//
archives

ΕΕ

This tag is associated with 6 posts

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στα πρόθυρα της χρεοκοπίας Να βάλει λουκέτο μια ώρα αρχύτερα (06/2005)

Το σκυθρωπό πρόσωπο του Λουξεμβούργου πρωθυπουργού Σαν Κλοντ Γιούνκερ μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για τον προϋπολογισμό 2007-2013 της Ε.Ε. δείχνει ακριβώς την απελπιστική κατάσταση που έχει περιέλθει η ιερή συμμαχία των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Ως προεδρεύων της Ε.Ε. βρέθηκε στη δεινή θέση να κάνει τις πρώτες δηλώσεις που κατέληγαν στο εξής συμπέρασμα: «Η Ε.Ε. δεν είναι σε κρίση, είναι σε βαθιά κρίση». Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις όλων των αρχηγών εκτός φυσικά από τον Καραμανλή που έδειχνε να είναι στον κόσμο του, και να ασχολείται όχι τόσο με το μέλλον της Ευρώπης όσο με τα 20 δις ευρώ που θα έπαιρνε η Ελλάδα αν οι διαπραγματεύσεις είχαν αίσιο τέλος.  Συνέχεια

Advertisements

Πλειοψηφία υπέρ του ‘Όχι’ στην Γαλλία (06/2005)

Να αποτελειώσουμε το εκτρωματικό όραμα της ‘Ευρωπαϊκής Ένωσης’
Εμπρος για το Ευρω-Σύνταγμα των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών Ευρώπης!


Ο Σιράκ θέλησε να κυρήξει δημοψήφισμα για την επικύρωση του αντιδραστικού Ευρωσυντάγματος έχοντας δύο στόχους.

Ο πρώτος να εδραιώσει πιο πολύ την θέση του μετά από την σιγουριά του 80 τοις εκατό απέναντι στο Λεπέν στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές.

Ο δεύτερος να διαιρέσει και να αποδυναμώσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) που φαινόταν διχασμένο σε αυτό το θέμα.

Το δεύτερο το κατάφερε. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα γνώρισε βαθύ διχασμό.
Όσο για το πρώτο, έπαθε πανωλεθρία!

Η ψήφος υπέρ του ‘Όχι’ στη Γαλλία έδειξε καθαρά την βαθιά διαίρεση της γαλλικής κοινωνίας. Στο Παρίσι, στις περιοχές που κατοικούνται από αστούς και μεσοαστούς η ψήφος ήταν κατα πλειοψηφία ‘Ναι’. Το Όχι ήταν δυνατό στην εργαστική τάξη που ζεί στα προάστια και τις παρυφές του Παρισιού.
Στην βιομηχανική περιοχή του Βορρά που έχει χτυπηθεί πολύ άσχημα από κλεισίματα εργαστασίων και “εκκαθαρίσεις” επιχειρήσεων, η ψήφος υπέρ του Όχι ήταν 81 τοις εκατό των βιομηχανικών εργατών, 60 τοις εκατό των υπαλλήλων και 79 τοις εκατό των ανέργων.

Η ψήφος της άκρας δεξιάς του Εθνικού Μετώπου του Λεπέν, των φοβισμένων των αγρο-κτηνοτρόφων και των εθνικιστικών κομματιών της γαλλικής κοινωνίας έχει ένα μερίδιο περίπου 55 τοις εκατό στην ψήφο του Όχι Παρόλα αυτά, ούτε ο Λεπέν ούτε και ο εθνικιστής Ντε Βιλλιέρ ηγήθηκαν της καμπάνιας.

Στις πιο πολλές εκδηλώσεις της άκρας αριστεράς συμμετείχαν ομιλητές από άλλες ευρωπαϊκές χώρες μιλώντας πολλές φορές διεθνιστικά και χειροκροτούμενοι από ενθουσιώδη κοινό. Τα συνθήματα που κυριάρχησαν δεν ήταν ούτε ξενοφοβικά ούτε ρατσιστικά.

Αυτό φάνηκε και από τον γενικό χαρακτήρα του ‘Όχι’, που πήρε μάλλον πιο τοπικά χαρακτηριστικά. Ο φόβος της ανεργίας, οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, ήταν αυτά που καθόρισαν τον ψήφο περισσότερο υπέρ του ‘Όχι’.

Το »Όχι’ ήταν ηχηρό χαστούκι στον αστικό πολιτικό κόσμο της Ευρώπης. Παρόλα αυτά έλειψε η πραγματική απάντηση και προοπτική ενάντια στην αντιδραστική Ευρωπαίκή Ένωση. Έλειψε ο λόγος για την διάλυση της ΕΕ και την αρχή για την θεμελίωση των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών Ευρώπης, όραμα των διεθνιστών-επαναστατών.

Και κάτι τέτοιο δυστυχώς έλειψε από τον λόγο της πληθυντικής ή άλλης αριστεράς της Γαλλίας. Εμπρός για να αποτελειώσουμε το εκτρωματικό Ευρωσύνταγμα και τα ευρωοράματα των καπιταλιστών!

Ακολουθεί ανταπόκριση συντρόφου από το Παρίσι για το ‘Όχι’ στο Ευρωσύνταγμα

Από τις προεδρικές εκλογές του 2002, όταν ο Σιράκ εκλέχτηκε με το ποσοστό ρεκόρ 80%, πολλά έχουν μεσολαβήσει. Η δεξιά συνέχισε την αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης της πληθυντικής αριστεράς, έχοντας όμως μια διαφορετική εκλογική πελατεία να ικανοποιήσει πέρασε μία σειρά από σκληρές «μεταρρυθμίσεις » σε παιδεία, κοινωνική πρόνοια, συνταξιοδοτικό και υγεία. Οι αντιδράσεις από την πλευρά των εργαζομένων δεν έλειψαν, με πιο πρόσφατη την κινητοποίηση στην δημόσια εκπαίδευση ενάντια στο νόμο Φιλιόν. Η κινητοποίηση αυτή, όπως και το κίνημα το Μάη 2003 ενάντια στο νομοσχέδιο για τις συντάξεις, ηττήθηκαν. Και το συναίσθημα μετά από αυτές τις ήττες ήταν απογοήτευση και μία αίσθηση ότι αυτή η κυβέρνηση καταφέρνει τελικά να περάσει αυτό που θέλει.

Οι περιφερειακές εκλογές του 2004 διεξήχθησαν μέσα σε ένα κλίμα έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας. Η δεξιά έχασε τότε όλες τις περιοχές της μητροπολιτικής Γαλλίας (εκτός από την Αλσατία). Οι εργαζόμενοι διαλέγοντας ανάμεσα στο κακό και στο χειρότερο έβγαλαν νικητές των εκλογών αυτούς που είχαν σταυρώσει το 2002: το πρώην κυβερνητικό μπλοκ του Γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος (ΣΚ), του κομμουνιστικού κόμματος (ΚΚΓ) και των πρασίνων.

Η πρώην πληθυντική αριστερά κέρδισε μία μάλλον ανεπιθύμητη νίκη. Ενώ έμενε απαθής όλο το προηγούμενο διάστημα, περιμένοντας να ξαναγυρίσει στην εξουσία το 2007 (χρόνος προεδρικών και βουλευτικών εκλογών) εκμεταλλευόμενη απλά την κυβερνητική φθορά της δεξιάς, τώρα καλούνταν να πάρει πρωτοβουλίες. Με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στο 2007 το ΣΚ ανακοίνωνε τότε την μελλοντική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος νίκης για…το 2007. Όσο για την κυβέρνηση της δεξιάς αυτή συνέχιζε ανενόχλητη την πολιτική της.

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Σιράκ ανακοίνωσε στα τέλη του 2004 την πιθανότητα διεξαγωγής ενός δημοψηφίσματος για την επικύρωση του ευρωσυντάγματος, στοχεύοντας μάλλον σε μία εύκολη εκλογική νίκη. Τα πρώτα γκάλοπ έδιναν στο Ναι ένα ποσοστό της τάξης του 65%. Το εσωτερικό δημοψήφισμα στο PS και στους πράσινους έδωσε την νίκη στο Ναι. Όχι όμως χωρίς αντιδράσεις. Το νούμερο 2 του PS, Φαμπιούς, έκανε γνωστό ότι, παρά το αποτέλεσμα του δημοψήφισμα τος αυτός θα συνεχίσει να καλεί για ψήφο στο Όχι. Πολλοί είναι οι μνηστήρες για το χρίσμα του υποψηφίου του PS στις προεδρικές του 2007 και αυτός κάνοντας μία προσωπική επιλογή πήρε το ρίσκο του Όχι.

Το ΚΚΓ ανακοίνωσε εξαρχής την αντίθεση του στο ευρωσύνταγμα και κάλεσε την συσπείρωση όλων των δυνάμεων της αριστεράς για την νίκη του Οχι. Ενώ ακόμα οι κινητοποιήσεις στην παιδεία ενάντια στο νόμο Φιλιόν δεν είχαν κλείσει (και με την κινητοποίηση των μαθητών να φουντώνει), οι αφίσες και τα πανό που το PCF κατέβαζε στις πορείες έδιναν το σύνθημα της «νίκης»: Όχι στο ευρωσύνταγμα.
Το PCF τέθηκε επικεφαλής της καμπάνιας για το Όχι με κύριους συμμάχους του ένα κομμάτι του PS και των πρασίνων και την LCR. Οι αφίσες που κολλούσε η Λίγκα το λέγανε ξεκάθαρα: «Όχι στο ευρωσύνταγμα και … στον Σιράκ». Αυτή η κοινή εκλογική καμπάνια πραγματοποιήθηκε με 2 μεγάλα μίτινγκ σε Παρίσι και Τουλούζη και με τη δημιουργία επιτροπών για το Όχι σε όλη την Γαλλία.

Η Lutte Ouvriere, αν και το 1992 είχε καλέσει σε αποχή από το δημοψήφισμα για το Μάαστριχτ, αυτή τη φορά πήρε θέση υπέρ του Όχι χωρίς να κάνει όμως καμπάνια.
Με την CGT να καλεί επίσημα την καταψήφιση του ευρωσυντάγματος, η καμπάνια ξεκίνησε υπέρ ενός Όχι που παρουσιαζόταν σαν καθοριστικό για τον τερματισμό της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και για μια «άλλη» Ευρώπη (όπως ελεύθερα ο καθένας την καταλαβαίνει).

Με τα ποσοστά του Όχι να ανεβαίνουν στα γκάλοπ, τα ΜΜΕ άρχισαν την δικιά τους καμπάνια υπέρ του Ναι. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της 29 Μάη έδωσαν την νίκη στο Όχι με 55% και με ένα ποσοστό συμμετοχής της τάξης του 70% (παρόμοιο με εκείνο του δημοψηφίσματος του 1992 για το Μάαστριχτ). Οι εργαζόμενοι ψήφισαν μαζικά κατά του ευρωσυντάγματος, μαυρίζοντας με την ψήφο τους την εσωτερική πολιτική της κυβέρνησης Σιράκ/Ραφαρέν.

Τα γκάλοπ δείχνουν ότι το 60% των ψηφοφόρων του PS ψήφισαν Όχι. Ο Φαμπιούς κέρδισε προς το παρόν το στοίχημα του: αν και διωγμένος πλέον από την ηγεσία του κόμματος (λόγω του καλέσματος του για το Όχι) μπορεί πλέον να παρουσιάζεται ως αυτός που αντιπροσωπεύει το «πραγματικό» ΣΚ, εν όψει πάντα των προεδρικών εκλογών του 2007.

