//
archives

Κυπριακό

This tag is associated with 3 posts

Χαρακτήρας του κυπριακού ζητήματος (5/2004)

Το κυπριακό για τους επαναστάτες-διεθνιστές δεν είναι παρά ένα πεδίο αντιπαράθεσης για τον ελληνικό και τον τούρκικο ιμπεριαλισμό. Ο χαρακτήρας κάθε τέτοιας αντιπαράθεσης έχει αναλυθεί από όλους τους μεγάλους επαναστάτες, όπως και τα καθήκοντα για τους διεθνιστές κάθε μίας από τις πλευρές. Συνέχεια

Η Κύπρος και ο Αριστερός Εθνικισμός

Είναι αλήθεια ότι δεν είναι απλό το κυπριακό ζήτημα. Είναι πολλοί οι παράμετροι που παρεμβάλλονται προκειμένου να χαραχθεί μια επαναστατική-διεθνιστική πολιτική.
Η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής και ελληνοκυπριακής αριστεράς έχει ενδώσει στον εθνικισμό με αφορμή το κυπριακό ζήτημα. Δεν πιστεύουμε ότι είναι θέμα άγνοιας ή εξαπάτησης το γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν της Αριστεράς ολίσθησε είτε προς το σοβινισμό είτε προς την αυταπάτη της λύσης του σχεδίου Ανάν μέσω των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Συνέχεια

ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Σε αυτό το αφιέρωμα εξετάζουμε μία από τις πτυχές του κυπριακού ζητήματος, την σχέση της ταξικής πάλης μέσα στην Κύπρο με την εξέλιξη του. Βασική μεθοδολογική αρχή της ανάλυσης των μπολσεβίκων σε τέτοια ζητήματα είναι η αυξημένη βαρύτητα που αποδίδεται στην ταξική πάλη στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών που αντιμετωπίζουν άλυτα εθνικά ζητήματα. Στην Ελλάδα μία συστηματική μελέτη αυτής της σχέσης απουσιάζει, και αυτό έχει συμβεί για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά την παράδοση της πολιτικής σκέψης του σταλινισμού ο οποίος στις αναλύσεις του συστηματικά υποβαθμίζει τον ρόλο της ταξικής πάλης στα γεγονότα έναντι άλλων εξωγενών παραγόντων (διεθνή πολιτικά παιχνίδια κ.λ.π) Ο δεύτερος έχει να κάνει με μία αποσιώπηση των ευθυνών της κυπριακής σταλινικής αριστεράς στο ζήτημα.

 

 

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Το να αντιμετωπίζει κανένας με έναν τρόπο ενιαίο το κυπριακό ζήτημα σε ολόκλήρη την ιστορική του διαδρομή είναι λάθος. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές περίοδοι με διαφορετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους στις οποίες το περιεχόμενο του ζητήματος και τα συνθήματα που έμπαιναν ήταν εντελώς διαφορετικά.

Η πρώτη περίοδος αφορά την περίοδο της αγγλικής αποικιοκρατίας, δηλαδή από το 1878 έως και την δεκαετία του 50.

Η Κύπρος πέρασε στην αγγλική κυριαρχεία το 1878, αρχικά ως εκμισθωμένο τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ αποικία ανακηρύχθηκε αρκετά αργότερα, το 1925. Αυτή η μεταβίβαση της Κύπρου στην αγγλική κυριαρχία συμπίπτει με την διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ ειδικότερα, και την έναρξη της εποχής του ιμπεριαλισμού γενικότερα. Η στρατηγική σημασία του νησιού, το οποίο δεσπόζει στην ανατολική μεσόγειο ήταν εκείνη που ώθησε τους άγγλους στην απόκτηση του. Ο πληθυσμός του νησιού εκείνη την περίοδο ήταν κατά βάση αγροτικός, και θρησκευτικά μεικτός. Ξεκάθαρη εθνική συνείδηση δεν υπήρχε. Ο παραδοσιακός διαχωρισμός των πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βάση της θρησκείας, και όχι βάση άλλων χαρακτηριστικών, σε συνδυασμό με την απουσία μίας ισχυρής ντόπιας αστικής τάξης η οποία να έχει καλλιεργήσει την εθνική συνείδηση συντελούσε σε αυτό. Ταυτόχρονα, στο νησί, παρουσιαζόταν αρκετά διαδεδομένο και ένα φαινόμενο θρησκευτικού συνκρητισμού, οι λινοβάμβακοι, οι οποίοι ήταν δύθρησκοι.

