//
archives

Βία

This tag is associated with 3 posts

Ο πόλεμος, η τρομοκρατία και η αριστερά (10.2001)

Τα μεγάλα γεγονότα που αναταράζουν τα λιμνασμένα νερά της ταξικής πάλης πάντα βάζουν την αριστερά μπροστά στα καθήκοντά της. Και ποιο θα μπορούσε να ήταν πιο συνταρακτικό γεγονός από το χτύπημα στη Νέα Υόρκη; Η πίεση που ασκείται στην αριστερά είναι τεράστια. Όλοι οι αστοί αναλυτές στα παράθυρα βγάζουν αφρούς και ζητάνε από την αριστερά δηλώσεις μετανοίας και καταδίκης της ‘τρομοκρατίας’. Η δουλικότητα του μεγαλύτερου μέρους της αριστεράς σε αυτή την κατάσταση έχει ξεπεράσει κάθε όριο και ελάχιστοι στέκονται στα πόδια τους. Είναι τέτοιο το μούδιασμα, που δεν έχει γραφτεί ούτε ένα σύνθημα σε τοίχο ενάντια στον πόλεμο, όταν σε γκάλοπ φάνηκε πως το 80% των ελλήνων είναι ενάντια στον πόλεμο! Τι συμβαίνει τελικά με την αριστερά μας;

Το ΚΚΕ έχει συνηθίσει να χαρακτηρίζει κάθε βίαιη δράση σαν “προβοκάτσια” αν δεν ελέγχεται εντελώς από τον Περισσό. Είναι αντανακλαστική κίνηση. “Προβοκάτσια” είναι ένα χτύπημα της 17Ν, οι μπάχαλοι όταν πετάνε πέτρες στις βιτρίνες, οι προχωρημένοι ναυτεργάτες όταν συγκρούονται με τους λιμενικούς σε κόντρα των γραφειοκρατών της ΠΝΟ. “Προβοκάτσια” είχε χαρακτηρίσει το ΚΚΕ και την κατάληψη του Πολυτεχνείου ακόμα, τις πρώτες μέρες της εξέγερσης. Είχε κανείς αμφιβολία ότι θα έλεγε κάτι διαφορετικό για το χτύπημα της ΝΥ;

Εδώ όμως έχουμε πόλεμο. Για να εξηγήσουν τα ανεξήγητα κατέφυγαν σε δυο γνωστές ταχτικές που τις έχουν μάθει καλά. Η πρώτη είναι τα αστυνομικά σενάρια πρακτόρων με κρυμμένα σχέδια του Πενταγώνου και κόλπα επιστημονικής φαντασίας, που το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξεφτιλίζουν την αριστερά. Το ΚΚΕ έχει βαλθεί να ξαναστήσει τα πόδια του το καταρρακωμένο πλέον “άτρωτο” του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. “Μα για σκεφτείτε το, να τους ξεφτυλίσουν έτσι λίγοι τρελοί; Αν τελικά ο απόλυτος εχθρός δεν είναι τελικά παντοδύναμος, τότε τι κάναμε εμείς το ΚΚΕ τόσα χρόνια; Και, κυρίως, τι θα πρέπει να κάνουμε από εδώ και μετά; Λοιπόν ας κάνουμε τους κινέζους και καλού κακού ας κόψουμε και τις πορείες στην πρεσβεία μέχρι να ηρεμήσει το πράγμα”. Αν προσθέσει κανείς και την εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν, αυτές οι λογικές είναι το πρώτο σκέλος στις τοποθετήσεις των στελεχών του ΚΚΕ τις τελευταίες μέρες.

Το δεύτερο είναι η γνωστή πατριδολαγνεία. Πιο “έλληνες” από ποτέ στο ‘Ριζοσπάστη’ στα παράθυρα των ΜΜΕ, στις ομιλίες τους, με μόνο άγχος πως θα μείνει η “Ελλάδα μας” ουδέτερη σε αυτό τον πόλεμο. Το εξοργιστικό είναι η επίκληση του Λένιν για όλα ετούτα. “Είναι ένας άδικος πόλεμος, λένε σε κάθε ευκαιρία, και πρέπει η χώρα μας να μείνει ουδέτερη. Αν επρόκειτο για έναν δίκαιο πόλεμο, δε θα διστάζαμε να παίρναμε τα όπλα. Το μόνο που ζητάμε είναι η ειρήνη”. Ε, όχι! ‘Άδικο πόλεμο’ ο Λένιν ονόμαζε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυο ιμπεριαλιστικά κράτη και το καθήκον σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν “να μείνει η χώρα μας ουδέτερη”, αλλά να μετατρέψουν οι κομμουνιστές τον άδικο πόλεμο σε εμφύλιο και να παλέψουν για την ήττα της “δικής τους” αστικής τάξης. Την άμυνα που προβάλει μια εξαρτημένη χώρα στην επίθεση των ιμπεριαλιστών, έναν εθνικό-απελευθερωτικό πόλεμο ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ο Λένιν τον ονόμαζε ‘δίκαιο πόλεμο’ και το καθήκον των επαναστατών είναι να βρίσκονται στο πλευρό της εξαρτημένης χώρας και όχι “να μείνει η χώρα μας ουδέτερη”.

Τα έντονα αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά της βάσης του κόμματος, αρκούν για να αναγκάζουν την ηγεσία σε μια ενεργητική αντιπολεμική δράση, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους για έναν σωστό πολιτικό προσανατολισμό αυτής της δράσης. Η εξήγηση της “προβοκάτσιας” μαζί με τον πασιφισμό θα αποδειχτεί πολύ φτωχή για να τοποθετηθεί κανείς έντιμος αγωνιστής του ΚΚΕ στα καθήκοντα που θα βάλει η κλιμάκωση του πολέμου.

Ο ΣΥΝ ξεπέρασε κάθε προσδοκία, αποκαλύπτοντας δια στόματος Κωνσταντόπουλου πως σε κάθε κρίσιμη στιγμή δεν διστάζει πάνω από ένα λεπτό για να περάσει στο στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών. Από τα λόγια στην πράξη και ο ΣΥΝ υπέγραψε την κατάπτυστη πλατφόρμα των ευρωαριστερών, έτρεχε να συλλυπηθεί στην αμερικάνικη πρεσβεία και σαμπόταρε την αντιπολεμική διαδήλωση της 27/9!!! Οι δηλώσεις του αρχηγού έδωσαν το πράσινο φως σε κάθε σοσιαλσωβινιστή του ΣΥΝ να ξεσαλώσει. Η Δαμανάκη υπερέβη εαυτόν καθώς επιτίθεται από τα παράθυρα σε όποιον αντιτίθεται στην εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν. Η αποτυχημένη δημαρχίνα φυλάει τον ανθρωπισμό της μόνο για τα αμερικανάκια και για τα αφγανάκια ας φροντίσει ο Αλλάχ. Ο ΣΥΝ μπορεί να παριστάνει την αριστερή δύναμη μόνο αν όλα τριγύρω είναι ήσυχα και δεν κουνιέται φύλλο. Με την πρώτη αντάρα, απλά και μόνο με την απειλή της αντάρας, τρέχει πίσω στα αφεντικά του τους καπιταλιστές. Έτσι συνέβαινε πάντα με τους αριστερούς των σαλονιών. Ένα αναντίρρητα θετικό γεγονός αυτού του πολέμου είναι πως αποκάλυψε το ρόλο του ΣΥΝ σε όσους είχαν αυταπάτες για αυτό το κόμμα. Γιατί βλέπετε, στενεύουν τα περιθώρια για το Αριστερό Ρεύμα μέσα στο ΣΥΝ, καθώς πρέπει επιτακτικά να διαλέξει αν θα βαδίσει με την αριστερά ή με τη Δαμανάκη και τον Παπαγιαννάκη. Ήρθε η ώρα της εκλογής.

Σε αυτή την κατρακύλα συμπαρασύρεται και το μεγαλύτερο κομμάτι της άκρας αριστεράς. Θα ήταν άδικο να συμπεριλάβουμε στο ίδιο τσουβάλι όλους, αφού πολλοί σύντροφοι κατάφεραν να σταθούν στα πόδια τους μπροστά στο χτύπημα της ΝΥ. Οργανώσεις σαν το ΕΕΚ, την Κόντρα και ένα μέρος του Δικτύου, ακόμα και το ΣΕΚ κατάφεραν, συχνά με λάθη, να επιλέξουν το σωστό οδόφραγμα. Για τους υπόλοιπους η “καταδίκη της τρομοκρατίας” ήταν πρώτη προτεραιότητα από το να κρατήσουν μια επαναστατική στάση. Μετά το σοκ του χτυπήματος προσπάθησαν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις από τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Έτσι ακριβώς όπως φανερώνεται στο σύνθημα που τελευταία συνηθίζεται στα διάφορα μπλοκ: “Ειρήνη τώρα στο Αφγανιστάν – ούτε ΗΠΑ ούτε Ταλιμπάν”.

Το πολιτικό μείγμα που συναγελάζεται στο Χώρο Διαλόγου αποδείχθηκε το πιο πρόσφορο έδαφος για να βλαστήσουν αυτές οι απόψεις της ανάγκης “να καταδικάσουμε”. Ένας ακαθόριστος χώρος που πολιτικά ενώνει το ΣΥΝ, τους τελευταίους του ευρωκομμουνισμού και κάποιες οργανώσεις της άκρας, σε μια ένωση όχι στο στόχο της ενότητας για την κοινή δράση, αλλά στο πνεύμα του “κράτα με να σε κρατώ”, όπου οι αγεφύρωτες διαφορές λύνονται σε ένα “συντροφικό” κλίμα. Πιο καθαρά από κάθε άλλον εξέφρασε αυτή τη στάση αυτού του χώρου ο Κοροβέσης από την ΑΚΟΑ, από τις στήλες της αστικής ‘Ελευθεροτυπίας’ που πρόθυμα του τις παραχωρεί, αφού τολμά να γράφει κυνικά, χυδαία και μπακάλικα όλα όσα αυτή η παρέα ντρέπεται να πει ανοιχτά. Ο Κοροβέσης λοιπόν θρηνεί γιατί τα αεροπλάνα δεν έπεσαν λέει πάνω στο αμερικάνικο πεντάγωνο και τους πύργους, αλλά στο κίνημα του Σιατλ και της Γένοβα. (!!) Δικαίως αναρωτιέται ο Υστερογράφος στο σχόλιό του στη ‘Νέα Προοπτική’: “Πως έγινε και ενώ γυρίσαμε από τη Γένοβα μες την καλή χαρά, νίκη της αριστεράς, του διεθνισμού, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο μετά τη Γένοβα κλπ, μετά από της 11 Σεπτέμβρη έπεσε τέτοια μαυρίλα και κατάθλιψη, λες και βομβαρδίστηκαν τα γραφεία των αριστερών εντύπων και οργανώσεων;”.