Ο Σιράκ αντί να αλλάξει πολιτική, άλλαξε απλά τον πρωθυπουργό του με τον πρώην ΥΠΕΞ Ντε Βιλπέν. Με τις προγραμματικές του δηλώσεις ο νέος πρωθυπουργός ανακοίνωσε ένα νέο γύρο επιθέσεων ενάντια στην εργατική τάξη (με την κατάργηση αρχικά των συμβάσεων αορίστου διαρκείας) και νέες επιχορηγήσεις-δώρα για την εκλογική του πελατεία, τους μικροεπιχειρηματίες.
Το ΚΚΓ κάλεσε τον Σιράκ να σταματήσει την φιλελεύθερη πολιτική του και απεύθυνε ένα μεγάλο κάλεσμα σε όλες τις δυνάμεις τις αριστεράς (ακόμα και στα κομμάτια του ΣΚ και των πρασίνων που ψήφισαν υπέρ του ευρωσυντάγματος) για ένα ευρύ πολιτικό συνασπισμό. Ο στόχος τους δεν είναι άλλος από την δημιουργία μίας ακόμα πολιτικής συμμαχίας ικανής να κερδίσει τις εκλογές του 2007.
Η LCR ζητά την άμεση διάλυση της βουλής και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, προτείνοντας μία καμπάνια για το μάζεμα ενός εκατομμυρίου υπογραφών με το ίδιο αίτημα. Η κεντρική της επιτροπή καλεί στην επεξεργασία ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος για τον σχηματισμό μίας «εναλλακτικής αντικαπιταλιστικής κυβέρνησης».

Η κυβέρνηση της δεξιάς δεν άλλαξε την πολιτική της ούτε μετά την συντριπτική ήττα της στις περιφερειακές εκλογές του 2004 ούτε και τώρα εξαιτίας της καταψήφισης του ευρωσυντάγματος. Ούτε το χρηματιστήριο πτοήθηκε από το Όχι: από την επόμενη μέρα των εκλογών συνέχισε την ανοδική του πορεία.
Το ΚΚΓ κατάφερε να ξαναφτιάξει το αγωνιστικό του προφίλ και το «αντάρτικο» κομμάτι του ΣΚ να σώσει τα προσχήματα για το σοσιαλιστικό κόμμα χωρίς ούτε οι μεν ούτε οι δε να υπόσχονται τίποτα το συγκεκριμένο από μία πιθανή επάνοδο τους στην εξουσία το 2007.

Ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης είναι η κινητοποίηση των εργαζομένων. Ήδη κάποιες κινητοποιήσεις έχουν εξαγγελθεί, ιδίως στο χώρο των μέσων μαζικής μεταφοράς. Και εκεί ακριβώς είναι που θα πρέπει να ριχτούν όλες οι δυνάμεις της άκρας αριστεράς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΚΚΕ

Οι θέσεις του ΚΚΕ για την ΕΕ μεταμορφώνονται αργά , αλλά σταθερά . Στις ευρωεκλογές του 1999, το παλιό σύνθημα «Έξω από την ΕΟΚ», έγινε «Αποδέσμευση» και «Όχι στην ΕΕ των μονοπωλιων- Ναι στην Ευρώπη των λαών, της ειρήνης, του σοσιαλισμού». Συνέχεια

ΠΟΥ ΒΑΔΙΖΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ; (Ιούνιος 2003)

Η διεύρυνση της Ε.Ε. που αποφασίστηκε στο Γκέτεμποργκ το Δεκέμβρη του 2002 και ολοκληρώθηκε με τις υπογραφές στη Στοά του Αττάλου φέτος το Μάρτη, παρουσιάστηκε τουλάχιστον από τα ελληνικά ΜΜΕ σαν ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Μάλιστα η κυβέρνηση Σημίτη, εντελώς για προπαγανδιστικούς λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, σκηνοθέτησε ένα σόου στους πρόποδες της Ακρόπολης, προκειμένου να πείσει ακόμα και τους πιο δύσπιστους ότι η Ευρώπη, ακόμα κι αν έγινε κομμάτια κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής εισβολής στο Ιράκ, συνεχίζει απτόητη στο… δρόμο της, χάρη… στην ελληνική προεδρία.

Που οδηγεί όμως αυτός ο δρόμος; Ποια είναι τα επόμενα βήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη διεύρυνση; Που βρίσκεται η διαδικασία της πολιτικής ενοποίησης και τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Τελικά μπορεί να ενωθεί η καπιταλιστική Ευρώπη, να ξεπεράσει τα έθνη κράτη και να τα ενσωματώσει σε ένα νέο κοινωνικό σχηματισμό ή θα διαλυθεί στα εξόν συνετέθην;

Το να αναζητήσει κανείς, στην αστική προπαγάνδα, συγκεκριμένες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήταν σαν να ψάχνει ψήλους στ’ άχυρα. Ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν όχι η αιτία αλλά η αφορμή για να βγουν στην επιφάνεια οι εντελώς διαφορετικές στρατηγικές που επιφυλάσσουν για το μέλλον της Ε.Ε., οι δυνάμεις που την αποτελούν. Αλήθεια, όλοι αυτοί που τόσα χρόνια μας πιπιλίζουν το μυαλό για την «Ενωμένη Ευρώπη», μήπως μπορούν να μας εξηγήσουν πως την εννοούν οι άγγλοι καπιταλιστές και πως οι γερμανοί και οι γάλλοι συνάδελφοί τους; Κι όμως την ίδια στιγμή που η Ε.Ε. διευρύνεται, φτάνοντας τα 25 μέλη, βρίσκεται στη μεγαλύτερη υπαρξιακή της κρίση.

Όπως και να ‘χει το επαναστατικό εργατικό κίνημα πρέπει να κάνει τις προβλέψεις του, όχι μόνο γιατί αυτό θα βοηθήσει την υπεράσπιση των άμεσων ταξικών συμφερόντων, αλλά πολύ περισσότερο για να καλύψει το κενό που θα αφήσει μια ενδεχόμενη κατάρρευση της καπιταλιστικής Ε.Ε., θέτοντας στην αρένα τη δική του εναλλακτική λύση για την Ευρώπη. Μια λύση που πρέπει να έχει χρώμα. Γιατί η «εφικτή άλλη Ευρώπη» των εργατών και της επανάστασης μπορεί να είναι μόνο κόκκινη.

Κεφάλαιο και εθνικά σύνορα

Όποιος έχει μια στοιχειώδη σχέση με την νεώτερη ιστορία της Ευρώπης σίγουρα γνωρίζει ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές προσπαθούν να ενώσουν τις αγορές και τα κεφάλαιά τους. «Το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης δεν είναι καμία πονηρή εφεύρεση της διπλωματίας. Ξεπηδάει από τις συμπαγείς σαν βράχο οικονομικές ανάγκες της Ευρώπης, που γίνονται όλο και πιο κοφτερές και οδυνηρές όσο μεγαλώνει η πίεση των ΗΠΑ» (1).

 Ο κινητήριος μοχλός ήταν πάντα η αυθόρμητη τάση του κεφαλαίου να ξεπεράσει το ασφυκτικό όριο της εθνικής αγοράς. Ενώ αυτή η αγορά στην αυγή του καπιταλισμού ήταν τεράστια σε σχέση με τα τότε μεγέθη του κεφαλαίου, στη συνέχεια μίκρυνε εξαιτίας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι οποίες αναζήτησαν διέξοδο έξω από τα εθνικά σύνορα. Το κεφάλαιο όμως στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τα εθνικά σύνορα βρίσκεται αντιμέτωπο με τον προστατευτισμό της εθνικής αγοράς στην οποία επιχειρεί να εισβάλλει. «Ο προστατευτισμός αντανακλούσε τη διεθνοποίηση του οικονομικού ανταγωνισμού» (2).

 Αυτή ακριβώς η αυθόρμητη διαδικασία οδήγησε την Ευρώπη στους δύο παγκόσμιους πολέμους, δηλαδή σε μια προσπάθεια βίαιης ενοποίησης. Οι πόλεμοι αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με όλους τους προηγουμένους του 19ου αιώνα ενάντια στα απομεινάρια της φεουδαρχίας Ήταν ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι που στόχο είχαν να ξαναμοιράσουν και να ενώσουν εκ νέου τις ήδη υπάρχουσες καπιταλιστικές αγορές. Να πως περιέγραφε το 1923 ο Τρότσκυ αυτή τη διαδικασία: «Η Γερμανία είχε βάλει στόχο της να «οργανώσει» την Ευρώπη, δηλαδή να ενώσει οικονομικά την ευρωπαϊκή ήπειρο κάτω από τη δική της διεύθυνση, ώστε να μπορέσει να ριχτεί, στη συνέχεια με τα μούτρα στον αγώνα της με την Αγγλία για την παγκόσμια ηγεμονία. Ο στόχος της Γαλλίας ήταν να διαμελίσει τη Γερμανία… Η Μ. Βρετανία συδαυλίζει και ευνοεί την γαλλική πολιτική του διαμελισμού και της εξουθένωσης της Ευρώπης, καλύπτοντας το δικό της ελιγμό με την παραδοσιακή της υποκρισία» (3).

Βεβαίως η ενοποίηση της Ευρώπης δεν ήταν πάντα μια βίαιη διαδικασία όπως δεν είναι και πάντα μια ειρηνική προσπάθεια, όπως μας λέει η σημερινή επίσημη προπαγάνδα. Το αστείο είναι ότι οι «ειρηνικές προσπάθειες» διαδέχονται εναλλάξ τις βίαιες, ύστερα βεβαίως από την παταγώδη αποτυχία των μεν και των δε, παρά τις όποιες προσδοκίες δημιουργήθηκαν γύρω απ’ αυτές.

Μια από τις πιο σημαντικές «ειρηνικές» προσπάθειες προς της ευρωπαϊκή ένωση ήταν αυτή του «σοσιαλιστή» Αριστίντ Μπριάν πρωθυπουργού της Γαλλίας στα τέλη της δεκαετίας του 20. Το 1929 πρότεινε στη συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών, στη Γενεύη, τη δημιουργία ενός «ομοσπονδιακού δεσμού» ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης. Η πρόταση αυτή πήρε τη μορφή «Υπομνήματος για την οργάνωση ομοσπονδιακής ευρωπαϊκής ένωσης», το 1930, και στο οποίο ανταποκρίθηκαν 26 ευρωπαϊκές κυβερνήσεις της Κοινωνίας των Εθνών. Δεν ξέρουμε αν οι 26 χώρες που συμφώνησαν τότε να ενοποιηθούν σε μια ομοσπονδία έχουν κάτι το συμπτωματικό με τις 25 χώρες της σημερινής διευρυμένης Ε.Ε. Πάντως το εγχείρημα του Μπριάν δεν άντεξε πάνω από δύο χρόνια. Κάτω από το βάρος της οικονομικής κρίσης του ’29 και της ύφεσης που ακολούθησε, η προοπτική εγκαταλείφθηκε για να δώσει τη θέση της σε νέα δασμολογικά τείχη, ενίσχυση του κρατικού προστατευτισμού και άνοδο αυταρχικών καθεστώτων, όπως ο ναζισμός, για τον οποίο κάθε όραμα για την ενωμένη Ευρώπη ήταν απόλυτα ταυτισμένο με τη μεγάλη Γερμανία.

Ωστόσο η Ένωση της Ευρώπης δεν αφορά μόνο τους καπιταλιστές. Αφορά και τους εργάτες. Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης άνοιξε την προοπτική μιας ενωμένης σοσιαλιστικής ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Η προοπτική αυτή κυριολεκτικά πανικόβαλε τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Ακριβώς πάνω σ’ αυτόν τον πανικό βρήκε έδαφος ο ναζισμός, γιατί προέβαλε σαν η ηγεμονική δύναμη που αφ’ ενός θα έβαζε τάξη στην «αναρχία» της ευρωπαϊκής αγοράς, και εφ’ ετέρου θα έδινε ένα τέλος στην κομμουνιστική απειλή, η οποία τρόμαζε τους «δημοκράτες» της Γαλλίας και της Αγγλίας πολύ περισσότερο από ότι ο ίδιος ο Χίτλερ.