 

Διάφοροι έλληνες εθνικιστές ιστορικοί παρουσιάζουν την περίοδο της αγγλικής κυριαρχίας πάνω στο νησί σαν μία περίοδο συστηματικών διωγμών ενάντια σε οτιδήποτε ελληνικό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ψευδές, τουλάχιστον για την πρώτη περίοδο της αγγλοκρατίας. Έως το 1925, που η Κύπρος ανακηρύχθηκε αγγλική αποικία, οι άγγλοι ευνοούσαν τον ελληνικό εθνικισμό, είτε με δηλώσεις, είτε με συγκεκριμένα μέτρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1880 οι άγγλοι, σε αντίθεση με τις λοιπές αποικίες τους είχαν αποδεχτεί το εκπαιδευτικό σύστημα στο νησί να είναι ελληνόφωνο και όχι αγγλόφωνο. Το γεγονός αυτό είχε να κάνει με την συνολική αντιμετώπιση που είχαν οι άγγλοι έναντι των ελληνόφωνων χριστιανών κυπρίων. Ο κυβερνήτης του νησιού Σένταλ, το 1893 κατά τα εγκαίνια του Παγκύπριου γυμνασίου δήλωνε: “Οι Ελληνόφωνοι έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα πάνω από όλα τα άλλα έθνη της μεταγενέστερης Ευρώπης, και τούτο συνίσταται στο ότι κληρονομούν σχεδόν αμετάβλητη γλώσσα που αποτέλεσε το ευγενέστερο όργανο της έκφρασης των ανθρωπίνων διανοημάτων που δημιούργησε ποτέ ο κόσμος.”

 

Ο λόγος βέβαια που υπήρξε αυτή η δήλωση, όπως και πληθώρα ανάλογων δηλώσεων ανώτερων άγγλων κρατικών λειτουργών, δεν ήταν η λατρεία προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αλλά η εξωτερική πολιτική της Βρετανίας στην περιοχή. Κύριο μέλημα των άγγλων ήταν η απόσπαση της Κύπρου από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Την ίδια εποχή οι έλληνες έμποροι ήταν έμπειροι γνώστες της οικονομίας της περιοχής και λειτουργούσαν ως οι ιδανικοί σύμμαχοι για τα βρετανικά οικονομικά συμφέροντα που ήθελαν να διεισδύσουν στην περιοχή. Δίπλα στον μεγάλο βρετανικό ιμπεριαλισμό, ο μικρός τοπικός ελληνικός ιμπεριαλισμός ήταν ένας πολύτιμος απαραίτητος σύμμαχος ο οποίος δεν έπρεπε καθόλου να δυσαρεστηθεί. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πολιτική των άγγλων όπου αντιμετώπιζαν τους ελληνόφωνους της Κύπρου ως ανώτερους από τους λοιπούς κατεχόμενους λαούς. Μάλιστα το 1915 πρότειναν στην ελληνική κυβέρνηση την παραχώρηση της Κύπρου με αντάλλαγμα μία ναυτική βάση στην Αργολίδα. Αυτή η πολιτική άρχισε να αλλάζει από το 1925 όπου η Κύπρος ανακηρύχθηκε αποικία του στέμματος.Οι αλλαγές στην αγγλική πολιτική έναντι των ελληνοφώνων ήταν σταδιακές.

 