Μα πρόκειται για την αριστερά του βολέματος, που συνήθισε να δίνει μάχες μόνο στη μισοήρεμη γυάλα της αστικής δημοκρατίας. Να εκδίδει τα βιβλιαράκια της και τα περιοδικάκια της, να παρεμβαίνει σε απεργίες και να καταγγέλλει τους γραφειοκράτες, να οργανώνει φεστιβάλ για τους μετανάστες και κομβόι για τη Γένοβα. “Ε, δεν είναι και το καλύτερο, αλλά κάτι κάνουμε, ότι μπορούμε”. Και ξαφνικά, ΗΠΑ και τρομοκράτες μαζί βάλθηκαν να την ξεβολέψουν, να της χαλάσουν την ησυχία. Αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα απ’ όλα: ότι ξεβολέψαν τη βολεμένη αριστερά και αυτή με τη σειρά της καταγγέλλει και τους δυο “εγκληματίες”.

“Αν ένας αγράμματος χωριάτης ή μαγαζάτορας, μη καταλαβαίνοντας ούτε την αρχή ούτε την έννοια του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία, ανακαλύψει πως βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πυρά, θα αντιμετωπίσει και τα δύο εμπόλεμα στρατόπεδα με το ίδιο μίσος. Και ποιοι είναι όλοι αυτοί οι δημοκράτες ηθικολόγοι; Ιδεολόγοι ενδιάμεσων στρωμάτων που βρίσκονται, ή φοβούνται μήπως βρεθούν ανάμεσα σε δύο πυρά… Περισσότερο από κάθε τι οι ηθικολόγοι επιθυμούν η ιστορία να τους αφήσει ήσυχους με τα βιβλιαράκια τους, τα περιοδικάκια τους, τους συνδρομητές τους, τη σύνεσή τους και τα ηθικολογικά τους σημειωματάρια. Αλλά η ιστορία δεν τους αφήνει σε ησυχία, τους χαστουκίζει πότε από τα αριστερά, πότε από τα δεξιά”. (Τρότσκι, Ηθική τους και ηθική μας).

Δυστυχώς και κάποιοι τροτσκιστές πήραν μέρος σε αυτό το παιχνίδι, με περισσότερο ή λιγότερο θράσος. Τροτσκιστικές οργανώσεις θυμήθηκαν πως είναι η καλύτερη ώρα να ενώσουν τις φωνές τους στην καταδίκη της τρομοκρατίας από τις εφημερίδες τους. Στον πάτο του πηγαδιού βρέθηκε χωρίς αμφιβολία η ‘Σοσιαλιστική Έκφραση’. Στο φύλλο 68, χωρίς να χάνει το στόχο της (6 σελίδες για το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ!) βρίσκει χώρο να φιλοξενήσει το άρθρο του Τ. Γκραντ για να εξηγήσει ότι η τρομοκρατία εξυπηρετεί την αντίδραση. Προβλέπει πως “οι συνέπειες των τωρινών επιθέσεων θα είναι σοβαρές και θα έχουν έναν απόλυτα αντιδραστικό χαρακτήρα”. Με πραγματικό τρόμο βλέπει ήδη τη σαρωτική επέλαση του ιμπεριαλισμού και τα βάζει ανοιχτά με τους “παράφρονες και μανιακούς” τρομοκράτες που ανέβασαν τόσο απότομα το επίπεδο της βίας. Χωρίς επιστροφή ο κατήφορος της ‘Σοσιαλιστικής Έκφρασης’. Αν σε αυτούς τους ανθρώπους έμεινε κάτι από τη σκέψη του Τρότσκι που μπορεί να τους καλύπτει ακόμα, τότε σίγουρα είναι το παραπάνω απόσπασμα, αρκεί να τοποθετήσουν τον εαυτό τους στη θέση των ηθικολόγων.

Το πιο εξοργιστικό όμως είναι αυτή η κατάσταση να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από κακοραμμένα τσιτάτα του Λένιν και του Τρότσκι, ώστε να παρουσιάσει την πολιτική ατολμία σαν γνήσια επαναστατική πολιτική. Σε αυτό το κόψε – ράψε τσιτάτων που έχουν μπει διάφοροι, τα πρωτεία ανήκουν χωρίς άλλο στην ‘Εργατική Αριστερά’ της ΔΕΑ (προφανώς λόγω της ώσμωσης με το ΣΥΝ). Στο φύλλο Νο 13, αφού κατακεραυνώνει όσους διαδηλωτές πήγαν στις 27/9 στην αμερικάνικη πρεσβεία(!) και διέσπασαν το πλατύ αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, έχει ένα αφιέρωμα στην ‘ατομική τρομοκρατία’. Εκεί προχωρά σε πραγματική πλαστογραφία των κειμένων του Τρότσκι για να πείσει τους αναγνώστες της πως “η τρομοκρατία (γενικά!) δεν είναι απλά μια διαφορετική μέθοδος πάλης ενάντια στην καταπίεση, αλλά λειτουργεί αντιθετικά με τον αγώνα για το σοσιαλισμό”. Δεν απαρνιούνται γενικά την επαναστατική βία, αλλά εξηγούν πως η εργατική τάξη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο “χρησιμοποιώντας την ελάχιστη φυσική βία”. Και καλά να τα πιστεύουν όλα ετούτα. Αλλά να τολμούν να τα βάζουν στο στόμα του αρχηγού του Κόκκινου Στρατού και του ρώσικου εμφύλιου, του συγγραφέα του βιβλίου “Κομμουνισμός και Τρομοκρατία” πάει πολύ!

Μα τι έγινε πια στη ΝΥ που έκανε την αριστερά να τρέμει; Η άποψη μας είναι ότι δεν πρέπει να βλέπουμε το χτύπημα στη ΝΥ σαν πράξη ‘ατομικής τρομοκρατίας’, αλλά σαν πολεμική πράξη στα πλαίσια ενός πολέμου. Τον πόλεμο τον διεξάγουν οι ιμπεριαλιστές με πρώτες τις ΗΠΑ ενάντια στις αραβικές χώρες. Με τον όρο ‘πόλεμος’ δεν εννοούμε γενικά την εκμετάλλευση των μουσουλμανικών χωρών από τον ιμπεριαλισμό. Πρόκειται για ΠΟΛΕΜΟ με συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις επιδρομών μετά το 91 ενάντια στο Σουδάν, τη Σομαλία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Πρόκειται για έναν ‘κλασικό’ εθνικό-απελευθερωτικό πόλεμο. Το χτύπημα στη ΝΥ ήταν η μεταφορά του μετώπου του πολέμου στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Εδώ ο καθένας και τα όπλα του. Αυτοί με τα σκούντ και τα F16, οι άλλοι με τα αεροπλάνα. Σε κάθε πόλεμο συμβαίνουν πλήθος πράξεων ‘ατομικής τρομοκρατίας’ (πχ να τινάξει κανείς καμικάζι τα γραφεία του Φράνκο στον ισπανικό εμφύλιο) αλλά ένας πόλεμος δεν είναι… ένα άθροισμα πράξεων ‘ατομικής τρομοκρατίας’.

Μεγάλη είναι η διαφορά με μια πράξη ‘ατομικής τρομοκρατίας’ όπως πχ της 17Ν. Εδώ δεν υπάρχει μια ομάδα “τρελών” ή “ακραίων”, όπως προσπαθεί να δείξει ο Μπούς. Εκτός από τους 20 αεροπειρατές, υπάρχουν άλλα 20 εκατομμύρια που θα ήθελαν να βρίσκονται στη θέση τους και βλαστημούν τον Αλλάχ που δεν ξέρουν να οδηγούν αεροπλάνο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεχόμαστε τέτοιες πράξεις απόγνωσης και απελπισίας σαν τις καλύτερες δυνατές, ακριβώς γιατί δεν έχουν καμιά προοπτική. Πολύ περισσότερο δεν τις προτείνουμε σαν λύσεις για την επαναστατική ανατροπή της κοινωνίας. Άλλο όμως αυτό κι άλλο η “καταδίκη της τρομοκρατίας”. Όλη η αριστερά που έτρεξε να βαφτίσει το χτύπημα “τρομοκρατική πράξη” και αρνείται να δει τον πόλεμο από πίσω της, που βλέπει το δέντρο και κάνει ότι δεν βλέπει το δάσος από πίσω του, το έκανε μόνο και μόνο γιατί αναζητούσε ένα πρόσχημα για να καταδικάσει την επίθεση. Και επιπλέον να είναι και εντάξει με… τις μαρξιστικές παραδόσεις.

Αλλά, ας συμφωνήσουμε έστω, ότι η επίθεση στη ΝΥ ήταν “κλασική περίπτωση ατομικής τρομοκρατίας”. Και τι καθήκοντα βάζει αυτό στους επαναστάτες; Να την “καταδικάσουν”; Οι αστοί με τους γελοίους και τους “σοβαρούς” αναλυτές τους έχουν ξεσηκώσει μια θύελλα αφόρητα πιεστική για την “καταδίκη της τρομοκρατίας”. Αυτή η καραμέλα έχει γίνει πλέον προαπαιτούμενο για να ανοίξει κανείς το στόμα του. Και τι απαντάν σε όλα ετούτα οι ακροαριστεροί μας; “Εμείς πάντα καταδικάζαμε την ατομική τρομοκρατία”. Τυπώνουν και ανατυπώνουν σελίδες ολόκληρες καταδίκης της ‘τρομοκρατίας’ και, οι πιο θρασείς, καταδίκη κάθε μορφή κινηματικής βίας. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι μόλις οι ιμπεριαλιστές τους έτριξαν τα δόντια, μόλις τους απείλησαν με περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών που απολαμβάνουν στην αστική δημοκρατία, οι αριστεροί ετούτοι τρέχουν να κάνουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης στο αστικό κράτος. Ιδού η αριστερά!