Υπό αμερικάνικη κηδεμονία

Ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος όπως ήταν επόμενο βρήκε την Ευρώπη μέσα στα ερείπια. Το χειρότερο όμως για τους αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές ήταν η εκπληκτική επιρροή που είχαν αποκτήσει τα ΚΚ στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, γεγονός που ανεξάρτητα από τις εγγυήσεις που έδινε η σταλινική γραφειοκρατία, σε καμία περίπτωση δεν καθησύχαζε τις ανησυχίες τους. Η νίκη των παρτιζάνων της Γιουγκοσλαβίας έδειξε ότι τα πράγματα είχαν μια δυναμική που ξεπέρναγε κατά πολύ τα όρια που έθεταν οι διάφορες συμφωνίες κορυφής, τύπου Γιάλτας. Το τι θα συνέβαινε στην Ευρώπη από το 44 μέχρι το 49 δεν ήταν καθόλου δεδομένο όπως νομίζουν αρκετοί σήμερα. Η δύση δεν ήταν καθόλου σίγουρη για τον καπιταλισμό, όπως και η ανατολή για τη σταλινική γραφειοκρατία.

Αρχικά αυτό που προωθήθηκε στα καυτά σημεία της Ευρώπης ήταν κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας», δηλαδή ταξικής συνεργασίας, με τη συμμετοχή των ΚΚ και αστικών κομμάτων. Η ρώσικη γραφειοκρατία είχε στο μυαλό της περισσότερο μια νεκρή ζώνη, μεταξύ του εαυτού της και του καπιταλισμού, παρά τη δημιουργία νέων εργατικών κρατών. Πίστευε ότι κάπως έτσι θα την άφηναν ήσυχη να οικοδομήσει το σοσιαλισμό «σε μια μόνο χώρα». Ωστόσο οι ντόπιες αστικές τάξεις σε καμία περίπτωση δεν θα ανέχονταν να συγκυβερνούν με τα Κ.Κ.. Μόλις λοιπόν ένιωσαν ότι ξαναστέκονται στα πόδια τους και σε συνεργασία με τους αγγλοαμερικάνους πέρασαν στην αντεπίθεση ανατρέποντας όπου μπορούν τις ερμαφρόδιτες «αταξικές» κυβερνήσεις. Στην Ελλάδα τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά. Στην Τσεχοσλοβακία η εξέλιξη ήταν διαφορετική: Το ΚΚ αμέσως μετά την απελευθέρωση κέρδισε τις εκλογές του ’46 με 38% σχηματίζοντας κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Το Φεβρουάριο του ’48 σε μια πραξικοπηματική κίνηση παραιτούνται 12 υπουργοί αστικών κομμάτων προκειμένου να πετάξουν το ΚΚ από την κυβέρνηση. Η απάντηση δόθηκε στους δρόμους με ογκώδεις διαδηλώσεις επιβάλλοντας στον μη κομμουνιστή πρόεδρο Μπένες να κάνει δεκτές τις παραιτήσεις και δύο μήνες αργότερα , ψηφίζεται νέο σύνταγμα όπου η Τσεχοσλοβακία ανακηρύσσεται σε Λαϊκή Δημοκρατία. Αλλού, όπως στην Ιταλία και τη Γαλλία, επήλθε ένας συμβιβασμός και η καπιταλιστική ανοικοδόμηση των χωρών αυτών έγινε με έναν ομαλότερο τρόπο από τον «ελληνικό».

Ακριβώς αυτή η μεταπολεμική ρευστότητα και ο κίνδυνος «σοβιετοποίησης» της Ευρώπης, ώθησε τους αμερικάνους σε μια πιο ενεργητική παρέμβαση: Πρώτα με το σχέδιο Μάρσαλ (1947) και δεύτερον με την προτροπή να ενοποιηθεί οικονομικά η Ευρώπη. Αν και η ενοποίηση έθετε εν δυνάμει τους όρους δημιουργίας ενός βασικού ανταγωνιστή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού εν τούτοις τη χρονική εκείνη στιγμή ήταν η μοναδική λύση. Οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές ήθελαν μια Ευρώπη που να μπορεί και να σταθεί έναντι της ΕΣΣΔ, αλλά και να γίνει μια καλή αγορά για τα εμπορικά πλεονάσματα του αμερικάνικου κεφαλαίου, το οποίο σε κάθε άλλη περίπτωση θα κινδύνευε με μια κρίση υπερπαραγωγής. Πάντως για να ελέγχουν από κοντά την κατάσταση προχώρησαν το 1948 στην ίδρυση του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (ΟΕΟΣ), με τη συμμετοχή 16 ευρωπαϊκών χωρών αποδέκτες της βοήθειας του Σχεδίου Μάρσαλ. Για την ιστορία ο ΟΕΟΣ το 1961 μετεξελίχθηκε στον γνωστό μας ΟΟΣΑ με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και άλλων χωρών με σκοπό το συντονισμό της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής των κρατών μελών. Όμως η παρέμβαση των ΗΠΑ δεν σταματάει στον οικονομικό παράγοντα. Το 1949 δημιουργεί το ΝΑΤΟ ένα στρατιωτικό οργανισμό, ο οποίος όχι μόνο θα παίξει καθοριστικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, αλλά επιπλέον θα εξασφάλιζε και την ηγεμονία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο εσωτερικό του δυτικού κόσμου.

Απαγκίστρωση

 Από τις αρχές του ’50 σε μια φάση όπου ξεκαθαρίζει τι μένει στη δύση και τι πάει στην ανατολή, ο γαλλικός καπιταλισμός παίρνει την πρωτοβουλία να σπάσει την Ευρώπη από την αμερικανική ηγεμονία. Το πρώτο βήμα θα ήταν η προσέγγιση με τη Γερμανία για την κοινή εκμετάλλευση του άνθρακα και του χάλυβα. Τα δύο αυτά υλικά ήταν πάντα το μήλο της έριδος για τις δύο χώρες και μια από τις αιτίες των αναμεταξύ τους πολεμικών αναμετρήσεων. Το 1923 η Γαλλία, με αφορμή την καθυστέρηση της Γερμανίας στην εκπλήρωση των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών, κατέλαβε στρατιωτικά το Ρουρ. «Όπως ο πόλεμος αντανακλούσε την ανάγκη των περιορισμένων σε τελωνειακά τείχη παραγωγικών δυνάμεων για ευρύτερο πεδίο ανάπτυξης τους, έτσι και η κατάληψη του Ρουρ, οσοδήποτε μοιραία κι αν ήταν για την Ευρώπη και την ανθρωπότητα αντανακλά την ανάγκη να ενωθεί το σίδερο του Ρουρ με το κάρβουνο της Λοραίνης».(4) Μετά τον πόλεμο, η Γαλλία δοκίμασε να ενώσει το χάλυβα με τον άνθρακα όχι με τα ταμπούρλα του πολέμου αλλά με διαπραγματεύσεις. Έτσι το 1951δημιουργήθηκε η ΕΚΑΧ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα) στην οποία συμμετείχαν εκτός από τη Γαλλία και τη Γερμανία, η Ιταλία και οι 3 χώρες της BENELUX (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο). (5)

Η κίνηση αυτή πέρα από τις επισημότητες και τις ανάγκες που απέρρεαν από τον ψυχρό πόλεμο αντιμετωπίστηκε σχεδόν εχθρικά τόσο από τους Άγγλους όσο και από τις ΗΠΑ. Ο λόγος ήταν πολύ απλός. Τόσο η παλιά όσο και η νέα ηγεμονική δύναμη έβλεπαν, στο πρόσωπο της ΕΚΑΧ και στον αμοιβαίο περιορισμό της γερμανογαλλικής αντίθεσης, έναν νέο ανταγωνιστή. Από τότε οι ΗΠΑ δεν έχαναν ευκαιρία για να καυτηριάσουν τους νέους δασμολογικούς δασμούς που υψώνονταν, και που τροφοδότησε όλες τις αντιπαραθέσεις στη GATT (6), ιδιαίτερα στη φάση που οι χώρες της ΕΚΑΧ αναβαθμίστηκαν σε ΕΟΚ (7) (Συνθήκη Ρώμης 1957), δηλαδή σε μια κοινή αγορά με κοινό δασμολόγιο και κοινή εμπορική πολιτική έναντι τρίτων χωρών. Ειδικά το τελευταίο ήταν που τρόμαζε περισσότερο τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, που όταν μίλαγε για ενωμένη Ευρώπη εννοούσε περισσότερο μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών (free trade area) χωρίς κοινό δασμολόγιο έναντι των τρίτων, ακριβώς για να μπορούν τα αμερικάνικα εμπορεύματα και κεφάλαια να εισχωρούν στην αγορά αυτή χωρίς φραγμούς. Δεν είναι τυχαίο που και σήμερα η NAFTA (ΗΠΑ, Καναδάς, Μεξικό) είναι μια τέτοια ζώνη και τίποτα παραπάνω. Η Μεγάλη Βρετανία έχοντας την ίδια θέση με τις ΗΠΑ, ακριβώς γιατί διαβλέπει να χάνει τη δευτεροκαθεδρία, όχι μόνο δεν συμμετέχει στην ΕΚΑΧ και στην ΕΟΚ, αλλά σε μια εντελώς ανταγωνιστική κίνηση δημιουργεί ύστερα μάλιστα από τις παραινέσεις του ΟΕΟΣ (του οργανισμού για την κατανομή της αμερικάνικης βοήθειας) την EFTA (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών) το 1960, μαζί με τις Αυστρία, Δανία, Ελβετία, Πορτογαλία, Σουηδία και Νορβηγία.

Ωστόσο η δεκαετία του 60 δικαίωσε το γαλλογερμανικό εγχείρημα. Το μερίδιο της ΕΟΚ στο παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε, χάρη στο ενδοκοινοτικό, από 22 στο 30%, την ίδια ώρα που το αμερικάνικο υποχώρησε στο 11,7 από 16,3%. Επιπλέον μειώθηκε η ψαλίδα στην παραγωγικότητα της εργασίας η οποία και αυξανόταν με διπλάσιους ρυθμούς σε σχέση με τις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις αυτές κατά κάποιο τρόπο εξώθησαν την Αγγλία (1972) σε μια στροφή 180ο επιλέγοντας έναν «φραξιονιστικό εισοδισμό» στην Ε.Κ. Την ακολουθούν η Δανία και η Ιρλανδία. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει οριστικά την προηγούμενη στρατηγική της. Ο ευρωσκεπτικισμός της αγγλικής αστικής τάξης δεν έπαψε ποτέ να είναι κυρίαρχος. Αυτό που άλλαξε ήταν η τακτική και όχι η στρατηγική του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι για πρώτη φορά που τέθηκε ζήτημα ΟΝΕ (Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση) ήταν το 1970 (σχέδιο Werner). Είναι κάτι που οι ευρωπαίοι καπιταλιστές δεν θέλουν να θυμούνται με τίποτα. Η αποτυχία ήρθε πολύ γρήγορα κάτω από το βάρος της παγκόσμια οικονομικής κρίσης του 1973 (κατάρρευση Bretton Woods, πετρελαϊκή κρίση). Η Αγγλία ήταν η πρώτη που έβαλε πάνω από την ΟΝΕ τον εαυτό της, ακολουθώντας ένα άκρως προστατευτικό πρόγραμμα. Η Κομισσιόν περιέγραφε ως εξής την κατάσταση: «Εν όψη της οικονομικής κρίσης στη διάρκεια των δύο τελευταίων περιόδων ύφεσης τα τελευταία 7 χρόνια, τα κράτη μέλη εν μέρει μόνο αντιστάθηκαν στον πειρασμό του εσωτερικού προστατευτισμού. Στα μέτρα που προκαλούν ανησυχία εντάσσονται οι μη δασμολογικοί εμπορικοί φραγμοί κυρίως στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και προτύπων, οι φορολογικοί φραγμοί, η αδιάκοπη παροχή επιχορηγήσεων και οι αδυναμίες στην πολιτική του εξωτερικού εμπορίου. Τα μέτρα αυτά επιδρούν αρνητικά στη δυνατότητα λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και στην ταυτότητα της Κοινότητας. Το ίδιο συμβαίνει με την αυξανόμενη ανάμειξη των κρατών μελών στις δημόσιες προμήθειες και γενικότερα στη διαμόρφωση της αγοράς. Σ’ αυτά προστίθεται η ανησυχία για το ρόλο προστατευτισμού που παίζουν τα μέτρα νομισματικής πολιτικής και για τη μη πραγματοποίηση βημάτων στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας ολοκληρωμένης Κοινής Αγοράς υπηρεσιών». (Commission, 1981) Επίσης το εξωκοινοτικό εμπόριο με την είσοδο της Αγγλίας και των δύο άλλων νέων μελών, αναπτύχθηκε περισσότερο από το ενδοκοινοτικό σε όλη τη δεκαετία του 70. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνά κανείς την εντελώς αρνητική στάση της Αγγλίας να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ, αρνούμενη έτσι κάθε σχέση με τη νομισματική ενοποίηση. Είναι να απορεί κανείς αν η ΕΟΚ επιβλήθηκε πάνω στην Αγγλία ή το αντίστροφο.

