//
archives

Εμφύλιος

This tag is associated with 2 posts

Καλαμάτα, Πύργος, Μελιγαλάς: Η πρώτη πράξη του ελληνικού εμφυλίου

Του Κ. Ρουσίτη
Μετά την καταστροφή στο Στάλιγκραντ στις αρχές του 43 έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για της δυνάμεις του άξονα. Από εδώ και μετά το «χιλιόχρονο ράιχ» μετράει τις μέρες του μέχρι την πτώση. Αλλά και για τα συμμαχικά στρατεύματα, τη σταλινική ΕΣΣΔ και τους ιμπεριαλιστικούς στρατούς Αγγλίας και ΗΠΑ, ξεκινάει και ένας αγώνας διαμόρφωσης της διάδοχης κατάστασης.
Την ίδια εποχή στην Ελλάδα υπάρχουν τρεις κυβερνήσεις. Η μία αποτελείται από τους αστούς πολιτικούς που ανέλαβαν την διοίκηση της χώρας μαζί με τους γερμανούς. Αρχικά με πρωθυπουργούς τον Τσολάκογλου – Λογοθετόπουλο και στη συνέχεια με τον Ράλλη. Σε αντίθεση με τα παραμύθια που κυκλοφόρησαν τα επόμενα χρόνια το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης στήριζε άμεσα ή με την ανοχή του την κυβέρνηση των δοσίλογων. Σε πρόσφατη συνέντευξη του στην «Ελευθεροτυπία» στις 11.7.04 ο γιος του Γ. Ράλλης υπεραμύνεται της πολιτικής του πατέρα του: «Κοιτάζοντας προς τα πίσω, πιστεύω πως χάρη στη στάση του πατέρα μου, δεν καταλήξαμε σαν τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο ή την Αλβανία του Χότζα. Τότε όμως, δυο και τρεις φορές τη νύχτα φώναζαν έξω απ’ το σπίτι μας: «Ράλλη προδότη – θάνατος!»Σαν να τ’ ακούω ακόμη…» Η κυβέρνηση Ράλλη επέβαλε την ισχύ της στηριζόμενη στο γερμανικό στρατό κατοχής, την αστυνομία, τις φασιστικές οργανώσεις και αργότερα -όπως θα δούμε- στα Τάγματα Ασφαλείας.
Μια δεύτερη αστική κυβέρνηση βρισκόταν εκτός Ελλάδας, στο Κάιρο, έχοντας βρει καταφύγιο στους εγγλέζους, με επικεφαλής τον βασιλιά και όσους αστούς πολιτικούς τον ακολούθησαν μετά την κατάληψη της χώρας. Όταν έγινε φανερό ότι ο πόλεμος θα έκλεινε μάλλον υπέρ των συμμάχων, πολλοί αστοί πολιτικοί έφευγαν για το Κάιρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εξόριστη κυβέρνηση. Στρατιωτικά, η εξόριστη κυβέρνηση δεν είχε παρά ελάχιστες δυνάμεις. Ουσιαστικά, ένα μικρό τμήμα ελληνικού στρατού που ακολούθησε στην Αίγυπτο, αφού είχε καταστείλει με τη βοήθεια των βρετανικών όπλων κάθε αριστερό στοιχείο στο εσωτερικό του. Στο ελληνικό έδαφος προσπαθούσε να στηριχτεί στις αντικομμουνιστικές αντάρτικες ομάδες του Ζέρβα και του Ψαρρού και αργότερα στα Τάγματα Ασφαλείας. Ουσιαστικά, ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη δύναμη των βρετανικών όπλων.
Οι δυο αστικές κυβερνήσεις φαινομενικά βρίσκονταν σε πόλεμο, εφόσον ακολουθούσαν δυο διαφορετικά στρατόπεδα εμπολέμων. Κάτω από την επιφάνεια, συμφωνώντας ότι η κατοχή αποτελεί μια προσωρινή κατάσταση, βρίσκονταν σε απευθείας επικοινωνία, σποραδικά καθ΄ όλη τη διάρκεια του πολέμου, και συστηματικά μετά το 43.

Το “λαϊκό μέτωπο”

Η τρίτη κυβέρνηση ήταν αυτή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, στην ελληνική επαρχία. Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επαρχίας που ελέγχεται από τον ΕΛΑΣ δεν βρίσκεται κάτω από την εξουσία καμιάς από τις δυο κυβερνήσεις. Στο τέλος και τυπικά δημιουργείται η «κυβέρνηση του βουνού», με πρωτοβουλία του ΕΑΜ-ΚΚΕ και τη συμμετοχή κάποιων προοδευτικών αστών. Σε αυτή την περιοχή, το ΚΚΕ δεν προχώρησε σε κανενός τύπου σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, αλλά διατήρησε την αστική τάξη πραγμάτων.
Η κυβέρνηση του ΕΑΜ-ΚΚΕ και η κυβέρνηση του Καΐρου και του βασιλιά έρχονται από νωρίς σε μια σειρά διαπραγματεύσεις με σκοπό τον συντονισμό της στρατιωτικής δράσης κατά των γερμανών, και στη συνέχεια του καθεστώτος της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η κορύφωση αυτών των συμφωνιών γίνεται στο Λίβανο, με την ομόνυμη συμφωνία, με την οποία το ΚΚΕ αναγνωρίζει σαν «νόμιμη κυβέρνηση» αυτή του Καΐρου με αντάλλαγμα τη συμμετοχή του σε αυτή με 4 ή 5 βουλευτές.
Το ΚΚΕ θα μπορούσε πολύ εύκολα να αρνηθεί κάθε σύμπραξη με την αστική κυβέρνηση. Στο κάτω κάτω δεν επρόκειτο παρά για μια ομάδα ξεπεσμένων αστών πολιτικάντηδων χωρίς λαϊκό έρεισμα, αλλά και χωρίς στρατιωτικά μέσα να επιβάλλουν τις διαθέσεις τους. Το ΚΚΕ, όμως βρίσκονταν δέσμιο της λογικής των «λαϊκών μετώπων», της πολιτικής δηλαδή που επιδιώκει την συνεργασία με τους «προοδευτικούς αστούς» ενάντια στον φασισμό. Σε αυτή την συνεργασία, το ίδιο το κόμμα που μιλάει στο όνομα των συμφερόντων της εργατικής τάξης γίνεται ο εγγυητής της αστικής νομιμότητας και ο νεκροθάφτης των εργατικών απαιτήσεων που θα έβαζαν σε κίνδυνο το «λαϊκό μέτωπο». Η τακτική αυτή που επεξεργάστηκε η σταλινοποιημένη κομιντέρν πριν τον πόλεμο, οδήγησε στη συντριβή την επανάσταση στην Ισπανία το 36 και τις τεράστιες εργατικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία.
Με τη συμφωνία του Λιβάνου, το ΚΚΕ-ΕΑΜ όχι μόνο αναγνωρίζει και συμμαχεί με την (εξόριστη) αστική τάξη, αλλά υποτάσσεται σε αυτήν. Οι αστοί του Καΐρου από την άλλη, αφού ισχυροποιούν τη θέση τους, ξεκινάν στα φανερά μια διαδικασία εκβιασμών προς το ΚΚΕ-ΕΑΜ ζητώντας την ολοένα μεγαλύτερη υποταγή του, ενώ από την άλλη επιδιώκουν στα κρυφά επαφές με την δοσίλογη κυβέρνηση της Αθήνας για να διευθετήσουν το μεταπολεμικό καθεστώς.

Λευκή τρομοκρατία

Το καλοκαίρι του 44 οι γερμανοί αρχίζουν να συμπτύσσονται και ενδιαφέρονται πια μόνο να κρατήσουν ανοιχτές τις οδούς διαφυγής. Δίπλα στον ΕΛΑΣ που αυξάνει τις επιθέσεις του δρουν κάποιοι βρετανοί αξιωματικοί με την ιδιότητα του συμβούλου, που στην πραγματικότητα προσπαθούν να υλοποιήσουν την γραμμή του Καΐρου στο ελληνικό έδαφος. Στις 14 Αυγούστου ένα τηλεγράφημα του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών στον βρετανό υπουργό στο Κάιρο κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις των βρετανών: «Εκείνο που θα μας συνέφερε καλύτερα θα ήταν, όταν  τα βρετανικά στρατεύματα θα ήταν έτοιμα να μεταβούν στην Ελλάδα, να ρυθμιστεί  και η παράδοση των γερμανών, υπό τον όρο ότι θα παραδώσουν και όλα τα γερμανικά όπλα και εφόδια κατά τρόπο ώστε να μην πέσουν στα χέρια του ΕΑΜ και να μην υπάρξει κενό από το οποίο θα μπορούσε να επωφεληθεί το ΕΑΜ».8  Πράγματι γίνονται κάποια σχέδια για απόβαση του αγγλικού στρατού στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια γενικά.
Η ταχύτατη όμως προέλαση του κόκκινου στρατού στα Βαλκάνια και οι επιτυχίες των γιουγκοσλάβων παρτιζάνων, αναγκάζει τους γερμανούς να αρχίσουν να συμπτύσσονται χωρίς να περιμένουν πότε θα ετοιμαστούν οι Βρετανοί. Αυτοί πάλι, και μαζί τους οι έλληνες αστοί σε Αθήνα και Κάιρο, ξέρουν ότι η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων δημιουργεί ένα κενό που μπορεί να το καλύψει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστικά, ο Σπηλιωτόπουλος, ο δοσίλογος διοικητής Ασφαλείας στην Αθήνα, έρχεται σε επαφή με  τον ταξίαρχο Έντυ, αρχηγό της αγγλικής αποστολής στην Ελλάδα, και του ζητά πολύ σοβαρά «να αναβληθεί για λίγο καιρό η απελευθέρωση της Ελλάδας, αν πρόκειται να πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ».2
Μπροστά σε αυτό τον κίνδυνο, η μόνη λύση για βρετανούς και αστούς είναι να εμπιστευτούν τα Τάγματα Ασφαλείας. Το καλοκαίρι του 44, και ενώ η αποχώρηση των γερμανών είναι ζήτημα ημερών, τα Τάγματα Ασφαλείας, μερικές φορές με τη βοήθεια των γερμανών, αλλά συνήθως χωρίς, ξεκινούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Είναι το καλοκαίρι της λευκής τρομοκρατίας, με επίκεντρο κυρίως την Αργολίδα, την Κόρινθο και την Τροιζήνα (δηλ τις προσβάσεις της Αθήνας), αλλά και τη Μεσσηνία και Λακωνία. Χτυπήθηκαν κυρίως όχι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, αλλά οι χωρικοί υποστηριχτές του ΕΑΜ. Χωριά ολόκληρα κάηκαν. Ο ΕΛΑΣ, που στην Πελοπόννησο ήταν σχετικά αδύνατος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία και καταφεύγει στους ορεινούς όγκους. Ο Άρης μεταβαίνει εσπευσμένα με σκοπό να ανασυγκροτήσει τον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο. Οι αντάρτες δεν ξεπερνούν του 5000 σκορπισμένοι στους ορεινούς όγκους του Μωριά. Με τον ερχομό του Άρη συμβαίνουν τα εξής: i) Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ανασυγκροτούνται διοικητικά και συντονίζονται κεντρικά, ώστε να μπορούν να αναλάβουν μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις. ii) Γίνεται προσπάθεια να αποκτηθεί πυροβολικό και βαρύς οπλισμός και το πετυχαίνουν με δυο νικηφόρες μάχες εναντίον των γερμανών, στο Βουρλιά της Σπάρτης και στο Χωρέμι της Μεγαλόπολης, που φυλάσσονταν τα όπλα. iii) απευθύνεται στο λαό της Πελοποννήσου και ζητά να στηρίξει το αντάρτικο.1,7
Όσο πλησιάζει η στιγμή να εκκενώσουν οι γερμανοί το χώρο, τόσο η τρομοκρατία των Ταγμάτων εντείνεται. Στην Πελοπόννησο βρίσκονται συνολικά 7-8000 ταγματασφαλίτες. Στη συνέχεια θα ενισχυθούν αρκετά με άλλους που φτάνουν από τη Στερεά. Από άποψη οπλισμού οι γερμανοί φρόντιζαν να τους παραδώσουν τεράστιες ποσότητες -μέχρι και τεθωρακισμένα οχήματα- για να δημιουργήσουν και έναν ιδανικό περισπασμό για να καλύψουν την αποχώρησή τους.

Τι ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας

Τα Τάγματα Ασφαλείας ιδρύθηκαν τον Απρίλιο του 43 με πρωτοβουλία του Ράλλη, αρχηγού τότε του Λαϊκού Κόμματος, γι αυτό και ο λαός τους έδωσε το παρατσούκλι «ράλληδες».
Η αναγγελία της νίκης στο Στάλιγκραντ, δημιούργησε αλυσιδωτές αντιδράσεις στον αστικό κόσμο της Αθήνας. Ο αστικός κόσμος αντιμετώπιζε ήδη το ενδεχόμενο της επόμενης μέρας μετά την αποχώρηση των γερμανών. Πολλοί αστοί πολιτικοί που ως τότε στήριζαν ανοιχτά τους γερμανούς ή έκαναν τους ουδέτερους, άρχισαν να προσπαθούν να προσεταιριστούν τους άγγλους, τον εξόριστο βασιλιά και την κυβέρνηση του Καΐρου. Αυτό, αλλά και η αδυναμία να επιβληθεί στις εκδηλώσεις αντίστασης του ελληνικού λαού, οδήγησε σε πτώση την δοσίλογη κυβέρνηση του Τσολάκογλου. Κλήθηκε να αναλάβει ο Ράλλης.
Ο όρος του προς τους γερμανούς, προκειμένου να αναλάβει να σχηματίσει κυβέρνηση, ήταν η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Στους μεν γερμανούς πρόβαλε την ανάγκη ίδρυσης ένοπλων τμημάτων που θα πάτασσαν κάθε εξέγερση ενάντια στα στρατεύματα κατοχής, στον αστικό κόσμο την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ένοπλα ο κομμουνιστικός κίνδυνος.
Πρόκειται για μια εξαίρεση, για μια καθαρά ελληνική ιδιαιτερότητα. Στις κατεχόμενες από τον γερμανικό στρατό χώρες, οι κυβερνήσεις-συνεργάτες των καταχτητών στηρίζονταν στις παλιές δομές της κάθε αστυνομίας, και στις διάφορες ένοπλες ναζιστικές οργανώσεις. Το ίδιο ακριβώς και στην Ελλάδα, τα αρχικά στηρίγματα του γερμανικού στρατού και των δοσίλογων κυβερνήσεων ήταν οι ναζιστικές και εθνικιστικές οργανώσεις (Χίτες, Παοτζήδες, κλπ) και η αναδιαρθρωμένη αστυνομία (μηχανοκίνητη αστυνομία του Μπουραντά). Πουθενά αλλού όμως στην Ευρώπη (εκτός μόνο από την Κροατία) δεν σχηματίστηκε ένοπλο στρατιωτικό σώμα, όπως στην Ελλάδα. Οι γερμανικές αρχές κατοχής αρχικά δίσταζαν να δημιουργήσουν ένοπλο στρατιωτικό σώμα από έλληνες. Τελικά δέχτηκαν με κάποιους όρους. Τα Τάγματα και οι αξιωματικοί τους θα δίνουν όρκο στον Χίτλερ και διοικητικά, θα υπάγονταν όχι στην ελληνική κυβέρνηση δοσίλογων, αλλά απευθείας στον διοικητή των Ες-Ες στην Ελλάδα Σίμανα. Όσο για τον οπλισμό τους, τους διατέθηκε σταδιακά από τους γερμανούς, και ειδικά μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας.
Για την επάνδρωσή τους κλήθηκαν να συμμετέχουν εθελοντικά όλοι οι αξιωματικοί του Μεταξά. Αυτοί στρατολόγησαν κάθε καρυδιάς καρύδι, που έβλεπαν τη συμμετοχή τους και σαν έναν τρόπο γρήγορου πλουτισμού. Τα Τάγματα ήταν για την βρώμικη δουλειά, αυτή που δεν ήθελε να την χρεωθεί η Βέρμαχτ. Δολοφονίες, βασανισμοί, ληστείες, λευκή τρομοκρατία. Τα Τάγματα είχαν (θεωρητικά και πρακτικά) την ευθύνη για τα μπλόκα στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας το 44, στην Κοκκινιά, στην Καισαριανή, στο Περιστέρι, κλπ. Ειδικά όμως στην επαρχία, λυμαίνονταν όσες περιοχές δεν ελέγχονταν από τον ΕΛΑΣ και κυρίως την Αττική, την Πελοπόννησο και την Εύβοια.
Οι γερμανοί τελικά δεν μετάνιωσαν ποτέ που επέτρεψαν την ίδρυση των ταγμάτων. Είναι σχετικά γνωστό το τηλεγράφημα που έστειλε ο διοικητής των Ταγμάτων στην Πελοπόννησο, ο Παπαδόγκονας, μετά την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον Χίτλερ: «Από της Ιεράς Γης της Αρχαίας Σπάρτης υψούται η προσευχή μας: Κύριε διαφύλασσε τον Φύρερ μας».2 Λειτούργησαν σαν την καλύτερη οπισθοφυλακή που θα μπορούσε να τους καλύψει την υποχώρηση από την Ελλάδα, το φθινόπωρο του 44.
Μετά το τέλος του εμφυλίου, το 1950, ο αντιστράτηγος Πετζόπουλος αποτιμά τη δράση των Ταγμάτων: «Τα Τάγματα λοιπόν αυτά τα οποία επλαισίωσε σημαντική μερίς Ελλήνων αξιωματικών, είναι καθ΄ αυτό δημιούργημα της ανάγκης. Αποτέλεσαν πραγματικόν προμαχώνα και έπαλξιν κατά της κομμουνιστικής θηριωδίας, κυματοθραύστην διά τον μαινόμενον και αφρίζοντα κομμουνισμόν και έσωσαν από το φάσγανο των λαοκρατών την ζωήν εκατοντάδων πολιτών διαρκούσης της κατοχής».5