Είναι χαρακτηριστικό. ότι εκείνη την εποχή τους τοίχους των σχολείων κοσμούσαν τα πορτρέτα ελλήνων ανώτατων πολιτειακών παραγόντων, και ελληνικές σημαίες ενώ τα βιβλία εγκρινόταν από την “κριτική επιτροπή” του ελληνικού υπουργείου παιδείας. Μάλιστα η ανοχή των βρετανών έφτανε, πράγμα πρωτόγνωρο για κυρίαρχο κράτος, ακόμη και στο να επιτρέπεται ο έρανος στα σχολεία υπέρ της ελληνικής αεροπορίας! Αυτή η κατάσταση λήγει με την οικονομική κρίση του 29 η οποία δύο χρόνια αργότερα, το 1931, οδηγεί στην εξέγερση των οκτωβριανών, η οποία καθοδηγήθηκε από εθνικιστές και απαίτησε δυναμικά “ Ένωση ”. Η ελληνική κυβέρνηση του Βενιζέλου απεκάλεσε τους εξεγερμένους κύπριους “εγκληματικά στοιχεία”. Η αγγλική εξουσία στο νησί μετά την εξέγερση του 1931 αρχίζει να σκληραίνει την στάση της σημαντικά, δίνοντας, για πρώτη ίσως φορά στους ελληνόφωνους, την αίσθηση ότι ζουν κάτω από αποικιακό ζυγό.Την ίδια περίοδο δεν έχει κάνει αισθητή την παρουσία του δίπλα στον ελληνικό εθνικισμό ένας τουρκικός αντίστοιχος. Η αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής καθυστέρησης στην οποία διαβιεί η τουρκομουσουλμανική κοινότητα του νησιού. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που αφορά την ίδια αυτή περίοδο είναι το γεγονός ότι, αν και μετά το 1931 η αγγλική κυριαρχία επιλέγει να δείξει ένα πιο σκληρό πρόσωπο, εντούτοις δεν έχει σαν επιλογή της να συντρίψει τον ενωτισμό και τους φορείς του, με κυριότερο την εκκλησία. Η αιτία απλή: Ο ενωτισμός σαν ιδεολογία λειτουργούσε ως ένα σημαντικό ανάχωμα στην εξάπλωση των κομμουνιστικών ιδεών στον εργατικό και φτωχό αγροτικό πληθυσμό του νησιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην δεκαετία του 30 ο τότε κυβερνήτης έγραφε προς τον υπουργό αποικιών:” Προς το παρόν η εκκλησία μ’ όλη της την διαφθορά είναι αντικομμουνιστική και αυτός είναι ένας μεγάλος θησαυρός.” Αργότερα, στην περίοδο των μεγάλων ταξικών αγώνων του 1947 – 48 ο ακροδεξιός αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β’ θα δικαιώσει αυτή την εκτίμηση με τις δηλώσεις του: “ο αγών κατά του κομμουνισμού είναι πλέον επείγον, παρά ο αγών για την ένωση…” και “ουδέποτε θα αγωνιστούμε κατά των Άγγλων δια την ένωση της Κύπρου μετά της Ελλάδας…” Αυτά ήταν τα όρια και του ενωτικού εθνικισμού της εποχής.

 

Η ΔΙΕΤΙΑ 47 – 48 ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο ενωτισμός και οι ιδεολογικοί φορείς του στην Κύπρο κάθε άλλο παρά αντιμετωπιζόντουσαν από τους άγγλους αποικιοκράτες σαν μία σοβαρή απειλή της κυριαρχίας τους. Η Ελλάδα ήταν μία σύμμαχος ιμπεριαλιστική χώρα στην περιοχή με την οποία η εξωτερική πολιτική του αγγλικού στέμματος όχι μόνο δεν ήθελε να διαταράξει σχέσεις αλλά είχε και μία παραδοσιακή συμμαχία. Από τους ενωτικούς εθνικιστές, και κυρίως την εκκλησία, όχι μόνο δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα αλλά απεναντίας μπορούσαν να υπολογίζουν πάνω τους ως συμμάχους στην πάλη απέναντι στην ριζοσπαστικοποίηση των εργατών και αγροτών του νησιού, την μόνη σοβαρή απειλή της κυριαρχίας τους

 