Όπώς και να ‘χει οι διαφορετικές στρατηγικές που αντιμετώπιζαν το ζήτημα της Ευρώπης από τότε οι αγγλοαμερικάνοι και οι γαλλογερμανοί στην πραγματικότητα δεν έχασαν ποτέ την επικαιρότητά τους. Αυτό ακριβώς εξηγεί και τις διαφορές που εμφανίστηκαν με έναν οξύ τρόπο στην εισβολή του Ιράκ. Μια εισβολή που ενώ όλοι την ήθελαν δεν συμφωνούσαν όμως με τον τρόπο που τελικά την επέβαλαν οι αγγλοαμερικάνοι. Και σίγουρα όλα αυτά δεν οφείλονται σε μια αγγλοσαξονική… παραξενιά.

Η καμπή του 90

Αυτό που κυριολεκτικά άλλαξε το κλίμα στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα ήταν η κατάρρευση της ανατολικής Ευρώπης, η οποία έκτος των άλλων συνοδεύτηκε από μια ακατάσχετη νεοφιλελεύθερη θριαμβολογία. Βεβαίως τα περισσότερα απ’ όσα ακούστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 90 αποδείχτηκαν σκέτες ανοησίες. Ωστόσο οι απολογητές του ιμπεριαλισμού δικαιούνταν στο ξέσπασμά τους να πετάξουν και μερικές κοτσάνες όπως αυτές για το «τέλος της ιστορίας» και της πάλης των τάξεων. Αυτό πάντως που έχει σημασία είναι ότι μέσα σ’ αυτό το κλίμα δόθηκε μια ισχυρή ώθηση στους οραματισμούς της ενωμένης καπιταλιστικής Ευρώπης. Τα ιδεολογήματα της παγκοσμιοποίησης που έπαιζαν χωρίς αντίπαλο λειτούργησαν κι αυτά με τη σειρά τους ακόμα πιο προωθητικά, κάνοντας μέχρι και τους πιο σκληρούς μαρξιστές να μην πιστεύουν στα μάτια τους. Ωστόσο υπήρχε και ένα υλικό υπόβαθρο πίσω από τις θριαμβολογίες. Το λουκούμι της Ανατολικής Ευρώπης. Με ατμομηχανή αυτή τη φορά την ενιαία πλέον Γερμανία, οι οραματισμοί των φεντεραλιστών θα μπορούσαν να γίνουν το κατάλληλο εργαλείο για την οικονομική κατάληψη της ανατολικής Ευρώπης.

Η συζήτηση για την ΟΝΕ που είχε ξεκινήσει το 1970 και έληξε τόσο άδοξα λίγα χρόνια αργότερα, ξαναήρθε στην επιφάνεια το 1990, μέσα ακριβώς σ’ αυτό το κλίμα της νεοφιλελεύθερης μπουρδολογίας. Έτσι το Δεκέμβρη του 1990, 6 βδομάδες μόλις μετά τη γερμανική επανενοποίηση, αρχίζουν στη Ρώμη οι διακυβερνητικές διασκέψεις σχετικά με την ΟΝΕ και την Πολιτική Ένωση.

Ένα χρόνο αργότερα στις 7/2/1992 υπογράφεται η Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία προβλέπεται η δημιουργία Πολιτικής, Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Υπενθυμίζουμε το «Πολιτικής» γιατί είναι κάτι που ακούγεται κάθε φορά και λιγότερο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει τρεις πυλώνες σύμφωνα με το Μάαστριχτ: α)Τον κοινοτικό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, ΕΚΑΕ) ο οποίος αναβαθμίζεται μέσω της ΟΝΕ, β) της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και γ) της συνεργασίας σε θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων (ΣΔΕ).

Ο τρίτος πυλώνας έχει σχέση με την κατάργηση των ενδοκοινοτικών συνόρων, την ελεύθερη διακίνηση προσώπων και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και με κύριο θεσμικό πλαίσιο τη συμφωνία Schengen που τέθηκε σε ισχύ το 1995. Ο ουσιαστικός όμως στόχος εδώ και ιδιαίτερα μετά την 11 Σεπτέμβρη και με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας είναι ο περιορισμός των κοινωνικών, πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων. Είναι προφανές ότι όπου πρόκειται να τσακιστούν οι κοινωνικές αντιδράσεις οι καπιταλιστές καταφέρνουν παρά τους ανταγωνισμούς τους να «εναρμονίζονται».

Για τον πρώτο πυλώνα που αφορά την ΟΝΕ έχει χυθεί άπειρο μελάνι και είναι αυτό που οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις αρέσκονται να εξαντλούν όλη τη συζήτηση προκειμένου να αποδείξουν ότι όλα πάνε μέλι γάλα. Βεβαίως το ευρώ που αποτελεί πλέον το κοινό νόμισμα των 12 από τις 25 πλέον χώρες της Ε.Ε. είναι μια πραγματικότητα, η οποία όμως βασίζεται όχι σε μια πραγματική οικονομική αλλά σε μια ονομαστική σύγκλιση (ρυθμός πληθωρισμού, ελλείμματα δημοσίου, νομισματική ακαμψία). Με άλλοθι μάλιστα το ευρώ και την ΟΝΕ οι αστικές τάξεις της Ευρώπης προχώρησαν σε μια άνευ μεταπολεμικού προηγουμένου αποδόμηση του κράτους πρόνοιας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 90 ιδιωτικοποιήθηκαν βασικές περιοχές του κοινωφελούς τομέα, όπως τηλεπικοινωνίες, νερό, ρεύμα ακόμα και δρόμοι και λιμάνια που θεωρούνταν, ακόμα και από τη Σχολή του Σικάγου, δημόσια αγαθά. Επίσης την ίδια περίοδο απορυθμίστηκαν εντελώς οι εργασιακές σχέσεις (ωράρια, απολύσεις κλπ.), και το ασφαλιστικό σύστημα. Τα αποτελέσματα αυτής της διαχείρισης τα είδαμε πρόσφατα στην ασιατική κρίση και την κατάρρευση της Αργεντινής.

Πέρα όμως από τις πρόσφατες αποτυχίες του περιφερειακού καπιταλισμού υπάρχουν και ορισμένα ζητήματα που έχουν σχεδόν αξιωματικό χαρακτήρα. Η αντοχή του συγκεκριμένου νομίσματος δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι έχει δοκιμαστεί. Εξάλλου κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε δοκιμαστεί ένα κοινό νόμισμα, χωρίς όμως διάρκεια. Η Ελλάδα μάλιστα συμμετείχε σε κάτι σχετικό το 1868 υιοθετώντας σαν νόμισμα το φράγκο. Από κει ξέμεινε η γνωστή πεζοδρομιακή ταύτιση του εκάστοτε εθνικού «μας» νομίσματος με το φράγκο. Ας μην βιάζονται λοιπόν οι διάφοροι ευρωλόγοι να δηλώνουν τόσο σίγουροι για το μέλλον του ευρώ, και πάνω απ’ όλα να μην ξεχνάνε ότι πίσω από το ευρώ δεν υπάρχει ένας κυρίαρχος κρατικός σχηματισμός, ούτε καν ένας υπερεθνικός οργανισμός, αλλά μιαπροσωρινή δι-εθνική συμφωνία από την οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί το κάθε μέλος της να αποχωρήσει χωρίς καμία συνέπεια. Ας φανταστούμε την Κρήτη ή τη Θράκη ξαφνικά να αποφάσιζε να αποχωρήσει από τη ζώνη της δραχμής. Πώς θα αντιδρούσε το ελληνικό κράτος σ’ αυτή την περίπτωση; Μα αυτό είναι αδύνατον, θα απαντούσαν με μια φωνή όλες οι πτέρυγες της αστικής τάξης. Και δεν έχουν άδικο. Ο ελληνικός στρατός θα επέβαλε αμέσως την τάξη. Αν η Ελλάδα αποχωρήσει από την Ε.Ε. και το ευρώ, ποιος στρατός θα το αποτρέψει;

 Απαισιοδοξία

Πίσω από τα χαχανητά των ΜΜΕ για τη διεύρυνση της Ε.Ε. και τις σάλτσες των αντίστοιχων ελληνικών για την είσοδον της Κύπρου «μας», επικρατεί το πλέον πεσιμιστικό κλίμα, ακόμα μεγαλύτερο από αυτό της δεκαετίας του ’70. Κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Τότε οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις μπορούσαν να κάνουν ευκολότερα πίσω. Όχι μόνο γιατί δεν είχαν ένα κοινό νόμισμα. Πολύ περισσότερο γιατί σήμερα οι διάφορες εθνικές οικονομίες πραγματικά έχουν προσαρμοστεί σε μια ευρωπαϊκή λογική. Κάθε επιστροφή σε καθεστώς προστατευτισμού προϋποθέτει εκ νέου διαρθρωτικές αλλαγές που θα προκαλέσουν απρόβλεπτες κοινωνικές αντιδράσεις. Το 1970 η Ένωση της Ευρώπης ήταν ένας οραματισμός των κυρίαρχων τάξεων. Σήμερα με το ιδεολόγημα αυτό έχουν ποτίσει τα μυαλά της μικροαστικής ακόμα και της εργατικής τάξης. Τόσο χρόνια παραμυθιάζουν τους «από κάτω» ότι με την ευρωπαϊκή ενοποίηση θα καλυτερεύσει η ζωή τους, και κατά συνέπεια οι θυσίες τόσων χρόνων δεν ήταν χωρίς αντίκρισμα. Αλήθεια τι θα πούνε σ’ αυτόν τον κόσμο ένα πρωί, αν, λέμε αν, βρεθούν στην ανάγκη να διαλύσουν το μαγαζάκι;

Γιατί όμως τώρα που οι στόχοι της μεγάλης Ευρώπης γίνονται πραγματικότητα, με την ενσωμάτωση της ανατολικής πλευράς, επικρατεί τέτοιος πεσιμισμός; Η αισιοδοξία των αρχών του 90 βασίστηκε περισσότερο στην ανακούφιση της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» παρά στις πραγματικές δυνατότητες του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον οι καπιταλιστές μπροστά στο φαγοπότι που ετοίμαζαν για την ανατολική Ευρώπη δεν έβλεπαν ότι η μη ύπαρξή της θα οδηγούσε σε μια επαναδιαπραγμάτευση της παγκόσμιας ισορροπίας. Ο μπαμπούλας της ΕΣΣΔ εξανάγκαζε τους οπαδούς της «ελεύθερης αγοράς» να αυτοπεριορίζονται. Όμως η καταπίεση του καπιταλιστικού ενστίκτου δεν είχε πλέον κανένα λόγο να συνεχίζεται. Τώρα σκέφτηκαν οι καπιταλιστές: μπορούμε να ξαναγίνουμε ζούγκλα, αφού δεν μας βλέπει κανένας.

Λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Ξέχασαν δύο στοιχειώδεις  παράγοντες.