Το Κάϊρο θέλει τα Τάγματα

Όταν η αποχώρηση των γερμανών είναι ορατή από μέρα σε μέρα, τα Τάγματα βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Σαράφης, εκδίδει στις 3 Σεπτέμβρη διαταγή σύμφωνα με την οποία: «τα τάγματα ασφαλείας θα σώσουν τη ζωή τους εφόσον παραδοθούν με τον οπλισμό τους».6 Την επόμενη κιόλας μέρα, οι γερμανοί αποχωρούν από τον Πύργο, την πρώτη πόλη την οποία εγκαταλείπουν. Την ίδια μέρα, στις 4/9, γίνεται και η πρώτη συνεδρίαση της κυβέρνησης Καϊρου με τη συμμετοχή υπουργών του ΕΑΜ. Μοναδικό της θέμα τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο πρωθυπουργός Παπανδρέου δεν θέλει να τα αποκηρύξει, γιατί είναι οι μοναδικές στρατιωτικές δυνάμεις που είναι ικανές να αντιταχθούν στον ΕΛΑΣ και να εξασφαλίσουν την αστική νομιμότητα τσακίζοντας τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Από την άλλη, δεν είναι δυνατόν να το παραδεχτεί ανοιχτά. Είναι στρατεύματα, που ακόμη και τώρα πολεμάν εναντίον των «Συμμάχων» στο πλευρό του άξονα. Η πρώτη αυτή σύσκεψη της κυβέρνησης είναι άκαρπη και δεν καταλήγει σε καμιά συμφωνία.
Πίσω όμως από το υπουργικό τραπέζι, τα τηλέφωνα έχουν ανάψει. Οι αστοί πολιτικοί στο Κάιρο, σε απευθείας συνεννόηση με αυτούς στην Αθήνα, προσπαθούν να βρουν την καλύτερη δυνατή λύση. Η φόρμουλα δοκιμάζεται στον Πύργο. Αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανών, ο διοικητής των ράλληδων στον Πύργο, ο Κοκώνης συγκεντρώνει τον λαό της πόλης, και ανακοινώνει από την κεντρική πλατεία ότι τα Τάγματα Ασφαλείας αναλαμβάνουν τη διοίκηση της πόλης. «Αι εν αυτή ένοπλοι δυνάμεις έπαυσαν υπακούουσαι από της αυτής εις Κυβέρνησιν Αθηνών. Αποτελούσαι δε από της ιδίας στιγμής τμήμα του Ελληνικού Στρατού ενεργούσιν εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως και της κυβερνήσεώς του».1
Την επόμενη, στις 5/9, έρχεται από το Κάιρο ρητή εντολή προς τους Βρετανούς Αξιωματικούς Συνδέσμους που τους υπενθυμίζει ότι «Είναι άκρως ανεπιθύμητο, όπλα και πυρομαχικά που ανήκουν στις γερμανικές δυνάμεις να πέσουν στα χέρια των ανταρτών». 8 Οι αξιωματικοί διατάσσονται να μην ανακατευτούν καθόλου σε οποιαδήποτε πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στους ράλληδες και τον ΕΛΑΣ. Θεωρούν πως τα Τάγματα με τον οπλισμό που αφήνουν οι γερμανοί αποχωρώντας είναι δυνατόν να καθαρίσουν από τον ΕΛΑΣ την Πελοπόννησο, το σημείο δηλαδή που θα μπορούσε να γίνει μια περιορισμένη απόβαση βρετανικών στρατευμάτων και από εκεί να ανοίξει ο δρόμος για την Αθήνα. Ήδη, όλους τους καλοκαιρινούς μήνες, η λευκή τρομοκρατία έχει αποδώσει καρπούς.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση στο Κάιρο συνεδριάζει ξανά και στις 6/9 ο Παπανδρέου αναγκάζεται σε μια δημόσια δήλωση, που μεταδίδεται από το BBC. Είναι μια «χλιαρή» διαταγή που δεν καταδικάζει ευθέως τους ράλληδες: «Παραγγέλλομεν εις τους άνδρας των ταγμάτων ασφαλείας όπως εγκαταλείψουν αμέσως τας θέσεις των». Αυτή είναι και η τελευταία ανακοίνωση της κυβέρνησης από το Κάιρο. Αμέσως μετά μεταφέρεται στην νότια Ιταλία, περιμένοντας την αποχώρηση των γερμανών και την είσοδό της στην Ελλάδα.
Κανέναν από τους αστούς πολιτικούς δεν ξεγελάει αυτή η δήλωση. Ο αστικός κόσμος έχει συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να ξεχάσει κάθε άλλη διαφορά απέναντι στον «κομμουνιστικόν κίνδυνον». Ο Πλυτζανόπουλος, γενικός διοικητής των Ταγμάτων θα πει 2 χρόνια αργότερα για αυτές τις μέρες, στη δίκη-παρωδία που έστησε το κράτος μετά τη Βάρκιζα για να αθωώσει τους αρχηγούς των ράλληδων: «Μετά την τελευταία ανακοίνωση της κυβέρνησης Καϊρου για την αποκήρυξη, αποφασίσαμε να συμβουλευτούμε τους πολιτικούς αρχηγούς. (σ.σ. εννοεί τους αστούς πολιτικούς που δεν συνεργάστηκαν με τους ναζί αλλά έμειναν στην Αθήνα, πιστοί στην εξόριστη κυβέρνηση). Εγώ πήγα στον Σοφούλη που μου είπε ότι είναι εναντίον της διαλύσεως, γιατί που θα στηριχτεί ο στρατιωτικός διοικητής Σπηλιωτόπουλος; Στη διαλυμένη αστυνομία, στη χωροφυλακή ή στις οργανώσεις; Μου είπε επίσης ότι όσο μπορείς μονάχα, μακριά από τους γερμανούς για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις».2 Άλλωστε, επειδή τα γραπτά μένουν, έχει διασωθεί και μία επιστολή του Παπανδρέου προς τον Χρύσανθο, που εμφανίστηκε στην παραπάνω δίκη, και η οποία γράφει: «Πιστεύω να υπάρχει κάποιος αυτού όπου θα χει μυαλό, ώστε μην επιτρέψει τη διάλυση των Ταγμάτων».2
Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις των αστών. Ο βρετανός αξιωματικός Ουίκς, που τότε υπηρετούσε σαν σύνδεσμός με τον ΕΛΑΣ στην Καλαμάτα, θα γράψει το 1946: «Η εντολή στους βρετανούς να μην επεμβαίνουν δόθηκε γιατί υπέθεταν στο Κάιρο ότι τα Τάγματα Ασφαλείας,  με τη βοήθεια του γερμανικού οπλισμού τους, θα μπορούσαν να εξοντώσουν τον ΕΛΑΣ  (…) και έτσι θα αποτελούσαν τις μόνες δυνάμεις που θα υπήρχαν στην Ελλάδα όταν θα φτάναμε εμείς».8 Οι μόνοι που έδειχναν να μην καταλαβαίνουν ό,τι συμβαίνει γύρω τους ήταν η ηγεσία του ΚΚΕ που το μόνο της μοτίβο εκείνες τις μέρες ήταν «Ζήτω η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» και «Ζήτω οι μεγάλοι μας σύμμαχοι οι βρετανοί». Όποιος τολμούσε να μιλήσει για οτιδήποτε άλλο, ήταν «προβοκάτορας» και «αντιλαϊκό στοιχείο».

Αρχίζει η επίθεση

Τα πράγματα όμως δεν έρχονται πάντα όπως τα σχεδιάζουν στα αστικά σαλόνια. Ο ΕΛΑΣ κυκλώνει τον Πύργο και την Καλαμάτα στις 7/9 και ζητάει από τους ταγματασφαλίτες να παραδοθούν. Αυτοί αρνούνται και, δηλώνοντας πως βρίσκονται πλέον στις διαταγές τις κυβέρνησης του Καϊρου, ζητάν από τον ΕΛΑΣ να παραδοθεί σε αυτούς.  Στις 9/9 ο  ΕΛΑΣ ξεκινάει την επίθεση και στις δύο πόλεις. Σε λίγες ώρες καταλαμβάνει την Καλαμάτα. Η μάχη είναι σχετικά σύντομη, αν υπολογίσει κανείς τον αριθμό τον ράλληδων που βρίσκονταν στην πόλη. Ο λόγος είναι ότι με την επίθεση του ΕΛΑΣ ο λαός της Καλαμάτας εξεγέρθηκε και με όποιο τρόπο μπορούσε, με ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει για όπλο, επιτίθονταν στα Τάγματα. Ενώ ακόμα ο ΕΛΑΣ βρισκόταν στις παρυφές της πόλης, οι δρόμοι και τα στενά είχαν γίνει πεδία μάχης. Κανένας δεν έδωσε το σύνθημα για αυτή την επίθεση, που ξεκίνησε αυθόρμητα μόλις ο λαός ένοιωσε σιγουριά από τα όπλα του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες παραδίδονται κατά εκατοντάδες, εκτός από 200 περίπου που κατάφεραν να δραπετεύσουν και ενώνονται με την ισχυρή δύναμη που βρίσκεται στον Μελιγαλά. Παραδίνονται, αλλά σε ποιον; Ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να τους συγκεντρώσει και να τους μαντρώσει, αλλά ο λαός της Καλαμάτας έχει άλλη γνώμη. Ήδη, όση ώρα διαρκούσε η μάχη, πλήθη συρρέουν οπλισμένα από τα γύρω χωριά ενώ μια πραγματική φάλαγγα οπλισμένη με κάθε αγροτικό εργαλείο έρχεται από τη Μεσσήνη. Όλοι απαιτούν θάνατο. Οι μνήμες από τις θηριωδίες των ταγμάτων στην Μεσσηνία ήταν πολύ νωπές, μόλις λίγες βδομάδες νωρίτερα. Σχεδόν κάθε ένας θρηνούσε έναν νεκρό ίσως συγγενή, ίσως φίλο. Τώρα ήταν η ώρα της τιμωρίας. Πολλοί από τους συλληφθέντες εκτελούνται επί τόπου από το λαό της Καλαμάτας.
Η κατάληψη του Πύργου από τον ΕΛΑΣ γίνεται την επόμενη μέρα. Η αντίσταση που προέβαλαν εδώ ήταν ισχυρότερη από την Καλαμάτα, αλλά τελικά άκαρπη. Και εδώ θα επαναληφθούν οι εικόνες της Καλαμάτας, αλλά σε μικρότερη έκταση. Επιπλέον, εδώ θα σπεύσουν οι άγγλοι αξιωματικοί για να προστατέψουν τους συλληφθέντες ταγματασφαλίτες. Η συμπεριφορά τους ήταν τόσο εξοργιστικά μεροληπτική που αναγκάζουν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ να στείλει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση του Παπανδρέου την επόμενη μέρα: «Μέλη της Συμμαχικής Αποστολής Πελοποννήσου επενέβησαν με ανάρμοστο τρόπο υπέρ των ανδρών του Ράλλη στον Πύργο». Όπως και να έχει, δυο μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου είναι στα χέρια του ΕΛΑΣ μέσα σε δυο μέρες. Όσοι διαφεύγουν συγκεντρώνονται στην κωμόπολη του Μελιγαλά.

Μελιγαλάς

Ο Μελιγαλάς ήταν μια από τις ισχυρές βάσεις των ράλληδων. Η κωμόπολη είχε οχυρωθεί με ισχυρά αμυντικά έργα και η δύναμη πυρός που είχε συγκεντρωθεί για την άμυνά της ήταν τεράστια. Με την πόλη εκκαθαρισμένη από τους αριστερούς ήδη από πριν ήταν απόλυτα ασφαλής πολιτικά και δεν φοβούνταν μια επανάληψη των γεγονότων της Καλαμάτας. Ο αριθμός των ράλληδων μαζί με όσους είχαν καταφύγει εκεί, είχε φτάσει σχεδόν τις 2500. Οι αστοί σε Αθήνα και Κάιρο, που αιφνιδιάστηκαν με την πτώση της Καλαμάτας και του Πύργου στον ΕΛΑΣ, έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στους ταγματασφαλίτες στον Μελιγαλά.
Η επίθεση του ΕΛΑΣ άρχισε στις 13/9 και είναι πολύ σφοδρή. Ενάντια στο οχυρό του Μελιγαλά, ο ΕΛΑΣ θα ρίξει το Συγκρότημα Μηχανημάτων, δηλαδή το μοναδικό βαρύ οπλισμό που διέθετε στην Πελοπόννησο. Η μάχη είναι πολύ σκληρή και κρατάει δυόμισι μέρες χωρίς ανάπαυλα. Οι απώλειες και για τις δυο πλευρές είναι βαριές. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 120 ελασήτες και περίπου 600 ταγματασφαλήτες. Στις 15/9 ο ΕΛΑΣ έχει κυριεύσει τον Μελιγαλά. (Από σύμπτωση, την ίδια εκείνη μέρα γίνεται η πρώτη βρετανική απόβαση σε ελληνικό έδαφος. Μια μικρή ομάδα βρετανών στρατιωτών αποβιβάζεται στα Κύθηρα σε αναγνωριστική αποστολή.)
Σε ολόκληρη την φιλολογία του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς ο Μελιγαλάς αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο. Τα «κονσερβοκούτια» και η «πηγάδα» είναι τα πιο σταθερά μοτίβα των «αιμοδιψών συμμοριτών». Η επίσημη ιστορία του ελληνικού στρατού, μιλάει για εκτέλεση «2500 στρατιωτών» από τους αντάρτες, τα πτώματα των οποίων έριξαν «εις πηγάδαν Μαυροζουμένης». Τα πράγματα συνέβησαν πολύ πιο απλά. Τις μέρες που διαρκούσε η μάχη, πολλοί αγρότες συνέρεαν για να βοηθήσουν τους αντάρτες να καταλάβουν την πόλη, με ότι γεωργικά εργαλεία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για όπλα. Με την είσοδο του ΕΛΑΣ στην κωμόπολη, ακολουθεί και πλήθος χωρικών από τα γύρω μεσσηνιακά χωριά.  Οι ταγματασφαλίτες παραδίνονται πια ομαδικά, ο ΕΛΑΣ προσπαθεί να τους συγκεντρώσει στον χώρο που μέχρι τότε κρατούνταν οι εαμήτες, ο κόσμος όλος ουρλιάζει για εκδίκηση. Αν και δεν υπάρχει αξιόπιστος αριθμός όσων ράλληδων σκοτώθηκαν αφού παραδόθηκαν (και πως θα μπορούσε μέσα στο χάος που επικρατούσε;) σίγουρα εκτελέστηκαν πολλοί. Εκτός από τους 600 που πέθαναν στη διάρκεια της τριήμερης μάχης, κάποιοι κατάφεραν να δραπετεύσουν, κάποιοι εκτελέστηκαν επί τόπου, κάποιοι μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα για να δικαστούν. Ο Χαριτόπουλος7 περιγράφει πως καθώς μια φάλαγγα αιχμαλώτων μεταφερόταν στην έδρα της μεραρχίας του ΕΛΑΣ με τη συνοδεία ενός λόχου, δέχτηκε την επίθεση σύσσωμου του χωριού της Σκάλας. Λίγες βδομάδες νωρίτερα, οι ταγματασφαλήτες είχαν κάψει όλα τα σπίτια του χωριού. Αλλά και όσοι μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα για να δικαστούν (κυρίως οι αρχηγοί των Ταγμάτων) δεν είχαν καλύτερη τύχη. Καθώς τους έβγαλαν από την φυλακή για να μεταφερθούν στο χώρο που είχε στηθεί το λαϊκό δικαστήριο, ο λαός της Καλαμάτας που είχε συγκεντρωθεί, τους λιντσάρισε στα μισά της διαδρομής.