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη στάση των κομμουνιστών απέναντι στην ‘τρομοκρατία’. Η εφημερίδα μας είχε δημοσιεύσει (σε ανύποπτο χρόνο – όχι τώρα που κραυγάζουν όλοι) ένα 4σέλιδο αφιέρωμα για την επαναστατική τοποθέτηση απέναντι στο ζήτημα. Η τοποθέτησή μας είναι ξεκάθαρη και αρνούμαστε να δεχτούμε μαθήματα για τη θέση “των κλασικών” στο ζήτημα από κάθε νεόκοπο “αντιτρομοκράτη”. Για τους επαναστάτες –και αυτό είναι το σπουδαιότερο- η ‘ατομική τρομοκρατία’ είναι ΠΑΝΤΑ ένα εσωτερικό θέμα του κινήματος και μόνο σαν τέτοιο το αντιμετώπιζαν. Η πολεμική τους έχει σκοπό να αποκαλύψει σε συντρόφους που θαμπώνονται από ένα τρομοκρατικό χτύπημα ότι είναι αδιέξοδο και ατελέσφορο μέσο για την επανάσταση. ΠΟΤΕ οι κομμουνιστές δεν έπαιρναν το μέρος του αστικού κράτους στην καταδίκη της ‘τρομοκρατίας’! ΠΟΤΕ οι κομμουνιστές δεν σταμάτησαν να υπερασπίζουν τους ‘τρομοκράτες’ απέναντι στο αστικό κράτος! Και ΠΟΤΕ οι κομμουνιστές δεν ενώνουν τη φωνή τους με τα αφεντικά για να καταδικάσουν την ‘ατομική τρομοκρατία’ στο όνομα της (αστικής) ηθικής! Ετούτο δεν αποτελεί επαναστατική τοποθέτηση, αλλά δήλωση νομιμοφροσύνης στα αφεντικά και τους μηχανισμούς τους. Για όσους τολμούν να κρύβουν τη δειλία τους πίσω από τσιτάτα του Λένιν και του Τρότσκι “ενάντια στην ατομική τρομοκρατία” ας τους υπενθυμίσουμε πως απαντούσε ο ίδιος ο Τρότσκι στους ηθικολόγους της εποχής του: “Η ατομική τρομοκρατία επιτρέπεται ή δεν επιτρέπετε από την άποψη της ‘καθαρής ηθικής’; Μ’ αυτή την αφηρημένη μορφή το ζήτημα δεν υπάρχει διόλου για μας. Ο συντηρητικός Ελβετός μπουρζουάς πλέκει δημόσια το εγκώμιο του τρομοκράτη Γουλιέλμου Τέλλου, ακόμη και σήμερα. Οι συμπάθειές μας στρέφονται αμέριστα προς τους Ιρλανδούς, Ρώσους, Πολωνούς ή Ινδούς τρομοκράτες στον αγώνα τους ενάντια στην εθνική ή πολιτική καταπίεση”. (Τρότσκι, Ηθική τους και ηθική μας).

Ένα χρυσόψαρο που ζει για πολύ καιρό στη γυάλα μπορεί και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι “οι εποχές με τις φουρτούνες τελείωσαν για πάντα”. Μόλις βγει στην ανοιχτή θάλασσα είναι λογικό να αισθανθεί, αρχικά τουλάχιστον, έξω από τα νερά του. Έτσι ακριβώς αισθάνθηκε και η αριστερά μας. Τα αεροπλάνα που έπεσαν πάνω στους πύργους δεν γκρέμισαν το Σιατλ και τη Γένοβα του Κοροβέση, αλλά τη γυάλα της αστικής δημοκρατίας των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και την ασφάλεια που παρείχε. Ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς τα έχασε με τη σφοδρότητα της κατάρρευσης και τρόμαξε μπροστά στα καθήκοντα που της αναλογούν. Είναι η αριστερά που, αν και μπορεί να δίνει όρκους στον Λένιν, είχε ξεχάσει πως ιμπεριαλισμός ονομάζεται το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, πως πρόκειται για μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η αριστερά αντιμετωπίζει τον πόλεμο και την επανάσταση, όχι σαν θεωρητικό ενδεχόμενο, αλλά σαν καθημερινή, επιτακτική πραγματικότητα. Κάποιοι, ξεπερνώντας το σοκ θα σταθούν στα πόδια τους. κάποιοι θα κυλήσουν όλο και χαμηλότερα. Γι αυτό το λόγο τέτοια γεγονότα σαν κι αυτό του πολέμου που ζούμε, λειτουργούν καθοριστικά για την ίδια την αριστερά τώρα, όπως και πάντα. Καταφέρνουν να ξεχωρίσουν την αριστερά της ειρήνης (της βολεμένης στην ιμπεριαλιστική ειρήνη) από την αριστερά της επανάστασης.

Κ. Ρουσίτης

Ο πόλεμος των 18 λεπτών (Νοέμβρης 2001)

Η 11η Σεπτέμβρη θα μείνει πλέον στην ιστορία σαν την ημέρα που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έγινε στην κυριολεξία ρεζίλι. Χρειάστηκαν γι’ αυτό μόνο 18 λεπτά. Όλα τα συστήματα αντιπυραυλικής προστασίας, ολόκληρο το κατασκοπευτικό δίκτυο, οι δορυφόροι που ανιχνεύουν μέχρι και σε μέγεθος πακέτου τσιγάρων από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η CIA, το ΝΑΤΟ, ένας ολόκληρος μηχανισμός δεκάδων χιλιάδων πραιτοριανών της νέας τάξης… όλα αυτά αποδείχτηκαν μια σαπουνόφουσκα. Συνέχεια

Ατομική βία και μαζικό κίνημα Νο 2 (Εργατική Εξουσία, Μάρτιος 2001)

Το τελευταίο διάστημα η Ευρώπη ζει στο ρυθμό της σκλήρυνσης της καταστολής και περικοπής των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Οι κυβερνήσεις της δυτικής Ευρώπης (σοσιαλδημοκρατικές στο μεγαλύτερο μέρος τους) ετοιμάζουν νομοθετήματα, απαγορεύουν οργανώσεις, εξοπλίζουν την αστυνομία τους χρησιμοποιώντας η κάθε μία τα δικά της προσχήματα. Ο στόχος όμως είναι πάντα ο ίδιος: τα αστικά κράτη οπλίζονται σαν αστακοί για να αντιμετωπίσουν τον εσωτερικό εχθρό: τις κινητοποιήσεις και την αντίδραση των από κάτω. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο. Όταν τα αστικά κράτη προετοιμάζουν την καταστολή τους έχουν προβλέψει αντιδράσεις που θα κληθούν να καταστείλουν. Και η αφορμή είναι κάθε φορά η ίδια. Η καταπολέμηση της… τρομοκρατίας.

Αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία των αστών

Η Ελλάδα του Σημίτη το τελευταίο διάστημα ζει απ τις τηλεοράσεις στον αστερισμό της τρομοκρατίας. Η προετοιμασία του εδάφους έγινε με μεθοδικότητα από τα αστικά ΜΜΕ. Στην αρχή ήταν η Ολυμπιάδα και όλη εκείνη η κουβέντα του αν η χώρα «μας» έχει πάρει τα αναγκαία μέτρα «ασφάλειας» των αγώνων. Μετά ήρθε το χτύπημα της 17Ν και φαινόταν ότι δεν χρειάζονταν τίποτε άλλο, βρήκαν το παραμύθι να ασχολούνται τα κανάλια επί 15 μέρες. Επιπλέον ήταν το καλύτερο άλλοθι για να αποτανθούν για βοήθεια σε άγγλους και αμερικάνους «ειδικούς της τρομοκρατίας». Λίγο μετά ήρθε και η μπόμπα στον Μιχαλολιάκο. Ακόμα δεν έχει ξακαθαριστεί αν πρόκειται για τρομοκρατικό χτύπημα ή για τα μαφιόζικα ξεκαθαρίσματα που δεν είναι σπάνια στο λιμάνι. Κι όμως με μεγάλη ευκολία βρήκαν ένα καινούριο «θύμα της τρομοκρατίας» και ένα θέμα για άλλες 15 μέρες. Στο μεσοδιάστημα για να συνεχίζει το θέμα της «ασφάλειας» να είναι στην επικαιρότητα, σερβίραν αρκετές δόσεις ολυμπιακών. Στο τέλος ήρθε και η απόδραση του Πάσαρη και δεν χρειάζονταν τίποτε άλλο πια.
Στόχος όλης αυτής της φρενίτιδας από τα κανάλια είναι να παρουσιαστεί σαν φυσικό επακόλουθο, σχεδόν σαν… λαϊκή απαίτηση, η ανάγκη να εξοπλιστεί η αστυνομία και να σκληρύνει η καταστολή. Ο περίφημος αντιτρομοκρατικός νόμος ήταν ήδη στα σκαριά και περίμεναν το κατάλληλο κλίμα για να τον σερβίρουν. Το περιεχόμενο του τρομονόμου είναι λίγο πολύ γνωστό σε όποιον παρακολουθεί εφημερίδες, αφού η κυβέρνηση άφησε να διαρρεύσουν οι προθέσεις της: θεσμοθέτηση της παρακολούθησης με κάθε τρόπο, θεσμοθέτηση του χαφιεδισμού, κατάργηση των διαφόρων διατάξεων που προστατεύουν τον κατηγορούμενο και γενικά τον πολίτη από την αυθαιρεσία των αρχών. Συζητιέται ακόμη και να δωθεί το δικαίωμα στους μπάτσους να χρησιμοποιούν τα όπλα τους «όχι μόνο σε περιπτώσεις άμυνας». Με δυο λόγια ο νόμος αλυσοδένει τους πολίτες ατομικά ενάντια στη βία της αστικής εξουσίας.
Ο νόμος καθαυτός είναι η κορφή του παγόβουνου και στόχος της κυβέρνησης είναι να γυρίσει την κουβέντα στις διάφορες διατάξεις του, αν δηλαδή είναι «αιχμηρές» ή «στρογγυλεμένες» όπως γράφουν οι διάφορες αστικές εφημερίδες. Την ίδια ώρα που συμβαίνουν αυτά στήνεται υπόγεια το πραγματικό παιχνίδι. Οι νέες προσλήψεις στην αστυνομία είναι τόσες πολλές που έχει χαθεί το μέτρημα. Ο εξοπλισμός της είναι το δεύτερο ζήτημα. Ειδικά οχήματα, όπλα, σύγχρονα μηχανήματα και το κερασάκι οι αύρες που θα ξαναβγούν στους δρόμους. Δίπλα στην ΕΛΑΣ ο κάθε δήμος φτιάχνει τη δική του αστυνομία και όχι για να κόβει κλήσεις. Ήδη η ΚΕΔΚΕ αποφάσισε να «ζητήσει από την πολιτεία» να δωθούν όπλα στη δημοτική αστυνομία ώστε να μπορεί να προχωρά σε συλλήψεις. Όπλα θα πάρουν και οι τελωνιακοί (!) όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό αποφασίστηκε στη σύνοδο που έγινε για αυτό το σκοπό πριν κανένα μήνα στην Ιταλία και η αφορμή εδώ ήταν η καταπολέμηση λέει του λαθρεμπορίου και εν γένει του οργανωμένου εγκλήματος. Δίπλα σε όλα αυτά η κυβέρνηση προωθεί σταθερά την «επαγγελματοποίηση» του στρατού -του έσχατου μηχανισμού καταστολής του αστικού κράτους- εξαγγέλλοντας την πρόσληψη 15.000 ανδρών. Να λοιπόν τώρα πως εξηγούνται οι κραυγές για τον Πάσαρη, τους Ολυμπιακούς και τη 17Ν.
Στόχος τους είναι ξεκάθαρα να χτυπήσουν το λαϊκό κίνημα. Χρειάζεται απόδειξη; Στην προσπάθεια να… βρουν τον Πάσαρη υποτίθεται, η Αθήνα αστυνομοκρατείται. Μπλόκα στις γωνίες και οι μπάτσοι με προτεταμένα τα όπλα. Έφοδοι σε εγκαταλελειμμένα σπίτια που τα χρησιμοποιούν άστεγοι μετανάστες για καταλύματα. Σε ένα από αυτά γνώρισε την κτηνωδία των μπάτσων ο 16χρονος αλβανός Ριφάτ. Του έσπασαν τη σπλήνα από το ξύλο και τον πέταξαν να πεθάνει στο δρόμο. Τον Ριφάτ μετά το χειρουργείο τον ετοίμασαν για απέλαση και οι μπάτσοι ανενόχλητοι συνεχίζουν τις έρευνες για τον Πάσαρη.
Με την τρομοκρατία οι καπιταλιστές προσπαθούν να κάνουν κάθε καταπιεσμένο να αισθανθεί αδύναμος μπροστά στο κράτος τους και να σκεφτεί δυο φορές να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Στόχος τους είναι να δώσουν την εντύπωση ότι είναι ανίκητοι. Όταν θα βγάλει ο Σημίτης το νόμο για το ασφαλιστικό θέλει ο εργαζόμενος που θα εξαγριωθεί εκείνη την μέρα να έχει στο μυαλό του μια εικόνα. Εκείνη που τον σταμάτησαν οι μπάτσοι πριν μια βδομάδα σε ένα μπλόκο με τα όπλα στα χέρια όταν πήγαινε βόλτα με την κοπελιά του. Αν καταφέρει ο Σημίτης να κάνει κάθε εργαζόμενο εκείνη την ώρα να φέρει στο μυαλό του την ίδια εικόνα, τότε έχει κερδίσει το μισό παιχνίδι. Ακόμα και όταν όμως η οργή δεν σταματήσει με αυτό (όταν όπως λέει το τραγούδι ο εργαζόμενος «σπάσει του φόβου του το νήμα» και μπει στις αλυσίδες του μπλοκ των απεργών) τότε θα έχει να αντιμετωπίσει τους πάνοπλους μπάτσους με τις αύρες τους και τα δακρυγόνα τους. 
Οι αστικές τάξεις σε όλο τον πλανήτη δεν θα μπορούσαν να σταθούν ούτε μια βδομάδα στην εξουσία χωρίς τη χρήση ωμής τρομοκρατίας απέναντι στις μάζες. Αν η ψευτιά, η λάσπη, και η εξαγορά είναι το ένα πόδι που στηρίζουν τη σάπια κοινωνία τους η βία είναι το άλλο. Ωστόσο η στιγμή που επιλέγουν για να σκληρύνουν την καταστολή δεν είναι τυχαία. Όταν η συσσώρευση του κεφαλαίου απαιτεί ξέφρενους ρυθμούς, τότε οι καπιταλιστές εντείνουν την καταστολή τους και κουτσουρεύουν τη «δημοκρατία» τους. Για να το πούμε άπλά, κάθε φορά που οι καπιταλιστές είναι αναγκασμένοι να επιτεθούν στις κατακτήσεις των εργαζομένων και της νεολαίας, το πρώτο που κάνουν είναι να ετοιμάσουν τα ένοπλα σώματα με τα οποία θα αντιμετωπίσουν τις αντιδράσεις. Σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη. Πίσω από τη σκλήρυνση της καταστολής κρύβεται η απόφαση των καπιταλιστών να προχωρήσουν σε σκληρά αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα και όχι ο Πάσαρης ή η 17Ν. Στην Αγγλία (χωρίς να υπάρχει κανένας άγγλος… Πάσαρης) η κυβέρνηση του Μπλαιρ στις αρχές του Μάρτη έβγαλε στην παρανομία 51 οργανώσεις τις οποίες χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές». Ανάμεσα σε αυτές και οι οργανώσεις των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του Κουρδιστάν, των βάσκων, της Κεϋλάνης και της Παλαιστίνης. 
Σε αυτή την κατάσταση κανένας επαναστάτης δεν πρέπει να «αισθάνεται νόμιμος». Όποιος αποκοιμισμένος στη «νομιμότητα» της αστικής δημοκρατίας αισθάνεται ότι το πρόβλημα δεν τον αφορά, σύντομα θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Ο αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία των κυβερνήσεων σε όλη την Ευρώπη πρέπει να είναι στα άμεσα καθήκοντα των επαναστατών. Δεν πρόκειται απλά για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του πολίτη. Πρόκειται για την προετοιμασία των όρων που θα δωθούν οι αυριανές ταξικές συγκρούσεις. Πρόκειται για την οργάνωση του δικού μας στρατοπέδου, όταν βλέπουμε τον αντίπαλο να εξοπλίζει το δικό του και να ετοιμάζεται να επιτεθεί. Μόνο με μια τέτοια λογική θα έχει επιτυχία ο αγώνας ενάντια στην τρομοκρατία των αστών και των κυβερνήσεών τους.
Ο πρώτος λοιπόν όρος είναι η ενότητα. Είναι έργο των κομμουνιστών να ζυμώνουν στους χώρους τους την ανάγκη δημιουργίας ενός πλατιού ταξικού μετώπου ενάντια στον τρομονόμο και την μπατσοκρατία. 
Να διεκδικήσει την απόσυρσή του νόμου. Να απαιτήσει το σταμάτημα κάθε προγράμματος που κάνει την αστυνομία ισχυρότερη σε έμψυχο και άψυχο υλικό. 
Ούτε μια δραχμή για την αστυνομία και τα υπόλοιπα σώματα αστυνόμευσης. Δεν είναι δυνατόν να ανεχτούμε να μας τάζουν κάθε χρόνο και νέα λιτότητα να διαλύουν παιδεία και υγεία επειδή υποτίθεται χρειάζονται περικοπές και τα χρήματα να περισσεύουν για στρατό και αστυνομία. 
Να απαιτήσει τη διάλυση των μισητών σωμμάτων των ΜΑΤ και κάθε σώματος που χρησιμοποιείται για την καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων.
Η πιο σημαντική παράμετρο όμως σε αυτό τον αγώνα είναι η πολιτική προετοιμασία του δικού μας στρατοπέδου και μάλιστα των πιο πρωτοπόρων αγωνιστών. Πρέπει να γίνει κατάκτηση των αγωνιστών ότι στη βία και την τρομοκρατία των αφεντικών μπορεί να αντιταχτεί η οργανωμένη βια των καταπιεσμένων.