Πρώτον ότι η απόλυτη υποταγή στο νεοφιλελευθερισμό θα επιτάχυνε απίστευτα τον αναμεταξύ τους ανταγωνισμό, και ότι με την ολοκληρωτική απομάκρυνση του κράτους από την οικονομία θα εξαφανίζονταν κάθε δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης στην αναρχία της αγοράς. Το κάθε κεφάλαιο στην προσπάθειά του να ανταγωνιστεί τα υπόλοιπα εξαναγκάζεται σε μια συνεχή προσπάθεια για μείωση του κόστους (cost killing). Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προκαθορισμένο. Πολλές επιχειρήσεις κλείνουν, η ανεργία μεγαλώνει, οι μισθοί πέφτουν, η παραγωγή μένει απούλητη και μια κρίση υπερπαραγωγής έρχεται. Για να ξεπεραστεί πέφτουν οι τιμές (είναι αυτό που φοβούνται σήμερα οι καπιταλιστές, τον αποπληθωρισμό), όμως κανείς δεν αγοράζει γιατί περιμένει να πέσουν κι άλλο, οι πρώτες ύλες χάνουν εντελώς την αξία τους αφού δεν υπάρχει ζήτηση, οι επιχειρήσεις κλείνουν η μια μετά την άλλη αφού δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα έξοδά τους και η οικονομική ύφεση τα σαρώνει όλα. Σίγουρα η παγκόσμια οικονομία δεν βρίσκεται σ’ αυτή τη φάση, όμως οι προοπτικές προς τα κει είναι ήδη ανοικτές. Δεν είναι αντικείμενο αυτού του άρθρου να εξετάσουμε το μέγεθος της οικονομικής κρίσης, όμως είναι κοινός τόπος ότι η παγκόσμια οικονομία έχει κολλήσει. Οι μετοχές έχουν χάσει παντού πάνω από το μισό της αξίας τους. Στην Ελλάδα μέσα σε 3 χρόνια έπεσαν 75%. Οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι μηδενικοί, ενώ η οικονομία κινείται με δανεικά από το μέλλον.

 Ο δεύτερος παράγοντας που επίσης λησμόνησαν τα νεοφιλελεύθερα τζίνια είναι η ταξική πάλη. Θεώρησαν ότι με την πτώση της ΕΣΣΔ θα κατέρρεε αυτόματα και κάθε διάθεση από τη μεριά των καταπιεσμένων για κοινωνική απελευθέρωση, εφόσον το όραμα αυτό ήταν σχεδόν ταυτισμένο με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Εν μέρει πράγματι η πτώση της ανατολής έσπειρε μια φοβερή απογοήτευση στην εργατική τάξη. Ακόμα κι αν πίστευε κανείς ότι ο καπιταλισμός είναι ένα άδικο σύστημα, είχε μπροστά στα μάτια του μια «απόδειξη» ότι όπως και να ‘χει η εργατική τάξη είναι ανίκανη να «κυβερνήσει» και ο σοσιαλισμός αποκλείεται να είναι η διάδοχη λύση. Σημασία έχει ότι η απογοήτευση έφερε μια κοιλιά της ταξικής πάλης και μια επίσης υποχώρηση της ταξικής συνείδησης. Όμως αυτό δεν μπορούσε παρά να αφορά μια γενιά κι αυτή σε ένα ποσοστό. Από το 1995 οι ταξικοί αγώνες στις μητροπόλεις αλλά και η αναζωπύρωση του καταπιεσμένου εθνικισμού στον 3ο κόσμο και ιδιαίτερα στην Μέση Ανατολή έβαλαν οριστικά σταυρό στις αυταπάτες και τα ιδεολογήματα του «τέλους της ιστορίας».

 Και η διεύρυνση;

 Η διεύρυνση είναι και αυτή ένα από τα παιχνίδια που παίζει μερικές φορές η ιστορία, ειδικά όταν την πιάνουν οι βιασύνες της. Μια ολόκληρη δεκαετία οι ευρωπαίοι καπιταλιστές προετοιμάζονταν για τη μεγάλη Ευρώπη, δηλαδή για την άλωση της ανατολικής πλευράς της. Το Μάαστριχτ, το Άμστερνταμ, η Συνθήκη της Νίκαιας που διευθέτησε όλες τις θεσμικές αλλαγές εν όψη διεύρυνσης, έβαλαν την Ευρώπη σε μια πίστα ελεύθερου σλάλομ.

Ωστόσο το τελευταίο διάστημα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η εισβολή στο Ιράκ επιβεβαίωσε αυτό που έβγαινε στα ψιλά των εφημερίδων. Ότι με την διεύρυνση ο στόχος της πολιτικής ενοποίησης πάει οριστικά περίπατο. Στις 9/12/2002, τέσσερις ημέρες πριν από την σύνοδο της Κοπεγχάγης που ενέκρινε τη διεύρυνση, η International Herald Tribune έγραφε στο πρωτοσέλιδό της σε άρθρο με τίτλο «Η Ουάσιγκτον είναι ο μεγάλος κερδισμένος της διεύρυνσης», ότι «Σύμφωνα με ένα γερμανό αξιωματούχο, η είσοδος αυτών των έντονα φιλοαμερικανικών κρατών της κεντρικής Ευρώπης στην Ε.Ε. σημαίνει το τέλος κάθε απόπειρας για αυτοκαθορισμό, όπως και το τέλος οποιασδήποτε κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας θα διαφοροποιούνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες». (8)

Εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφιβάλουμε ότι τα πράγματα έχουν ακριβώς έτσι. Όμως αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι η έκπληξη που νοιώθουν ορισμένοι μπροστά στις νέες εξελίξεις. Η Ε.Ε. ήδη από το Μάαστριχ «επαναλαμβάνεται σε τρεις Συνθήκες ότι θα «σέβεται τις υποχρεώσεις που απορρέουν για ορισμένα κράτη» από το ΝΑΤΟ και «συμβιβάζεται με την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας που διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο αυτό» (9) Οι γερμανοί και οι γάλλοι από της αρχές της δεκαετίας του 90 έβαζαν το ζήτημα δημιουργίας ευρωστρατού (Eurocorps), ο οποίος θα είχε την αυτονομία του σε σχέση με το ΝΑΤΟ. Η πρόταση αυτή τελικά ποτέ δεν ευοδώθηκε ακριβώς γιατί έβρισκε την σκληρή αντίδραση των ατλαντιστών της Ε.Ε. οι οποίοι πλέον αν συνυπολογίσει κανείς τα νέα μέλη έχουν την πλειοψηφία.

Ήδη ο πόλεμος του Ιράκ ήταν το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής τεστ των μπλοκ που διαμορφώνονται γύρω από την περιβόητη ΚΕΠΠΕΑ που υπενθυμίζουμε αποτελεί τον έναν από τους τρεις πυλώνες της Ε.Ε. σύμφωνα με το Μάαστριχτ. Οι σίγουροι ευρωπαϊστές είναι μόνο 4, η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Αυτοί μάλιστα συγκρότησαν πριν λίγες βδομάδες την «Πρωτοβουλία των 4» αναζωπυρώνοντας ξανά την κουβέντα για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Από κει και πέρα υπάρχει ένα εξίσου σκληρό φιλοατλαντικό μπλοκ Αγγλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, Ολλανδίας και Δανίας ενώ οι υπόλοιπες χώρες μάλλον περιμένουν τον νικητή για να πάρουν θέση. Με την είσοδο βεβαίως των 10 νέων μελών ο συσχετισμός αυτό γίνεται εντελώς τραγικός. Μάλιστα οι περισσότερες απ’ αυτές τις χώρες φρόντισαν ακόμα και λίγες μέρες πριν την Κοπεγχάγη να γίνουν πρώτα μέλη του ΝΑΤΟ (Λετονία, Λιθουανία, Σλοβενία, Σλοβακία) ενώ ήδη ήταν μέλη από το 99 η Πολωνία, η Τσεχία και η Ουγγαρία. Επίσης η Ρουμανία και η Βουλγαρία είναι και αυτές μέλη του ΝΑΤΟ και υποψήφιες προς ένταξη στην Ε.Ε. Αυτή η διέυρυνηση του ΝΑΤΟ πριν από την Ε.Ε. γεννάει εύλογα τις υποψίες. Σύμφωνα με τον Cassen της Le Monde Diplomatique η όλη υπόθεση «εξηγείται με όρους ενίσχυσης του πολιτικού ελέγχου της Ουάσιγκτον πάνω στη γηραιά Ήπειρο, η οποία καλείται να χρησιμεύσει ως βοηθητική δύναμη κατά των αυτοκρατορικών της επιχειρήσεων και ως προπύργιο της ασφάλειας των ΗΠΑ»… για να καταλήξει στα εξής συμπεράσματα: α) ότι έτσι με τη διεύρυνση «ενισχύεται η προοπτική να περιοριστεί η Ένωση σε μια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών» και β) ότι «παρά τις ρητορείες, υπάρχει ο κίνδυνος στο μέλλον η διάσκεψη της Κοπεγχάγης να θεωρηθεί ο νεκροθάφτης των προσδοκιών για την Ευρώπη» (10).

Είναι πλέον φανερό ότι η στρατηγική της Αγγλίας για την Ευρώπη, αυτή ουσιαστικά που είχε από το 1950, βγαίνει νικητής. Η Αγγλία μάλιστα είχε δώσει σκληρή μάχη για την ΚΕΠΠΑ στη Νίκαια το 2000 στη συζήτηση για τις θεσμικές αλλαγές στον τρόπο λήψης αποφάσεων. Ενώ λοιπόν προβλέπεται από τη συνθήκη της Νίκαιας προσφυγή σε «αναγκαστικές συνεργασίες» δηλαδή σε ένα είδος περιορισμένων συμμαχιών τουλάχιστον οκτώ κρατών-μελών, η άμυνα εξαιρέθηκε από αυτή τη διαδικασία γιατί το πρόβλημα είναι κατεξοχήν «πολιτικό». (11) Έτσι λοιπόν η Αγγλία αφόπλισε κάθε προσπάθεια για ενιαία αμυντική στάση και στρατηγική.

Μετά απ’ όλα αυτά όλη η φιλολογία για την πολιτική ένωση προκαλεί μόνο γέλια. Και σίγουρα θα κάνουν τον Paul Henri Spaak, τον πρόεδρο του πρώτου κοινοβουλευτικού Σώματος της Ε.Κ. και μετέπειτα πρωθυπουργό του Βελγίου που δήλωνε το 1960 ότι «…αυτοί που επεξεργάστηκαν τη Συνθήκη της Ρώμης δε συνένταξαν ένα οικονομικό κείμενο. Θεώρησαν αντιθέτω τη Συνθήκης ως ένα στάδιο στην πορεία για την Πολιτική Ένωση», να τρίζουν τα κοκάλα του. Που να ακούσουμε τέτοιες δηλώσεις σήμερα.

Για την ιστορία θα υπενθυμίσουμε ότι τουλάχιστον άλλες τέσσερις προσπάθειες έχουν καταλήξει σε φιάσκο για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Η πρώτη «το 1954 απέτυχαν τα σχέδια για δημιουργία μιας «Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας» και μιας «Ευρωπαϊκής πολιτικής Κοινότητας» με ομοσπονδιακές δομές, σύστημα δύο Βουλών και υπερεθνικές αρμοδιότητες στην εξωτερική και οικονομική πολιτική». Η δεύτερη«το 1961/2 τα σχέδια της Γαλλίας για μια διακυβερνητική Ένωση με συμβουλευτική λειτουργία σε ζητήματα εξωτερικής, στρατιωτικής και οικονομικής πολιτικής είχαν την ίδια τύχη». Η τρίτη «το 1972 όπου οι πρόεδροι κρατών και κυβερνήσεων διακήρυξαν στη Σύνοδο κορυφής στο Παρίσι την ενοποίηση του συνόλου των σχέσεων των κρατών- μελών σε μια «Ευρωπαϊκή Ένωση» που θα πραγματοποιούνταν πριν από το τέλος της δεκαετίας. Η πρωτοβουλία εγκαταλείφθηκε μαζί με το σχέδιο Werner» για την ΟΝΕ της τότε εποχής (12). Η τέταρτη ήταν το 1984 όπου στην συζήτηση που κατέληξε λίγο αργότερα στην «Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη» είχε συμπεριληφθεί και ένα σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος, το οποίο ξεχάστηκε σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αν το Μάαστριχτ είναι η πέμπτη προσπάθεια όλα δείχνουν ότι θα έχει την ίδια τύχη.

