//
archives

Θεωρία

This category contains 23 posts

Το πρώτο σοβιετικό Σύνταγμα – 1918

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

 ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ (ΣΟΒΙΕΤ) ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

ΨΗΦΙΣΘΗΚΕ ΑΠΌ ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΠΑΝΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ

 ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΛΑΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Άρθρο 1ο– Η Ρωσία ανακηρύσσεται Δημοκρατία των Συμβουλίων (Σοβιέτ) των επιτρόπων των εργατών, των στρατιωτών και χωρικών. Κάθε εξουσία, κεντρική και τοπική ανήκει στα συμβούλια αυτά.

Άρθρο 2ο – Η Ρωσική Δημοκρατία των Συμβουλίων ιδρύεται σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης ενώσεως των ελευθέρων εθνών και αποτελεί Ομοσπονδία των εθνικών σοβιετικών δημοκρατιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Άρθρο 3ο – Για τον ουσιαστικό σκοπό της εξάλειψης κάθε εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, της οριστικής κατάργησης, της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις, της ανηλεούς συντριβής όλων των εκμεταλλευτών, της πραγμάτωσης της σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας και του θριάμβου του σοσιαλισμού σε όλες της χώρες, το πέμπτο πανρωσσικό Συνέδριο των Σοβιέτ ψηφίζει:

  1. Για να πραγματοποιηθεί η εθνικοποίηση της γης, καταργείται η ατομική ιδιοκτησία του εδάφους. Κάθε γη κηρύσσεται εθνική ιδιοκτησία και παραδίδεται στη βάση της ίσης κατανομής και χωρίς κανενός είδους εξαγοράς στην επικαρπία των καλλιεργητών.
  2. Τα δάση, το υπέδαφος και τα ύδατα -όσα παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την εθνική οικονομία-, τα ζώα, τα εργαλεία, καθώς και κάθε κτήσεις και πρότυπες αγροτικές επιχειρήσεις μεγάλης καλλιέργειας κηρύσσονται εθνική ιδιοκτησία.
  3. Ως πρώτο βήμα για την πλήρη εθνικοποίηση των εργοστασίων, των εργαστηρίων, των μεταλλείων, των σιδηροδρόμων και των άλλων μέσων παραγωγής και συγκοινωνίας, το συνέδριο επικυρώνει τον σοβιετικό νόμο περί του εργατικού ελέγχου και περί του Ανωτάτου Συμβουλίου της Εθνικής Οικονομίας, με σκοπό να εξασφαλίσει την εξουσία των εργατών από τους εκμεταλλευτές.
  4. Το πέμπτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ θεωρεί ως πρώτο πλήγμα κατά του διεθνούς κεφαλαίου, τον νόμο περί ακυρώσεως των υπό της Κυβέρνησης του Τσάρου, των γαιοκτημόνων και των αστών συναφθέντων δανείων και εκφράζει ην πεποίθηση ότι η Εξουσία των Σοβιέτ θα εξακολουθήσει βαδίζοντας σε αυτό τον δρόμο μέχρι την πλήρη νίκη της διεθνούς εξεγέρσεως των εργατών κατά του ζυγού του κεφαλαίου.
  5. Το συνέδριο επικυρώνει τη μεταβίβαση όλων των τραπεζών στο Κράτος των εργατών και των χωρικών, ως μια από τις προϋποθέσεις της χειραφέτησης των εργαζομένων μαζών από το ζυγό του κεφαλαίου.
  6. Για να εξαλειφθούν τα παράσιτα στοιχεία της κοινωνίας και να οργανωθεί η οικονομική ζωή της χώρας διατάσσεται η καθολική υποχρεωτική εργασία.
  7. Για να εξασφαλιστεί πλήρως η εξουσία των εργαζομένων μαζών και να εξουδετερωθεί κάθε πιθανότητα παλινόρθωσης της εξουσίας των εκμεταλλευτών, το Συνέδριο διατάσσει τον εξοπλισμό των εργατών, τον σχηματισμό σοσιαλιστικού στρατού από εργάτες και αγρότες και τον πλήρη αφοπλισμό των αστικών τάξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Άρθρο 4ο – Το πέμπτο Συνέδριο των Σοβιέτ, εκφράζοντας την ακλόνητη απόφαση, να αποσπάσει την ανθρωπότητα από τα νύχια της κεφαλαιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, εξαιτίας των οποίων πλημμύρησε από αίμα κατά τον παρόντα πόλεμο- τον εγκληματικότερο όλων- η “γη” επιδοκιμάζει πλήρως την ασκηθείσα από τη Σοβιετική Εξουσία πολιτική, αυτή που αφορά τη διάρρηξη των μυστικών συνθηκών, τη συναδέλφωση στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα προς τους εργάτες και τους αγρότες των εμπόλεμων στρατών και με κάθε θυσία και επαναστατικά μέσα την επίτευξη της δημοκρατικής ειρήνης των εργατών, χωρίς προσαρτήσεις ή αποζημιώσεις και στη βάση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών.