Η οργή είναι ασυγκράτητη

Μετά τον Μελιγαλά, το σοκ είναι τεράστιο. Όλα τα είχαν υπολογίσει οι αστοί σε Αθήνα και Κάϊρο. Και τα όπλα των ταγματασφαλιτών και τα εφόδια τους και την οργάνωσή τους και τις οχυρώσεις τους. Αυτό που δεν υπολόγισαν ήταν το μίσος του ελληνικού λαού για τα Τάγματα. Η επίθεση των μονάδων του ΕΛΑΣ άνοιξε το ποτάμι της λαϊκής οργής. Σε έκθεση της OSS (Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών) ήδη από τις 18/8/44 (λίγο πριν δηλαδή αρχίσει η επίθεση τους ΕΛΑΣ) η κατάσταση περιγράφεται ως εξής: «η  Πελοπόννησος είναι έντονα διχασμένη σε δυο στρατόπεδα. Στις περιοχές της υπαίθρου η κυριαρχία των ανταρτών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είναι απόλυτη. Στις πόλεις και σε όλο το μήκος των ακτών επικρατούν τα τάγματα ασφαλείας». Αυτή είναι η μόνη έκθεση που οι συντάχτες της είχαν τη διορατικότητα να μην βλέπουν μόνο τη στρατιωτική διάταξη των δύο στρατοπέδων, αλλά και το κοινωνικό της υπόβαθρο:«Πρόκειται για κοινωνική επανάσταση ευρείας έκτασης. Μεγάλο ποσοστό του λαού εργάζεται για την επιτυχία αυτής της επανάστασης».8
Αυτό που ονομάστηκε «Εθνική Αντίσταση στον Κατακτητή», δεν ήταν ποτέ αξεχώριστο από τις διαδικασίες της κοινωνικής επανάστασης, παρά τις διαφορετικές διαθέσεις και ενέργειες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ακριβώς το αντίθετο. Από την πρώτη στιγμή που ο λαός οπλίστηκε, το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορούσε να λυθεί στα χαρτιά. Η συμφωνία του Λιβάνου για να μην μείνει ένα άχρηστο χαρτί έπρεπε να εφαρμοστεί στην πράξη. Αλλά η πράξη έδειχνε ότι ο ΕΛΑΣ είναι η οπλισμένη δύναμη που τις τελευταίες μέρες γίνεται και απόλυτα κυρίαρχη.
Η φωτιά έχει ανάψει πια και έξω από την Πελοπόννησο. Στα Τοπόλια της Κωπαϊδας, ο ΕΛΑΣ μπαίνει νικητής αφήνοντας νεκρούς 130 ταγματασφαλίτες. Λίγες μέρες μετά συλλαμβάνει άλλους 150 στη Λιβαδειά. Η μεγάλη νίκη όμως έρχεται στο Αγρίνιο, που αναγκάζει να παραδοθούν 1000 ταγματασφαλίτες. Η Λακωνία εκκαθαρίζεται από τους ράλληδες, που συσπειρώνονται στο Γύθειο και τον Μυστρά. Ως τώρα, σε όσες μάχες έχει δώσει ο ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας βγήκε σε όλες νικητής, διαψεύδοντας τις ελπίδες των αστών. Όποιος δεν είναι ηλίθιος μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα πως τα Τάγματα είναι εντελώς ανίκανα να εξασφαλίσουν στρατιωτικά την ασφαλή επιστροφή της αστικής νομιμότητας στην Ελλάδα.

Προς ένα συμβιβασμό

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση Παπανδρέου ψάχνει με αγωνία τρόπους για να χειριστεί την νέα κατάσταση και προσπαθεί να πετύχει έναν οποιονδήποτε συμβιβασμό. Ο Κανελόπουλος, υπουργός της κυβέρνησης, και μετέπειτα αρχηγός της ΕΡΕ, φτάνει στην Καλαμάτα και επιδιώκει συνάντηση με τον Άρη. Αλλά το θέμα πλέον δεν είναι διπλωματικό. Το επείγον είναι να διασωθούν όσα Τάγματα δεν έχουν τσακιστεί. Και πάλι, φυσικά, γίνεται κάθε προσπάθεια για να μην πέσουν τα όπλα τους στον ΕΛΑΣ. Αλλά τώρα, βλέποντας ότι τα Τάγματα δεν μπορούν να νικήσουν, προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο. Στις 16/9, την επόμενη μέρα δηλαδή μετά την νίκη του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά, δίνονται νέες οδηγίες προς τους βρετανούς αξιωματικούς. να μεσολαβούν δημόσια και να ζητάν τον περιορισμό των Ταγμάτων στα στρατόπεδά τους ως ότου παραδοθούν στον βρετανικό στρατό, όταν και όποτε αυτός έρθει. Ουσιαστικά, οι βρετανοί ζητάν από τον ΕΛΑΣ να αφήσει ανενόχλητους τους ταγματασφαλίτες στα στρατόπεδά τους με την υπόσχεση ότι θα παραδοθούν αργότερα. Αλλά και ο ΕΛΑΣ θεωρούσε πως λειτουργεί για λογαριασμό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Οι απόπειρες λοιπόν των άγγλων αξιωματικών να πετύχουν συμφωνίες παράδοσης κατά περίσταση, εξελίσσεται σε διπλωματική ισορροπία σε ένα τεντωμένο σχοινί.
Οι νέες οδηγίες δεν προλαβαίνουν να αποτρέψουν μια νέα συμφορά. Στις 19/9 μετά από μάχη ο ΕΛΑΣ καταλαμβάνει τη Ναύπακτο, ένα από τα πιο ισχυρά τους κάστρα έξω από την Πελοπόννησο και συλλαμβάνει 650 ράλληδες. Όσοι μπόρεσαν δραπέτευσαν για την Πάτρα.
Αλλά και όταν δοκιμάζουν τελικά να εφαρμόσουν τις νέες οδηγίες δεν αλλάζει τίποτα. Η επόμενη φωλιά των ταγματασφαλιτών είναι οι Γαργαλιάνοι, που ο ακραιφνής ναζιστής Στούπας, επικεφαλής 1200 ταγματασφαλιτών, έχει μετατρέψει το χωριό σε ισχυρά οχυρωμένο φρούριο. Εκεί, οι άγγλοι θα εφαρμόσουν για πρώτη φορά τη νέα γραμμή και θα μεσολαβήσουν για παράδοση του Τάγματος, αλλά άκαρπα. Ο Άρης που βρίσκεται αυτοπροσώπως επικεφαλής σε αυτή την επιχείρηση, δεν θα δώσει πολύ χρόνο στις διαπραγματεύσεις. Στην άρνηση του Στούπα να παραδοθεί, διατάσει αμέσως επίθεση. Η μάχη κρατάει 30 ώρες. Οι λίγοι ταγματασφαλίτες που γλίτωσαν δραπετεύουν με καΐκι στην Πύλο. Μετά την ήττα στους Γαργαλιάνους είναι φανερό ότι η αναγκαστική αλλαγή πολιτικής των άγγλων προς τα Τάγματα, δεν οδηγεί σε εκτόνωση της σύγκρουσης. Το αντίθετο μάλιστα. Στην Πύλο το πλήθος κάνει έφοδο στο κτίριο που κρατούνται οι ταγματασφαλίτες και τους λιντσάρει.
Από τις 15 ως τις 24/9, σε μια σειρά μικρότερης έκτασης συγκρούσεων, ο εξεγερμένος πληθυσμός με ή χωρίς τη βοήθεια του ΕΛΑΣ διώχνει τα Τάγματα από το Κιάτο, τον Αχλαδόκαμπο, την Αρεόπολη και το Διακοφτό. Όσοι ταγματασφαλίτες βρίσκονται στην Πελοπόννησο, προσπαθούν να συμπτυχθούν στο Γύθειο-Μυστρά, την Τρίπολη και την Πάτρα και κάποιες μικρότερες δυνάμεις στο Ναύπλιο στη Μονεμβασιά και στην Κόρινθο. Τα κρίσιμα σημεία είναι δύο: Στην Πάτρα βρίσκονται 2000 μαζί με τους 500 που έφτασαν από τη Ναύπακτο και ο διοικητής τους ο Κουρκουλάκος προσπαθεί να βρει τρόπο να παραδοθεί σε οποιονδήποτε εκτός από τον ΕΛΑΣ. Καλεί τον Ζέρβα που βρίσκεται στην Ήπειρο, να κατέβει για να του παραδώσει την πόλη. Αλλά ο Ζέρβας ήδη ετοίμαζε τις βαλίτσες του για ένα πιο μακρινό ταξίδι. Ο Παπαδόγκωνας επικεφαλής 2000 ράλληδων, προσπαθεί να συγκεντρώσει στην Τρίπολη τις διάσπαρτες δυνάμεις για να αντισταθεί αποτελεσματικά. Η πόλη έχει οχυρωθεί και έχουν συγκεντρωθεί τα περισσότερα από τα βαριά όπλα που έχουν στην κατοχή τους τα Τάγματα. Ο Άρης παίρνει την απόφαση να συγκεντρώσει δυνάμεις και βαδίζει ενάντια της Τρίπολης. Φτάνει έξω από την πόλη και ξεκινά την πολιορκία.

Πανικός

Στους αστούς σε Αθήνα και Κάιρο επικρατεί πανικός. Όχι μόνο τα Τάγματα δεν κατάφεραν να διαλύσουν τον ΕΛΑΣ, αλλά μέσα σε 15 μέρες κοντεύουν να διαλυθούν αυτά. Η Πελοπόννησος, το μόνο σημείο που προσφερόταν για βρετανική απόβαση είναι σχεδόν στα χέρια του ΕΛΑΣ, και το σπουδαιότερο, ο δρόμος για την Αθήνα είναι ανοιχτός. Τα νέα για τις νίκες του ΕΛΑΣ ενάντια στα Τάγματα προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα στην πρωτεύουσα. Στις λαϊκές συνοικίες ο κόσμος πανηγύριζε. Ήταν μόνο λίγους μήνες νωρίτερα, που οι ράλληδες, μαζί με τα στρατεύματα κατοχής έστηναν τα αιματηρά μπλόκα. Αντίθετα, οι αστοί συνεργάτες των γερμανών τρέμουν. Ξέροντας ότι οι γερμανοί αποχωρούν από μέρα σε μέρα, προσπαθούν την τελευταία στιγμή να πολλαπλασιάσουν με όποιο τρόπο μπορούν την επαφή με την εξόριστη κυβέρνηση.
Αλλά ο ίδιος πανικός υπάρχει και στην εξόριστη κυβέρνηση. Στις 20/9 ο Παπανδρέου τηλεγραφεί στον Τσώρτσιλ: «Ενώπιον διαμορφωθείσης κρίσιμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών, ημπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν».2,7 Ακόμη και 60 χρόνια μετά, διαβάζοντας κανείς το τηλεγράφημα, μπορεί να καταλάβει πως η φωνή του θα έτρεμε την ώρα που το υπαγόρευε. Και έχει κάθε δίκιο, αφού η κατάσταση οδηγείται στην κορύφωση. Μόνο 4 μέρες μετά το τηλεγράφημα, ο ΕΛΑΣ που έχει κυκλώσει την Τρίπολη, ετοιμάζεται να εισβάλει. Ο Τοντ, ο βρετανός μεσολαβητής για την παράδοση, προσπαθεί από μέρες να ροκανίσει το χρόνο, αλλά βλέπει ότι δεν μπορεί να τρενάρει άλλο τις διαπραγματεύσεις και ζητά από το βρετανό διοικητή στα Κύθηρα «το αργότερο σε 48 ώρες 50 βρετανούς στρατιώτες για να παραδοθούν  οι 2000 ταγματασφαλίτες,».

Η συμφωνία της Καζέρτας

Τελικά δεν χρειάζεται να φτάσουν «επιβλητικές βρετανικές δυνάμεις» στην Ελλάδα. Ο Παπανδρέου καταφεύγει σε μια απελπισμένη πολιτική ενέργεια διπλωματικού χαρακτήρα. Καλεί εσπευσμένα τον Ζέρβα του ΕΔΕΣ και τον Σαράφη, αρχηγό του ΕΛΑΣ στην Ιταλία και τους ζητά να υπογράψουν άρον-άρον ένα απίθανο κείμενο, που ζητάει ούτε λίγο ούτε πολύ τα εξής απίθανα:
Α. Όλες οι αντάρτικες δυνάμεις που δρουν στην Ελλάδα μπαίνουν κάτω από τις διαταγές της κυβέρνησης εθνικής ενότητας
Β. Η ελληνική κυβέρνηση βάζει τις δυνάμεις αυτές κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, που ονομάστηκε από τον Ανώτατο Συμμαχικό Αρχιστράτηγο, «Στρατηγός Διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι».
Γ. (…Οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών θα απαγορεύουν κάθε απόπειρα των μονάδων τους) να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας. Τοιαύτη πράξις θα χαρακτηρισθή ως έγκλημα και θα τιμωρηθεί αναλόγως.
 Και όχι μόνο αυτό. Ο ΕΛΑΣ δεν θα μπει στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, αλλά αυτές θα καταληφθούν από βρετανικά στρατεύματα, και τα λίγα στρατεύματα της δεξιάς που είχε η κυβέρνηση στο Κάιρο! Το κερασάκι στην τούρτα: ο δοσίλογος αρχηγός της χωροφυλακής σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, ο Σπηλιωτόπουλος, διορίζεται «προσωρινά» Γενικός Διοικητής της Αττικής! Πρόκειται για το κείμενο που έμεινε γνωστό σαν συμφωνία της Καζέρτας.
Το τόλμημα ήταν τόσο μεγάλο, που ούτε ο ίδιος ο Παπανδρέου δεν πίστευε στην επιτυχία του, αλλά επένδυσε σε αυτό όπως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του. Ο Ζέρβας φυσικά το υπέγραψε και με τα δύο χέρια, αλλά το θέμα είναι τι θα κάνει ο ΕΛΑΣ. Ο Σαράφης δίσταζε. Το υπέγραψε τελικά, όπως ο ίδιος λέει,6 μόνο όταν συμφώνησαν οι υπουργοί του ΚΚΕ στην εξόριστη κυβέρνηση και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την Αθήνα. Η συμφωνία της Καζέρτας υπογράφτηκε τελικά στις 26 Σεπτέμβρη του 44. Ο Ζεύγος, υπουργός του ΚΚΕ στην κυβέρνηση Παπανδρέου, αργότερα θα κάνει μια πολύ προφητική αυτοκριτική: «Θα μας καταδικάσει η ιστορία ότι αφοπλίσαμε το λαό και επιβάλαμε την αντίδραση».7

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας

Το ότι ο Ζεύγος και ο Σαράφης υπέγραψαν τη συμφωνία στην Καζέρτα, δεν σημαίνει ότι αυτή θα εφαρμοστεί και στην Ελλάδα. Πρέπει να συμφωνήσει αρχικά η ηγεσία του ΚΚΕ και με τη σειρά της να πείσει τον οπλισμένο λαό, ότι όχι μόνο δεν θα πάρουν οι εργαζόμενοι την εξουσία, αλλά θα πρέπει να παραδώσουν και τα όπλα τους στους άγγλους! Για το πρώτο χρειάστηκαν μόνο δύο μέρες, και στις 28/9 δημοσιεύεται επίσημα ότι υπογράφτηκε συμφωνία στην Καζέρτα σε ανακοίνωση  στο BBC. Είναι φανερό πως η προδοσία της Καζέρτας δεν βαραίνει μόνο τον Ζεύγο ή τον Σαράφη αλλά συνολικά την ηγεσία του ΚΚΕ που την δέχτηκε χωρίς καμιά αντίρρηση. Για το δεύτερο, να πείσει δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ τον οπλισμένο λαό να δεχτεί τη συμφωνία, τα ανέλαβε όλα ο μηχανισμός του κόμματος. Το ΚΚΕ δεν ανακοίνωσε τους όρους της συνολικά, παρά μόνο αποσπασματικά, σαν στρατιωτικές οδηγίες προς τις διάφορες μονάδες, ώστε να αποκρύψει το μέγεθος της προδοσίας και να προλάβει αντιδράσεις.
Τα αποτελέσματα της συμφωνίας φάνηκαν αμέσως. Αμέσως μόλις το ΒΒC ανακοίνωσε τη συμφωνία, ο Κανελόπουλος συναντά τον Άρη έξω από την Τρίπολη και απαιτεί από αυτόν να μην ακουμπήσει τους ράλληδες του Παπαδόγκωνα που είναι μέσα στην πόλη. Λίγο αργότερα, οι 2000 ταγματασφαλίτες παραδίνονται σε 30 βρετανούς που έφτασαν εσπευσμένα από τα Κύθηρα. Τελικά χρειάστηκαν μόνο 30 βρετανοί και το χαρτί της Καζέρτας. Οι πιο πολλοί ράλληδες θα αφεθούν ελεύθεροι για «να επιστρέψουν στα σπίτια τους» και περίπου 500 θα μεταφερθούν στις Σπέτσες, και στη συνέχεια στην Αθήνα για να πολεμήσουν (με αγγλικά όπλα αυτή τη φορά) τον ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά. Την μεθεπόμενη μέρα παραδίνονται στους Βρετανούς και οι ταγματασφαλίτες στην Πάτρα και μεταφέρονται στον Άραξο. Η παράδοση στην Πάτρα αποτελεί σκάνδαλο. Μια μικρή δύναμη βρετανών έχει αποβιβαστεί κοντά στην Πάτρα λίγες μέρες νωρίτερα. Την 1η Οκτώβρη οι ράλληδες αποχωρούν από την πόλη για να τους συναντήσουν και να παραδοθούν, αλλά αυτή τη φορά έχουν συμφωνήσει ότι θα κρατήσουν και τον οπλισμό τους! Και επιπλέον, οι γερμανοί δεν είχαν αναχωρήσει ακόμη από την πόλη, αλλά εκκενώνουν την Πάτρα δύο μέρες αργότερα! Ο συμβολισμός είναι έντονος. Βρετανοί, γερμανοί και ταγματασφαλίτες μέσα σε μια μέρα αλλάζουν ρόλους χωρίς να πέσει ούτε μια σφαίρα, αρκεί ο ΕΛΑΣ να μείνει απ’ έξω. Κάποιες σκόρπιες, μικρές φρουρές ράλληδων «παραδίνονται» τώρα εύκολα στους άγγλους, με μόνη εξαίρεση αυτούς στο Γύθειο, που θα αναγκαστούν να παραδοθούν μετά από συμπλοκή με μονάδες του ΕΛΑΣ. Τις επόμενες μέρες, έρχεται και η εντολή στον Άρη να αναχωρήσει από την Πελοπόννησο για την βόρειο Ελλάδα. Όπως και η Τρίπολη, και η Πάτρα, έτσι και η αποχώρηση του Άρη ήταν στα πλαίσια της νέας συμφωνίας.
Η αγανάχτηση για την συμφωνία ήταν μεγάλη, αλλά δεν υπήρξε οργανωμένη αντίσταση από το εσωτερικό του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στις μεθοδεύσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Με μόνο μία εξαίρεση. Στην περιοχή της Φλώρινας, ένα τάγμα από τα δύο τάγματα σλαβομακεδόνων του ΕΛΑΣ με αρχηγό τον Γκότσε αγανακτεί και δηλώνει πως δεν θα πειθαρχήσει. Στις διαταγές να συνετιστεί, αρνείται, και δηλώνει ότι αποχωρεί από την Ελλάδα και θα περάσει τα γιουγκοσλαβικά σύνορα για να ενωθεί με τους αντάρτες του Τίτο. Σε συνεργασία με την κυβέρνηση Παπανδρέου, το ΚΚΕ αποφασίζει να πατάξει την ανταρσία. Ο Σαράφης διατάσσεται να επιτεθεί και τελικά επιβάλει με τα όπλα στους αντάρτες του Γκότσε τη συμφωνία της Καζέρτας. Ακόμα και σήμερα το ΚΚΕ δικαιολογεί την απόφασή του να επιτεθεί στο σλαβομακεδόνικο τάγμα αφήνοντας υπόνοιες για συνεργασία του με τους… άγγλους. 6,9 Στις 12 Οκτώβρη αποχωρούν και οι τελευταίοι γερμανοί από την Αθήνα. Στη θέση τους αποβιβάζονται βρετανικά στρατεύματα. Οι ράλληδες που γλίτωσαν, μεταφέρονται με ταχύτητα στην Αθήνα. Εκεί θα «φρουρούνται» υποτίθεται από τους βρετανούς, ουσιαστικά όμως προστατεύονται για να μπουν στην μάχη όταν έρθει η ώρα. Η συμφωνία της Καζέρτας έκλεισε με τον πιο άθλιο τρόπο την πρώτη πράξη του εμφυλίου, αλλά και τη μάχη της Πελοποννήσου. Από εδώ και μετά η σύγκρουση μεταφέρεται στην Αθήνα.
Κ.Ρουσίτης