Μόνο η προλεταριακή επανάσταση θα ενώσει την Ευρώπη

 Οι καπιταλιστές δεν πρόκειται να ενώσουν την Ευρώπη ακόμα κι αν προσπαθήσουν όχι 5 αλλά 105 φορές ακόμα. Αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με κάποια κακοδαιμονία ούτε φυσικά με τις αδυναμίες των εκάστοτε πολιτικών εξουσιών που διαχειρίζονται κάθε φορά την όλη διαδικασία. Ενώ έχουν την πρόθεση, ενώ το κεφάλαιο που διεθνοποιεί τη δράση απαιτεί το ξεπέρασμα των συνόρων και των εθνικών αγορών, πάλι θα σκοντάψουν μπροστά σε ένα αξεπέραστο εμπόδιο: το ίδιο το αστικό έθνος κράτος, στον ίδιο τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό που εξέθρεψε το κεφάλαιο, που το βοήθησε να αναπτυχθεί αλλά που πλέον δεν μπορεί να του καλύψει αυτή την ανάγκη. Ο μόνος τρόπος που μπορεί να καλύψει είναι όταν το ακολουθήσει στις επελάσεις του. Αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός. Οι ιμπεριαλιστικοί πολέμοι ακριβώς αυτό το στόχο έχουν: να εξασφαλίσουν χώρο στο κεφάλαιο που εκπροσωπούν, στέλνοντας στρατό να ανοίξει, να υπερασπίσει ή να μοιράσει παλιές και νέες αγορές. Γι’ αυτό και η παγκοσμιοποίηση όπως παρουσιάζεται είναι ένα ιδεολόγημα. Ο καπιταλισμός δεν είναι περισσότερο παγκοσμιοποιημένος από ότι ήταν το 1914. Η μόνη διαφορά είναι ο τεράστιος όγκος παρασιτικού κεφαλαίου που κυκλοφοράει μέσω των χρηματιστηρίων και στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει στο μεγαλύτερο βαθμό μια βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπία.

Ο καπιταλισμός δεν αναπτύχθηκε στο κενό, αλλά μέσα σε οροθετημένες εθνικές αγορές ενός κυρίαρχου κράτους. Το κράτος σαν όργανο της αστικής τάξης είναι ο βασικός υπερασπιστής όχι μόνο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αλλά και της κοινωνικής ισορροπίας και συνοχής, που μέσα σ’ αυτή μπορούν να υπάρξουν αυτές οι σχέσεις παραγωγής. Γύρω από αυτό το κράτος δημιουργούνται ένα τεράστιο πλήθος συμφερόντων. Επιπλέον η αστική τάξη της οποίας τα συμφέροντα υπερασπίζεται αυτό το κράτος δεν αριθμεί 200 οικογένειες αλλά σε μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία περίπου το 6-8% του πληθυσμού. Αυτά τα χιλιάδες μικρά, μεγάλα και μεγαλύτερα κεφάλαια δεν δραστηριοποιούνται όλα στη διεθνή αγορά. Τα περισσότερα συνεχίζουν να υπάρχουν στο πλαίσιο της εθνικής αγοράς, και μόνο παρεμπιπτόντως συσχετίζονται με το «πολυεθνικό κεφάλαιο».

Το γεγονός λοιπόν ότι ένα κομμάτι του κεφαλαίου περνάει έξω από τα σύνορα δεν σημαίνει ότι θα γυρίσει να πετροβολήσει το σπίτι του. Οι κοινωνικοί σχηματισμοί του ολοκληρωμένου καπιταλισμού δεν πρόκειται να αυτοκαταργηθούν με κάποιες υπογραφές ούτε επειδή βρέθηκαν σε μια «κοινή αγορά» με κάποιους άλλους. Γι’ αυτό και οι πολιτικοί, ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους παραμένουν άθικτοι σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Γιατί πολύ απλά εκεί είναι το καταφύγιο του κεφαλαίου. Αντίθετα η Ε.Ε. αδυνατεί να δημιουργήσει τους δικούς της αυτόνομους και πραγματικά υπερεθνικούς μηχανισμούς, μια κεντρική κυβέρνηση και πάνω απ’ όλα ένα στρατό που να μπορεί σε τελευταία ανάλυση να χρησιμοποιηθεί και ενάντια σε έναν εθνικό. Αν γινόταν το τελευταίο τότε πραγματικά η Ευρώπη θα είχε ενωθεί, πολιτικά. Προς το παρόν η Ε.Ε. παραμένει μια διακρατική συμφωνία, μιας προσωρινής δι-εθνικής οικονομικής αγοράς που υπάρχει μόνο χάρη στη συναίνεση των κρατών μελών και τίποτα παραπάνω.

Το να αυτοκαταργηθεί το εθνικό κράτος προκειμένου να εκχωρήσει τις αρμοδιότητές του σε ένα υπερεθνικό κράτος είναι σαν να περίμενε κανείς την αυτοκατάργηση της φεουδαρχικής απολυταρχίας προκειμένου να αφήσει τους εμπόρους της εποχής εκείνης να κυκλοφορούν την πραμάτεια τους χωρίς φόρους και δασμούς που τους επέβαλαν οι κατά τόπους φεουδάρχες αν διέσχιζαν ή αν εμπορεύονταν στις περιοχές τους. Όπως με τον ίδιο τρόπο δεν καταργείται ο θεμελιακός θεσμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που είναι η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και κατά συνέπεια η ατομική ιδιοποίηση του κοινωνικού υπερπροϊόντος. Οι Ανώνυμες Εταιρείες δεν σημαίνει ότι καταργούν την ατομική ιδιοκτησία. Απλώς αυτή συνεχίζει να υπάρχει διαμέσου των μετοχών που συνεχίζουν να είναι ατομικές. Έτσι και το πολυεθνικό κεφάλαιο συνεχίζει να αποτελείται από κεφάλαια που τελικά έχουν πατρίδα.

Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού είναι αυτή ακριβώς: ότι ενώ η παραγωγή έχει κοινωνικοποιηθεί, με την έννοια ότι δεν ζούμε στην εποχή του ατομικής μανουφακτούρας, ωστόσο η ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος συνεχίζει να είναι ατομική. Αυτό γεννάει κρίσεις υπερπαραγωγής που με τη σειρά τους φέρνουν την πτώση των ποσοστών κέρδους και την ύφεση. Οι κρίσεις αυτές μπορούν να ξεπεραστούν μόνο όταν η ιδιοποίηση του κοινωνικού υπερπροϊόντος γίνει κοινωνική, αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία. Η δεύτερη αντίφαση είναι τα εθνικά σύνορα που ουσιαστικά περιορίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κατά τον ίδιο τρόπο που την περιορίζει η ατομική ιδιοκτησία. Το αποτέλεσμα είναι οι παραγωγικές δυνάμεις να ξεσπούν με τον πόλεμο είτε για να κατακτήσουν νέες αγορές είτε για να αυτοκαταστραφούν προκειμένου να ξεκινήσουν έναν νέο κύκλο από την αρχή. Ε, λοιπόν όσες συνόδους κορυφής και να κάνουν οι αρχηγοί των κρατών μελών της Ε.Ε. από αυτά εδώ δεν πρόκειται να γλιτώσουν ποτέ.

Ένας τρόπος υπάρχει για να απαλλαγούν από αυτά τα προβλήματα. Να πάρουν δρόμο. Αυτοί και το παρακμιακό σύστημα που εκπροσωπούν. Όπως κάποτε η αστική τάξη, τότε που ταυτιζόταν με το προλεταριάτο των πόλεων, τον 17ο, μέχρι τον 19ο αιώνα ένωσε τις αγορές που τις είχαν τεμαχισμένες οι παρακμιακοί φεουδάρχες προκειμένου να εισπράττουν τους φόρους τους και να δίνουν και ένα ποσοστό στον εκάστοτε δυνάστη, έτσι και η εργατική τάξη σήμερα είναι η μόνη που μπορεί να ενώσει την Ευρώπη και όλον τον κόσμο από τις μικρές τεμαχισμένες εθνικές αγορές των παρακμιακών εθνικών κρατών ή των περιφερειακών διακρατικών αγορών, γιατί είναι η μόνη τάξη που δεν έχει κανένα συμφέρον από τη διατήρησή τους. Όπως και τότε, έτσι και τώρα ένας τρόπος υπάρχει: η επανάσταση. Τότε για να διαλυθεί η απολυταρχία, σήμερα το αστικό κράτος και οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Ας μας πούνε κι έναν άλλο τρόπο όχι για να γραφτεί αλλά για να γίνει η Ιστορία.

Με μια διαφορά όμως. Τότε η ανερχόμενη αστική τάξη δεν είχε ανάγκη να απαλλοτριώσει τους φεουδάρχες γιατί αναπτύχθηκε παράλληλα και έξω από την κλειστή αγροτική οικονομία των φέουδων. Αυτό έδωσε και τη δυνατότητα κάποιες φορές για έναν συμβιβασμό ανάμεσα στο παλιό και το νέο καθεστώς. Αυτή η δυνατότητα σήμερα δεν υπάρχει. Η ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και εκμετάλλευσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την ταυτόχρονη καταστροφή του αστικού κράτους. Για αυτό και η «άλλη Ευρώπη» δεν θα έλθει καλώντας τις αστικές κυβερνήσεις της Ε.Ε. να γίνουν πιο κοινωνικές απορρίπτοντας το νεοφιλελευθερισμό. Αυτό αν δεν είναι αυταπάτη τότε είναι σκέτη απάτη απ’ αυτούς που το προτείνουν.

Γι’ αυτό και η Ευρώπη όταν θα ενωθεί ένα όνομα θα έχει: Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης.

Κ. Μαραγκός

1. Λ.Τρότσκυ, Ο αφοπλισμός και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, (4/10/1929)

2. Eric Hobsbawm, L’ Ere des empires, 1875-1914, Fayard, σ. 140

3. Λ.Τρότσκυ, Το επίκαιρο του συνθήματος Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, (20/06/1923)

4. Οπ. π.

5. Η BENELUX ήταν η πρώτη τελωνιακή ένωση που ιδρύθηκε το 1948

6. Η GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) τέθηκε σε ισχύ το 1948 με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και είχε σκοπό τη συνεχή μείωση των δασμών στο διεθνές εμπόριο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα εργαλείο στα χέρια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για τη διείσδυση των αμερικάνικων εμπορευμάτων στις ξένες αγορές και τον οικονομικό αποκλεισμό της ΕΣΣΔ και των άλλων εργατικών κρατών. Η GATT το 1995 έδωσε τη θέση της στον ΠΟΕ.

7. Με τη συνθήκη της Ρώμης το 1957 ιδρύονται η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ΕΟΚ και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ΕΚΑΕ. Με τη συνθήκη των Βρυξελλών το 1965 οι 3 κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, ΕΚΑΕ) συγχωνεύονται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα με όργανα την Ευρωπαϊκή επιτροπή (Commission), το Ευρ. Συμβούλιο, το Συμβ. Υπουργών, και το Ευρ. Δικαστήριο.

8. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 23/2/03

9. Οπ. ο. 25/5/03

10. Οπ.π. 23/2/03

11. Οπ. π. 15/12/02

12. Klaus Busch, H Ευρώπη μετά το 1992, σελ.50

16/04/2003: Διαδήλωση με χημεικά και συλλήψεις ενάντια στη συμμορία της ΕΕ στην Αθήνα

Το κλίμα τρομοκρατίας που καλλιεργήθηκε τις μέρες πριν την διαδήλωση προκειμένου να εκφοβίσει το κίνημα, ώστε να μην διαδηλώσει ενάντια στη συμμορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν ασφυκτικό. Η Αθήνα μετατράπηκε σε φρούριο που θύμιζε την αμερικανική κατοχή της Βαγδάτης. 12.000 αστυνομικοί δημιούργησαν κλίμα αποκλεισμού και τρομοκράτησης που μόνο με αυτό της Χούντας μπορεί να βρεθούν αντιστοιχίες. Συνέχεια

Ο.Ν.Ε.: Είναι τελικά δυνατή η ευρωπαϊκή “ολοκλήρωση”;

Όπως ήταν αναμενόμενο η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει ένα πανηγυρικό τόνο στην αίτηση της εισόδου στην Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση (ΟΝΕ). Γύρω από αυτή την υπόθεση δημιουργεί το μύθο ότι η χώρα μπαίνει στη “νέα εποχή”, σε μια μακρόχρονη περίοδο ευημερίας, οικονομικής ανάπτυξης και εξευρωπαϊσμού της, προσπαθώντας έτσι να δημιουργήσει συνειρμούς όπως ότι το βιοτικό επίπεδο θα εξισωθεί με το ανάλογο που υπάρχει στη Γαλλία ή τη Γερμανία. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα απ’ όλα αυτά.