Άρθρο 5ο– Για αυτό το σκοπό το Συνέδριο αποκρούει πλήρως και επιμόνως τη βάρβαρη πολιτική του αστικού πολιτισμού, η οποία ανέγειρε την ευτυχία των εκμεταλλευτών εκλεκτών των εθνών από την υποδούλωση εκατοντάδων εκατομμυρίων εργατών στην Ασία, στις αποικίες εν γένει και στις μικρές χώρες.

Άρθρο 6ο – Το πέμπτο Συνέδριο χαιρετίζει τη πολιτική του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού, ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Φιλανδίας, άρχισε να αποσύρει τα ρώσικα στρατεύματα από την Περσία και έδωσε στην Αρμενία την πλήρη αυτεξουσιότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Άρθρο 7ο – Το πέμπτο Πανρωσικό Συνέδριο των Επιτρόπων των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών, θεωρεί ότι επί του παρόντος, κατά τη στιγμή της κρίσιμης πάλης του προλεταριάτου κατά των εκμεταλλευτών του, δεν γίνεται να υπάρχει για τους τελευταίους θέση σε κανένα όργανο της εξουσίας. Η εξουσία πρέπει να ανήκει στο σύνολο της και αποκλειστικώς στις εργαζόμενες μάζες και στους έγκυρους αυτής αντιπροσώπους, δηλαδή τα Συμβούλια των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών.

Άρθρο 8ο – Το πέμπτο Συνέδριο, αποβλέποντας ταυτόχρονα στην ελεύθερη & εκούσια και συνεπώς πλήρη και στέρεα ένωση των εργαζομένων μαζών όλων των εθνικοτήτων της Ρωσίας, αρκείται να θέσει τις ουσιώδεις αρχές της Ομοσπονδίας των Σοβιετικών Δημοκρατιών της Ρωσίας και αφήνει στους εργάτες και του αγρότες κάθε εθνότητας, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα για τα εθνικά των σοβιετικών Συνεδρίων, αν και σε ποια βάση θέλουν να συμμετάσχουν στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και στη λοιπή ομοσπονδιακή οργάνωση.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Άρθρο 9ο – Ο κύριος σκοπός του Συντάγματος της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ ψηφισθέντος για την παρούσα μεταβατική περίοδο, αποβλέπει στην εγκατάσταση υπό τη μορφή μιας ισχυρής σοβιετικής εξουσίας, της δικτατορίας των προλεταρίων των πόλεων και των αγρών με τους φτωχότερους αγρότες, ώστε να συντριβεί εντελώς η αστική τάξη, να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση ανθρώπων από άνθρωπο και να εγκαθιδρυθεί ο Σοσιαλισμός, υπό το κράτος του οποίου δεν θα υπάρχει ούτε διάκριση τάξεων, ούτε κρατική εξουσία.

Άρθρο 10ο – Η Ρώσικη Δημοκρατία είναι μια σοσιαλιστική κοινότητα όλων των εργατών της Ρωσίας. Κάθε εξουσία εντός των ορίων της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ ανήκει σε ολόκληρο τον εργατικό πληθυσμό της χώρας, οργανωμένο στα Σοβιέτ των πόλεων και της υπαίθρου της χώρας.