Σημειώσεις

1. Άρης Βελουχιώτης, Π. Λαγδας
2. Οι δοσίλογοι της Κατοχής, Ν. Καρκάνης
3. Οι Καπετάνιοι, D. Eudes
4. Γερμανικές Επιχειρήσεις κατά των ανταρτών στα Βαλκάνια, Υπουργείο Στρατιωτικών των ΗΠΑ, μτφρ. Γ. Τσούμης
5. Τραγική Πορεία, Θ. Πετζόπουλος
6. Ο ΕΛΑΣ, Στ. Σαράφη
7. Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων, Δ. Χαριτόπουλος
8. Η απελευθέρωση της Πελοποννήσου, l. Baerentzen
9. Το 30ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Θ. Μητσόπουλος

Ο κόκκινος Δεκέμβρης 1944

Εισαγωγή

Η μάχη της Πελοποννήσου που ο ΕΛΑΣ τσάκισε τα τάγματα ασφαλείας κλείνει μόνο επιφανειακά την πρώτη φάση του ελληνικού εμφύλιου. Η κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» του Παπανδρέου έρχεται στην Αθήνα μαζί με τους πρώτους άγγλους στρατιώτες. Το ΕΑΜ, αντί να έχει καταλάβει την Αθήνα, πιστό στη συμφωνία της Καζέρτας, τους υποδέχεται σαν… ελευθερωτές. Και ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου προσπαθεί να αναστήσει την αστική τάξη και νομιμότητα από το χάος, έξω από την Αττική μοναδικός κυρίαρχος είναι ο ΕΛΑΣ, εκτός μόνο από την Ήπειρο, που την ελέγχει ο Ζέρβας. Και αυτή η κυριαρχία του ΕΑΜ στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν είναι τυπική. «Οι διοικητές του ΕΛΑΣ, έχοντας τη χειρότερη γνώμη για τις προθέσεις των βρετανών, αγνόησαν τη διαταγή του Σκόμπυ να φερθούν στους συνεργάτες των γερμανών ως μέλη του ΕΔΕΣ». (1) Μάλιστα, μέσα στον Οκτώβριο σε μια σειρά μάχες στη Μακεδονία (Σέρβια, Νιγρήτα, Κρύα Βρύση, κλπ) χτύπησαν και τσάκισαν τις δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας. Στη σημαντικότερη από αυτές στο Κιλκίς, 6.000 ελασίτες κατατρόπωσαν 9.000 ράλληδες, από τους οποίους σκότωσαν ή συνέλαβαν τους περισσότερους.
Η αστική τάξη καταλαβαίνει πολύ καλά πως, παρά τις παραχωρήσεις και τις διαβεβαιώσεις του ΚΚΕ, ο μόνος τρόπος για να επαναφέρει την αστική νομιμότητα είναι να τσακίσει το ένοπλο κίνημα. Οι δυο «αντίπαλες» αστικές μερίδες, η «φιλοσυμμαχική» και η «φιλογερμανική» δε θα διστάσουν ούτε στιγμή να σφιχταγκαλιαστούν μπροστά στην επερχόμενη συντριβή. Αλλά ακόμα και όταν αθροίζουν το στρατό τους είναι ασήμαντοι μπροστά στον οπλισμένο λαό. «Αν το επιθυμούσε ο ΕΛΑΣ, αν έδιδα διαταγήν αντιστάσεως εις την εισβολήν, η απόκρουσις θα ήτο αδύνατος» θα πει χρόνια αργότερα ο Σπηλιωτόπουλος, διοικητής Αττικής μετά την αποχώρηση των ναζί. (3) Οι αστοί θα ζητήσουν τη βοήθεια των αγγλικών στρατευμάτων για να ξανάρθουν στην εξουσία. Ο Τσώρτσιλ δε θα διστάσει καθόλου. Η Ελλάδα ήταν σε στρατηγική θέση για τα συμφέροντα του αγγλικού ιμπεριαλισμού. Μπροστά στην αδυναμία των ελλήνων αστών να υπερασπιστούν το αστικό κράτος θα το αναλάβει για λογαριασμό τους.Από την άλλη πλευρά, το προλεταριάτο, οι αγρότες. Οργανωμένοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στο ΕΑΜ, νιώθουν πως ήρθε η ώρα τους. Στην ηγεσία του ΕΑΜ το ΚΚΕ αριθμεί σχεδόν μισό εκατομμύριο μέλη. Ο στρατός τους ο ΕΛΑΣ είναι ένας εμπειροπόλεμος, οργανωμένος στρατός χιλιάδων μαχητών. Θεωρούν πως η εξουσία ανήκει στους νικητές. Πως ξεκινά η κοινωνική απελευθέρωση των σκλάβων αυτής της κοινωνίας. Πως η είσοδο του ΕΛΑΣ στην Αθήνα δε θα ήταν μια παρέλαση, αλλά η κατάληψη της εξουσίας. 

Η εθνική ενότητα

Το ΚΚΕ αποφεύγει με κάθε τρόπο την αντιπαράθεση και προσπαθεί να διασπάσει την ελληνική αστική τάξη σε «δημοκρατική» και «αντιδραστική» γλείφοντας την πρώτη και χτυπώντας τη δεύτερη. Με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας», όλο τον Οκτώβρη του 44 ουσιαστικά βοηθά στην ανασυγκρότηση του αστικού κράτους. Το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι να συγκρατήσει τις λαϊκές διεκδικήσεις και παράλληλα να καλλιεργεί αυταπάτες για τον «απελευθερωτικό» και «φιλοπρόοδο» ρόλο των άγγλων και των αστών πολιτικών. «Η εξασφάλιση της τάξης και της ομαλής πολιτικής ζωής, σε τέτοιες στιγμές, είναι εθνικό χρέος. Αποφύγετε την αυτοδικία. Όποιος συλλαμβάνεται θα παραδίδεται στην αστυνομία επί αποδείξει. Η εντολή αυτή ισχύει με προειδοποίηση προσωπικής ευθύνης των γραμματέων των αχτιδικών», ήταν η εντολή του Ριζοσπάστη τις ημέρες του Οκτώβρη. Όσο το ΚΚΕ κοπιάζει να επιβάλλει την αστική νομιμότητα, ο στρατός της αντίδρασης παίρνει θέσεις μάχης και ετοιμάζεται για εμφύλιο πόλεμο. «Αν η αγγλοελληνική καπιταλιστική αντίδραση τράβηξε προς το Δεκέμβρη, αυτό δεν έγινε από αντίδραση και φόβο προς την πολιτική που ακολούθησε η εαμική ηγεσία, αλλά από την άμεση απειλή που αποτελούσαν γι αυτήν οι εξοπλισμένες και με βαθύτατες αντικαπιταλιστικές διαθέσεις μάζες. Το ζήτημα του αφοπλισμού των μαζών ήταν για την αγγλοελληνική και την παγκόσμια καπιταλιστική αντίδραση ζήτημα ζωής ή θανάτου». (2)
Η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. όμως έχει… άλλα σχέδια. Πιστό στη θεωρία των σταδίων, δε θέλει αγώνα για τον σοσιαλισμό αλλά «λαοκρατία». Πιστό στην συνεργασία με τους αστούς, τους ξαναδίνει την εξουσία. Οι αστοί ιστορικοί κατασκευάζουν εκ των υστέρων τον μύθο ότι το ΚΚΕ με τα Δεκεμβριανά προσπάθησε να καταλάβει την εξουσία. Άλλωστε, οι αστοί διανοούμενοι κάθε κοινωνική έκρηξη, κάθε επανάσταση, την κατηγορούν σαν «πραξικόπημα». Ο εμφύλιος πόλεμος έβραζε και οι αστοί ιστορικοί ταυτίζουν τον αγώνα του λαού για κοινωνική δικαιοσύνη και ρήξη με το αστικό κράτος με τις επιδιώξεις του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ από την μεριά του, σε όλα τα έργα του μετά τον εμφύλιο, προσπαθεί να αποδείξει με κάθε τρόπο ότι δεν προετοίμαζε καθόλου τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και πως αν ήθελε κάτι τέτοιο θα μπορούσε να την έχει καταλάβει πολύ πριν τον Δεκέμβρη, όταν ήταν ο απόλυτος κύριος της Ελλάδας. Και, φυσικά, έχει δίκιο.
Το ΚΚΕ προσπαθούσε να φτάσει στην εξουσία κοροϊδεύοντας την ιστορία και παίζοντας κρυφτούλι με την πάλη των τάξεων. Ακόμη και στο ιδεολογικό επίπεδο, έχει απεμπολήσει πια την ανάγκη της σοσιαλιστικής επανάστασης για τη διάλυση του καπιταλιστικού κράτους. Θεωρεί ότι η κοινωνική μεταβολή μπορεί να γίνει με ειρηνικό τρόπο, μέσα από μια σειρά στάδια. Πρώτα η «αντιφασιστική συμμαχία» με τα «δημοκρατικά» κομμάτια της αστικής τάξης, μετά η «λαοκρατία» (αυτό το περίεργο πράγμα στο οποίο δεν θα καταργηθεί ο καπιταλισμός, αλλά με κάποιον αδιευκρίνιστο τρόπο θα κάνει κουμάντο ο «λαός») και κάπου στο βάθος ο σοσιαλισμός. Η σταλινική λογική των σταδίων και της ταξικής συνεργασίας με τους καπιταλιστές δεν ήταν καινούρια. Είχε εφαρμοστεί με καταστροφικά αποτελέσματα σε χώρες που βίωναν τον εμφύλιο νωρίτερα στην Ισπανία και την Κίνα. Τη ρεφορμιστική στρατηγική των σταδίων προσπάθησε να εφαρμόσει το ΚΚΕ. Η διαφορά ήταν ότι στην Ελλάδα το αστικό κράτος ήταν ήδη μισοδιαλυμένο. Για να εφαρμοστεί η λογική των σταδίων θα έπρεπε να ξαναστηθεί το αστικό κράτος στα πόδια του για να είναι δυνατόν αργότερα να… ανατραπεί. Όσο κι αν ακούγεται εξωφρενικό, αυτή ήταν η στρατηγική του ΚΚΕ και μάλιστα προσπάθησε να την ακολουθήσει πιστά.
Η (μισοδιαλυμένη) αστική τάξη απαιτεί τον αφοπλισμό του ένοπλου λαού και τη δημιουργία εθνικού (αστικού) στρατού τον οποίο και θα ελέγχει απόλυτα. Δεν μας πειράζει να διαλυθούν οι αντάρτικες ομάδες για να γίνει ένας εθνικός στρατός, έλεγε το ΚΚΕ. Αρκεί (σκέφτονταν αναμεταξύ τους) που θα καταφέρουμε να ελέγχουμε αυτό τον στρατό στην πλειοψηφία του, αφού έχουμε και την πλειοψηφία στο λαό. Ο ρεφορμισμός σε όλη του την μεγαλοπρέπεια, εφαρμόζεται εδώ με μπόλικη κουτοπονηριά. Το τραγικό βρίσκεται στο ότι καθοδηγεί έναν ένοπλο λαό που μπροστά σε έναν πανικόβλητο αντίπαλο διεκδικεί τη θέση του στην ιστορία και τη ζωή. «Μια οδηγία προς το ΕΑΜ στις 23 Οκτωβρίου έλεγε:‘‘Έχουμε επιρροή σε πολλές πολιτικές προσωπικότητες κι έχουμε πολλά μέλη που είναι δικηγόροι, τραπεζοϋπάλληλοι, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ. Δεν υπάρχει λόγος να μην τους τοποθετήσουμε σε επίσημες ή ημιεπίσημες κυβερνητικές θέσεις ώστε να ελέγχουν τη διοίκηση, η οποία σήμερα είναι στα χέρια των φασιστών»!!! (1) Αυτό ήταν το «σοφό» σχέδιο των ηγετών του ΚΚΕ για να ρίξει τον καπιταλισμό στην Ελλάδα, την ώρα που το ακολουθούσε ένοπλος όλος ο ελληνικός λαός! Να τρυπώσουν στον «φασιστικό» κρατικό μηχανισμό σαν λαδοπόντικες και να τον ροκανίσουν από τα μέσα!
Στην τεράστια διαδήλωση για τα 26 χρόνια του ΚΚΕ στις 19 Νοέμβρη, ο Σιάντος, Γ.Γ. του ΚΚΕ, έλεγε στο Σύνταγμα: «Μετέχουμε και υποστηρίζουμε την κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας», γιατί συμφωνούμε με τους προγραμματικούς της σκοπούς. Το ΚΚΕ είναι υπερασπιστής της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης της πολιτικής ζωής του τόπου, καταπολεμά τις δυναμικές, δικτατορικές λύσεις, πράγμα απαραίτητο για την ανοικοδόμηση της χώρας, για την πρόοδο και την προκοπή του Έθνους. Είμαστε και θα είμαστε στο πλευρό των μεγάλων συμμάχων, Αγγλίας, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. (3)