Το γεγονός που έρχεται να ανατρέψει αυτή την κατάσταση ήταν αυτό που φοβόντουσαν οι άγγλοι αποικιοκράτες, η ταξική πάλη. Από το τέλος το 1945 αρχίζει στην Κύπρο μία περίοδος έντονων ταξικών συγκρούσεων η οποία κλιμακώνεται την περίοδο 47 – 49. Ήταν η πιο έντονη περίοδος ταξικών συγκρούσεων που είχε γνωρίσει έως τότε το νησί. Ξέσπασαν μαζικές απεργίες εναντίον των οποίων συνασπίστηκαν η εκκλησία, οι εθνικιστές και οι άγγλοι. Σε αυτή την κινητοποίηση λαμβάνουν μέρος δίπλα στους χριστιανούς ελληνόφωνους και οι μουσουλμάνοι τουρκόφωνοι εργάτες οι οποίοι σπάνε με αυτόν τον τρόπο το κλίμα απομόνωσης και απολιτικοποίησης που ζούσαν έως τότε. Μέσα σε αυτό το κλίμα μπαίνει από το εργατικό κίνημα του νησιού το ζήτημα της αποικιοκρατίας. Το σύνθημα που είχε υιοθετήσει το εργατικό κίνημμα ενάντια στην βρετανική αποικιοκρατία ήταν το “Αυτοκυβέρνηση”. Αυτό το σύνθημα αγκάλιαζε χριστιανούς και μουσουλμάνους εργάτες και φτωχούς αγρότες από κοινού, και αυτό του έδινε μία τεράστια δυναμική. Οι άγγλοι αρχικά φοβήθηκαν το ογκούμενο κύμα της ταξικής αντιαποικιακής πάλης και πρότειναν μία μορφή περιορισμένης αυτοκυβέρνησης του νησιού. Με αφορμή αυτή την εξέλιξη έγινε στην Λευκωσία το πιο μαζικό συλλαλητήριο που είχε γνωρίσει έως τότε η Κύπρος με την συμμετοχή 40.000 ανθρώπων και από τις δύο θρησκευτικές κοινότητες.Η δεξιά και η εκκλησία στάθηκε εξαρχής αντίθετη με το σύνθημα της “Αυτοκυβέρνησης” επειδή τορπίλιζε τις επιδιώξεις της για ένωση με την Ελλάδα. Το σταλινικό Α.Κ.Ε.Λ από την άλλη, το οποίο ήταν πολύ δυνατό ανάμεσα στους εργάτες και φτωχούς αγρότες και των δύο κοινοτήτων, αρχικά στήριζε την θέση για αυτοκυβέρνηση. Μάλιστα αυτό το σύνθημα υπήρχε και στο ιδρυτικό μανιφέστο του Κ.Κ Κύπρου που ιδρύθηκε το 1931. Όμως σύντομα αντιπροσωπία του Α.Κ.Ε.Λ επισκέφτηκε τον Ζαχαριάδη στο βουνό και επέστρεψε στην Κύπρο με θέση για “Ένωση”. Η σταλινική υπόκλιση στα αντιδραστικά εθνικιστικά συνθήματα είχε επικρατήσει. Αυτή η αλλαγή πλεύσης τορπίλιζε ευθέως την ενότητα που είχαν πετύχει οι ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι εργάτες μέσα από τους κοινούς αγώνες τους την προηγούμενη περίοδο. Μέσα στην αριστερά υπήρξαν και αντιδράσεις απέναντι σε αυτή την προδοσία της διεθνιστικής ταξικής ενότητας από τους σταλινικούς του Α.Κ.Ε.Λ. Μία σημαντική αντίδραση προήλθε από το ίδιο το εσωτερικό του, καθώς ο τότε δημοφιλής δήμαρχος Αμμοχώστου, και μέλος της Κ.Ε του Α.Αδάμαντος αντέδρασε με αποτέλεσμα να διαγραφεί. Μία άλλη αντίδραση υπήρξε από το μικρό “Τροτσκιστικό Κόμμα Κύπρου” το οποίο εξέδιδε την εφημερίδα “Εργάτης” και το οποίο επέμεινε να υπερασπίζεται το σύνθημα της “αυτοκυβέρνησης”. Όμως αυτές οι αντιδράσεις δεν επαρκούν να ανατρέψουν μία πραγματικότητα. Η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης στην Κύπρο επηρεάζεται από το Α.Κ.Ε.Λ, με αποτέλεσμα αυτή η αλλαγή πλεύσης του να τραυματίσει ανεπανόρθωτα την ταξική ενότητα της. Από εδώ και στο εξής οι εργατικές ενώσεις των τουρκοκυπρίων θα αρχίσουν να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από αυτές των ελληνοκυπρίων καθώς η υιοθέτηση από την σταλινική αριστερά του συνθήματος “ένωση” υποδαυλίζει τον φόβο της τουρκοκυπριακής μειοψηφίας και δίνει έδαφος στον τουρκοκυπριακό εθνικισμό.