Άρθρο 11ο – Τα Σοβιέτ των περιφερειών, έχοντας έθιμα και ιδιαίτερη εθνική σύνθεση, έχουν τη δυνατότητα ενωμένα να σχηματίσουν ιδιαίτερες Περιφερειακές Ενώσεις, οι οποίες –όπως και κάθε άλλη Περιφερειακή Ένωση που έχει τη δυνατότητα να σχηματισθεί- έχουν επικεφαλής τα Περιφερειακά Συνέδρια των Σοβιέτ και τα εκτελεστικά τους όργανα.

Αυτές οι αυτόνομες Ενώσεις αποτελούν τμήματα της ομοσπονδιακής βάσης της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ.

Άρθρο 12ο – Η υπέρτατη εξουσία στη Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ. ανήκει στο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ και κατά των μεταξύ δυο Συνεδρίων διαστήματα στη Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή.

Άρθρο 13ο – Για να εξασφαλιστεί στους εργάτες η πραγματική ελευθερία της συνείδησης, η Εκκλησία χωρίζεται από το Κράτος και η εκπαίδευση από την Εκκλησία, αναγνωρίζεται δε σε όλους τους πολίτες η ελευθερία της θρησκευτικής και της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας.

Άρθρο 14ο – Για να εξασφαλιστεί στους εργάτες η πραγματική ελευθερία της γνώμης, η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ. θέτει τέλος την εξάρτηση του τύπου από το κεφάλαιο, αποδίδει στην εργατική τάξη και τους γεωργούς όλα τα υλικά και τεχνικά μέσα –τα απαιτούμενα- για τη δημοσίευση εφημερίδων, φυλλαδίων, βιβλίων και άλλων εντύπων, εξασφαλίζει δε και την ελεύθερη κυκλοφορία σε όλη την χώρα.

Άρθρο 15ο – Για να εξασφαλιστεί στους εργάτες η πραγματική ελευθερία της συνάθροισης, η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ, αναγνωρίζοντας στους πολίτες της Σοβιετικής Δημοκρατίας το δικαίωμα να συγκροτούν συναθροίσεις, διαδηλώσεις κλπ, δίνει στη διάθεση της εργατικής και της αγροτικής τάξης όλα -τα κατάλληλα για λαϊκές συναθροίσεις- κτίρια με την επίπλωση, τον φωτισμό και τη θέρμανση αυτών.

Άρθρο 16ο – Για να εξασφαλιστεί στους εργάτες η πραγματική ελευθερία του συνεταιρίζεστε η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ η οποία σύντριψε την πολιτική και οικονομική δύναμη των αστικών τάξεων και απομάκρυνε για αυτό όλα τα εμπόδια, όσα εμπόδιζαν μέχρι αυτή τη στιγμή στην αστική κοινωνία τους εργάτες και τους αγρότες από την ελευθερία της οργάνωσης και της δράσης, παρέχει στους εργάτες και στους φτωχούς αγρότες όλη την υλική και άλλη συνδρομή για να υποβοηθήσει αυτούς να ενωθούν και να οργανωθούν.

Άρθρο 17ο – Για να εξασφαλιστεί στους εργάτες η πραγματική ευχέρεια της εκπαίδευσης, η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ θα προσπαθήσει να προσφέρει δωρεάν -πλήρη και γενική- εκπαίδευση στους εργάτες και στους φτωχούς αγρότες.

Άρθρο 18ο – Η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ εγκαθιστά την υποχρέωση της εργασίας για όλους τους πολίτες ης Δημοκρατίας και διακηρύσσει την αρχή: Ο μη εργαζόμενος δεν θα έχει παροχές

Άρθρο 19ο – Για να προστατευθούν με κάθε μέσο οι κατακτήσεις της μεγάλης εργατικής και αγροτικής Επανάστασης, η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ αποφασίζει ότι κάθε πολίτης της Δημοκρατίας υποχρεούται να υπερασπίζεται τη σοσιαλιστική πατρίδα, και εγκαθιστά την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Η τιμή της, με τα όπλα υπεράσπισης της Δημοκρατίας, απονέμεται μόνο στους εργάτες. Τα μη εργατικά στοιχεία του πληθυσμού υποβάλλονται σε άλλες στρατιωτικές υποχρεώσεις.