Η κρίση αφοπλισμού

Στις 9 Νοέμβρη φτάνει στην Αθήνα η Ορεινή Ταξιαρχία. Αντίθετα από τον ΕΛΑΣ, αυτή θα παρελάσει στην πρωτεύουσα και θα στρατωνιστεί στο Γουδί. Η Ορεινή Ταξιαρχία είναι το καλύτερο και πιο αξιόπιστο στρατιωτικό σώμα που διέθεταν οι έλληνες καπιταλιστές. Όταν ο ελληνικός στρατός διέφυγε στη Μέση Ανατολή μετά την κατάληψή της Ελλάδας από τους χιτλερικούς, συγκροτήθηκε σε μάχιμες μονάδες που αριθμούσαν 16.000 άντρες. Τον Απρίλιο του 44 ο ελληνικός στρατός εξεγέρθηκε. Οι άγγλοι κατάφεραν να ελέγξουν και τελικά να πατάξουν την εξέγερση και οι έλληνες φαντάροι κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Από τους 16.000 στρατιώτες, οι 3.500 κρίθηκαν αρκετά εθνικιστές και συγκρότησαν την Ορεινή Ταξιαρχία με διοικητή τον πορωμένο αντικομμουνιστή Τσακαλώτο. Ο Τσακαλώτος, που με τον ερχομό του αναλαμβάνει ουσιαστικά τη συγκρότηση των δυνάμεων τις δεξιάς, θα μεριμνήσει για την απελευθέρωση των αξιωματικών και των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας και θα τους συγκροτήσει σε αξιόμαχες μονάδες. Θα στρατωνίζονται μαζί στο Γουδί.
Με τον ερχομό της Ορεινής Ταξιαρχίας και την ανασυγκρότηση των Ταγμάτων, ο Παπανδρέου και οι άγγλοι νοιώθουν αρκετά σίγουροι και θα απαιτήσουν την διάλυση του ΕΛΑΣ, σε εφαρμογή της συμφωνίας της Καζέρτας. Η συμφωνία προέβλεπε τη διάλυση όλων των εθελοντικών στρατιωτικών σωμάτων και τη συγκρότηση εθνικού στρατού με το κλασικό μοντέλο των κληρωτών, την Προσωρινή Εθνοφυλακή. Το ΚΚΕ δεν το αρνείται. Το έχει συμφωνήσει άλλωστε στην Καζέρτα. Ζητά όμως τον ταυτόχρονο αφοπλισμό όλων των μονάδων. Ο Παπανδρέου εξαιρεί από τη συμφωνία αφοπλισμού την Ορεινή Ταξιαρχία. Και ενώ ξεκινά μια σειρά διαπραγματεύσεων για το ζήτημα του αφοπλισμού, η σύγκρουση προετοιμάζεται. Στις 11 Νοέμβρη φτάνουν στην Αθήνα 800 γερμανοτσολιάδες από Πελοπόννησο, υποτίθεται για να φυλακιστούν, στην πραγματικότητα για να επανεξοπλιστούν υπό την προστασία των άγγλων. Είναι οι πρώτοι από μια σειρά ενόπλων της δεξιάς που φτάνουν στην πρωτεύουσα. Μάλιστα, ορισμένες φορές γίνονται και προκλητικοί, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις πυροβολούν από βρετανικά τζιπ εαμίτες στους αθηναϊκούς δρόμους. Οι προκλήσεις ερεθίζουν το λαό της Αθήνας που κατεβαίνει στις 15 Νοέμβρη σε διαδήλωση για την τιμωρία των συνεργατών. Η πορεία χτυπήθηκε από Χίτες στην Ομόνοια με 7 νεκρούς διαδηλωτές. Όταν οι διαδηλωτές επιχειρούν να επιτεθούν στα γραφεία της «Χ» επεμβαίνουν τα βρετανικά τανκς που γλιτώνουν τους χίτες και τους εγκαθιστούν σε νέα γραφεία στο Θησείο. Την επόμενη μέρα ο Παπανδρέου απαντά με μια ακόμη πρόκληση, διορίζοντας αρχηγό του Γενικού Επιτελείου τον Βεντίρη, έναν ανοιχτό και πωρωμένο αντικομμουνιστή.
Όλα ετούτα δεν είναι δυνατόν να μην προκαλέσουν ανησυχία. Ο καθένας μπορούσε να καταλάβει τις προθέσεις των ελλήνων καπιταλιστών και των άγγλων συμμάχων τους.
Η πρώτη πρωτοβουλία έρχεται από τον Άρη, που στις 17 Νοέμβρη καλεί σε συνάντηση στη Λαμία τους καπετάνιους του ΕΛΑΣ και τους βάζει το θέμα καθόδου των ανταρτών στην Αθήνα. Η σύσκεψη καταλήγει σε ναυάγιο, αφού διάφοροι (με προεξέχων τον Μάρκο Βαφειάδη) αντιδρούν καθώς για τη σύσκεψη δεν ήταν ενημερωμένο το κόμμα. (Χαριτ) Αποφασίζουν να στείλουν τον ίδιο και πράγματι σε δυο μέρες παίρνει μέρος σε συνεδρίαση του ΠΓ όπου και το ενημερώνει για τις προθέσεις τους. Ο ίδιος περιγράφει τις αντιδράσεις τις ηγεσίας του ΚΚΕ: «Οι σχέσεις μας με τους άγγλους, όσο και στην εθνική κυβέρνηση δεν είναι τόσο άσχημες και δεν δίνουν αφορμές για ανησυχίες, κλπ, κλπ. Ύστερα από τα παραπέρα είδα ότι ήταν άσκοπη κάθε προσπάθεια να πειστούν…» (4) Τις ίδιες μέρες, μια σύσκεψη 150 στελεχών των κομματικών οργανώσεων βάσης της Αθήνας προτείνουν ότι θα πρέπει άμεσα να συγκρουστούν με τις ένοπλες συμμορίες της δεξιάς και του άγγλους.

Τα τελευταία τσαλιμάκια

Το ΚΚΕ μπορεί να έκρυβε από τον ελληνικό λαό το ρόλο των άγγλων ιμπεριαλιστών στην καταστολή της εξέγερσης της Μέσης Ανατολής. Το ίδιο όμως δεν είχε καμιά αυταπάτη ούτε για το ποιόν, ούτε για το ρόλο της Ορεινής Ταξιαρχίας. Παρά τις δηλώσεις του για «Εθνική Ενότητα» και τους όρκους του στην αστική νομιμότητα, μπορεί να διακρίνει τους κινδύνους. Άλλωστε, δεν παύει να προειδοποιεί από το Ριζοσπάστη κάθε μέρα για τις διαθέσεις των «σκοτεινών κύκλων της αντίδρασης» και τους κινδύνους «φιλοβασιλικού πραξικοπήματος». Αλλά καθώς υπολογίζει πως στο νέο εθνικό στρατό θα έχει την μεγάλη πλειοψηφία, προτρέπει τα μέλη του και τους οπαδούς του να παρουσιαστούν αμέσως μόλις λάβουν την κλήση για κατάταξη.
Έτσι, ξεκινά ένας κύκλος διαπραγματεύσεων που θα διαρκέσει ως το τέλος του Νοέμβρη. Το ΚΚΕ κλωθογυρίζει σε συναντήσεις και ξανά συναντήσεις. Τελικά, βρίσκεται μια «συμβιβαστική» λύση. Η Ορεινή Ταξιαρχία δεν θα διαλυθεί, αλλά οι άντρες της θα πάρουν «μεγάλες άδειες». Το ΚΚΕ το δέχεται και ετούτο, αλλά η αστική τάξη αντίθετα με το ΚΚΕ δεν ψάχνει για κανένα συμβιβασμό. Μετά τη νέα υπαναχώρηση, οι διαβουλεύσεις οδηγούνται σε ναυάγιο οριστικά στις 23 Νοέμβρη.
Στις 24 Νοέμβρη ο Παπανδρέου παίρνει πίσω τις δεσμεύσεις του για την Ορεινή και δηλώνει πως δεν είναι τελικά δυνατόν να δώσει σε κανέναν άδεια. Την ίδια μέρα μάλιστα προχωράει σε μια απίστευτη πρόκληση. Ανακοινώνει τα ονόματα των αξιωματικών που θα είναι υπεύθυνοι για τη συγκρότηση της Προσωρινής Εθνοφυλακής, δηλ του νέου ελληνικού στρατού. Στους 14 ανώτατους αξιωματικούς οι 8 είναι διοικητές των κατοχικών Ταγμάτων Ασφαλείας! Σε λίγο ανακοινώνεται και το τελεσίγραφο του άγγλου διοικητή Σκόμπυ που ζητά την αποστράτευση του ΕΛΑΣ ως τις 10 Δεκέμβρη.
Το ΚΚΕ αντιδρά, αλλά συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις αντιπροτείνοντας ένα νέο σχέδιο, το οποίο προβλέπει την συγκρότηση εθνικού στρατού από την Ορεινή Ταξιαρχία, τον Ιερό λόχο, μια δύναμη του ΕΔΕΣ και μια δύναμη του ΕΛΑΣ ίση με το άθροισμα όλων των προηγούμενων. Ο Παπανδρέου το δέχεται και μπαίνει στις διαπραγματεύσεις, αλλά αιφνιδιάζοντας τους πάντες, στις 28 Νοέμβρη το ΚΚΕ με μια δευτερεύουσα πρόφαση καταγγέλλει κάθε συμφωνία και αρνείται το συμβιβασμό. Η ηγεσία του ΚΚΕ ξαφνικά σκληραίνει τη στάση της. Οι αιτίες βρίσκονται μακριά από την Αθήνα.
Το ίδιο διάστημα ο αγγλικός στρατός στο Βέλγιο και στη Νορβηγία κατέστειλε διαδηλώσεις των ΚΚ, αφήνοντας πίσω του νεκρούς. Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός προσπαθούσε μέσα από τον πόλεμο να αναστήσει τη βρετανική αυτοκρατορία. Οι ΗΠΑ, για τα δικά τους συμφέροντα, αντιτίθονταν σε κάτι τέτοιο. Ο Στάλιν από την άλλη προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για όφελος της γραφειοκρατικής κλίκας της ΕΣΣΔ. Οι Μεγάλοι Σύμμαχοι ετοιμάζονταν να θέσουν τις απαιτήσεις τους στο διπλωματικό τραπέζι στη Γιάλτα στο τέλος του Δεκέμβρη. (Τελικά, η Γιάλτα θα γίνει λίγο αργότερα, Φλεβάρη του 45). Μπροστά στη συνάντηση, ο Στάλιν αποστέλλει εντολή στα ΚΚ της Ευρώπης να προσπαθήσουν να διατηρήσουν τα όπλα τους, αλλά παράλληλα να αποφύγουν κάθε σύγκρουση με τα αγγλικά στρατεύματα με κάθε τρόπο.
Το βράδυ στις 27 προς 28 Νοέμβρη συνεδριάζει το ΠΓ του ΚΚΕ για το θέμα του αφοπλισμού. Σε αυτή τη συνεδρίαση μετέχει και ο Ποπώφ, ο σοβιετικός απεσταλμένος, που μεταφέρει αυτή την εντολή. Η συνεδρίαση πήρε την απόφαση να κωλυσιεργεί στις διαπραγματεύσεις και ο μόνος τρόπος ήταν να πάρει πίσω το σχέδιο που το ίδιο είχε προτείνει την προηγούμενη. Με αυτό τον τρόπο όμως, χωρίς καν να το καταλαβαίνει, επέσπευδε μια σύγκρουση την οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει. Ο Ροδάκης γράφει για αυτή την απόφαση: «Και επειδή αυτή η απόφαση του ΠΓ ήταν ένα πραγματικό δώρο για τον Τσώρτσιλ, που ήθελε να συντρίψει με τα όπλα το ΕΑΜ, κανένας από τότε δεν θα τολμήσει να μιλήσει γι αυτή τη σύσκεψη και για τον τρόπο που πάρθηκε η απόφαση για την καταγγελία της συμφωνίας που είχαν προωθήσει οι ίδιοι. (…) Την ευθύνη για την ακύρωση της συμφωνίας την είχε αποκλειστικά το ΠΓ του ΚΚΕ, με τον ηλίθιο υπολογισμό ότι θα μπορούσαν να παίξουν κρυφτούλι με τον Τσώρτσιλ!». (4)

Μπροστά στη σύγκρουση

Στο μεταξύ έληγε το τελεσίγραφο του Σκόμπυ και η αντίθετη πλευρά έδειχνε εντελώς αδιάλλακτη. Είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για διπλωματικούς ελιγμούς και το ΚΚΕ θα πρέπει πλέον ή να πειθαρχήσει ή να απειθαρχήσει. Ο χρόνος για τσαλιμάκια έχει πια σωθεί. Μπροστά στο αδιέξοδο αποφασίζει μια θεαματική κίνηση που θα του δώσει παράταση χρόνου. Επιχειρεί να «τρομάξει» την κυβέρνηση. Στις 2 Δεκέμβρη παραιτούνται από την κυβέρνηση οι τρεις υπουργοί της αριστεράς και παράλληλα καλούν σε γενική απεργία και παλλαϊκή συγκέντρωση για την επόμενη στο Σύνταγμα. Ακόμα και για την συγκέντρωση ζητά…άδεια από την κυβέρνηση. Παράλληλα κάνει έκκληση στους «μεγάλους συμμάχους» να μεσολαβήσουν. Την ίδια στιγμή που η ηγεσία του ΚΚΕ θέλει να δείξει στον Παπανδρέου πόσο «αποφασισμένη» είναι, δεν ξεχνά να αποκοιμίζει τον κόσμο, νομίζοντας ότι ξεγελά και τον ταξικό αντίπαλο. Την μέρα που ο Σκόμπυ έδινε το τελεσίγραφό του, την προηγούμενη που οι υπουργοί του παραιτούνται από την κυβέρνηση, ο Ριζοσπάστης δεν ξέχασε να γράψει πως: «με ειλικρινή χαρά ο ελληνικός λαός συμμετέχει στον παγκόσμιο γιορτασμό για τα 70χρονα του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας» (5).
Η ταξική πάλη όμως έχει τους νόμους της και δεν μπορεί το ΚΚΕ να την κοροϊδεύει πια με πονηριές. Η σύγκρουση του Δεκέμβρη έχει δρομολογηθεί. Αν και ο ΕΛΑΣ ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα, στο τέλος Νοέμβρη στην Αθήνα πλειοψηφούν οι ένοπλες δυνάμεις της αντίδρασης. Ο ΕΛΑΣ θα δώσει τη μάχη του Δεκέμβρη κυρίως με το Α’ Σώμα Στρατού, που αριθμούσε 4.500 άνδρες. Σε αυτούς θα προστεθούν και κάποιες δυνάμεις από την Πελοπόννησο, την Εύβοια και το ιππικό της Θεσσαλίας, οι περισσότερες όμως τυπικά, αφού στην πραγματικότητα πολλές από αυτές δεν πήραν μέρος στις μάχες, αλλά κρατούσαν τις διαβάσεις της Αττικής. Συνολικά ο Σιάντος υπολογίζει τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ σε 12.000 περίπου. Ο Φ. Γρηγοριάδης, σε 15.000, ενώ ο Σ. Γρηγοριάδης τους ανεβάζει στους 17.800. Οι Βρετανοί τις υπολογίζουν γύρω στους 12.000 άνδρες. Όλοι με ελαφρύ οπλισμό, χωρίς καθόλου βαριά όπλα. Με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ θα συνταχθεί η ο λαός της Αθήνας που, είτε έπαιρνε ενεργό μέρος στις μάχες συγκροτημένος συχνά σε «μεικτά συγκροτήματα», είτε αναλάμβανε κάθε άλλου είδους απαραίτητη άοπλη υπηρεσία. Για κάθε μαχητή που έπεφτε υπήρχαν δυο και τρεις να διεκδικήσουν το όπλο του. «Το Σύνταγμα των Ανατ. Συνοικιών που είχε τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη 1300 μαχητές, είχε απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες 800. Και σε τελευταία μέρα του Δεκέμβρη βρέθηκε με δύναμη 1800».

Από την άλλη, έχουμε την Ορεινή Ταξιαρχία με 3.500, τον Ιερό Λόχο με 500, τη Χωροφυλακή με 3.000. Δίπλα σε αυτούς παρατάσσονται τα εναπομείναντα Τάγματα Ασφαλείας ανασυγκροτημένα μετά την ήττα τους στην Πελοπόννησο από τον υφυπ. Στρατιωτικών Λ. Σπάη και τον Τσακαλώτο, περίπου 12.000 άνδρες, εξοπλισμένοι από τους βρετανούς. Οι βρετανοί αριθμούσαν 30.000 στρατιώτες συνολικά στην Ελλάδα, από τους οποίους μόνο οι 2.500 βρίσκονταν στην Αθήνα στην αρχή των συγκρούσεων.  Κατά τη διάρκεια του μήνα έφτασαν από την υπόλοιπη Ελλάδα και από το ιταλικό μέτωπο όπου αποσπάστηκαν συνολικά μέχρι τις 60.000. Στη μάχη χρησιμοποίησαν επίσης 80 αεροπλάνα, 200 τανκ και βαρύ πυροβολικό.

