέρνει να αποσπάσει μια πλατιά λαϊκή συναίνεση, αλλά όλα ετούτα δεν έχουν τίποτε το σοσιαλιστικό. Η αναγνώριση της αντίστασης στην κατοχή στα πλαίσια της εθνικής ενότητας (και η ενσωμάτωση της ρεφορμιστικής αριστεράς στο πολιτικό σύστημα) είναι το ιστορικό πλαίσιο της λειτουργίας των μεταπολεμικών αστικών δημοκρατιών της Δυτ. Ευρώπης. Το κράτος πρόνοιας είναι η υλική βάση οικοδόμησης της συναίνεσης των λαϊκών στρωμάτων στην αστική κυριαρχία. Αυτά όμως που στη Δυτ. Ευρώπη αποτελούν πραγματικότητα χρόνων, στην Ελλάδα φαντάζουν πρωτόγνωρα και ανατρεπτικά.
Η αριστερά επικροτεί αυτά τα μέτρα ακολουθώντας μια πολιτική ουράς απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Έχει κηρύξει ένα μορατόριουμ απέναντι στην κυβέρνηση, που μεταφράζεται σε ανοιχτή συνεργασία σε πολλά επίπεδα. Με αυτή την πολιτική το ΠΑΣΟΚ κατορθώνει να αλώσει την αριστερά ενσωματώνοντάς την στην αστική διαχείριση. Ειδικά ο χώρος των πολυπληθών μαοϊκών οργανώσεων δέχεται τεράστια πίεση. Ομάδες που πολιτεύονταν με σημαία τους την «εθνική ανεξαρτησία» και τη «λαϊκή κυριαρχία», βλέπουν δίπλα τους ένα μαζικό κόμμα να ετοιμάζεται να τα κάνει πράξη από τη θέση της κυβέρνησης, έστω να τα μισοκάνει. Ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος. Πολλά στελέχη της άκρας εντάσσονται στο ΠΑΣΟΚ και αξιοποιούνται στον κρατικό μηχανισμό. Η ενσωμάτωση του ΚΚΕ περνά από το κέρδισμα των δήμων των δυτικών συνοικιών (το άμεσο αντάλλαγμα για την στήριξη που παρείχε στο ΠΑΣΟΚ) που του επιτρέπουν να οργανώσει ένα δικό του μηχανισμό διαχείρισης – ενσωμάτωσης. Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 80, ο ρεφορμισμός στήνει τα κοινωνικά του δίκτυα διαχειριζόμενο την αστική εξουσία, καλύπτοντας σε λίγα χρόνια το χαμένο έδαφος της εμφυλιακής δεξιάς και της χούντας.
Όσο κι αν η αριστερά εκ των υστέρων κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι δεν πραγματοποίησε τις διακηρύξεις του, δεν έχει εντελώς δίκιο. Αν αναφερόμαστε φυσικά στις εξαγγελίες για «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό», φυσικά το ΠΑΣΟΚ δεν έκανε τίποτα. Το ίδιο άλλωστε όμως συμβαίνει με κάθε ρεφορμιστικό κόμμα. και όχι μόνο τα σοσιαλιστικά, αλλά και τα σταλινικά. Ούτε το ΑΚΕΛ έφερε το σοσιαλισμό την Κύπρο, ούτε το ΚΚ στην Ιταλία. Άλλωστε, το ΠΑΣΟΚ το 81 διακήρυσσε τον «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» όχι σαν άμεση προοπτική, αλλά σαν αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής διαδικασίας.
Το σημείο που το ΠΑΣΟΚ αθέτησε φανερά τις εξαγγελίες του ήταν το εθνικό. Πράγματι, η Ελλάδα ούτε από το ΝΑΤΟ έφυγε, ούτε από την ΕΟΚ αν και το ΠΑΣΟΚ τα υποσχόταν ως άμεσους στόχους. Εδώ θα χρειαστεί να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο. Η Ελλάδα ποτέ δεν ήταν «εξαρτημένη από τους ιμπεριαλιστές» και το σύνθημα «εθνική ανεξαρτησία» ήταν κενό περιεχομένου. Οι έλληνες καπιταλιστές έκαναν τις μπίζνες τους με τις αραβικές χώρες ή ακόμη και με τις χώρες στο «παραπέτασμα» ακόμη και στη διάρκεια της χούντας. Ωστόσο, αν για την αστική τάξη ένα τέτοιο σύνθημα δεν είχε νόημα, για τους ρεφορμιστές είχε. Για το σταλινισμό σήμαινε την απόσπαση από τον πολιτικό συνασπισμό των ιμπεριαλιστών ΗΠΑ – Δυτ. Ευρώπης στην προοπτική μιας προσέγγισης του ανατολικού μλποκ. Για το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ μια πολιτική αυτονομία κινήσεων στις σχέσεις κυρίως του ελληνικού καπιταλισμού με τον τρίτο κόσμο. Και η αλήθεια είναι ότι το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε σε αυτή την κατεύθυνση, με αποκορύφωμα της ίδρυσης της «πρωτοβουλίας των πέντε» που προσπάθησε να παίξει έναν αυτόνομο διπλωματικό ρόλο ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Αλλά η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ δεν στεκόταν εμπόδιο σε κάτι τέτοιο. Από την άλλη, η συμμετοχή στην ΕΟΚ ήταν άμεση προτεραιότητα του ελληνικού καπιταλισμού και το ΠΑΣΟΚ επ ουδενί δεν θα αμφισβητούσε, παρά τα δημαγωγικά ψέματα. Από εκεί και μετά όμως δεν υπήρχε κάτι άλλο να λυθεί. Η Ελλάδα ανήκε ήδη στους έλληνες (καπιταλιστές) και δεν χρειαζόταν το ΠΑΣΟΚ να την πάρει από κάποιους και να τους τη δώσει. Μπορούσε λοιπόν να ακολουθεί μια «υπερήφανη εθνική πολιτική» (εθνικιστική μάλιστα) και μάλιστα συνεπέστατα.