Άρθρο 20ο – Απορρέουσα από την ιδέα της αλληλεγγύης των εργατών όλων των εθνών, η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ, χορηγεί όλα τα πολιτικά δικαιώματα των Ρώσων πολιτών και στους αλλοδαπούς που εργάζονται στο έδαφος της Ρωσικής Δημοκρατίας και ανήκουν στην τάξη των εργατών ή των αγροτών που δεν ζουν από ξένη εργασία. Παρέχει επίσης στα κατά τόπους Σοβιέτ, την εξουσία να παραχωρούν στους αλλοδαπούς χωρίς άλλη διατύπωση, τα δικαιώματα του Ρώσου Πολίτη.

Άρθρο 21ο – Η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ χορηγεί δικαίωμα ασύλου σε κάθε αλλοδαπό, διωκόμενο για πολιτικά ή θρησκευτικά αδικήματα.

Άρθρο 22ο – Η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ αναγνωρίζοντας ισότητα δικαίων στους πολίτες, ανεξαρτήτως φυλής ή εθνικότητας, διακηρύττει ότι αντιτίθεται στους θεμελιώδεις νόμους της Δημοκρατίας, η απονομή ή η ανοχή προνομίων ή πλεονεκτημάτων σε οποιονδήποτε, στηριζόμενων στις ανωτέρω βάσεις, καθώς και κάθε καταπίεση των εθνικών μειοψηφιών ή περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών.

Άρθρο 23ο – Εμπνεόμενη από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, στο σύνολο της, η Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ αφαιρεί από κάθε άτομο ή κάθε μεμονωμένη ομάδα δικαιώματα, τα οποία βλάπτουν τα συμφέροντα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Α. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΝΡΩΣΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ, ΤΩΝ ΚΟΖΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΡΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ.

Άρθρο 24ο – Το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ είναι η ανώτατη Αρχή της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ.

Άρθρο 25ο – Το Πανρωσσικό Συνέδριο των Σοβιέτ αποτελείται από τους αντιπροσώπους των Σοβιέτ των πόλεων, κατ΄ αναλογία ενός βουλευτή επί 25.000 εκλογέων, και από τους αντιπροσώπους των Κυβερνειακών Συνεδρίων των Σοβιέτ (των Κυβερνείων), κατ΄ αναλογία ενός βουλευτή επι 25.000 κατοίκων.

Εάν το Κυβερνειακό Συνέδριο δεν προηγηθεί του Πανρωσικού, οι αντιπρόσωποι για το Πανρωσικό στέλνονται απευθείας από τα Επαρχιακά Συνέδρια.

Εάν το Περιφερειακό Συνέδριο των Σοβιέτ προηγηθεί αμέσως του Πανρωσικού, οι αντιπρόσωποι για το Πανρωσικό γίνεται να αποσταλούν από το Περιφερειακό Συνέδριο.

Άρθρο 26ο – Το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ συγκαλείται δύο φορές τουλάχιστον το έτος, υπό την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή.

Άρθρο 27ο – Έκτακτο Πανρωσσικό Συνέδριο γίνεται να συγκληθεί με πρωτοβουλία της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής (Κ.Ε.Ε), ή μετά από αίτηση από έναν αριθμό των κατά τόπους Σοβιέτ, συγκροτώντας τουλάχιστον το 1/3 του όλου πληθυσμού της Δημοκρατίας.

Άρθρο 28ο – Το Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ εκλέγει την Κ.Ε.Ε. η οποία καταρτίζεται το πολύ από 200 μέλη.

Άρθρο 29ο – Η Κ.Ε.Ε είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνη απέναντι του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ.