 

Το κλείσιμο όλης αυτής της περιόδου έρχεται με την εμφάνιση της περιβόητης Ε.Ο.Κ.Α και την ανακήρυξη της ανεξάρτητης κυπριακής δημοκρατίας. Υπάρχει ένας μύθος που λέιε ότι το διώξιμο των άγγλων από την Κύπρο ήταν αποτέλεσμα του “ηρωικού” αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Αυτός ο μύθος καλλιεργείται τόσο από το επίσημο κράτος και την δεξιά, όσο και από ένα κομμάτι της ελληνικής και κυπριακής μαοϊκής αριστεράς. Η αλήθεια βέβαια είναι εντελώς διαφορετική. Καταρχήν όπως είδαμε και παραπάνω το αντιαποικιακό κίνημα προϋπήρχε της Ε.Ο.Κ.Α ήδη από την περίοδο 1947 – 48 και ήδη είχε εξαναγκάσει τους άγγλους στο να υποχωρήσουν ώστε να προτείνουν έναν τύπο περιορισμένης αυτοδιάθεσης. Η υποχώρηση όμως αυτού του μαζικού ταξικού αντιαποικιακού κινήματος

λόγω της προδοσίας των σταλινικών είναι που δίνει την ευκαιρία στην ακροδεξιά Ε.Ο.Κ.Α να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι η Ε.Ο.Κ.Α ήταν δημιούργημα του Γρίβα, του πρώην αρχηγού της φασιστικής “Χ” ο οποίος ήταν ένας, σφόδρα αντικομμουνιστής, έλληνας αξιωματικός. Υποτίθεται ότι η Ε.Ο.Κ.Α είχε σαν βασικό στόχο της τους άγγλους αποικιοκράτες. Στην πραγματικότητα όμως στόχος της ήταν η αριστερά. Στην περίοδο 55 – 57 η Ε.Ο.Κ.Α είχε εξαπολύσει μία συστηματική εκστρατεία τρομοκράτησης των αριστερών με ξυλοδαρμούς και απειλές. Μετά το 57 ανεβάζει το επίπεδο της βίας καθώς προχωρεί και σε δολοφονίες. Συνολικά στα 5 χρόνια δράσης της χρεώνεται εκτελέσεις 104 άγγλων στρατιωτών και 12 αστυνομικών, ενώ από την άλλη δολοφόνησε 263 ελληνοκύπριους αριστερούς και 64 τουρκοκύπριους. Οι αριθμοί αποδεικνύουν το ποιος ήταν ο πραγματικός στόχος.

Το ΑΚΕΛ από την πλευρά του, την ίδια περίοδο έχει προσδεθεί πίσω από την πολιτική του Μακαρίου, η οποία εκείνη την περίοδο είναι υπέρ της ένωσης. Μάλιστα το ίδιο καταγγέλλει το όποιο ενδεχόμενο αυτοδιάθεσης της νήσου ως νατοϊκό σχέδιο. Εξαιτίας αυτής του της προσπάθειας να αποδείξει την νομιμοφροσύνη του στους αστούς απέφυγε, όσο του ήταν δυνατόν, να απαντήσει στην τρομοκρατία της Ε.Ο.Κ.Α. Μόλις στις 22 Αυγούστου του 57, μετά από δύο χρόνια τρομοκρατίας η “Χαραυγή”, το όργανο του Α.Κ.Ε.Λ για πρώτη φορά συνόδευσε με πολιτικό σχόλιο μία επίθεση μασκοφόρων της Ε.Ο.Κ.Α., ενώ στις αρχές Σεπτέμβρη προχώρησε και σε ανοικτές ειρηνικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Η χλιαρή αυτή αντίδραση του Α.Κ.Ε.Λ δεν πτόησε την Ε.Ο.Κ.Α, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις δόθηκε η ευκαιρία ακόμη και σε δεξιούς να διαχωριστούν από την πολιτική της, και κλιμάκωσε με δολοφονίες. Στις 26/11 δολοφονήθηκε ο αριστερός Παναής Τσάρος. Η κηδεία του ήταν μαζική και ξεχείλιζε από οργή αλλά η ‘Χαραυγή” αρνήθηκε να κατονομάσει σαν υπεύθυνη την Ε.Ο.Κ.Α, με το σκεπτικό ότι “πρέπει να κατευναστούν τα πνεύματα”.Αυτό έδωσε το πράσινο φως στην άλλη πλευρά να συνεχίσει τις δολοφονίες αφού το Α.Κ.Ε.Λ επίμονα αρνήτω να καλέσει τους αριστερούς εργάτες να οργανώσουν το στοιχειώδες καθήκον που αντικειμενικά τους έμπαινε, την αυτοάμυνα τους.

Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας των φασιστών και εξευτελισμού των σταλινικών την πρωτομαγιά του 1958 η εργατική τάξη στην Κύπρο γιόρτασε για τελευταία φορά ενωμένη. Στα τέλη Μάη του 58 η οργή της εργατικής τάξης κατά της Ε.Ο.Κ.Α ξεχείλιζε, με αποτέλεσμα να υπάρξουν αυθόρμητες επιθέσεις και βιαιοπραγίες σε οικήματα δεξιών. Αυτό περιόρισε τις δολοφονικές επιθέσεις της Ε.Ο.Κ.Α χωρίς όμως να ξεριζώσει τον παρακρατικό μηχανισμό που είχε στήσει.

 

Η δεύτερη φάση του κυπριακού αρχίζει με την ανεξαρτησία του νησιού το 1960 και τελειώνει με τα γεγονότα του 74. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από μία διχογνωμία στο αστικό μπλοκ σχετικά με το ζήτημα της “Ένωσης”. Ένα σημαντικό κομμάτι της ντόπιας αστικής τάξης άρχισε να βλέπει το μέλλον του μέσα σε ένα ανεξάρτητο κράτος, ενώ ένα άλλο, καθώς και πολλοί παλαιοί πολέμαρχοι της Ε.Ο.Κ.Α, που διατηρούσε τις δομές της, επεδίωκαν την ένωση με την Ελλάδα. Το Α.Κ.Ε.Λ, πιστό στην σταλινική του παράδοση, αντί να στηρίξει μία ταξικά ανεξάρτητη πολιτική της εργατικής τάξης, γίνεται πολιτικό στήριγμα της “ανεξαρτησιακής” τάσης, την οποία πολιτικά εξέφραζε ο Μακάριος. Την ίδια περίοδο και οι δύο τάσεις του αστικού στρατοπέδου κράτησαν μία ανοικτά ρατσιστική στάση έναντι του τουρκοκυπριακού στοιχείου. Το 1964 υπήρξαν σφαγές από παραστρατιωτικούς σε τουρκοκυπριακά χωριά, ενώ ο Μακάριος περιόρισε τους τουρκοκύπριους σε θύλακες από όπου δεν μπορούσαν να βγαίνουν χωρίς ειδική άδεια. Αυτό έδινε επιχειρήματα στην τουρκοκυπριακή εθνικιστική Τ.Μ.Τ του Ντεκτάς. Όμως και οι ελληνοκύπριοι φασίστες συνεργαζόταν με τον Ντεκτάς. Έτσι όταν το 64 ο Ντεκτάς παραπέμφθηκε σε δίκη για την δολοφονία δύο τουρκοκυπρίων αντιεθνικιστών δικηγόρων, μάρτυρας υπεράσπισης του ήταν ο πολέμαρχος της Ε.Ο.Κ.Α Γιωρκάτζης, ο οποίος προσεκόμισε μαγνητοταινίες που αποδείκνυαν ότι οι δολοφονηθέντες είχαν επαφές με ελληνοκυπρίους, και άρα σωστά η Τ.Μ.Τ. τους δολοφόνησε ως προδότες!!! 