 

Ματωμένη Κυριακή

Η απεργία έχει απόλυτη επιτυχία. Την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, τεράστια πλήθη κατακλύζουν το Σύνταγμα. Οι εντολές του ΚΚΕ είναι ρητές: μόνο γαλανόλευκές και συμμαχικές σημαίες και προπάντων άοπλοι. Οι αστυνόμοι του Αγγέλου Έβερτ έχουν διαταγή να  πυροβολήσουν στο ψαχνό το άοπλο πλήθος. Οι νεκροί φτάνουν τους 21 και οι τραυματίες τους 140. Στο Σύνταγμα έσπασαν οι αυταπάτες για «εθνική ενότητα». Ο εργάτης, ο άνεργος, ο νέος, ξαναβρήκαν μπροστά τους το κράτος των αφεντικών και τον χωροφύλακα της δεξιάς και του Μεταξά. Δίπλα του, οπλισμένοι οι ταγματασφαλίτες και οι δοσίλογοι, οπλισμένοι από τους άγγλους και την «Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας». Και οι ίδιοι άοπλοι σύμφωνα με προτροπή του κόμματός τους, να δέχονται ανήμποροι τις σφαίρες. Την Κυριακή στις 3 του Δεκέμβρη σκίστηκε το πέπλο της εθνικής ενότητας. Η μάχη έχει αρχίσει ακόμη και ενάντια στη θέληση του ΚΚΕ του Ιωαννίδη και του Σιάντου. Το ίδιο απόγευμα θα προστεθούν άλλοι 7 νεκροί από χτύπημα των φασιστών στην Ομόνοια. Το βράδυ καταλαμβάνονται κάποια αστυνομικά τμήματα, κυρίως στον Πειραιά και τις δυτικές συνοικίες.
Το ΚΚΕ αιφνιδιάζεται απόλυτα από την εξέλιξη των γεγονότων. Πίστευε, όπως ξεκάθαρα έλεγε τότε ο Ρούσος από το ΠΓ ότι «με 400 χιλιάδες Αθηναίους – Πειραιώτες στους δρόμους θα αναγκάσουμε την κυβέρνηση να παραιτηθεί». Ο Σιάντος σε μια επίδειξη πυγμής δίνει διαταγή να χτυπηθεί η Ορεινή Ταξιαρχία και οι ταγματασφαλίτες που βρίσκονται στο Γουδί. Σε λίγες ώρες μετανιώνει και την ανακαλεί. Η ανάκληση δεν φτάνει ποτέ στο 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που έχει επωμιστεί το κύριο βάρος της επίθεσης και κινείται προς το Γουδί. Στη διαδρομή το σταματούν οι άγγλοι. Οι διαταγές είναι ρητές: Αποφυγή της σύγκρουσης με τους άγγλους με κάθε θυσία. Χωρίς να πέσει ούτε μια σφαίρα, ολόκληρο το 2ο Σύνταγμα, 1.200 άντρες, αφοπλίζεται από τους άγγλους.
Την επόμενη μέρα, 4 Δεκ, η κηδεία των θυμάτων μεταβάλλεται σε μαχητική διαδήλωση. Οι Χίτες θα την χτυπήσουν ξανά στη διάλυση της, από τα ξενοδοχεία της Ομόνοιας, που τους «κρατούσαν υπό περιορισμό» οι άγγλοι προκαλώντας 40 ακόμη νεκρούς. Το ΕΑΜ απαντά με…νέα έκκληση στους «Μεγάλους Συμμάχους». Όμως ο κόσμος είναι πλέον ασυγκράτητος: «Κάτω ο Παπανδρέου – κάτω το καθεστώς των δολοφόνων». Την ίδια νύχτα γενικεύονται οι επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα. Σχεδόν όλα πέφτουν στα χέρια του ΕΛΑΣ.
Ο Παπανδρέου έχει χάσει πια κάθε έλεγχο και αποφασίζει να παραιτηθεί. Γίνεται πρόταση στον Σοφούλη, που είχε τη φήμη πιο «διαλλακτικού» να σχηματίσει κυβέρνηση. Το ΚΚΕ δέχεται, το ίδιο και ο Σοφούλης. Αλλά οι άγγλοι έχουν άλλη γνώμη. Ο Τσώρτσιλ τηλεγραφεί στον άγγλο πρέσβη: «Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς». Ο Τσώρτσιλ βλέποντας την ελληνική αστική τάξη σε κατάσταση πανικού, αναλαμβάνει και την πολιτική της εκπροσώπηση. Τη στιγμή που η σύγκρουση έχει μπει στην τελική ευθεία, δεν υπάρχουν περιθώρια διπλωματικών ελιγμών. Το σύνθημα του Τσώρτσιλ είναι «πρώτα νίκη και μετά συμφωνία». Είναι πεισμένος ότι με την αριθμητική υπεροχή και την συντριπτική υπεροπλία σε βαρύ οπλισμό, μπορεί να τσακίσει τον ΕΛΑΣ και μεθοδεύει τη σύγκρουση.
Ο Παπανδρέου αναγκάζεται να υπαναχωρήσει και παραμένει στη θέση του πρωθυπουργού. Αλλά είναι πια μια διακοσμητική μαριονέτα. Μέχρι το τέλος των Δεκεμβριανών δεν θα πάρει ούτε μια απόφαση. Η πραγματική εξουσία βρίσκεται στον Σκόμπυ που πριν περάσει η μέρα κηρύσσει στρατιωτικό νόμο και στέλνει στον ΕΛΑΣ τελεσίγραφο για άμεση παράδοση του οπλισμού.

 

Όχι τους άγγλους

Το ΕΑΜ απαντά με μια ευχή: «Ευελπιστούμε ότι δεν θα θελήσετε να εφαρμόσετε την διαταγήν ταύτην». Πριν εκπνεύσει ξεκινούν οι επιθέσεις. Τα πρώτα αγγλικά τανκ το απόγευμα της 5 Δεκ χτυπούν ένα οδόφραγμα στη Μάρνης.
Ακόμη και τώρα, το ΚΚΕ διατάζει καμιά σύγκρουση με τους άγγλους, ακόμη και όταν ξεκινάνε πρώτοι την επίθεση. Για να εξασφαλίσει την εγγύηση ότι θα περάσει αυτή η γραμμή, αναλαμβάνει ο ίδιος ο Σιάντος απόλυτος αρχηγός της ΚΕ του ΕΛΑΣ. Το πρώτο μέτρο του είναι να ξαποστείλει τον Άρη και τον Σαράφη στην Ήπειρο. Επιπλέον, μπλοκάρει τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην επαρχία. Διατάζει τον μεγάλο όγκο των δυνάμεων του ΕΛΑΣ να επιτεθούν στους εθνικιστές του Ζέρβα στην Ήπειρο και του Αντών Τσαούς στη Μακεδονία. Στρατιωτικό λάθος; Όχι μόνο. Είναι η πιστή εφαρμογή της αποφυγής κάθε σύγκρουσης με τους άγγλους και την αστική τάξη και της προσπάθειας να «αναγκάσουν» τους άγγλους σε ουδετερότητα.
Όχι μόνο δεν καλεί τον αξιόμαχο ΕΛΑΣ στην Αθήνα, αλλά τον αποκρίνει και από Θεσσαλονίκη και Βόλο, που βρίσκονταν σοβαρές βρετανικές δυνάμεις. Ανενόχλητοι οι βρετανοί συρρέουν στην Αθήνα. Έχουν καταγραφεί τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις που καπετάνιοι του ΕΛΑΣ ζήτησαν να εμποδίσουν τα βρετανικά στρατεύματα να φτάσουν στην Αθήνα και η αυστηρή άρνηση του Σιάντου. «Ο Αμάρμπεης που κατέβαινε στην πρωτεύουσα με ρουμελιώτες αντάρτες βλέπει ένα αγγλικό σύνταγμα να προπορεύεται και ενημερώνει πως θα το αφοπλίσει. Ο Σιάντος το απαγορεύει: -Να το αφήσετε να περάσει. Ο Αμάρμπεης αγαναχτεί: -Αύριο αυτό το σύνταγμα θα μας πολεμάει στην Αθήνα. –Να το αφήσετε να περάσει!». ( 7, σ.499) Ο Σιάντος επιδιώκει να αποφύγει τη σύγκρουση με κάθε τρόπο. Μετά την ήττα θα κατηγορηθεί από τον Ζαχαριάδη, σύμφωνα με τη συνηθισμένη σταλινική πρακτική, ότι ήταν «πράκτορας των άγγλων». Κανένας όμως από ολόκληρη την ηγεσία του ΚΚΕ, ούτε από τη Σοβιετική Ένωση με την οποία είχαν καθημερινή επαφή, αντέδρασε ή έστω αμφισβήτησε τις διαταγές του «πράκτορα των άγγλων».
Η διαταγή που απαγόρευε τη σύγκρουση με τους βρετανούς θα ανακαλεστεί μια βδομάδα αργότερα. Απλά η ηγεσία του ΚΚΕ αναγνώριζε εκ των υστέρων την πραγματικότητα. Στην Αθήνα οι μάχες (και οι επιθέσεις στους άγγλους) έχουν αρχίσει παρά τις προσπάθειες του ΚΚΕ να τις εμποδίσει. Γιατί τίποτα πια, ούτε οι διαταγές του ΚΚΕ, δεν μπορεί να συγκρατήσει τους ΕΛΑΣίτες αντάρτες και τον λαό της Αθήνας.
Στις 6 Δεκ οι μάχες φουντώνουν σε όλη την πόλη. Μέσα σε λίγες ώρες, όλη σχεδόν η Αθήνα είναι στον έλεγχο του ΕΛΑΣ, εκτός από το κέντρο. Η αντίδραση έχει περιοριστεί σε έναν κύκλο που ορίζεται από Ομόνοια και Κάνιγκος, Πατησίων μέχρι Πολυτεχνείο, Στουρνάρα, Ακαδημίας, Σόλωνος, Κολωνάκι, Βας. Σοφίας, Αμαλίας, Στήλες Ολυμπίου Διός, αρχή της Συγκρού, Μακρυγιάννη, Μητροπόλεος, Ερμού, Αθηνάς. Σε αυτά τα λίγα τετραγωνικά χλμ και στους δυο λόφους του κέντρου –Λυκαβηττός, Ακρόπολη- που οι Αθηναίοι έχουν βαφτίσει ειρωνικά «Σκομπία», περιορίζεται το αστικό κράτος στην Ελλάδα. Έξω από το κέντρο υπάρχουν κάποιοι θύλακες της αντίδρασης στους οποίους ξεκινάν και οι μάχες: Σημαντικότερος το Γουδί, που στρατωνιζόταν η Ορεινή Ταξιαρχία και οι περισσότεροι από τους ταγματασφαλίτες. Στου Μακρυγιάννη με σημαντική δύναμη χωροφυλακής. Στο Θησείο στα γραφεία της «Χ». Οι φυλακές Αβέρωφ στους Αμπελόκηπους που άγγλοι και χωροφύλακες κρατούσαν τους πιο διάσημους συνεργάτες των ναζί. (στη διάρκεια των μαχών θα τους ελευθερώσουν όλους). Στην Ευελπίδων. Στην πλατεία Βάθης και Αχαρνών που στεγάζονταν ταγματασφαλήτες. Στην Γενική Ασφάλεια, στην Διοίκηση Χωροφυλακής, κ.ά. Παρόμοιες εστίες υπάρχουν και στον Πειραιά, και στην Κηφισιά.  Ο κόκκινος Δεκέμβρης έχει αρχίσει.
Μετά το πρώτο κύμα των σαρωτικών επιθέσεων η ΚΕ του ΕΛΑΣ νομιμοποιεί τις επιθέσεις με μια ανακοίνωση: «Εμπρός για την τελική νίκη. Για το ξερίζωμα του φασισμού. Για την Λαοκρατία». (6, σ.232) Η ορμητική επίθεση του λαού της Αθήνας πανικοβάλει τους αστούς.

Το απαραβίαστο κέντρο

Η προοπτική της νίκης όμως φαίνεται πως πανικοβάλει και… το ΚΚΕ. Στις 7 Δεκ συνέρχεται το ΠΓ του ΚΚΕ σε μια ιστορική και θυελλώδης συνεδρίαση. Την στιγμή που οι μάχες λυσσωμανούν, η συνεδρίαση, αναιρεί την προηγούμενη ανακοίνωση του ΕΛΑΣ, καταδικάζει την ένοπλη εξέγερση για την κατάληψη της εξουσίας, και αναστέλλει την έφοδο στο κέντρο της Αθήνας. Η ανακοίνωση δηλώνει: «Ο αγώνας μας είναι καθαρά εσωτερικός. Οι σύμμαχοι άγγλοι πρέπει να μείνουν ουδέτεροι και τους βεβαιώνουμε ότι δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο». (7 σ 448) Η έφοδος στο κέντρο ματαιώνεται. Το κέντρο είναι το επιτελείο αστών και βρετανών. Είναι τα σύμβολα αλλά και τα πραγματικά στηρίγματα της αστικής τάξης. Είναι η εξουσία. Οι μάχες θα συνεχίζονται σφοδρές, αλλά το κέντρο της Αθήνας θα είναι απαραβίαστο.
Η αντίδραση όμως δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Την ίδια μέρα που το ΚΚΕ ζητούσε από τους άγγλους να μείνουν ουδέτεροι, αυτοί ξεκινάν να βομβαρδίζουν τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας. Οι πρώτες βόμβες πέφτουν στην Καισαριανή. Από την επόμενη μέρα στους βομβαρδισμούς μπαίνει και η αγγλική αεροπορία, και ο στόλος που βρισκόταν στον Φαληρικό Όρμο. Οι βομβαρδισμοί είναι συστηματικοί και σκληροί με στόχο το λαό της Αθήνας. Οι περιοχές που δοκιμάζονται πιο σκληρά είναι ο Πειραιάς, η Δραπετσώνα, η Κοκκινιά, το Περιστέρι, η Καισαριανή και ο Βύρωνας. Οι νεκροί από τις αγγλικές βόμβες υπολογίζονται σε εκατοντάδες, αλλά κανένας ιστορικός μέχρι σήμερα δεν έχει αριθμήσει τους νεκρούς των βομβαρδισμών.
Σε απάντηση ο ΕΛΑΣ δεν έχει καθόλου βαρύ οπλισμό για να προστατέψει το λαό της Αθήνας. Σε όλη την πρωτεύουσα υπάρχουν 2 πεδινά πυροβόλα, όταν μόνο από τις μάχες του Οκτώβρη στη Μακεδονία είχε κερδίσει 100! Το «Συγκρότημα Μηχανημάτων», ο σχηματισμός βαρύ οπλισμού που συγκρότησε ο Άρης στην Πελοπόννησο και συνέβαλε καθοριστικά στις νίκες του ΕΛΑΣ σε Πύργο, Γαργαλιάνους και Μελιγαλά, βρίσκεται στην αχρηστία στην Μεσσηνία.
Οι σημαντικότερες μάχες διεξάγονται σε δύο σημεία. Στο Γουδί και στου Μακρυγιάννη. Η σύγκρουση σε αυτά τα δύο σημεία είναι σφοδρή. Οι βρετανοί θα ρίξουν εκεί τα τάνκς και τα θωρακισμένα και προκαλούν μεγάλες απώλειες στους αντάρτες. Σε αυτά τα δύο σημεία καθηλώνεται η έφοδος των ανταρτών μπροστά στα βρετανικά τανκ. Αλλά ούτε να εκκαθαρίσουν το πεδίο της μάχης μπορούν. Σε Γουδί και Μακρυγιάννη οι μάχες θα διαρκέσουν για μέρες.
Ο ΕΛΑΣ ωστόσο εξαρθρώνει έναν – έναν όλους τους θύλακες της αντίδρασης. Πρώτα καταλαμβάνεται η Διεύθυνση Χωροφυλακής με πολλούς αξιωματικούς. Διαλύει τους χίτες στο Θησείο και τους ταγματασφαλήτες στην πλατεία Βάθης. Η επίθεση στη σχολή Ευελπίδων κρατάει τρεις μέρες πριν πέσει στον ΕΛΑΣ. Ο Σκόμπυ κρατά απεγνωσμένη άμυνα. Ξέρει ότι ο Τσώρτσιλ στέλνει ενισχύσεις και οι εντολές του λένε «Καμία συμφωνία πριν τη νίκη». Η απίστευτη διστακτικότητα του ΚΚΕ του δίνει θάρρος. Η ηγεσία του ΚΚΕ ακόμα και τώρα δεν θέλει την νίκη αλλά πιέζει για συμφωνία. Στις εκκλήσεις των ανταρτών να κατέβουν στην Αθήνα, τους το απαγορεύει. Τα ανακοινωθέντα της Κ.Ε. έχουν σταθερό μοτίβο «Τα επεισόδια στην Αθήνα έχουν τοπικό χαρακτήρα και θα διευθετηθούν».