Άρθρο 30ο – Κατά τα μεταξύ των συνεδρίων χρονικά διαστήματα, η Κ.Ε.Ε, είναι η υπέρτατη Αρχή της Δημοκρατίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ Κ.Ε.Ε

Άρθρο 31ο – Η Κ.Ε.Ε είναι ο ανώτατο νομοθετικό διοικητικό και ελεγκτικό όργανο στη Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ

Άρθρο 32ο – Η Κ.Ε.Ε δίνει την γενική κατεύθυνση στη δράση της Κυβέρνησης των εργατών και των αγροτών και των λοιπών οργάνων της εξουσίας των Σοβιέτ. Εναρμονίζει και ενοποιεί τις νομοθετικές και διοικητικές εργασίες. Επιβλέπει την εφαρμογή του σοβιετικού Συντάγματος και των αποφάσεων των πανρωσικών Συνεδρίων και των κεντρικών οργάνων της εξουσίας των Σοβιέτ.

Άρθρο 33ο – Η Κ.Ε.Ε μελετά και εγκρίνει τα σχέδια των Διαταγμάτων και κάθε άλλη πρόταση που υποβάλλεται σε αυτή παρά του Συμβουλίου των Επιτροπών του Λαού ή παρά των διαφόρων υπηρεσιών, εκδίδει και στο όνομα της Διατάγματα και αποφάσεις.

Άρθρο 34ο – Η Κ.Ε.Ε συγκαλεί το Πανρωσσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο υποβάλλει απολογισμό των εργασιών της και εκθέσεις περί της γενικής πολιτικής και των διαφόρων αυτής ζητημάτων.

Άρθρο 35ο – Η Κ.Ε.Ε διορίζει το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού και εγκαθιστά τα διάφορα αυτού Τμήματα (Υπουργεία του Λαού) για τη διευθέτησης των διαφόρων κλάδων της Διοίκησης.

Άρθρο 36ο – Τα μέλη της Κ.Ε.Ε εργάζονται στα Τμήματα (Υπουργεία του Λαού) ή εκτελούν ειδικές εντολές της Κ.Ε.Ε

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Άρθρο 37ο – Στο Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού (Σ.Ε.Λ) ανήκει η γενική διεύθυνση των υποθέσεων της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ

Άρθρο 38ο – Για την εκπλήρωση της ανωτέρω αποστολής το Σ.ΕΛ εκδίδει διατάγματα, αποφάσεις, οδηγίες και γενικώς λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την εξασφάλιση της τακτικής και ταχείας λειτουργίας της κρατικής ζωής.

Άρθρο 39ο – Το Σ.Ε.Λ ανακοινώνει αμέσως τις αποφάσεις και τις διαταγές του στην Κ.Ε.Ε.

Άρθρο 40ο – Η Κ.Ε.Ε έχει το δικαίωμα να καταργεί ή να αναστέλλει κάθε απόφαση ή διαταγή του Σ.Ε.Λ.

Άρθρο 41ο – Κάθε απόφαση του Σ.Ε.Λ, που έχει κεφαλαιώδη σημασία από άποψη γενικής πολιτικής, υποβάλλεται προς μελέτη και έγκριση στην Κ.Ε.Ε

Μέτρα που απαιτούνται για ταχεία εκτέλεση γίνεται να τεθούν σε εφαρμογή αμέσως υπό του Σ.Ε.Λ.

Άρθρο 42ο – Τα μέλη του Σ.Ε.Λ. προΐστανται των διαφόρων Υπουργείων του Λαού.

Άρθρο 43ο – Τα υπουργεία του Λαού είναι 18 στον αριθμό:

    1. των Εξωτερικών
    2. των Στρατιωτικών
    3. των Ναυτικών
    4. των Εσωτερικών
    5. της Δικαιοσύνης
    6. της Εργασίας
    7. των Κοινωνικών Ασφαλίσεων
    8. της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως
    9. των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων
    10. των Εθνικοτήτων
    11. των Οικονομικών
    12. της Συγκοινωνίας
    13. της Γεωργίας
    14. του Εμπορίου και της Βιομηχανίας
    15. του Επισιτισμού
    16. του Ελέγχου του Κράτους
    17. το Ανώτατο Συμβούλιο της Εθνικής Οικονομίας
    18. της Δημόσιας Υγείας

Άρθρο 44ο – Για κάθε Επίτροπο του Λαού και υπό την προεδρία του, συνίσταται Συμβούλιο, τα μέλη του διορίζονται υπό το Σ.Ε.Λ.