 

 

 

Τερρορισμός και επαναστατικός μαρξισμός

Η κριτική που κάνει ο επαναστατικός μαρξισμός στους θιασώτες της ατομικής τρομοκρατίας δεν έχει καμιά σχέση με το γενικόλογο «ανθρωπισμό» σαν αυτόν που διαλέγουν οι υπηρέτες της αστικής τάξης. Τα υποκριτικά τους δάκρυα για τα θύματα της τρομοκρατίας δεν μας συγκινούν καθόλου. Είναι όλοι αυτοί που δεν έχουν δάκρυα για τα θύματα της δίψας των καπιταλιστών για κέρδος. Την αξία της ανθρώπινης ζωής την ξεχνάνε όταν μας καλούν να τη δώσουμε για την «τιμή της πατρίδας», δηλ. για τα κέρδη τους. 
Η τοποθέτησή μας δεν έχει επίσης καμιά σχέση με την τοποθέτηση των ρεφορμιστών, (ακόμα κι όταν αυτοί κρύβονται πίσω από έναν ψεύτικο μαρξισμό). Αντίθετα με αυτούς δεν ξεκινάμε από μια κριτική των μέσων, εάν είναι πολύ ή λίγο βίαια, αλλά με μόνο γνώμονα: τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι τρομοκρατικές ενέργειες στο κίνημα. Εφόδιό μας είναι η ίδια η ιστορική πείρα της ταξικής πάλης.
Οι ρώσοι επαναστάτες καταπιάστηκαν με αυτό το ζήτημα με μεγάλη ενεργητικότητα. Να πως περιγράφει ο Τρότσκι το κλίμα της εποχής: «Το πρόβλημα της τρομοκρατίας ήταν για μας τους Ρώσους επαναστάτες ζήτημα ζωής ή θανάτου, με την πολιτική έννοια, όπως και με την κυριολεκτική και προσωπική έννοια. Ο τρομοκράτης δεν ήταν για μας ήρωας μυθιστορήματος, ήταν άνθρωπος ζωντανός και κοντινός. Στην εξορία περνούσαμε χρόνια μαζί με τους τρομοκράτες της προηγούμενης γενιάς. Στις φυλακές και στα τμήματα μεταγωγών συναντούσαμε τρομοκράτες της ηλικίας μας. Επικοινωνούσαμε στο φρούριο Πέτρου και Παύλου με χτυπήματα στον τοίχο με τους τρομοκράτες που περίμεναν το θάνατο. Πόσες ώρες, πόσες μέρες με φλογερές συζητήσεις, πόσες ρήξεις εξαιτίας αυτού του φλογερού ζητήματος! Τα δημοσιεύματα που διερμηνεύανε και καθρεφτίζανε αυτές τις συζητήσεις, θα μπορούσαν να σχηματίσουν πλούσια βιβλιοθήκη».(Τρότσκι, Tα εγκλήματα του Στάλιν)
Τα συμπεράσματα αυτής της πάλης εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, και θα είναι όσο η ίδια η ύπαρξη του καταπιεστικού συστήματος που οπλίζει ξανά και ξανά την οργή και την εκδίκηση. Το ερώτημα συνεπώς για μας τους επαναστάτες είναι αν τέτοιες ενέργειες βοηθάν στην υπόθεση της απελευθέρωσης των καταπιεσμένων από τα δεσμά τους.

Η ιστορία της τρομοκρατίας και των θεωριών της

Οι τρομοκρατικές ενέργειες γεννιούνται αυθόρμητα και δεν θα σταματήσουν ποτέ να γεννιούνται, όσο η βάρβαρη καταπίεση γεννά την αντίδραση. Οι μεμονωμένες ενέργειες, σχεδόν αυθόρμητες ή ελάχιστα προσχεδιασμένες αποτελούν τον πρωτόγονο, ακατέργαστο τρόπο αντίδρασης. 
Το ζήτημα οργάνωσης διαφόρων ανθρώπων με σκοπό να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν ένα τρομοκρατικό χτύπημα είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η ταξική πάλη. Οι πρώτες προσπάθειες να θεωρητικοποιηθεί η ιδέα ότι είναι δυνατόν τέτοιες ομάδες με τη δράση τους να εξαλείψουν την καταπίεση ξεκινούν ήδη από την αυγή του καπιταλισμού. Σε αυτό το στάδιο η τρομοκρατική ενέργεια θεωρείται η ίδια το μέσο για τη διάλυση του συστήματος. Στα χρόνια του πρωτογονισμού του κινήματος δεν φάνταζε τόσο απίθανη η ιδέα ότι είναι δυνατόν να ανατραπεί το αστικό κράτος με τη δράση τέτοιων ομάδων. Άλλωστε ήταν φρέσκια η ιστορική μνήμη των διάφορων «μυστικών εταιριών» των αστών που συνέβαλαν στην ανατροπή της φεουδαρχίας και των απολυταρχιών. Η Γαλλία, η Ιταλία και γενικά η δυτική Ευρώπη θυσίασε μερικούς απ’ τους καλύτερους αγωνιστές της στο βωμό αυτής της μεθόδου στις αρχές και στα μέσα του προηγούμενου αιώνα για να φανεί τελικά το αδιέξοδο αυτών των λογικών.
Όταν έγινε φανερό πως δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί ο αντίπαλος χωρίς τη δράση των μαζών, οι τρομοκρατικές πράξεις καθαγιάστηκαν κάτω από μια άλλη λογική
Σύμφωνα με αυτή τη λογική μια τρομοκρατική ενέργεια στοχεύει πια να διεγείρει τις μάζες. Μια μπόμπα, ή μια δολοφονία ενός μισητού κρατικού λειτουργού, ενός καταπιεστή δεν αποτελεί πλέον μια μεμονωμένη πράξη εκδίκησης, αλλά ένα μέσο διέγερσης. Σκοπός της είναι να προκαλέσει ένα σοκ στη συνείδηση των μαζών, να τις βγάλει από το λήθαργό τους. Μάλιστα αν ο αντίχτυπος αυτής της κίνησης είναι αρκετά δυνατός μπορεί να προκαλέσει ακόμα και την κινητοποίηση των μαζών, σκέφτονταν οι «θεωρητικοί» της ατομικής τρομοκρατίας. Σε αυτή την περίπτωση η ίδια η τρομοκρατική πράξη λειτουργεί σαν παράδειγμα γιατί δείχνει το στόχο (τους κρατικούς λειτουργούς) αλλά και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσουν οι μάζες (τη βία). Αυτές οι λογικές βρήκαν κατά καιρούς πολλούς οπαδούς στη ειδικά στη Ρωσία στην αλλαγή του 19ου αιώνα, αλλά και σε Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία, σαν απόηχος και εκλέπτυνση της προηγούμενης τρομοκρατικής δράσης. Την ίδια περίοδο που το σοσιαλιστικό κίνημα έμπαινε δυναμικά στο προσκήνιο, οι καλύτεροι μαρξιστές καταφέρθηκαν ενάντια σε αυτές τις λογικές με τον πιο διεξοδικό τρόπο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τρότσκι «καταπολεμώντας την τρομοκρατία οι διανοούμενοι υπεράσπιζαν το δικαίωμα ή το καθήκον τους να μην εγκαταλείψουν τις εργατικές συνοικίες για να πάνε να ανοίξουν λαγούμια κάτω από τα παλάτια του τσάρου και των μεγάλων δουκών».
Ωστόσο, ποτέ και πουθενά στον πλανήτη δεν προέκυψε καμιά επανάσταση ή εξέγερση σαν αποτέλεσμα της «διέγερσης» που προκάλεσε μια τρομοκρατική πράξη. Και μάλιστα, για να αποδειχθεί το αδιέξοδό της χρειάστηκε ξανά μια μεγάλη ποσότητα αίματος αγνών και ηρωικών επαναστατών. Η πρώτη ρώσικη επανάσταση το 1905, πολύ περισσότερο η νικηφόρα του 1917, αλλά και το κύμα των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στην κεντρική Ευρώπη το 1919-1923 έδειξαν με ποιον τρόπο μπορούν οι καταπιεσμένοι να κινητοποιούνται και μάλιστα να νικούν! Στα πιο σύγχρονα χρόνια κανείς δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά πως με τέτοιες ενέργειες είναι δυνατόν να προκαλέσει την επανάσταση. Η τρομοκρατική πράξη πλέον χρησιμοποιείται για να προκαλέσει την προσοχή στις πολιτικές θέσεις του τρομοκράτη. Χρησιμοποιεί, μια βόμβα για να υπογραμμίσει μια πολιτική προκήρυξη, να στρέψει την προσοχή των μαζών στο περιεχόμενό της, να προκαλέσει συζήτηση. Φυσικά, ο τρόπος δράσης εξακολουθεί και σε αυτή την περίπτωση να θέλει να αποτελέσει παράδειγμα για μίμηση. Έτσι, ολόκληρες οι προηγούμενες αντιλήψεις εξακολουθούν να υπολανθάνουν, προκαλώντας παρόμοιες σκέψεις και συγχύζοντας τους καταπιεσμένους.
Άλλωστε, το θεωρητικό περίβλημα αυτών των ενεργειών είναι πάντα θολό και δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Η πράξη θα αναζητά κάλυψη της θεωρίας αναμασώντας και ξανασερβίροντας τις ίδιες χρεοκοπημένες αντιλήψεις. Την τρομοκρατική πράξη τη γεννάει η ίδια η καταπίεση και αποτελεί την πιο ενστικτώδικη και πρωτόγονη μορφή αντίδρασης σε αυτή. Όσο οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι δεν ανακαλύψουν το δρόμο για να ανατρέψουν το σύστημα που την γεννά, αναγκαστικά η ιστορία θα περνά ξανά και ξανά από τους ίδιους δρόμους πληρώνοντας κάθε φορά τον ίδιο φόρο.