Σε μία κλωστή

Ακόμη κι έτσι όμως τα πράγματα για τους άγγλους και τους αστούς έχουν γίνει πολύ δύσκολα. Στις 9 Δεκ  ο Τσώρτσιλ ζητά κατεπειγόντως ενισχύσεις από το ιταλικό μέτωπο. Αλλά δεν φτάνει. Στις 11 Δεκ. ο ίδιος ο βρετανός  στρατάρχης Αλεξάντερ φτάνει στην Αθήνα. Τηλεγραφεί: «Η κατάσταση είναι περισσότερο άσχημη απ’ ότι φανταζόμαστε. Οι βρετανικές δυνάμεις ευρίσκονται πολιορκημένες εις το κέντρο της πόλης». (6, σ 212)
Τις επόμενες μέρες οι μάχες κορυφώνονται. Οι αγγλικές ενισχύσεις κάνουν απόβαση σε Μοσχάτο – Τζιτζιφιές, αλλά καθηλώνονται εκεί από τον ΕΛΑΣ του Πειραιά. Μέχρι τις 13 οι θύλακες της αντίστασης έχουν πέσει σχεδόν όλοι και την ίδια μέρα ο ΕΛΑΣ κυριεύει τα αεροδρόμια Τατοϊου και Ελευσίνας. Ο Σκόμπυ εναποθέτει όλες τις ελπίδες του πια στις ενισχύσεις που περιμένει. Και τότε έρχεται το νέο χτύπημα. Σε επίθεση του ο ΕΛΑΣ στο Μοσχάτο συντρίβει τα στρατεύματα που μόλις είχαν αποβιβαστεί και συλλαμβάνει 120 άγγλους αιχμάλωτους.
Ο Σκόμπυ καταρρέει. Συζητά με τον Αλεξάντερ να εγκαταλείψουν το κέντρο και να συμπτυχθούν στο αεροδρόμιο περιμένοντας περισσότερες ενισχύσεις. Οι έλληνες καπιταλιστές βλέπουν το τέλος τους. Ο Τσακαλώτος, ο πραγματικός διοικητής των ελληνικών δυνάμεων της δεξιάς περιγράφει τις αγωνιώδεις προσπάθειες να μεταπειστεί ο Σκόμπυ: «Εχρειάσθηκαν διαβήματα της κυβερνήσεως αλλεπάλληλα. Εχρειάσθει προσωπική παρέμβασις του ειδοποιηθέντος βασιλέως προσωπικώς προς τον Τσώρτσιλ. Παρεσχέθησαν υποσχέσεις μεγαλυτέρας ενισχύσεως και ούτω επετεύχθη η αποτροπή της απομακρύνσεως των βρετανικών δυνάμεων από την πόλη των Αθηνών». (6, σ.225) Η μόνη απάντηση σε στρατιωτικό επίπεδο είναι να εντείνουν τον βομβαρδισμό των λαϊκών συνοικιών σε αναμονή των ενισχύσεων. Αλλά, όσο συνεχίζουν να βομβαρδίζουν τις εργατικές συνοικίες με ρουκέτες, τόσο Σιάντος και Ιωαννίδης τους βομβαρδίζουν με προτάσεις ειρήνης. Και ενώ ο Σκόμπυ και η ελληνική δεξιά κρέμεται από μία κλωστή, το ΚΚΕ τείνει για μια ακόμη φορά χέρι βοήθειας. Στέλνει τον Πορφυρογένη για να διαπραγματευτεί ειρήνη με το Σκόμπυ! Όταν η κυβέρνηση απαντάει αρνητικά και στην τελευταία, το ΚΚΕ καλεί σε… “παλλαϊκή διαδήλωση”. Ειρωνεία: λίγες ώρες αργότερα φτάνουν οι αγγλικές ενισχύσεις. Καταφέρνουν να αποβιβαστούν στο Φάληρο. Μέχρι τις 20 Δεκ θα έχουν έρθει τεράστιες δυνάμεις. 4,5 εκατομμύρια λίβρες οπλισμού και υλικού, 2 πλήρεις αγγλικές μεραρχίες και μερικές μονάδες αποικιακού πεζικού. Στις 20, ο στρατός της αντίδρασης περνά σε αντεπίθεση.

Οι αγγλικές ενισχύσεις

Οι αγγλική αντεπίθεση ξεκινάει από τα νότια, από το Φάληρο και το Μοσχάτο. Στις 18 Δεκ παίρνουν τον λόφο του Προφ. Ηλία που δεσπόζει στον Πειραιά, δημιουργώντας ασφαλή κάλυψη στην απόβαση των ενισχύσεων.
Ο ΕΛΑΣ εξακολουθεί να δίνει νικηφόρες μάχες στην υπόλοιπη Αθήνα. Μετά από σκληρές μάχες ημερών καταλαμβάνει τις φυλακές Αβέρωφ και την ίδια μέρα με επίθεση καταλαμβάνει τα κτίρια
της βρετ. Αεροπορίας στην Κηφισιά πιάνοντας 550 αιχμάλωτους. Είναι φανερό πως κάθε σχηματισμός μάχεται ασυντόνιστα κάνοντας ότι μπορεί. Γιατί δεν υπάρχει καμιά σοβαρή μέριμνα να εμποδιστεί η απόβαση των αγγλικών ενισχύσεων στις νότιες συνοικίες. Στις 19 Δεκ οι άγγλοι μπαίνουν στα πρώτα σπίτια της Καλλιθέας και την επόμενη καταφέρνουν να αποβιβαστούν και στη Δραπετσώνα.
Ο Χαριτόπουλος περιγράφει μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή: «Ο Περικλής, καπετάνιος του 42ο Συντάγματος του ΕΛΑΣ που έχει φτάσει στην Αθήνα κατά το ήμισυ –το άλλο τάγμα είναι ακόμη στην Άμφισσα- παίρνει εντολή να τοποθετήσει ένα τμήμα κατά μήκος της ακτής Σκαραμαγκά, για να αποκρούσει τυχόν αγγλική απόβαση. Η αποστολή είναι επιεικώς αστεία. Τι θα μπορούσαν να κάνουν τα αντάρτικα ντουφέκια αν εμφανίζονταν τα αγγλικά πολεμικά. Καθώς ο Περικλής ορίζει στους άνδρες τις θέσεις τους, ο καπετάνιος του τμήματος Κ. Αμπλιανίτης του λέει σαρκαστικά: -Δεν μας έφερνες και μερικές πινακίδες να γράφουνε «απαγορεύεται αυστηρώς η απόβαση» να τις βάλουμε σε όλη την ακτή;» (7)
Ακόμη κι έτσι, στη Δραπετσώνα και στο Κερατσίνι η αγγλική απόβαση θα σκοντάψει σε πρωτοφανή αντίσταση. Οι μάχες μέτρο το μέτρο θα κρατήσουν πολλές μέρες. Ο λόφος του Αγ. Γεωργίου που δεσπόζει στο λιμάνι στο Κερατσίνι θα καταληφθεί από τους άγγλους και θα ανακαταληφθεί από τον ΕΛΑΣ 4 φορές σε ένα βράδυ.
Αντίθετα, στην Καλλιθέα οι άγγλοι κατορθώνουν να σταθεροποιηθούν και σιγά-σιγά να κερδίζουν τις νότιες συνοικίες. Στις 21 Δεκ καταλαμβάνουν όλη την Καλλιθέα και μπαίνουν στη Νέα Σμύρνη. Ο ΕΛΑΣ συμπτύσσεται στη Δάφνη.
Οι αντάρτες πια δίνεουν τη μάχη από σπίτι σε σπίτι. Απ’ όπου φεύγει ο ΕΛΑΣ αρχίζει η τρομοκρατία των φασιστών. Οι συνοικίες που είχαν γνωρίσει τη φρίκη του βομβαρδισμού, γνωρίζουν τώρα τη λευκή τρομοκρατία. Πολλοί εργάτες εκτελούνται στους δρόμους και εκατοντάδες άλλοι στέλνονται σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στη Λιβύη.
Όσο σταθεροποιούνται οι άγγλοι στις νότιες συνοικίες, οι αποκλεισμένες δυνάμεις της δεξιάς στο κέντρο επιχειρούν ένα άνοιγμα από το Θησείο. Στο Θησείο συνήθιζε το κράτος να δίνει οικόπεδα στους απόστρατους αξιωματικούς του στρατού. Έτσι, με την έναρξη των μαχών η περιοχή αυτή είναι πραγματική σφηκοφωλιά της αντίδρασης. Χτισμένο στο στρατηγικό σημείο του Φιλοπάππου, ελέγχει τις δυτικές γειτονιές της Αθήνας. Οι συγκρούσεις σε Θησείο – Πετράλωνα – Ψυρρή το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκέμβρη είναι ίσως οι σφοδρότερες της μάχης της Αθήνας. Από τις 20 Δεκ μέχρι τις 27 που πέφτει στους ταγματασφαλίτες του Ψυρρή, οι αντάρτες δίνουν τη μάχη μέτρο με μέτρο.
Παρά την ηρωική αντίσταση όμως η πλάστιγγα γέρνει πια με το μέρος της αντίδρασης. Οι εξουθενωμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ δεν μπορούν να αντισταθούν στις υπέρμετρες δυνάμεις του αντιπάλου.

Ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα

Τα γεγονότα της Αθήνας προκαλούν θύελλα αγανάκτησης σε όλο τον κόσμο και ειδικά  στη Αγγλία. Σε ολόκληρη τη διάρκεια των μαχών το ΚΚΕ δεν έκανε καμιά απολύτως απεύθυνση στους εργαζόμενους και τους λαούς  του υπόλοιπου κόσμου. Αντίθετα, όλες του τις εκκλήσεις –πάντα για ειρήνη- τις απευθύνει στις συμμαχικές κυβερνήσεις. Από την άλλη, ο Στάλιν σκεπάζει τα γεγονότα της Αθήνας με ένα πέπλο σιωπής. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «Πράβντα» όσο διάστημα διαρκούσε η σύγκρουση στην Αθήνα δεν έγραψε ούτε μισή γραμμή πάνω στο ζήτημα. Αντίθετα, μεταδίδει για την Αθήνα τις ανταποκρίσεις του BBC! Αφήνει έτσι τον Τσώρτσιλ εντελώς ανενόχλητο να παρουσιάζει τα γεγονότα με όποιο τρόπο του αρέσει. Για να κάνει πιο εύκολη τη συμμετοχή του Στάλιν στη συνομωσία σιωπής, ο Τσώρτσιλ δηλώνει πως υπεύθυνοι για τις συγκρούσεις στην Αθήνα είναι… οι τροτσκιστές. Ακόμη κι έτσι όμως, η παγκόσμια εργατική τάξη πληροφορείται έστω και στρεβλά, τα γεγονότα της Αθήνας. Η κατακραυγή είναι τεράστια. Ο Τσώρτσιλ αντιμετωπίζει σκληρή αντιπολίτευση μέσα στην ίδια την Αγγλία, που φτάνει μέχρι και το βρετανικό κοινοβούλιο.
Και ενώ ο στρατός της αντίδρασης σταθεροποιεί σιγά-σιγά τις θέσεις του στην Αθήνα, έρχεται ξαφνικά ο Τσώρτσιλ με το επιτελείο του ανήμερα τα Χριστούγεννα σε ρόλο… «μεσολαβητή». Το ταξίδι του έχει τρεις στόχους: Να βοηθήσει στη λύση της πολιτικής εκπροσώπησης της αστικής τάξης και να δρομολογήσει τις παραπέρα κινήσεις της. Να ανασυγκροτήσει τη βρετανική στρατιωτική διοίκηση. Να χρησιμοποιήσει το ταξίδι σαν πολιτικό επιχείρημα στο εξωτερικό και ειδικά στην Αγγλία.
Στις 25 Δεκ η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Μεγάλης Βρετανίας βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και καταλύει στο ομώνυμο ξενοδοχείο στο Σύνταγμα. Ο ΕΛΑΣ, χρησιμοποιώντας το υπόγειο δίκτυο της Αθήνας, έχει παιδεύσει τα θεμέλια του ξενοδοχείου με μια τεράστια ποσότητα εκρηκτικών. Μια διαταγή αρκεί να τινάξει στον αέρα όλη την κλίκα των δολοφόνων. Η διαταγή δεν θα έρθει ποτέ, ούτε κανείς από το κλιμάκιο το υπεύθυνο για την έκρηξη θα τολμήσει να δράσει με δική του πρωτοβουλία. Στην εικόνα αυτή συμβολίζεται ολόκληρη η μάχη του Δεκέμβρη. Το επιτελείο της αντίδρασης συνεδριάζει πάνω σε ένα βουνό εκρηκτικά, τα οποία το ΚΚΕ δεν θα ενεργοποιήσει ποτέ.
Αντίθετα, αφήνει να εννοηθεί ότι ο Τσώρτσιλ στην Αθήνα ήρθε για συμβιβασμό και του ετοιμάζει υποδοχή ήρωα και βάζει τις καμπάνες των εκκλησιών να χτυπάν χαρμόσυνα! Το ΕΑΜ απευθύνεται στον αρχιδολοφόνο Τσώρτσιλ με μια επιστολή μνημείο δουλοπρέπειας: «Ο ελλήνικός λαός δεν έπαψε ούτε στιγμή να προσβλέπει με ακλόνητη πίστη και βαθειά ευγνωμοσύνη προς τους Μεγάλους Συμμάχους του και ιδίως προς την Μ. Βρετανία.». Εκεί κατηγορεί τον Σκόμπυ για την «παρεξήγηση» και παρακαλεί τον πρωθυπουργό να τον ανακαλέσει στην τάξη: «Πιστεύουμε ότι η εδώ παρουσία σας και το μέγα κύρος σας σαν αρχηγού της Μ. Βρετανίας θα συντελέσουν στην ταχύτερη εξομάλυνση μιας απαράδεκτης κατάστασης». (6, σ. 310)
Ακόμη κι αν ο Τσώρτσιλ ήταν υποψιασμένος για την ανασφάλεια της ηγεσίας του ΚΚΕ, μένει άναυδος μπροστά σε τέτοια δουλοπρέπεια. Αποφασίζει να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία στο έπακρο για να πετύχει το μέγιστο του συμβιβασμού. Και ενώ οι μάχες εξακολουθούν να μαίνονται, στις 26 καλεί τους αστούς πολιτικούς της Αθήνας  σε σύσκεψη. Οι ηγέτες του ΚΚΕ, φυσικά, τρέχουν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα και ζητούν… «κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας». Η άλλη πλευρά είναι ανένδοτη.  Διάλυση του ΕΛΑΣ και παράδοση των όπλων. Η σύσκεψη, που βεβαίως σκοπός της δεν ήταν ο συμβιβασμός των αστών με το ΕΑΜ, δεν καταφέρνει να φτάσει σε καμιά συμφωνία. Στόχος της είναι να ανασυγκροτήσει την πολιτική ηγεσία, αφού ο Παπανδρέου είχε καταντήσει πλέον μια σκιά. Με την παρουσία της η ηγεσία του ΚΚΕ απλώς ευλογεί και νομιμοποιεί την νεκρανάσταση του αστικού πολιτικού κόσμου της Αθήνας. Σε αυτό της το στόχο η συνδιάσκεψη πετυχαίνει, ορίζοντας αντιβασιλέα τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και αναθέτοντάς του να σχηματίσει νέα κυβέρνηση. Ο Δαμασκηνός έγινε αρχιεπίσκοπος επί κατοχής, όταν ο προκάτοχός του αρνήθηκε να ορκίσει την κυβέρνηση των δοσίλογων, παύτηκε, και ανέλαβε το δύσκολο έργο ο Δαμασκηνός. Ένας πορωμένος αντικομμουνιστής, που ενώ συνεργαζόταν άψογα με τους ναζί κατακτητές, έγκαιρα προσπάθησε και κατάφερε να προσεταιριστεί και τους άγγλους. Η κατρακύλα του ΚΚΕ δεν έχει πάτο. Όχι μόνο ψηφίζει τον Δαμασκηνό για αντιβασιλέα, αλλά πιέζει και για την εκλογή του! Σε αυτόν από εδώ και πέρα θα στέλνει εκκλήσεις προσφωνώντας τον «Μακαριότατε  Αντιβασιλέα». Το πολιτικό αδιέξοδο προσωρινά έχει λυθεί. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, αφού έκανε το έργο του αιματοκυλώντας το λαό της Αθήνας, παραμερίζεται σαν στημένη λεμονόκουπα. Η Ελλάδα αποκτά ξανά «νόμιμη» κυβέρνηση και μάλιστα με την απόλυτη συμφωνία του ΚΚΕ! Και ενώ οι μάχες στις γειτονιές δεν σταματούν, ο Δαμασκηνός προσπαθεί να σχηματίσει κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» και το ΚΚΕ πιέζει σε συμμετοχή του σε αυτή!
Ήδη έχει δρομολογηθεί η λύση του Πλαστήρα. Ο αντιμοναρχικός βενιζελικός στρατηγός σε παλαιότερες εποχές ήταν εξαιρετικά λαοφιλής. Σε όλη τη διάρκεια της κατοχής βρισκόταν στη Γαλλία. Από εκεί τον έφεραν οι άγγλοι να βοηθήσει σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Ο Πλαστήρας ήταν αντιμοναρχικός, αλλά ήταν και βαθειά αντικομμουνιστής. Θα αναλάβει με προθυμία το έργο που άφησε στη μέση ο Παπανδρέου.
Στις δύο μέρες που διεξάγεται η συνδιάσκεψη, ο αγγλικός στρατός αντεπιτίθεται σε όλα τα μέτωπα και ενισχυμένος με τις νέες δυνάμεις κερδίζει έδαφος. Ο Τσώρτσιλ αναχωρεί μετά τη συνδιάσκεψη απόλυτα ικανοποιημένος. Όταν η ηγεσία του ΚΚΕ του ζητά μια συνάντηση που θα έβαζε τέλος στην «παρεξήγηση», αυτός θα απαντήσει ευγενικά ότι η Ελλάδα έχει νόμιμη κυβέρνηση και με αυτή θα πρέπει να συναντηθούν. Αυτός, αν και θα ήθελε να βοηθήσει, δεν του επιτρέπεται να εμπλακεί στα εσωτερικά μιας ανεξάρτητης χώρας! Τους θυμίζει ότι «Οι Άγγλοι ήρθαν στην Ελλάδα με συγκατάθεση του Ρούσβελτ και του Στάλιν, επίσης δε με πρόσκληση και του ΕΛΑΣ στην Καζέρτα».
Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται από τον Στάλιν. Σε τρεις μέρες οι Σοβιετικοί αναγνωρίζουν την νέα κυβέρνηση και ανακοινώνουν την τοποθέτηση ρώσου πρεσβευτή στην Αθήνα.