Άρθρο 45ο – Οι Επίτροπο του Λαού δικαιούνται να αποφασίζουν ατομικών επί παντός ζητήματος αναγομένου στα Υπουργεία των, αναφέρουν δε περί αυτού στο οικείο Συμβούλιο του Υπουργείου. Εάν το Συμβούλιο διαφωνήσει προς μέτρο του Επιτρόπου, δύναται, χωρίς να σταματήσει την εκτέλεση του μέτρου, να φέρει το ζήτημα προ του Σ.Ε.Λ ή προ του γραφείου της Κ.Ε.Ε. Το δικαίωμα αυτό ανήκει ως έχει και στα μέλη των Συμβουλίων των Υπουργείων.

Άρθρο 46ο – Το Σ.Ε.Λ είναι εξ΄ ολοκλήρου υπεύθυνο απέναντι του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ και της Κ.Ε.Ε.

Άρθρο 47ο – Οι Επιτροπές και τα Συμβούλια των Υπουργείων είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι απέναντι του Σ.Ε.Λ και της Κ.Ε.Ε.

Άρθρο 48ο – Ο τίτλος του Επιτρόπου του Λαού ανήκει αποκλειστικώς στα μέλη του Σ.Ε.Λ, το οποίο διοικεί τις γενικές υποθέσεις της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ, και κανείς άλλος αντιπρόσωπος της κεντρικής εξουσίας των Σοβιέτ ή των τοπικών Αρχών δεν δικαιούται να ιδιοποιηθεί αυτόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΡΩΣΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Άρθρο 49ο – Στην αρμοδιότητα του Πανρωσικού Συνεδρίου και της Κ.Ε.Ε υπάγεται κάθε υπόθεση γενικού για το Κράτος ενδιαφέροντος, δηλαδή:

    1. Η ψήφιση, τροποποίηση και μεταβολή του Συντάγματος της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ
    2. Η γενική διεύθυνση όλης της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ.
    3. Ο καθορισμός και η μεταβολή των συνόρων και η παραχώρηση τμήματος του εδάφους της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ ή δικαιωμάτων που ανήκουν σε αυτήν.
    4. Ο καθορισμός των ορίων και της δικαιοδοσίας των Περιφερειακών Ενώσεων των Σοβιέτ, όσες αποτελούν μέρος της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ και η λύση των μεταξύ αυτών διαφορών που προκύπτουν.
    5. Η αποδοχή νέων μελών της σοβιετικής Δημοκρατίας στη Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ και η αναγνώριση της αποσπάσεως τμημάτων από την Ρώσικη Ομοσπονδία.
    6. Η γενική διοικητική διαίρεση του εδάφους της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ και η έγκριση των κατά Περιφέρειες συγκροτούμενων ομάδων.
    7. Ο καθορισμός και η μεταβολή του συστήματος των μέτρων και σταθμών και των νομισμάτων, εντός του εδάφους της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ
    8. Οι σχέσεις προς το εξωτερικό, η κήρυξη πολέμου, η συνομολόγηση ειρήνης.
    9. Η σύναψη δανείων, τελωνιακών και εμπορικών συμβάσεων και οικονομικών συμφωνιών. Ο καθορισμός των βάσεων και του γενικού προγράμματος ολόκληρης της εθνικής οικονομίας και των διαφόρων κλάδων αυτής εντός του εδάφους της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ.
    10. Η έγκριση του προϋπολογισμού της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ
    11. Η επιβολή φόρων και βαρών εθνικού συμφέροντος.
    12. Ο καθορισμός των βάσεων της οργανώσεως των ενόπλων δυνάμεων της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ.
    13. Η συνταγματική νομοθεσία, το Δικονομικό Δίκαιο, ο οργανισμός των πολιτικών και των ποινικών δικαστηρίων κλπ.
    14. Ο διορισμός και η παύση του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού στο σύνολο του και των μελών αυτού ιδιαιτέρως, και η έγκριση της εκλογής του Προέδρου του Συμβουλίου των Επιτρόπων.
    15. Η έκδοση νέων Διαταγμάτων περί κτήσεως ή απώλειας των πολιτικών δικαιωμάτων των Ρώσων και των δικαιωμάτων των αλλοδαπών επι του εδάφους της Δημοκρατίας.
    16. Η αμνηστία, καθολική ή μερική.