Τρομοκρατία και κίνημα

Σε περιόδους επαναστατικού αναβρασμού το κίνημα ανεβάζει συλλογικά του επίπεδο της βίας και της αντιπαράθεσής του με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους. Τα περιθώρια δράσης τρομοκρατικών ομάδων σε τέτοιες εποχές είναι ελάχιστα. Μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες εκείνη τη στιγμή δεν απασχολούν κανέναν ιδιαίτερα, ούτε τους καταπιεστές ούτε τους καταπιεσμένους, καθώς και οι δυο έχουν στραμμένη την προσοχή τους στην πραγματική – μαζική αντιπαράθεση. Κάθε ξέχωρο βίαιο χτύπημα μπορεί να ειδοθεί και να λειτουργήσει μόνο αθροιστικά σε σχέση με την κεντρική αντιπαράθεση.
Αυτός είναι και ο λόγος που τρομοκρατικές ενέργειες βρίσκουν έδαφος σε περιόδους κινηματικής υποχώρησης, ήττας, ή κινηματικής άπνοιας. Ειδικά η περίοδος που ακολουθεί τις ήττες του κινήματος και τη σκλήρυνση της καταστολής των καπιταλιστών, παρέχει το καλύτερο πλαίσιο για να βρει διέξοδο στην ατομική δράση, η οργή και η απογοήτευση. Εκτός όμως από τις ίδιες τις τρομοκρατικές πράξεις, τέτοιες εποχές είναι επίσης ευνοϊκές και στις προσπάθειες να θεωρητικοποιηθεί μια τέτοια δράση. Γιατί τέτοιες στιγμές μια τρομοκρατική πράξη βρίσκει το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα στο στρατόπεδο των καταπιεσμένων που θα την νομιμοποιήσει. Είναι η στιγμή που το κίνημα ηττημένο δεν εμπιστεύεται τις δικές του δυνάμεις για να οπλίσουν την οργή του και υποδέχεται ευνοϊκά μια «εκδίκηση που έρχεται απ’ έξω». 
Οι τρομοκρατικές ενέργειες αποκτούν έτσι έναν συμβολικά χαρακτήρα, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες του κινήματος και το πραγματικό πεδίο σύγκρουσης. Αυτό όμως τελικά παραπλανά μόνο το ίδιο το κίνημα και καθόλου τον ταξικό αντίπαλο, που δεν εγκαταλείπει ούτε στιγμή το έργο της καταστολής και εξουδετέρωσης του κινήματος. Αντίθετα, συνηθίζει να χρησιμοποιεί και να μεγαλοποιεί αυτές τις ενέργειες ακριβώς για να στρέψει την προσοχή της κοινωνίας μακριά από το κέντρο της αντιπαράθεσης, να αποπροσανατολίσει και να μπερδέψει το κίνημα. Μάλιστα, προσπαθεί πάντα να μεταχειριστεί την τρομοκρατική ενέργεια σαν το άλλοθι για να λάβει ακόμη σκληρότερα κατασταλτικά μέτρα και να τα νομιμοποιήσει σε μια διευρυμένη κοινωνική στήριξη σε μια στιγμή που το κίνημα είναι αδύναμο να αποτρέψει την επιβολή τους.

Αφύπνιση και παθητικότητα των μαζών

Σε ένα τέτοιο κλίμα δεδομένο, μια τρομοκρατική ενέργεια, ακόμα και στο βαθμό που καταφέρει και γίνει αποδεκτό από τους καταπιεσμένους σαν μια «δίκαιη πράξη εκδίκησης», καθόλου δεν συμβάλλει στην κινητοποίησή τους (όπως θεωρούν οι διάφοροι θιασώτες της τρομοκρατίας), αλλά ακριβώς στο αντίθετο, στην αδρανοποίησή τους. Γιατί η συνείδηση των καταπιεσμένων τάξεων δεν καθορίζεται από κάποιες εντυπωσιακές ενέργειες, αλλά από τους ίδιους τους υλικούς όρους ύπαρξής της. 
Για να καταφέρει να αφυπνιστεί η υπνωτισμένη από την αστική ιδεολογία συνείδηση των καταπιεσμένων τάξεων απαιτείται μια δουλειά πολύ πιο σύνθετη και κοπιαστική από την έκρηξη μιας βόμβας. Απαιτεί τη συνειδητή παρέμβαση μιας πρωτοπορίας που κωδικοποιεί την ιστορική εμπειρία της ταξικής πάλης και μπορεί να την μπολιάσει στο σήμερα. Οι καπιταλιστές έχουν απείρως περισσότερα μέσα στη διάθεσή τους για να διαμορφώνουν συνειδήσεις. Δεν αρκεί κάποιοι «φωτισμένοι» να ανακοινώσουν την επαναστατική θεωρία για να την «ασπαστούν» οι μάζες. Πρέπει να τη μετατρέψουν σε εμπειρικό βίωμα, σε κατάκτηση, ατομικά και συλλογικά. Και κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουν τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες οι μάζες αποκτούν τις εμπειρίες τους. Πρέπει συνεπώς η πρωτοπορία αυτή να βρίσκεται συνεχώς δίπλα στις καταπιεσμένες τάξεις, στους χώρους που δουλεύουν, ζουν και κυρίως δίπλα τους όταν αυτές αγωνίζονται. Απαιτεί τη στενή παρακολούθηση των διαθέσεων και του επιπέδου ανάπτυξης της συνείδησης των καταπιεσμένων, ώστε παρεμβαίνοντας την κατάλληλη στιγμή, η επέμβασή της αυτή να έχει καταλυτικό χαρακτήρα. Αυτή η τριβή όμως είναι αμφίδρομη. Για την ίδια την επαναστατική οργάνωση η επαφή της με το ζωντανό κίνημα αποτελεί το οξυγόνο της. Χωρίς αυτό δεν είναι δυνατόν να αφουγκραστεί το σφυγμό των μαζών, να ακονίσει η ιδία της απόψεις της, να δοκιμάσει τις ικανότητές της. Μόνο στη βάση αυτής της σχέσης ανάμεσα στους καταπιεσμένους και στο πιο πρωτοπόρο κομμάτι τους χτίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, ο πρώτος και απαράβατος όρος για να αποσπαστούν οι μάζες από την κυρίαρχη ιδεολογία. Αυτή η εμπιστοσύνη είναι το πρώτο βήμα για να αποκτήσει συνολικά το κίνημα εμπιστοσύνη στις ίδιες τις δυνάμεις του και τις ικανότητές του.
Μια μαχητική τερρορίστική οργάνωση (ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν το θέλει) αναγκάζεται από την ίδια την πίεση για συνομωτικότητα να ζει μακριά από τις καταπιεσμένες τάξεις, τα προβλήματά τους και τις ανησυχίες τους. Η σχέση που περιγράψαμε πιο πάνω γίνεται θρύψαλα. Όχι μόνο δεν μπορεί να συμβάλει στο ελάχιστο στο ανέβασμα της συνείδησης των μαζών, αλλά και χωρίς το οξυγόνο της ζωντανής επαφής με τις μάζες δεν αργεί να εκφυλιστεί και η ίδια.

Οι επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνίας

Αλλά τελικά, τι σημαίνει «μάζα»; Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική -και πολύ πιο σύνθετη- από το σχήμα που έχει γι αυτήν ο τερρορισμός: (ένα σύστημα, ένα κράτος εκμεταλλευτών και μια «μάζα» καταπιεσμένων). Η μάζα αυτή των καταπιεσμένων δεν είναι ούτε ομοιογενής, ούτε ενιαία. Χωρίζεται σε τμήματα που καθορίζονται από τη διαφορετική ταξική τους θέση, από τα διαφορετικά ταξικά τους συμφέροντα. Είναι οι εργάτες, οι αγρότες, οι μικροαστοί των πόλεων. Ακόμα και το κάθε ένα από αυτά τα κομμάτια δεν είναι καθόλου ομοιογενές στο εσωτερικό του, αλλά τέμνονται σε πολλές διαστρωματώσεις, που -γενικά μιλώντας- καθορίζουν την κοινωνική τους στάση και συμπεριφορά. Ανάμεσα σε αυτές τις τάξεις και τα στρώματα, μόνο η εργατική τάξη μπορεί να αναλάβει συνολικά το έργο της αποτίναξης της καταπίεσης, οδηγώντας συνολικά την ανθρωπότητα στην κομμουνιστική, αταξική κοινωνία. Τα υπόλοιπα στρώματα μπαίνουν ενεργά σε αυτή τη μάχη, μόνο στο βαθμό που κερδίζονται από την υπόθεση του κομμουνισμού -στο βαθμό που υποτάσσουν τα ταξικά τους συμφέροντα στο απελευθερωτικό πρόγραμμα του προλεταριάτου. Η εργατική τάξη όμως σε αυτό το σύστημα κρατιέται αλυσοδεμένη με πλήθος προλήψεων, ψεμάτων και δεισιδαιμονιών που συστηματικά καλλιεργούν τα αφεντικά, ακριβώς για να μην καταφέρει να συνειδητοποιήσει τα ιδιαίτερα ταξικά, ιστορικά της συμφέροντα. Το έργο των επαναστατών είναι ακριβώς αυτό: να βοηθήσουν να δυναμώσει η ταξική συνείδηση, να την εμποδίσουν να διαχυθεί, να γίνει ένα με τη «μάζα» των καταπιεσμένων, τελικά να συμπαρασύρουν και υπόλοιπα στρώματα των καταπιεσμένων σε αυτή την προοπτική.
Αυτή είναι η χειρότερη υπηρεσία που προσφέρει στο κίνημα ο τερρορισμός. Ότι αντί να βοηθήσει την μόνη επαναστατική τάξη να συνειδητοποιήσει τη δική της δύναμη, την ξανασπρώχνει στη «μάζα του μέσου όρου», που προσδοκά τη λύση των προβλημάτων της από τη δράση των «άγνωστων ειδικών της επανάστασης». Ο Τρότσκι θέτει το ζήτημα με τον ακόλουθο τρόπο: 
«Η ταραχή που φέρνουν οι τρομοκρατικές επιθέσεις στις μάζες είναι πιο βαθιά. Αν φτάνει να οπλιστεί κανείς με ένα πιστόλι για να φτάσει στο σκοπό, σε τι χρησιμεύουν τάχα οι προσπάθειες της πάλης των τάξεων; Αν φτάνει κανείς να οπλιστεί με ένα πιστόλι για να φτάσει στο σκοπό, σε τι χρησιμεύουν τάχα οι προσπάθειες της πάλης των τάξεων; Αν φτάνει λίγο μπαρουτόβολο για να τρυπήσει το κεφάλι του εχθρού, σε τι χρησιμεύει η ταξική οργάνωση; …Η ατομική τρομοκρατία είναι ίσα – ίσα απαράδεκτη για μας γιατί ρίχνει στις μάζες την ίδια την εκτίμηση τους, τις συμφιλιώνει με τις αδυναμίες τους και προσανατολίζει τα βλέμματά τους προς τον μεγάλο εκδικητή, τον απελευθερωτή που θα έρθει μια μέρα και θα εκπληρώσει την αποστολή του». (Τρότσκι, Tα εγκλήματα του Στάλιν)
Ενώ λοιπόν οι τρομοκρατικές ενέργειες υποβιβάζουν τις καταπιεσμένες μάζες στην ίδια τους τη συνείδηση, καταφέρνουν να ωραιοποιήσουν την εικόνα που προσπαθούν να φτιάξουν τα αφεντικά για τον εαυτό τους. Η αστική εξουσία μετατρέπεται σε προστάτη και εγγυητή της ασφάλειας «του πολίτη» και κυρίως σε προστάτη του… ανθρωπισμού και της δημοκρατίας. Κρυμμένη πίσω από το θύμα μιας τρομοκρατικής πράξης καταφέρνει στο τέλος να κερδίσει ακόμα και τη συμπάθεια των καταπιεσμένων προς το θύμα, να κρύψει τα δικά της εγκλήματα και τελικά ακόμα και να κερδίσει τα πιο καθυστερημένα κομμάτια στην υπεράσπιση υποτίθεται της ανθρώπινης ζωής. Οι εγκληματίες στο τέλος γίνονται και τιμητές. Αυτοί που υπολογίζουν τόσο ελάχιστα την ανθρώπινη ζωή αν πρόκειται για τα κέρδη τους στα εργοστάσια, στις φτωχογειτονιές ή στα χαρακώματα «για την πατρίδα», αυτοί οι ίδιοι αποκτούν το δικαίωμα για κηρύγματα από τον άμβωνα που τους ανέβασε μια τρομοκρατική ενέργεια.