Από την Αλλαγή στη Λιτότητα

Την πρώτη τετραετία το ΠΑΣΟΚ μπορεί να παρουσιάσει ένα έργο στην κατεύθυνση της αλλαγής, αλλά η ολοένα δεξιά προσαρμογή του δημιουργεί ήδη δυσφορία. Κι όμως, ο δεύτερος κύκλος της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ το 85 ξεκινά με μια νίκη της «λαϊκής του βάσης». Το 85 λήγει η θητεία του Καραμανλή στην προεδρία της δημοκρατίας. Ο Παπανδρέου αφήνει να εννοηθεί ότι θα τον στηρίξει για μια δεύτερη θητεία. Η βάση του ΠΑΣΟΚ εξεγείρεται στην ιδέα και η αντίδραση στην πρόταση του Παπανδρέου παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Την ημέρα που συνεδριάζει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ για να ανακοινώσει επίσημα τον υποψήφιο για πρόεδρο, έξω από τη συνεδρίαση εκατοντάδες κόσμου αντιδρούν στην επανεκλογή του Καραμανλή. Και ο Αντρέας κάνοντας μια απότομη στροφή ανακοινώνει την υποψηφιότητα του Σαρτζετάκη, ο οποίος και εκλέγεται πρόεδρος με τις ψήφους της αριστεράς. Οι εκλογές που ακολουθούν την «προεδρική κρίση» και στις οποίες το ΠΑΣΟΚ κατεβαίνει με το σύνθημα «για ακόμη καλύτερες μέρες» του δίνουν το 45,8%.
Μετά τη νέα νίκη, η κυβέρνηση εξαγγέλλει ένα δίχρονο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» το οποίο είναι μια πολιτική σκληρής λιτότητας για τους εργαζόμενους
Αυτή τη φορά, η εσωκομματική αντίδραση είναι σφοδρή και ειδικά στους συνδικαλιστικούς χώρους. Στελέχη της ΠΑΣΚΕ πρωτοστατούν στο απεργιακό κύμα και διαγράφονται μαζικά. Οι διαγραμμένοι όμως, που ιδρύουν τη βραχύβια ΣΣΕΚ μαζί με την αριστερά έχουν την πλειοψηφία στη ΓΣΕΕ. Η κυβέρνηση με δικαστικό πραξικόπημα ανατρέπει την εκλεγμένη ΓΣΕΕ και διορίζει νέα από τους πιστούς πασκήτες. Είναι το πρώτο δείγμα πως η σοσιαλδημοκρατία μπροστά στο να υπερασπιστεί τα σχέδια των καπιταλιστών δεν διστάζει σε κανένα μέτρο που για να τσακίσει τις αντιδράσεις των εργαζομένων. Μετά από αυτή τη μάχη σπάει η συμμαχία ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ στους δήμους και το ΚΚΕ περνάει πια σε μια γραμμή σκληρής αντιπολίτευσης.
Η δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με την αλαζονική κυβερνητική πρακτική. Είναι η τετραετία των πρασινοφρουρών, του χυδαίου αυριανισμού, του πασόκικου νεοπλουτισμού, που κλείνει με το σκάνδαλο Κοσκωτά. Το σκάνδαλο Κοσκωτά αν συγκριθεί με αυτό του χρηματιστηρίου, ή το πρόσφατο των ομολόγων, μοιάζει με επαρχιώτικη μικροκομπίνα. Αλλά στο πλαίσιο του εκφυλισμού του πολιτικού βίου και κυρίως της διάψευσης των προσδοκιών, παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Λίγο μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου ο Αντρέας Παπανδρέου μπαίνει στην εντατική μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο, και στη συνέχεια αναχωρεί για το εξωτερικό. Το ΠΑΣΟΚ, χωρίς ηγεσία πηγαίνει στις εκλογές με σύσσωμη την αντιπολίτευση να ζητά «κάθαρση».
Το ΚΚΕ που στο μεταξύ μαζί με το πρώην ΚΚΕ εσωτ. έχουν ενωθεί στο Συνασπισμό, προσπαθεί να καρπωθεί την δυσαρέσκεια από το ΠΑΣΟΚ πρωτοστατώντας στην υπόθεση της «κάθαρσης».
Στις εκλογές του Ιούνη του 1989 το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει το 39%, αλλά η πρώτη ΝΔ δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η βοήθεια έρχεται από τον ΣΥΝ που μαζί με τη ΝΔ σχηματίζουν την κυβέρνηση Τζανετάκη. Ο Παπανδρέου και μια σειρά βουλευτές παραπέμπονται σε δίκη με απόφαση της βουλής για το σκάνδαλο Κοσκωτά και μια σειρά μικρότερα σκάνδαλα. Η σύμπραξη ΝΔ – αριστεράς ήταν καταλυτική. Στη μεν αριστερά προκάλεσε σοβαρή κρίση, στο δε ΠΑΣΟΚ επανασυσπείρωση γύρω από τον Παπανδρέου. Ο οπαδός του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και ο απογοητευμένος από την κυβερνητική θητεία του κόμματός του, έβλεπε το κόμμα του να βρίσκεται υπό διωγμό από την «ανίερη συμμαχία» δεξιάς – αριστεράς. Πολύ περισσότερο που της δεξιάς ηγείται ο «εφιάλτης» Μητσοτάκης, ο αποστάτης που έριξε την κυβέρνηση της ΕΚ. Στο ΠΑΣΟΚ συσπειρώνονται και επανέρχονται μέλη και στελέχη που είχαν αποχωρήσει ή διαγραφεί στο παρελθόν. Αφού οδηγεί την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στο δικαστήριο η βραχύβια κυβέρνηση διαλύεται. Ο ΣΥΝ δικαιολογεί την αδιανόητη συνεργασία με τη δεξιά στην ανάγκη να οδηγηθούν οι «απατεώνες πασόκοι» στο δικαστήριο. Κι όμως, στις εκλογές που γίνονται το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, από τις οποίες πάλι δεν προκύπτει κυβέρνηση, ο ΣΥΝ δεν ντρέπεται να ξανασχηματίσει κυβέρνηση όχι μόνο με τη δεξιά αλλά και τους υπόδικους «απατεώνες» στην κυβέρνηση Ζολώτα, που ονομάστηκε και «οικουμενική». Χάνοντας κάθε είδος αξιοπιστίας, η ρεφορμιστική αριστερά χάνει και την ευκαιρία να απεγκλωβίσει από το ΠΑΣΟΚ τους δυσαρεστημένους και απογοητευμένους οπαδούς του.