Τι σπρώχνει την ενοποίηση;

 Δεν είναι η πρώτη φορά που οι καπιταλιστές της Ευρώπης προσπαθούν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς των εθνικών τους συνόρων, προκειμένου τα εμπορεύματα να κυκλοφορούν χωρίς κανένα εμπόδιο, μεγιστοποιώντας έτσι τα κέρδη τους. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις οικονομικών για να καταλάβει κανείς ότι κάτι τέτοιο θα ωφελούσε βασικά τους καπιταλιστές εκείνους που στις επιχειρήσεις τους θα είχαν πετύχει ένα υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας και άρα θα κέρδιζαν στον ανταγωνισμό με τους αντίπαλούς τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα διαφορετικά κράτη της Ευρώπης.

Το βασικό επιχείρημα, υπέρ της καπιταλιστικής ένωσης της Ευρώπης, είναι ότι μόνο έτσι θα καταφέρει να επιβιώσει στον ανταγωνισμό με τις άλλες δύο οικονομικές υπερδυνάμεις τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Στο επιχείρημα ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καταστροφική για ένα μέρος του κεφαλαίου που θα συνθλιβόταν χωρίς την βοήθεια του μέχρι τώρα εθνικού προστατευτισμού, οι οπαδοί της ενοποίησης απαντάνε ότι πράγματι θα συμβεί αυτό, αλλά δεν πειράζει γιατί η συνολική αποδοτικότητα θα ανέβει και ως εκ τούτου όλοι μακροπρόθεσμα θα βγούνε κερδισμένοι. Σε κάθε άλλη περίπτωση ένας μεγάλος όγκος της δύναμης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου θα χάνεται σε εσωτερικούς ανταγωνισμούς με συνέπεια την υποβάθμισή του στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Λίγο πολύ αυτό είναι το θεωρητικό πλαίσιο που ηγεμονεύει σήμερα στα οικονομικά νεοφιλελεύθερα επιτελεία της Ευρώπης. Ακριβώς ο στόχος αυτός απασχολεί το ευρωπαϊκό κεφάλαιο τα τελευταία 130 χρόνια.

Η πρώτη προσπάθεια έγινε το 1865 όταν η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Ελβετία συγκρότησαν την “Λατινική Ένωση” και ένα κοινό νόμισμα, προκειμένου να σταθεροποιήσουν το νομισματικό σύστημα και να τιθασέψουν τις κρίσεις που οφείλονταν στις συχνές υποτιμήσεις των μετάλλων. Η Ρωσία, η Ισπανία, η Αυστρία ακόμα και η Ελλάδα μαζί με αρκετές άλλες χώρες υιοθέτησαν το νομισματικό σύστημα της Λατινικής Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά το όλο εγχείρημα υπονομεύθηκε από την νεοεμφανιζόμενη ενοποιημένη Γερμανία, ενώ η Σουηδία, η Νορβηγία και η Δανία αντέταξαν μια διαφορετική ένωση, τη Σκανδιναβική. Όπως ήταν φυσικό όλες αυτές οι ενώσεις έγιναν θρύψαλα με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά τον πόλεμο αυτό οι καπιταλιστές σκέφτηκαν ότι θα ήταν προτιμότερο να ρυθμίσουν σε παγκόσμιο επίπεδο το νομισματικό σύστημα με τον κανόνα του χρυσού. Ήρθε το κραχ του 1929 για να βάλει ξανά ένα απότομο τέλος σε όλα τα σχέδια περί παγκόσμιας διευθέτησης των συναλλαγματικών ισοτιμιών, σχέδια που ως επί το πλείστον εξέφραζαν τις επιθυμίες των φιλελεύθερων οπαδών του ελεύθερου εμπορίου.

Οι προσπάθειες αυτές κάθε άλλο παρά αποτελούν μια βολονταριστική διάθεση κάποιων τρελών αστών. Το υλικό τους υπόβαθρο βρίσκεται την αυθόρμητη τάση του κεφαλαίου να ξεπεράσει τα περιορισμένα όρια δράσης που του δίνουν τα εθνικά σύνορα. Ο Μαρξ εξηγούσε ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε ένα ορισμένο σημείο έρχεται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις. Τότε αρχίζει η εποχή της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας. Το πρώτο εμπόδιο που βρίσκουν οι παραγωγικές δυνάμεις στην ανάπτυξή τους είναι η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η ατομική ιδιοποίηση του κοινωνικού υπερπροϊόντος. Το δεύτερο εμπόδιο είναι το ίδιο το αστικό εποικοδόμημα που μέσα σ’ αυτό λειτουργεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, και αυτό το εποικοδόμημα λέγεται εθνικό κράτος. Αυτό που συμβαίνει 100 και πλέον χρόνια είναι η εξέγερση των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στα εθνικά σύνορα και η απεγνωσμένη προσπάθεια των καπιταλιστών να ξεγελάσουν αυτή την αντίθεση. Όμως στην προσπάθειά τους αυτή, όσο καλές προθέσεις κι αν είχαν το μόνο που κατάφεραν είναι να οδηγήσουν την ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους και δεκάδες άλλες στρατιωτικές περιφερειακές αναμετρήσεις, όπως επίσης και σ’ έναν ανελέητο εμπορικό πόλεμο που συνεχίζεται μέχρι αυτή τη στιγμή. Κάθε φορά που επιχείρησαν να βρουν μια ειρηνική λύση που να ρυθμίζει τους ανταγωνισμούς των κεφαλαίων πάντα κατέληγαν στον πόλεμο. Ο Χίτλερ ξεκινώντας τον 2ο Παγκόσμιο δεν έκανε τίποτα άλλο παρά κι αυτός να δοκιμάσει μια άλλη οδό για την ενοποίηση της Ευρώπης, όχι βεβαίως με μια ειρηνική συμφωνία κάτι εξάλλου που είχε αποτύχει, αλλά κάτω από την γεωπολιτική ηγεμονία του γερμανικού ιμπεριαλισμού που άκουγε στο όνομα 3ο Ράιχ. Τα αποτελέσματα του όλου εγχειρήματος είναι γνωστά σε όλους…

Από την ΕΚΑΧ στην ΟΝΕ

Αμέσως μετά τον πόλεμο οι αστικές τάξεις της Ευρώπης καταπιάνονται ξανά με το γνωστό θέμα της ένωσης τους. Αυτή τη φορά τα βήματα είναι δειλά και θα ήταν ακόμα πιο δειλά χωρίς την ύπαρξη ενός αντίπαλου δέους στα ανατολικά τους: το Οικονομικό Συμβούλιο Αμοιβαίας Βοήθειας (ΚΟΜΕΚΟΝ). Έτσι το1951 η Γαλλία, η Δ. Γερμανία, η Ιταλία μαζί με τις χώρες της BENELUX (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) ιδρύουν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Από τότε τα σχέδια για την ύπαρξη οργάνων υπερεθνικού αποφασιστικού χαρακτήρα δεσμευτικό για τα κράτη – μέλη και η δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού κυριαρχούσαν στα ευρωπαϊκά σαλόνια αλλά δεν έβρισκαν καμία τύχη. Το 1957 στη Ρώμη η ΕΚΑΧ αναβαθμίστηκε σε ΕΟΚ με βασικό στόχο τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς που θα άνοιγε το δρόμο στην ενοποίηση της Ευρώπης. Είναι πραγματικό τρομερά αστείο να παρουσιάζεται σήμερα η προοπτική αυτή σαν κάτι το πρωτόγνωρό όταν τα ίδια ακούγονταν πριν 40 και πριν 80 χρόνια. Η ΕΟΚ από τότε διευρύνθηκε σε 4 φάσεις. Το 72 εντάχθηκαν η Βρετανία, η Δανία και η Ιρλανδία. Το 81 η Ελλάδα, το 86 η Ισπανία και η Πορτογαλία και το 95 η Αυστρία, η Σουηδία και η Φιλανδία.

Η νομισματική ενοποίηση είναι μια υπόθεση που κι αυτή ταλανίζει τους ευρωπαίους καπιταλιστές τα τελευταία 20 χρόνια όχι πλέον θεωρητικά αλλά και πρακτικά. Έτσι το 1979 καθιερώθηκε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) και ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) στο οποίο συμμετείχαν τα νομίσματα 6 χωρών (γαλλικό, βελγικό, ολλανδικό, δανικό, ιρλανδικό και ιταλικό). Το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι ορολογίες ΕΝΣ και ΜΣΙ μπήκαν στο λεξιλόγιό μας 15 χρόνια αργότερα δεν σημαίνει ότι είναι κάτι καινούργιο. Το ΕΝΣ σκόπευε στο να περιορίσει τις διακυμάνσεις ανάμεσα στα διάφορα ευρωπαϊκά νομίσματα προκειμένου να εξισορροπήσουν ιδιαίτερα ύστερα από την κατάρρευση του Μπρέτον Γουντς το 1971, το οποίο στηριζόταν στη σταθερή σχέση του δολαρίου προς το χρυσό, ενώ όλα τα υπόλοιπα νομίσματα είχαν μια σταθερή σχέση προς το δολάριο. Με την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 τίθενται τρεις βασικές προϋποθέσεις για να γίνει μια χώρα μέλος της ΟΝΕ. Μείωση του πληθωρισμού έως 2% πάνω από το μέσο όρο, μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού στο 3% του ΑΕΠ, και του δημόσιου χρέους στο 60%. Τους επόμενους μήνες ακολούθησε ένα κύμα υποτιμήσεων αρχικά της στερλίνας και της λιρέτας και στη συνέχεια του εσκούδου, της πεσέτας και του φράγκου. Τελικά για να μην καταρρεύσει ο ΜΣΙ διευρύνονται τα όρια διακύμανσης από 2,5 σε 15%. Στα τέλη του 1995 οι ηγέτες της Ε.Ε. παίρνουν την απόφαση για την κυκλοφορία του EURO. Μια τέτοια απόφαση όμως δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς ένα ανάλογο θεσμικό πλαίσιο που να εξασφαλίζει την πειθαρχία στα κριτήρια ονομαστικής σύγκλυσης του Μάαστριχτ. Έτσι το καλοκαίρι του 1997 υπογράφεται η Συνθήκη του Άμστερνταμ και το Σύμφωνο Σταθερότητας σύμφωνα με το οποίο κάθε χώρα παραβάτης θα τιμωρείται με ένα τσουχτερό χρηματικό πρόστιμο στην περίπτωση που θα υπερβεί στο μέλλον το όριο του 3% στον κρατικό προϋπολογισμό. Η Ελλάδα εντάσσεται στο ΜΣΙ στις 14/3/98, μετά από μια υποτίμηση της δραχμής κατά 14%, βάζοντας έτσι υποψηφιότητα για την συμμετοχή της στη ζώνη του EURO στην οποία συμμετέχουν από τον Απρίλη του 98 11 χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Αυστρία, Βέλγιο Ολλανδία, Φιλανδία, Ιρλανδία και Λουξεμβούργο).

Έχουν μέλλον οι “ολοκληρώσεις”;

 Το ερώτημα αυτό δεν απασχολεί μόνο την αριστερά αλλά πολύ περισσότερο τα ίδια τα αστικά επιτελεία που σ’ εάν μεγάλο βαθμό έχουν επενδύσει σε μια τέτοια προοπτική.