Η συνεργασία ελλήνων και τούρκων εθνικιστών εκείνη την περίοδο είχε στόχο την πλήρη διάλυση κάθε σχέσης ενότητας και συνεργασίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες και ιδιαίτερα ανάμεσα στους εργάτες των δύο κοινοτήτων. Αυτός ήταν ο κοινός εχθρός τους. Η συνεργασία τους είχε αρχίσει ήδη από το 58 όπου συντονισμένα υπήρξαν επιθέσεις από την Ε.Ο.Κ.Α σε ελληνοκυπριακά σωματεία και από την Τ.Μ.Τ σε τουρκοκυπριακά. Το σταλινικό Α.Κ.Ε.Λ, αν και συσπείρωνε στις γραμμές του εργάτες και από τις δύο κοινότητες υποτασσόμενο στην αστική νομιμότητα δεν οργάνωσε την αυτοάμυνά τους στην συντονισμένη επίθεση που δεχόταν, επειδή αναζητούσε την “λύση” του κυπριακού στις επιδιώξεις του αστικού κομματιού που στοιχιζόταν πίσω από τον Μακάριο. Αυτό ήταν που βοήθησε τους εθνικιστές με την τρομοκρατία να αδυνατίσουν τους δεσμούς ανάμεσα στα συνοικα στοιχεία και να επιβάλουν την πολιτική τους.

Η τρίτη περίοδος του κυπριακού αρχίζει από τα γεγονότα του 74 και συνεχίζεται έως τις μέρες μας. Μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα των ελλήνων εθνικιστών της Ε.Ο.Κ.Α Β’ ο τουρκικός στρατός εισβάλει στο νησί, καταλαμβάνει το 36% του εδάφους του και δημιουργεί από το μηδέν την “Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου” η οποία έχει φτάσει τα 26 χρόνια ζωής.

ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟ “ΚΥΠΡΙΑΚΟ”

Είδαμε ότι οι όροι διχοτόμησης του νησιού επιβλήθηκαν από τους εθνικιστές μόνο και μόνο εξαιτίας της πολιτικής της κυπριακής σταλινικής αριστεράς. Ήδη από το 1948 με την εγκατάλειψη του αιτήματος για “αυτοκυβέρνηση” από το Α.Κ.Ε.Λ και η υιοθέτηση του εθνικιστικού “ένωση” μπαίνουν οι βάσεις για την διάσπαση της ταξικής ενότητας που είχαν επιτύχει ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι εργάτες. Αυτή η ταξική ενότητα ήταν το απαραίτητο έδαφος για την οποιαδήποτε δυνατότητα μίας σοσιαλιστικής απάντησης στο ζήτημα της Κύπρου. Επομένως, σε αντίθεση με την πολιτική των σταλινικών, το σωστό αίτημα για εκείνη την περίοδο ήταν το “αυτοκυβέρνηση”.

Αργότερα στην δεκαετία του 50 και του 60 οι σταλινικοί αρνήθηκαν να απαντήσουν στην ακροδεξιά τρομοκρατία, φοβούμενοι μην διαρρήξουν τους δεσμούς που επιδίωκαν με τον Μακάριο. Στην πραγματικότητα ήταν απόλυτα στοιχισμένοι πίσω από την πολιτική του. Η υπεράσπιση της ταξικής ενότητας των κυπρίων εργατών εκείνη την περίοδο περνούσε αναγκαστικά από την απάντηση στην ακροδεξιά τρομοκρατία αλλά και το ξεκαθάρισμα με τον εθνικισμό. Κάτι τέτοιο όμως απαιτούσε ένα αυθεντικό μπολσεβίκικο κόμμα ικανό να προβάλλει μία συνολική πολιτική για τα ανεξάρτητα συμφέροντα της εργατικής τάξης και όχι να την προσδένει πίσω από την πολιτική του κάθε αστικού μπλοκ. Το γεγονός ότι οι σταλινικοί που κυριαρχούσαν πάνω στην εργατική τάξη της Κύπρου σαφώς δεν ήταν κάτι τέτοιο είχε σαν αποτέλεσμα να μπορέσει να κυριαρχήσει ο εθνικισμός και ο εθνικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων. Αυτό προλείανε το έδαφος ώστε να επιδιωχθεί από την τόν ελληνικό ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους εθνικιστές συνεργάτες του το πραξικόπημα του Σαμψών και με την επέμβαση του αντίπαλου τουρκικού ιμπεριαλισμού να οδηγηθεί η Κύπρος στην διχοτόμηση.