Τρομοκρατία και κρατικοί μηχανισμοί

Η απομόνωση στην οποία αναγκάζεται μια τρομοκρατική οργάνωση τελικά της αποστερεί και τη μοναδική ασπίδα ασφαλείας απέναντι στην κρατική καταστολή που δεν είναι άλλη από την επαφή με το ζωντανό κίνημα. Μακριά από αυτή, οι αντιλήψεις των τρομοκρατών για παρανομία γίνονται γελοιότητα. Είναι πολύ εύκολο για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους η παρακολούθηση και η εξάρθρωση τέτοιων καταστάσεων. Στο περιθώριο της παρανομίας που οι ίδιες επέλεξαν να κινηθούν, αργά ή γρήγορα θα πέσουν στο δόκανο της αστικής εξουσίας. Αυτός είναι και ο μόνος λόγος για την εύκολη διάβρωση αυτών των οργανώσεων από τους χαφιέδες και τους πράκτορες του κράτους. Και είναι ακριβώς εξαιτίας αυτής της διάβρωσης που οι οργανωμένες σκευωρίες που στήνει το αστικό κράτος σε τέτοιες οργανώσεις είναι τόσο συχνές. Πολλές φορές για την κρατική καταστολή το να διαλύσει, να συλλάβει ή να οργανώσει μια σκευωρία σε αυτές είναι ζήτημα μόνο χρονικής επιλογής.
Κανένας αγωνιστής που έχει σκοπό να παλέψει ενάντια στην καταπίεση δεν είναι απαλλαγμένος από την πίεση των κατασταλτικών μηχανισμών της αστικής εξουσίας. Αυτός είναι άλλωστε ο σκοπός τους. Η αντίσταση σε αυτό δεν είναι κάποιο μαγικό φυλακτό, αλλά η ίδια η ιστορική εμπειρία του κινήματος. Σε αυτό το σημείο αποτελεί πολύ καλό βοήθημα το βιβλίο του Βίκτωρ Σερζ «Τι πρέπει να γνωρίζει ένας επαναστάτης», που μεταφέρει την πείρα της Οκτωβριανής Επανάστασης πάνω στο ζήτημα. Όταν οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία και ανοίχτηκαν τα αρχεία της Οχράνα (της πολιτικής αστυνομίας του τσάρου) είχαν την ευκαιρία να εκπλαγούν με το δίκτυο πρακτόρων και χαφιέδων με το οποίο οι καπιταλιστές παρακολουθούσαν και χτυπούσαν το κίνημα. Από αυτή την πίεση δεν γλίτωσε ούτε το ίδιο το μπολσεβίκικο κόμμα. Αλλά υπάρχει μια διαφορά: Η δράση των τσαρικών πρακτόρων στάθηκε η αιτία να διαλυθούν και να τσακιστούν πολλές μικρές τερρορίστικες ομάδες, αλλά δεν εμπόδισε το κόμμα του Λένιν (παρά τα προβλήματα που συχνά τους δημιούργησε) να διαλύσει το τσαρικό καθεστώς και να οδηγήσει τους ρώσους εργάτες στην εξουσία. Το μυστικό; Επέλεξαν να είναι δίπλα στο ζωντανό κίνημα, μέσα του, στην πρωτοπορία. Έδεσαν την τύχη τους με τις τύχες της ρώσικες εργατικής τάξης και αποφάσισαν να νικήσουν ή να πέσουν μαζί της. Αυτή την πορεία δεν μπορεί να την κόψει κανένας χαφιές.

Η επαναστατική δράση

Η οργανωμένη μαζική δράση είναι η μόνη λύση. Η κοινωνία δεν μπορεί να σωθεί από απομονωμένους ήρωες. Ο ατομικός ηρωισμός έφτασε στα υψηλότερα σημεία σε εποχές επαναστατικής πλημμύρας, όταν το προλεταριάτο είχε διάθεση να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα. Για να ανατραπεί η αστική κοινωνία, για να πληρώσουν οι καπιταλιστές – τρομοκράτες για τα εγκλήματά τους, πρέπει να μπουν σε κίνηση εκατομμύρια εργατών, εκατομμύρια καταπιεσμένων σε όλο τον κόσμο. Απ’ την άλλη πρέπει η κίνηση αυτή να μπολιαστεί με τη δράση της επαναστατικής πρωτοπορίας, οργανωμένης σε ένα κόμμα συγκεντρωτικής δράσης και ταυτόχρονα βαθιά δημοκρατικό. Η επαναστατική ανατροπή απαιτεί τη σύνδεση αυτής της πρωτοπορίας με τον πλούτο της εμπειρίας του μαζικού κινήματος. Μόνο με αυτό το πάντρεμα μπορεί η δικαιολογημένη δίψα για εκδίκηση να βρει την ανώτερή της ικανοποίηση. Σ’ αυτό το δρόμο βαδίζουν οι αγωνιστές της 4ης Διεθνούς.

 

 

Bία και μαζικό κίνημα

Όταν η αστική τάξη μιλάει για τρομοκρατία εννοεί κάθε ενέργεια που στρέφεται ενάντια στη δική της νομιμότητα. Οι απεργίες, οι καταλήψεις, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, οι εξεγέρσεις, το ίδιο όπως και οι πράξεις ατομικής τρομοκρατίας είναι για τους καπιταλιστές το ίδιο τρομοκρατικά. Ο νόμος με τον οποίο η κυβέρνηση της Αγγλίας έβγαλε στην παρανομία 51 οργανώσεις που χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές», είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για το τι εννοούν οι καπιταλιστές: «Τρομοκρατική δράση θεωρείται η δράση ή απειλή χρήσης βίας για τον επηρεασμό κυβερνητικών αποφάσεων, ή τον εκφοβισμό των πολιτών, με σκοπό την προώθηση πολιτικών, θρησκευτικών ή ιδεολογικών απόψεων». Δηλαδή, μόνο οι αστικές κυβερνήσεις μπορούν να «προωθούν τις πολιτικές τους απόψεις» με βία και κανείς άλλος.
Οι αστικές τάξεις σε όλο τον πλανήτη δεν θα μπορούσαν να σταθούν ούτε μια βδομάδα στην εξουσία χωρίς τη χρήση ωμής τρομοκρατίας απέναντι στις μάζες. Αν η ψευτιά, η λάσπη, και η εξαγορά είναι το ένα πόδι που στηρίζουν τη σάπια κοινωνία τους, η βία είναι το άλλο. Ένα «ειρηνικό κράτος» που οι διαφορές λύνονται «πολιτισμένα» υπάρχει μόνο στα σχολικά βιβλία, αλλά πουθενά στην πραγματικότητα.

 

Η απάτη της αστικής νομιμότητας

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι καπιταλιστές νομιμοποιούν τη δική τους τρομοκρατία και βγάζουν στην παρανομία τη βία των καταπιεσμένων. Μπορούν να λένε ψέματα, να κλέβουν, να χτυπάνε, να συλλαμβάνουν και να καταδικάζουν με ψευτοκατηγοριτήρια, να φυλακίζουν να βασανίζουν να σκοτώνουν. Πάντα στην υπεράσπιση της «ασφάλειας». Τα δέκα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα πόσοι και πόσοι μπάτσοι δεν έχουν σκοτώσει «εν ώρα υπηρεσίας» συνανθρώπους μας, επειδή «ήταν σε άμυνα», «εκπυρσοκρώτησε το όπλο» και «εξοστρακίστηκε η σφαίρα»; Πάντα, κυκλοφορούν και οπλοφορούν ατιμώρητοι ανάμεσά μας.
Αντίθετα, η βία των από κάτω είναι πάντα παράνομη και τιμωρείται παραδειγματικά. Όταν κάποιοι εργαζόμενοι που προσπαθούν να ζήσουν μια ζωή με ψίχουλα πεταχτούν στο δρόμο μπορεί να κάνουν απεργία. Τότε τα δικαστήρια θα την βαφτίσουν «παράνομη και καταχρηστική», οι μπάτσοι θα επιτεθούν, θα χτυπήσουν, θα συλλάβουν, θα καταδικάσουν.
Το απλούστατο αυτό σχήμα οι καπιταλιστές προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από μια σειρά ηθικών υποχρεώσεων που πρέπει να σέβονται οι καταπιεσμένοι. Ολόκληρη η προπαγάνδα για τον «ειρηνικό» και «πολιτισμένο» τρόπο που θα πρέπει να λύνονται οι διαφορές, στοχεύει απλά να τους αποκοιμίσει. Οι ηθικοί περιορισμοί για εγκράτεια, υπομονή και ανθρωπισμό που μας καλούν να εφαρμόσουμε αφορούν μόνο εμάς. Οι ίδιοι που απαιτούν από τους αγώνες μας να είναι «πολιτισμένοι» και «εντός ορίων» δεν διστάζουν να επιτεθούν με χημικά και γκλοπ στους συνταξιούχους, στους μαθητές, στους εργάτες. Αυτό που προσπαθούν να εμποδίσουν με τέτοια κόλπα είναι αυτό που τρέμουν: να οργανώσει το κίνημα τη δική του βία και να την αντιτάξει στη δική τους (καλοργανωμένη και επαγγελματική) τρομοκρατία.