Κρίση και επανασυσπείρωση

Μετά από μια παρένθεση τριών χρόνων της κυβέρνησης Μητσοτάκη το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται στην κυβέρνηση το 93 με ένα ποσοστό 46,8%. Αν και οι συζητήσεις για τη διαδοχή του Παπανδρέου έχουν ανοίξει ήδη από την εποχή των περιπετειών της υγείας του, ο ίδιος αναβαπτίζεται στο 3ο Συνέδριο το 94, όπου εκλέγεται διά βοής. Αλλά ο χρόνος πια είναι περιορισμένος. Σε λιγότερο από ένα χρόνο ο Ανδρέας μπαίνει στο Ωνάσιο με σοβαρό πρόβλημα υγείας και στις 15 Γενάρη του 96 παραιτείται από πρωθυπουργός. Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ εκλέγει για πρωθυπουργό τον Σημίτη, εγκαινιάζοντας την περίοδο του Σημιτικού εκσυγχρονισμού. Με το θάνατο του Α. Παπανδρέου λίγους μήνες αργότερα κλείνει και συμβολικά η πρώτη περίοδος του ΠΑΣΟΚ και της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας που άνοιξε το Σεπτέμβρη του 74 σε μια περίοδο 23 χρόνων. Στο ξεκίνημά του κατόρθωσε να εκφράσει αλλά και να ενσωματώσει και να διαχειριστεί το τη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζόμενων μαζών τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, χωρίς να θίξει ούτε κατά διάνοια τις προτεραιότητες και τις επιλογές της ελληνικής αστικής τάξης. Έκλεισε αυτόν τον κύκλο εκφράζοντας νέες κοινωνικές ισορροπίες και νέες κοινωνικές ανάγκες. Γιατί αυτά τα χρόνια δεν «άλλαξε μόνο το ΠΑΣΟΚ, αλλά και η ελληνική κοινωνία. Μια ρεφορμιστική διαχείριση διαμόρφωσε πολιτικά ένα ισχυρό και συντηρητικό τμήμα εργατικής αριστοκρατίας που πλέον ταυτίζει την όποια «ευμάρεια» του με την ισχυροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Το αίτημα για «εθνική ανεξαρτησία» του 70, τη δεκαετία του 90 έγινε «ισχυρή Ελλάδα». Το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ καθοδήγησε και εξέφρασε αυτή τη μεταβολή, με τους λιγότερους δυνατούς κραδασμούς διαλύοντας προηγούμενες αυταπάτες και πατρονάροντας νέες..

 Κ. Ρουσίτης

Advertisements

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 34,229