Τόσο το Α.Κ.Ε.Λ όσο και αρκετοί άλλοι στον χώρο της αριστεράς εναπόθεταν τις ελπίδες τους όλη αυτή την περίοδο στο αστικό μπλοκ που στοίχιζε πίσω του ο Μακάριος, ο οποίος υποτίθεται εφάρμοζε μία ανεξάρτητη αντιιμπεριαλιστική πολιτική. Η πράξη απέδειξε ότι η πολιτική Μακαρίου, χωρίς να απαντάμε εδώ στην πολιτική της ουσία, αποδείχθηκε ανεπαρκές ανάχωμα στους εθνικιστές. Η μόνη δύναμη που μπορούσε να φράξει τον δρόμο στους εθνικιστικούς τυχοδιωκτισμούς, η κυπριακή εργατική τάξη είχε προδοθεί.

 

 

Σήμερα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Υπάρχουν δύο κρατικές οντότητες πάνω στο νησί, και ο πληθυσμός είναι διαχωρισμένος σχεδόν απόλυτα. Επομένως το ζήτημα για τους κομμουνιστές δεν μπαίνει με τους ίδιους όρους. Σήμερα η πάλη για την ταξική ενότητα της εργατικής τάξης και στις δύο πλευρές περνάει από το σπάσιμο του εθνικισμού μέσα στην ελληνοκυπριακή εργατική τάξη με την αναγνώριση του δικαιώματος των τουρκοκυπρίων για ένα δικό τους κράτος. Το αίτημα για μία Κύπρο “ενιαία, σοσιαλιστική σε μία ευρύτερη σοσιαλιστική ομοσπονδία στην περιοχή” πρέπει να έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την στοίχιση πίσω από την εξωτερική πολιτική των ελλήνων αστών που μιλάνε για “ψευδοκράτος” της Β.Κύπρου. Για τους κομμουνιστές όλα τα αστικά κράτη είναι το ίδιο “ψεύτικα” ή “αληθινά” ασχέτως με τις αποφάσεις του Ο.Η.Ε. των αστών. Αυτό που τους απασχολεί είναι το σπάσιμο του εθνικισμού ανάμεσα στους εργάτες και με αυτό το κριτήριο τοποθετούνται. Σήμερα στην Κύπρο αυτό περνάει μέσα από την αποδοχή από τους ελληνοκύπριους εργάτες του δικαιώματος των τουρκοκυπρίων στο δικό τους κράτος. Επομένως:

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ.

ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΠΡΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΕ ΜΙΑ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΩΣ ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ.

 

Δημοσιεύτηκε στην Εργατική Εξουσία, Νο 34, Φλεβάρης 2000

 

Από προκήρυξη του Τροτσκιστικού Κόμματος Κύπρου την Πρωτομαγιά 1949

Η αριστερή αντίδραση στην εγκατάλειψη της αυτοδιεύθυνσης

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ

Η φετινή πρωτομαγιά μας βρίσκει στις επάλξεις του αγώνα για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του λαού μας, για την αυτοκυβέρνηση. Η προδοτική εγκατάλειψη του συνθήματος της αυτοκυβέρνησης από μέρους της σταλινικής ηγεσίας και η υιοθέτηση του συνθήματος της ένωσης πρέπει να μας κάνει να συνέλθουμε. Το αφιόνισμα της “Ένωσης” πρέπει να το σταματήσουμε εμείς οι ίδιοι. Να εξαναγκάσουμε τους ηγέτες των εργατικών μας οργανώσεων να μπούνε στον δρόμο της εξυπηρέτησης των εργατικών συμφερόντων. Αν αρνηθούνε, να τους παραμερίσουμε και να τραβήξουμε μπροστά, με μία καινούργια, μαχητική, ταξικά συνειδητή και αποφασιστική ηγεσία, για τον αγώνα για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια των εργατών – αγροτών…..

…… Το κόμμα μας παλεύει για την πλήρη συνεργασία με τα σύνοικα στοιχεία που νάναι στηριγμένη σε ίση μοίρα και σε ίσα δικαιώματα, και θέτει ως βάση στο πολιτικό ζήτημα, το αναλογικό σύστημα, ώστε να αντιπροσωπεύονται οι μειονότητες στην διακυβέρνηση του τόπου, απαραίτητης προϋπόθεσης για την ανάπτυξη και την πρόοδο του κυπριακού λαού.

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,305