Οι τελευταίες μάχες

Το τέλος είναι πια προδιαγραμμένο. Ο ΕΛΑΣ και ο λαός της Αθήνας εξακολουθεί να δίνει λυσσασμένες μάχες. Αλλά χωρίς στόχο, χωρίς ηθικό, μπροστά σε έναν πολύ ισχυρό αντίπαλο. Έχουμε πια έναν στρατό που δεν ξέρει γιατί πολεμάει, γιατί σκοτώνεται. Η τυφλή εμπιστοσύνη στην «φωτισμένη καθοδήγηση» του ΚΚΕ αρχίζει να κλονίζεται. Οι φωνές από τα αριστερά πληθαίνουν. Είναι αυτή η ηγεσία που κατόρθωσε να μετατρέψει μια έτοιμη νίκη σε ήττα, που εδώ θα φανεί σκληρή. Η εσωτερική αστυνομία του ΚΚΕ, η ΟΠΛΑ με επικεφαλής τον Μπαρζώτα αναλαμβάνει να καθαρίσει τις αντιρρήσεις από τα αριστερά. Και ενώ στα οδοφράγματα οι μάχες μαίνονται, η ΟΠΛΑ θα στέλνει ειδικά αποσπάσματα να συλλάβει τους διαφωνούντες. Πολλοί εκτελούνται επί τόπου, άλλοι δικάζονται από τα «λαϊκά δικαστήρια» στο Περιστέρι και εκτελούνται, αλλού η ΟΠΛΑ φεύγει άπρακτη, όταν οι υπερασπιστές των οδοφραγμάτων υπερασπίζονται τους διαφωνούντες. Ο Μπαρζώτας μετά τα Δεκεμβριανά θα περηφανεύεται ότι εκτέλεσε 800 τροτσκιστές. Οι περισσότεροι δεν ήταν τροτσκιστές, αλλά απλοί αγωνιστές, μέλη και φίλοι του ΚΚΕ, αγανακτισμένοι από την προδοσία.
Σε τέτοιες συνθήκες μόνο η ταξική λύσσα συγκρατεί τους μαχητές στα οδοφράγματα. Αλλά δεν φτάνει να αντιμετωπίσει τον κατά πολύ πια ανώτερο εχθρό. Στις 29 Δεκ πέφτει η Καισαριανή. Τα εγγλέζικα τάνκς συμπληρώνουν το έργο του βομβαρδισμού μετατρέποντας τη συνοικία σε ερείπια. Σε δυο μέρες επιχειρεί να σπάσει τον κλοιό και στα βόρεια, με μια επίθεση σε Χολαργό και από Τουρκοβούνια σε Φραγκοκκλησιά και Μαρούσι. Η επίθεση ανακόπτεται, αλλά μόνο προσωρινά.
Στο κέντρο της πόλης ο ΕΛΑΣ κρατάει ακόμη και αντιστέκεται στους Αμπελόκηπους – Γκύζη, στο Πολυτεχνείο και στο Μεταξουργείο – Κεραμεικό. Ο δρόμος όμως στις νότιες γειτονιές της Αθήνας είναι ανοιχτός για τις βρετανικές ενισχύσεις που φτάνουν κάθε μέρα. Αντίθετα, στα βόρεια, αν και η περιοχή ελέγχεται 100% από τον ΕΛΑΣ, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ μένουν καθηλωμένες στα όρια της Αττικής. Οι μονάδες που είχαν σκορπιστεί σε όλη την Ελλάδα, έχουν τσακίσει και τον Ζέρβα και τον Αντών Τσαούς από μέρες και κατευθύνονται προς την Αθήνα. Ο ίδιος ο Άρης έχει φτάσει στην Θήβα. Παρά τις επίμονες εκκλήσεις τους Ιωαννίδης και Σιάντος τους απαγορεύουν σταθερά την είσοδο στην πόλη ακόμη και τώρα, την τελευταία στιγμή. Όχι για να καταλάβουν την Αθήνα –αν και αυτό θα μπορούσε να γίνει ακόμη και τώρα- αλλά για να προστατέψουν τους ίδιους τους μαχητές του ΕΛΑΣ και τον αθηναϊκό λαό από την επίθεση της αντίδρασης. Οι καπετάνιοι από την άλλη, χωρίς να έχουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων στην Αθήνα (οι διαταγές ακόμη και τώρα ήταν του τύπου «τα επεισόδια είναι τοπικά και θα διευθετηθούν»), αλλά και χωρίς να μπορούν να αμφισβητήσουν συνολικά την προδοτική ηγεσία του ΚΚΕ, δεν παίρνουν καμιά ευθύνη ανεξάρτητης επιθετικής δράσης.
Στις 2 Γενάρη οι βρετανικές δυνάμεις εισχωρούν στα Τουρκοβούνια προς Γαλάτσι και βρίσκονται στα νώτα των ανταρτών. Μια προσπάθεια του ΕΛΑΣ να κάνει αντιπερισπασμό στην Καισαριανή προσκρούει στα βρετανικά τάνκς. Την επόμενη οι άγγλοι από τα Τουρκοβούνια επιτίθονται στου Γκύζη και στους Αμπελόκηπους, που πλέον έχουν περικυκλωθεί. Οι περισσότεροι αντάρτες καταφέρνουν να διαφύγουν σπάζοντας τον κλοιό με έφοδο, αλλά δεν υπάρχει πια άμυνα να ανακόψει την προέλαση των Βρετανών στις δυτικές συνοικίες. Ρίχνοντας όλα τα τάνκς και τα μηχανοκίνητα σε αυτή την κατεύθυνση, φτάνουν στις 4 Γενάρη μέχρι τον Κηφισό και μάλιστα τον περνούν σε δυο σημεία, στη γέφυρα της Ιεράς προς Αιγάλεω και της Κολοκυνθού προς Περιστέρι.

Η υποχώρηση

Το ίδιο βράδυ 4 προς 5 Γενάρη ο ΕΛΑΣ παίρνει διαταγή να εκκενώσει την πρωτεύουσα, αφήνοντας τις λαϊκές δυτικές συνοικίες στο έλεος των φασιστών. Ο υποχωρητικός ελιγμός γίνεται γρήγορα και με επιτυχία. Το μεσημέρι της 5 Γενάρη σχεδόν όλος ο στρατός του ΕΛΑΣ βρίσκεται στα βόρεια και τα δυτικά όρια της Αττικής. Μαζί αποχωρεί και η ηγεσία του ΚΚΕ. Ο Σιάντος από την ΚΕ του ΕΛΑΣ βγάζει την τελευταία ανακοίνωση προς τον λαό της Αθήνας. Η ανακοίνωση της ήττας είναι μνημείο αγυρτείας. Γραμμένη με την «παλιά καλή» μέθοδο του σταλινισμού. Όταν οι προδοσίες της ηγεσίας οδηγούν στη συντριβή έναν αγώνα, έρχονται πάνω στην ήττα να σκεπάσουν την προδοσία τους πίσω από «επαναστατικές» φράσεις. Τόσες μέρες οι ανακοινώσεις του ΚΚΕ έγλειφαν τους άγγλους. Τόσες μέρες λιβάνιζαν την καπιταλιστική νομιμότητα. Απαγόρευαν κάθε επιθετική πρωτοβουλία. Κατηγορούσαν για πράκτορα όποιον διαφωνούσε από τ’ αριστερά. Τώρα, την ώρα ακριβώς που ο ΕΛΑΣ αποχωρεί από την πρωτεύουσα ηττημένος, η ανακοίνωση καλεί το λαό της Αθήνας σε εξέγερση!! «Πολίτες στα όπλα. Ο αγώνας συνεχίζεται με ακόμη μεγαλύτερο πάθος. Η Αθήνα και ο Πειραιάς είναι αδούλωτοι. Η νίκη είναι δική μας». (6)
Φυσικά, την υποχώρηση και την ήττα δεν την ακολουθεί καμιά εξέγερση. Αλλά ούτε και οι συγκρούσεις τελειώνουν. Οι Βρετανοί, αν και γνωρίζουν ότι πλέον δεν υπάρχει κανένας αντάρτης του ΕΛΑΣ στην πόλη, συνεχίζουν να βομβαρδίζουν τις δυτικές συνοικίες. Ειδικά την ηρωική Κοκκινιά θα την βομβαρδίζουν συνεχώς επί 4 μέρες μετά την αποχώρηση του ΕΛΑΣ, μέχρι που την σώριασαν σε ερείπια.
Η υποχώρηση των ανταρτών δεν θα σταματήσει στα όρια της Αττικής όπου ήταν συγκεντρωμένος και ετοιμοπόλεμος στρατός των ανταρτών. Σε μια επίδειξη πανικού ο Σιάντος εξαναγκάζει τα εξουθενωμένα τμήματα του ΕΛΑΣ σε μια τρεχάλα στη Ρούμελη. Την δεύτερη μέρα κιόλας της υποχώρησης, ένα μικρό τμήμα του ΕΛΑΣ του Πειραιά παίρνει θέσεις άμυνας στην Κάζα και ανακόπτει την προέλαση των άγγλων. Αμέσως μετά τη μάχη, οργανώνει τα στενά για σταθερή άμυνα σκάβωντας χαρακώματα και ζητά ενισχύσεις. Αντί για ενισχύσεις, έρχεται η διαταγή να εγκαταλείψουν αμέσως τη θέση και να κινηθούν προς Βοιωτία. Το τμήμα συμμορφώνεται και ξεκινά μια πεζοπορία ως τις Πλαταιές και από εκεί, για το γύρο της Ρούμελης, αφού, σύμφωνα πάντα με τις διαταγές, κινήθηκε από Ελικώνα, Δίστομο, Αράχωβα, Άμφισσα, Γραβιά και Κομποτάδες, για να φτάσει τελικά μετά από μια βδομάδα στο Λιανοκλάδι της Λαμίας. Εκεί μαθαίνουν από ένα άλλο αντάρτικο τμήμα πως η εξήγηση για την βιαστική υποχώρηση ήταν πως το τμήμα που ανέλαβε να φυλάει το πέρασμα της Κάζας δεν κατάφερε να αποκρούσει τους άγγλους και τσακίστηκε…
Κανείς πια δεν καταλαβαίνει τι γίνεται. Βαδίζοντας χωρίς καμιά γραμμή άμυνας, κάτω από την καταδίωξη της βρετανικής αεροπορίας και του στρατού, η συντεταγμένη υποχώρηση γίνεται πορεία πανικού. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ θα φτάσουν μέχρι την Λαμία. Στις 14 Γενάρη υπογράφεται ανακωχή. Ο ΕΛΑΣ πρέπει να εκκενώσει ολόκληρη την περιοχή νότια της Λαμίας.
Στη Λαμία είναι συγκεντρωμένες πια οι μεγάλες δυνάμεις του ΕΛΑΣ, και αυτές που πολέμησαν στην Αθήνα, και όσοι μάταια περίμεναν τη διαταγή για κάθοδο. Ένας ισχυρός στρατός που διψά για εκδίκηση. Στο μυαλό όλων η απορία: «πως χάθηκε η πρώτη μάχη;» Και «πότε κατεβαίνουμε στην  Αθήνα;» Κανείς δεν μπορεί να χωνέψει τον τρόπο που έχασαν την Αθήνα μέσα από τα χέρια τους. Αλλά το σάστισμα, η μουρμούρα, ακόμη και η οργή, δεν μπορούν να αποτελέσουν από μόνα τους θετική διέξοδο. Ο Άρης ωρύεται και δηλώνει ανοιχτά πως ακόμη και ένας δεκανέας στη διοίκηση της μάχης της Αθήνας θα κατάφερνε να την κερδίσει. Πως μια ηγεσία που κάνει τέτοια «λάθη», πρέπει να στηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αλλά το πρόβλημα της ηγεσίας του ΚΚΕ δεν ήταν στρατιωτικό, ήταν πολιτικό. Η μάχη του Δεκέμβρη δόθηκε πριν αρχίσει, στη συμφωνία του Λιβάνου και της Καζέρτας. Το ΚΚΕ σταθερά επιδίωκε τη συμμαχία με τους έλληνες καπιταλιστές, αντί τη ρήξη μαζί τους. Μέχρι το τέλος έγλυφε τον «Μεγάλο Σύμμαχο», τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και τον Τσώρτσιλ.
Την κρίσιμη στιγμή της κορύφωσης, αντί να διεκδικήσει την εξουσία, προτίμησε να αναστήσει τη διαλυμένη αστική εξουσία και το κράτος των καπιταλιστών στα πόδια τους. Ακόμη και τη στιγμή του ο λαός της Αθήνας έδινε το αίμα του στα οδοφράγματα, οι σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ προσπαθούσε να πετύχει συμβιβασμό στα σαλόνια των καπιταλιστών.
Την κρίσιμη στιγμή λοιπόν μετά το Δεκέμβρη, τη στιγμή που ο ΕΛΑΣ είναι συγκεντρωμένος και ετοιμοπόλεμος στη Λαμία, δεν υπάρχει δύναμη που να μετατρέψει την αγανάκτηση σε επαναστατική δράση. Οι κριτικές στους Σιάντο – Ιωαννίδη, αν και οξείες σταματούν πάντα στο στρατιωτικό πεδίο, δεν επεκτείνονται στη συνολική πολιτική του ταξικού συμβιβασμού της ηγεσίας του ΚΚΕ, δεν μπορούν να αντιτάξουν μια εναλλακτική πολιτική πρόταση απέναντι στην προδοτική πολιτική της ταξικής συνεργασίας. Η οργή μένει βουβή. Ωστόσο, η γενική αίσθηση είναι πως χάθηκε μια μάχη, όχι ο πόλεμος. Στη Λαμία ένα νέο αντάρτικο τραγούδι τραγουδιέται αυθόρμητα: «Μας πήραν την Αθήνα μόνο για έναν μήνα – οι άγγλοι θα νικήσουν όταν οι μαύροι ασπρίσουν».
Οι σταλινικοί ηγέτες του ΚΚΕ θα φροντίσουν να τους ασπρίσουν. Η κάθοδος του ΕΛΑΣ στην Αθήνα δε θα γίνει ποτέ!  Μετά από μερικές μέρες διαπραγματεύσεων, το ΚΚΕ θα σφραγίσει και θα υπογράψει το μνημείο της προδοσίας: 12 του Φλεβάρη στην Βάρκιζα. Αντί της διαταγής για κάθοδο φτάνει η διαταγή για να διαλυθεί ο ΕΛΑΣ και να παραδώσει τα όπλα του. Οι αντάρτες επιστρέφουν ο καθένας στον τόπο του, άοπλοι, σε μια επαρχία που έχουν αρχίσει κιόλας να τρομοκρατούν οι πάνοπλες ακροδεξιές συμμορίες. Το κυνήγι έχει αρχίσει.

Επίλογος

Οι σταλινικοί ηγέτες του ΚΚΕ δε θα λογοδοτήσουν ποτέ για την προδοσία. Ο Ιωαννίδης θα προσπαθήσει να ρίξει ευθύνες για την ήττα στους προδομένους αγωνιστές με μια φράση μνημείο προστυχιάς «Είμαστε εκατομμύρια στο ΕΑΜ.  Μόνο στο ΚΚΕ 450.000. Ήταν παρά πολύ για να είναι κομμουνιστές. Αν είχαμε 100.000 πραγματικούς αγωνιστές θα είχαμε πάρει την εξουσία.» Ακόμα και σήμερα στέκονται αμήχανοι μπροστά στον Δεκέμβρη. Μιλάνε για «αντιαποικιακό αγώνα κατά των Άγγλων» ή ψελλίζουν μισόλογα για κάποια «λάθη». Αν είναι και αριστοτέχνες να παρουσιάζουν τις ήττες για νίκες, προτιμούν να γυρνάνε την κουβέντα στην «Εθνική Αντίσταση» . Είναι που η προδοσία του Δεκέμβρη-Βάρκιζας είναι τεράστια για να κουκουλωθεί με ψεύτικες δάφνες. Αλλά και οι νικητές αστοί νιώθουν άβολα.  Αφού κατασυκοφάντησαν τον Δεκέμβρη, προτιμούν να το ξεχάσουν. Καλύτερα να πανηγυρίζουν για το Γράμμο και το Βίτσι. Είναι γιατί θυμούνται πως για ένα μήνα αυτοί οι ίδιοι δρόμοι και τα κτίρια της Αθήνας είχαν καταληφθεί από τον ένοπλο λαό. Είναι που στις συνοικίες, ακόμα και σήμερα, υπάρχουν σπίτια που ο σοβάς δεν έχει σκεπάσει τις τρύπες από τις σφαίρες. Είναι που ξέρουν πολύ καλά πως, όταν η εξουσία τους κρεμόταν από μια κλωστή, μόνο η τεράστια προδοσία των σταλινικών τους γλίτωσε από το χείλος του γκρεμού.

 

Κ.Ρουσίτης

1. Ντέιβιντ Κλόουζ, Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα
2. Διαλέξεις – Συζητήσεις ΚΚΕ, ΚΔΚΕ, ΚΑΚΕ, από την εισήγηση του Καστρίτη από μέρους του ΚΔΚΕ.
3. Ντομινίκ Εν, Οι Καπετάνιοι
4. Π. Ροδάκη, Δεκέμβρης 44
5. Θ. Κουτσουμπός, Ο πόλεμος των χωρικών και η κοινωνική επανάσταση
6. Ν. Κεπέσης, Ο Δεκέμβρης του 44
7. Χαριτόπουλος, Άρης ο αρχηγός των ατάκτων
8. Οι ανατολικές συνοικίες του Δεκέμβρη του 44, μπροσούρα της 6ης Αχτίδας της ΚΟΑ του 45

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,750