 

Βίαιες και «ειρηνικές» εποχές

Δεν υπάρχει στιγμή στην ανθρώπινη κοινωνία χωρίς τη βίαιη αντιπαράθεση των από πάνω με τους από κάτω. Αυτό που διαφέρει κάθε φορά είναι το επίπεδο της βίας. Υπάρχουν εποχές που η πάλη ανάμεσα στις τάξεις έχει έναν σχεδόν «ειρηνικό» χαρακτήρα. Αυτό συμβαίνει σε συνθήκες οικονομικής ευημερίας, όπου η κυρίαρχη τάξη έχει περιθώρια για μικροπαραχωρήσεις. Οι διεκδικήσεις έχουν έναν επιφανειακά «ειρηνικό» χαρακτήρα. Επιφανειακά, γιατί ακόμα και τότε δεν λείπει το στοιχείο της βίαιης αντιπαράθεσης, απλά το επίπεδό της είναι χαμηλότερο. Μια ομαλή αστική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε τέτοιες συνθήκες, και με την προϋπόθεση πάντα ότι την ίδια στιγμή θα λειτουργούν σε δυο άλλες χώρες του πλανήτη οι πιο βάρβαρες δικτατορίες. Μόνο με στυγνή δικτατορία στις χώρες του Τρίτου Κόσμου μπορούν οι μητροπόλεις του καπιταλισμού να εξαγοράζουν μια πιο «ειρηνική» ταξική πάλη στο εσωτερικό τους.
Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει και αυτό γίνεται φανερό ακόμη και στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Η αστική τάξη δεν συζητάει τίποτα και προσπαθεί να πάρει πίσω τις κατακτήσεις ενός αιώνα. Η όξυνση της ταξική πάλης ανεβάζει το επίπεδο της βίας. Δεν υπάρχει ένα «γενικά αποδεκτό όριο» στο ανέβασμα της βίας έξω από τους συσχετισμούς της ίδιας της ταξικής αντιπαράθεσης. Πριν λίγα χρόνια ο Μητσοτάκης ήθελε να αναγκάσει τις πορείες να πηγαίνουν από το πεζοδρόμιο και να απαγορεύσει τις αφισοκολήσεις στο όνομα πάντα της εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας. Οι καπιταλιστές το γνωρίζουν πολύ καλά και γι αυτό ενόψει ταξικών συγκρούσεων ετοιμάζουν το στρατό τους, τον εξοπλίζουν σαν αστακό, φτιάχνουν νέους σκληρούς νόμους, ροκανίζουν την αστική δημοκρατία. Το κίνημα όμως;

 

Ο ρεφορμισμός στην υπηρεσία των αφεντικών

Το κίνημα πρέπει να είναι αλυσοδεμένο να περιορίζεται μόνο σε ειρηνικά πλαίσια. Και ο φορέας αυτής της απαίτησης των αφεντικών στο στρατόπεδό μας είναι η ίδια η ηγεσία του οργανωμένου κομματιού της τάξης μας, οι ρεφορμιστές γραφειοκράτες. 
Ακριβώς για αυτό το λόγο είναι οι πρώτοι που τρέχουν να ενώσουν τις φωνές τους με τους καπιταλιστές στην καταδίκη της «τρομοκρατίας». Οι γραφειοκράτες και οι ρεφορμιστές αξιοποιούν τις τρομοκρατικές ενέργειες για να καναλιζάρουν τους ταξικούς αγώνες στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Χρησιμοποιούν το αδιέξοδο της ατομικής βίας, για να πείσουν τους εργάτες που τους εμπιστεύονται πως η βία γενικά είναι αδιέξοδη. Η βία, λένε, μόνο προβλήματα προκαλεί και δεν είναι αυτός ο κατάλληλος τρόπος να διεκδικούμε τα αιτήματά μας. Όποιος προτρέπει σε αυτή είναι προβοκάτορας και κάθε βίαιη αντιπαράθεση είναι προβοκάτσια. Ή, όπως χαρακτηριστικά έχει αποτυπωθεί σε ένα εξαιρετικά ηλίθιο ρεφορμιστικό σύνθημα που χρησιμοποιούν οι ρεφορμιστές κάθε φορά που θέλουν να φρενάρουν το κίνημα, «είμαστε εργάτες και όχι τρομοκράτες».

 

Οργάνωση και κλιμάκωση της κινηματικής βίας

Για μας τους επαναστάτες η μαζική, οργανωμένη βία είναι ο μόνος δρόμος για να διεκδικήσουν και να πάρουν οι καταπιεσμένοι όσα με βία τους αποσπάνε καθημερινά. Όλα τα άλλα είναι στην καλύτερη περίπτωση αμπελοφιλοσοφίες των βουδιστών και των οπαδών του Γκάντι και στη χειρότερη ψέματα των υπηρετών των καπιταλιστών. Σε καμία περίπτωση όμως όσων έχουν αποφασίσει να σταματήσουν την ανθρώπινη καταπίεση. Το καθήκον των επαναστατών σε τέτοιες εποχές είναι να βοηθήσουν το κίνημα να οργανώσει και να κλιμακώσει τη βία του.
Οργάνωση της βίας θα πει ότι για να αποκρουστεί η τρομοκρατία των κατασταλτικών μηχανισμών (που είναι επαγγελματικά εκπαιδευμένοι και οργανωμένοι γι αυτό το σκοπό) δεν αρκεί μόνο η αυθόρμητη οργή. Κλιμάκωση της βίας θα πει πως όταν ο αντίπαλος ανεβάζει το επίπεδο της βίας το κίνημα ή θα απαντήσει στα ίσα ή θα χάσει. Οι ρεφορμιστές χρησιμοποιούν σχεδόν πάντα το επιχείρημα πως δεν πρέπει να είμαστε «προκλητικοί», δεν πρέπει «να προκαλούμε τα ΜΑΤ», πως αν εμείς γενικά δεν απαντήσουμε βίαια, τότε και αυτοί θα φιλοτιμηθούν να κάτσουν να το συζητήσουμε πολιτισμένα. Αλλά τα ΜΑΤ που στάλθηκαν σε μια πορεία, δεν πήγαν για βόλτα, πάνε για να τρομοκρατήσουν και να επιτεθούν στους αγωνιστές. Τι ακριβώς θα κάνουν δεν εξαρτάται από τις προκλήσεις που θα δεχτούν (δεν είναι κανένα μπουλούκι) αλλά από τις διαταγές που θα πάρουν από τον ασύρματο. Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν πως το κίνημα δεν θα «προκαλέσει» αλλά αν είναι προετοιμασμένο να αποκρούσει την τρομοκρατική επίθεση, είτε είναι γκλοπ, είτε χημικά, είτε οχήματα, είτε οτιδήποτε άλλο. Η λογική συνέχεια είναι πως το ίδιο το κίνημα από στόχος της αντίπαλης βίας θα θέσει το ίδιο τους στόχους του.
Το ζήτημα δεν είναι πρώτιστα τεχνικό, αλλά πολιτικό. Είναι οι πολιτικές αλυσίδες που η αστική ιδεολογία και ο ρεφορμισμός χρησιμοποιούν για να αποκοιμίσουν τους από κάτω. Στην Ευρώπη του 30 η βία της ταξικής πάλης είχε φτάσει στο επίπεδο οι ναζιστές με την κάλυψη των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους να πυροβολούν και να σκοτώνουν τους πιο πρωτοπόρους εργάτες. Ο Τρότσκι έβαζε επιτακτικά το ζήτημα του εξοπλισμού του προλεταριάτου. Στην ερώτηση πως μπορεί να γίνει αυτό απαντούσε: «Το προλεταριάτο παράγει τα όπλα, αυτό τα μεταφέρει, αυτό χτίζει τις αποθήκες που φυλάγονται, αυτό υπερασπίζει τα οπλοστάσια απέναντι στον εαυτό του, αυτό υπηρετεί στο στρατό και δημιουργεί όλο τον εφοδιασμό και τον εξοπλισμό του στρατού. Εκείνο που χωρίζει τα όπλα από το προλεταριάτο δεν είναι ούτε οι κλειδαριές, ούτε οι τοίχοι, αλλά η συνήθεια της υποταγής, ο υπνωτισμός από την ταξική κυριαρχία, το εθνικιστικό δηλητήριο. Φτάνει να γκρεμίσουμε τους ψυχολογικούς αυτούς τοίχους και τότε κανένας πέτρινος τοίχος δεν θα αντισταθεί. Φτάνει να θελήσει τα όπλα το προλεταριάτο και θα τα βρει. Καθήκον του επαναστατικού κόμματος είναι να ξυπνήσει μέσα του αυτή τη θέληση και να διευκολύνει την πραγματοποίησή της». (Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία, 1934).
Στην σημερινή Ευρώπη η όξυνση της ταξικής πάλης απέχει φυσικά αρκετά από εκείνη της δεκαετίας του 30. Ούτε είναι και η «ειρηνική» των προηγούμενων δεκαετιών. Όχι μόνο για να διεκδικήσει ο εργάτης, ο νέος, ο φτωχός όσα του στερούν, αλλά ακόμα και για να εμποδίσει να του αφαιρέσουν τις κατακτήσεις του πρέπει να έχει λήξει πως δεν μπορεί να το ζητήσει «ειρηνικά» και πολιτισμένα. Η αστική τάξη δοκιμάζει να τσακίσει τις κατακτήσεις των προηγούμενων δεκαετιών και ετοιμάζεται να συγκρουστεί για αυτό. Στόχος των επαναστατών θα είναι να προσπαθήσουμε να ετοιμάσουμε και το δικό μας στρατόπεδο για τις επερχόμενες συγκρούσεις.

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,750