Στην αριστερά κυριαρχεί η αντίληψη ότι οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, τύπου ΟΝΕ, εγκαινιάζουν ένα νέο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, ενδεχομένως πέρα από τον ιμπεριαλισμό, όπως τουλάχιστον τον είχε ορίσει ο Λένιν σαν το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτή την αντίληψη οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις θα καταβροχθίσουν τα παλιά έθνη κράτη καταδικάζοντας τους λαούς σε ένα σύγχρονο μεσαίωνα κυριαρχία της νέας τάξης του διεθνούς πολυεθνικού κεφαλαίου. Επομένως ένα σύγχρονο πρόγραμμα της αριστεράς σήμερα θα πρέπει να καθορίζεται από την αντίθεσή του σ’ αυτή τη στρατηγική της διεθνούς κεφαλαιοκρατίας ακόμα κι αν αυτό σημαίνει υπεράσπιση του εθνικού κράτους, ακόμα κι αν οδηγεί σε συμμαχίες με κομμάτια της ντόπιας αστικής τάξης που αντιδρούν στην παγκοσμιοποίηση και τις ολοκληρώσεις.

Πολλοί μάλιστα, θέλοντας να μείνουν συνεπείς στο μαρξισμό τους, θεωρούν ότι οι σημερινές εξελίξεις είναι ανάλογες εκείνων της εποχής της γέννησης του εθνικού αστικού κράτους που πραγματοποιήθηκε με την καταστροφή των διεσπαρμένων φέουδων και όλης της κατακερματισμένης φεουδαρχικής δομής των κοινωνιών του μεσαίωνα. Τότε δηλαδή που η νεοεμφανιζόμενη αστική τάξη απαιτούσε μια ενιαία εθνική αγορά με ένα νόμισμα, πλήρη ελευθερία της εμπορευματικής κυκλοφορίας, και φυσικά τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και των ένοπλων σωμάτων του κράτους που να εξασφαλίζει ένα πλαίσιο λειτουργίας όλων των παραπάνω όπως επίσης και την υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

Πράγματι βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοιες κοσμογονικές εξελίξεις; Κατά τη γνώμη μας όχι! Δυστυχώς η πλειοψηφία όχι μόνο της ρεφορμιστικής αλλά και της λεγόμενης άκρας αριστεράς έχει πέσει κι αυτή θύμα όλης της προπαγανδιστικής γκλαμουριάς για την ΟΝΕ που είναι πιο έντονη στην Ελλάδα παρά στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Βρετανία που υποτίθεται έχουν κάθε συμφέρον να τάσσονται υπέρ της. Στην πραγματικότητα κανένα ουσιαστικό βήμα δεν έχει γίνει προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης. Και για να το πούμε όπως πρέπει, πολιτική ενοποίηση σημαίνει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κράτος, με μια κυβέρνηση εκλεγμένη με εκλογές την ίδια μέρα σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια, με έναν ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και φυσικά ένα ευρωπαϊκό στρατό. Εννοείται ότι σε ένα τέτοιο κράτος ενδεχομένως θα υπάρχουν τοπικές κυβερνήσεις όπως για παράδειγμα στη Γερμανία ή ακόμα και στις ΗΠΑ κατά το ομοσπονδιακό μοντέλο χωρίς όμως ουσιαστικές αρμοδιότητες.

Εν τούτοις όχι μόνο δεν γίνεται καμία προσπάθεια προς τα κει, αλλά ακόμα και στα λόγια είναι κάτι που από τώρα το έχουν ξεγράψει οι ευρωπαίοι ηγέτες. “Ποτέ άλλοτε μετά το Μάαστριχτ οι συσχετισμό ανάμεσα στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τη διακυβερνητική συνεργασία δεν ήταν τόσο συντριπτικά αρνητικοί για τον υπερεθνικό ομοσπονδιακό βολονταρισμό. Καμία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη -Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία- δεν στηρίζει σήμερα την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης… η στροφή του Τόνι Μπλερ προς την ΟΝΕ έχει μετατεθεί σ’ έναν μη ορατό ορίζοντα… Η Γαλλία εγκατέλειψε τους ομοσπονδιακούς οραματισμούς των Μιτεράν-Ντελόρ από την επαύριο της εκλογής του Ζακ Σιράκ. Το Παρίσι διέγνωσε ότι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδοποίηση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του μεταπολεμικού δυτικογερμανικού ομοσπονδιακού μοντέλου, δεν θα λειτουργούσε ως διασφάλιση οπό τον ηγεμονισμό μιας πανίσχυρης και εθνικά κυρίαρχης Ενιαίας Γερμανίας, αλλά θα συνιστούσε μια μονομερή παραίτηση της Γαλλίας από τα πολιτικοστρατιωτικά της προνόμια με τα οποία επηρεάζει του ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς: το πυρηνικό της οπλοστάσιο και τη μόνιμη έδρα της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ… Για τη γερμανική ευρωπαϊκή στρατηγική η πολιτική εποπτεία και ο έλεγχος επί της Κεντρικής Ευρωπαϊκής τράπεζας που θέλησε να προωθήσει με φεντεραλιστικό ζήλο νεοφώτιστου η κυβέρνηση Ζοσπέν υπήρξε καταλυτική για την απομάκρυνσή της από τα ομοσπονδιακά οράματα και την προσχώρηση στο ρεαλισμό της διακυβερνητικής συνεργασίας”. (Καθημερινή 6/2/00)

Όσοι πιστεύουν ότι μπορεί να ενοποιηθεί η Ευρώπη οικονομικά χωρίς να ενοποιηθεί πολιτική είναι στην κυριολεξία εκτός τόπου και χρόνου και υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να τους αφαιρέσουν αμέσως κάθε πανεπιστημιακό δίπλωμα. Είναι σαν να έλεγε κανείς ότι θα μπορούσε να υπάρξει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, δηλαδή η ελεύθερη αγορά και πώληση εμπορευμάτων μαζί και της εργατικής δύναμης κ.ο.κ. η αστική τάξη να είναι κυρίαρχη στην οικονομία, να κατέχει τα μέσα παραγωγής αλλά το πολιτικό εποικοδόμημα της κοινωνίας να είναι φεουδαρχικό και επιπλέον δίπλα στις καπιταλιστικές ζώνες να συνυπάρχουν ζώνες όπου θα κυριαρχούν οι φεουδάρχες με τους στρατούς τους οι οποίοι θα απαιτούν από τους εμπόρους και τους ανάλογους δασμούς όταν θα διασχίζουν τις ελεγχόμενες από αυτούς περιοχές. Ο καπιταλισμός είναι δεμένος με το εθνικό αστικό κράτος και δεν πρόκειται να απαλλαγεί ποτέ απ’ αυτό. Η τάση του κεφαλαίου να διεθνοποιείται δηλαδή να ξεπερνάει τα όρια δράσης μιας εθνικής αγοράς αναζητώντας νέες δεν αναιρεί σε τίποτα το εθνικό κράτος. Ο καπιταλισμός βρίσκεται σ’ αυτό το στάδιο εδώ και έναν σχεδόν αιώνα δηλαδή στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, όπου μια χούφτα μητροπόλεις βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση για τον έλεγχο της παγκόσμιας αγοράς. Η επιθυμία του κεφαλαίου να καταργήσει τα σύνορα δεν αφορά τα δικά του αλλά όλων των υπολοίπων και μοιάζει με την επιθυμία που έχει ο κάθε καπιταλιστής οι εργάτες να έχουν πολλά χρήματα για να καταναλώνουν τα εμπορεύματά του, εκτός βεβαίως από τους δικούς του. Μόνο που έτσι σκέφτεται ο κάθε καπιταλιστής όπως και το κάθε αστικό κράτος.

Η Ο.Ν.Ε. και το EURO της, δεν πρόκειται να εξαλείψει τους ενδοευρωπαϊκούς καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς. Η μόνη αξία που έχει όλη αυτή η υπόθεση για τις αστικές τάξεις της Ευρώπης είναι να συντονιστούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού τους αμερικάνους και ασιάτες ανταγωνιστές τους. Η ενοποίηση που προωθείται δια μέσου της ΟΝΕ δεν είναι καν οικονομική. Είναι απλώς μια σύγκλιση νομισματικών δεικτών. Εφόσον η δυναμική της πραγματικής οικονομίας παραμένει διαφορετική τότε στην πρώτη κρίση δεν πρόκειται να μείνει τίποτα όρθιο. Το κάθε εθνικό κράτος θα σταθμίσει αν το συμφέρει η παραμονή του σε μια Ε.Ε. ή αν είναι καλύτερα να αποχωρήσει, όπως σήμερα η Βρετανία αρνείται να δεχτεί το EURO σαν νόμισμά της. Μια επιστροφή στον εθνικό προστατευτισμό και σε μια κεϋνσιανή διαχείριση μπορεί ναι μεν να λειτουργεί σαν κλαδευτήρι στα κεφάλαια εκείνα που κερδίζουν από τη δράση τους στην διεθνή αγορά και φυσικά στη βάση ενός πλαισίου που προωθεί μια τέτοια δράση, ωστόσο αυτή θα είναι η μόνη λύση για τη διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας όταν αυτή θα αντιμετωπίσει τον κίνδυνο που θα προέρχεται από μια ισχυρή οικονομική και κατά συνέπεια κοινωνική κρίση.

Η Ευρώπη θα ενωθεί μόνο σε φόντο κόκκινο

Ο καπιταλισμός δεν θα μπορεί ποτέ να απαλλαγεί από τη θηλιά ούτε της ατομικής ιδιοκτησίας ούτε των εθνικών συνόρων. Σήμερα στην καπιταλιστική Ευρώπη 57 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από τα όρια φτώχειας. 20 εκατομμύρια είναι οι άνεργοι ενώ άλλα 28 εκατομμύρια εργάζονται σε καθεστώς μαύρης εργασίας. Τα αποτελέσματα για την εργατική τάξης της προοπτικής της ΟΝΕ είναι η απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου, η ανασφάλεια στην εργασίας, η έλλειψη σταθερού ωραρίου και οι περικοπές των κοινωνικών δαπανών. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν τομείς που αναπτύσσονται. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στα αφεντικά να πετούν μερικά ψίχουλα παραπάνω στους εργαζόμενούς τους με τη μορφή πριμ ή μετοχών. Το ιδεολογικό όφελος από αυτά τα ψίχουλα είναι σαφώς μεγαλύτερο από το κόστος τους. Πως αλλιώς θα στήσουν τη διαφημιστική καμπάνια γύρω από τα επιτεύγματα της ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο οι πολιτικές της λιτότητας και των περικοπών δεν θα ήταν καθόλου διαφορετικές αν κάποια αστική τάξη αντί για το άνοιγμα των αγορών διάλεγε το κλείσιμό της. Η ιδέα της αυτοδύναμης εθνικής ανάπτυξης είναι εξίσου αντιδραστική με τις ολοκληρώσεις και την παγκοσμιοποίηση.

Όσοι σήμερα στην αριστερά καλλιεργούν την αυταπάτη ότι η κατάσταση θα ήταν καλύτερη για τους εργαζόμενους και τα φτωχά μεσοστρώματα έξω από την Ε.Ε. λένε απλά ενώ δεν ετοιμάζουν καμία διάδοχη λύση πέρα από συμμαχίες με τα κομμάτια εκείνα της αστικής τάξης που θα τα βόλευε μια επιστροφή στον εθνικό προστατευτισμό.

Η διέξοδος δεν βρίσκεται πίσω αλλά μπροστά. Όπως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να βρει μια νέα ισορροπία έξω από την ατομική ιδιοκτησία και μέσα από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τη σχεδιασμένη οικονομία έτσι και η διεθνοποίησή τους μπορεί να βρει μια διέξοδο όχι με την ΟΝΕ αλλά μόνο με την καταστροφή των εθνικών αστικών κρατών και την αντικατάστασή τους από τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης. Το ίδιο καθήκον έχουν οι εργάτες της Αμερικής, της Ασίας και της Αφρικής. Μόνο έτσι θα ενωθεί ο κόσμος, μόνο στην κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών.

Κ. Μαραγκός

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 34,229