Άρθρο 50ο – Εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων που αναφέρθηκαν, το Πανρωσσικό Συνέδριο και η Κ.Ε.Ε γίνεται να επιληφθούν και οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, που θεωρεί ότι είναι αρμόδια.

Άρθρο 51ο – Το Πανρωσσικό Συνέδριο είναι ειδικώς και αποκλειστικώς αρμόδιο προκειμένου: α) περί ψήφισης, μεταβολής και τροποποίησης των θεμελιωδών νόμων του Συντάγματος των Σοβιέτ και β) προκειμένου περί επικύρωσης συνθηκών ειρήνης.

Άρθρο 52ο – Για τα υπό στοιχεία ΙΙΙ και VΙΙΙ του άρθρου 49 θέματα η Κ.Ε.Ε. είναι αρμόδια μόνο εφόσον είναι αδύνατη η σύγκληση του Πανρωσικού Συνεδρίου.

Β. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΝΕΔΡΙΩΝ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ

Άρθρο 53ο– Τα Συνέδρια των Σοβιέτ σχηματίζονται ως εξής:

Α) Περιφερειακά Συνέδρια. Αυτά περιλαμβάνουν τους αντιπροσώπους των Σοβιέτ των πόλεων και των Επαρχιακών Συνεδρίων κατ’ αναλογία ενός βουλευτή επί 25.000 κατοίκων, των δε αντιπροσώπων των πόλεων κατ’ αναλογία ενός βουλευτή επί 5.000 εκλογέων, το πολύ και όχι άνω των 500 βουλευτών για όλη την Περιφέρεια. Γίνεται επίσης τα Συνέδρια αυτά να σχηματίζονται από αντιπροσώπους των Κυβερνειακών Συνεδρίων, εκλεγομένων κατά την ίδια κλίμακα, εάν τα Συνέδρια αυτά θελήσουν να συνέλθουν αμέσως πριν του Περιφερειακού.

Β) Κυβερνειακά Συνέδρια. Αυτά περιλαμβάνουν αντιπροσώπους των Σοβιέτ των πόλεων και των Συνεδρίων των Βολόστ κατ’ αναλογία ενός βουλευτή επί 10.000 κατοίκων και των αντιπροσώπων των πόλεων κατ’ αναλογία ενός βουλευτή επί 2.000 εκλογέων, όχι περισσοτέρων των 300 βουλευτών για ολόκληρο το Κυβερνείο. Εάν το Συνέδριο των Σοβιέτ της Επαρχίας συνεκλήθη αμέσως πριν του Κυβερνειακού, οι εκλογές διενεργούνται σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις και όχι υπό του Συνεδρίου του Βολόστ, αλλά του Επαρχιακού Συνεδρίου.

Γ) Επαρχιακά Συνέδρια. Αυτά περιλαμβάνουν αντιπροσώπους των χωριών κατ’ αναλογία ενός βουλευτή επί 1.000 κατοίκων, και κατά ανώτατο όριο 300 βουλευτές για την Επαρχία.

Δ) Συνέδρια των Βολόστ. Αυτά περιλαμβάνουν αντιπροσώπους όλων των αγροτών ενός Βολόστ κατ’ αναλογία ενός βουλευτή επι 10 μελών του Σοβιέτ.

Στα επαρχιακά συνέδρια αντιπροσωπεύονται τα Σοβιέτ πόλεων εάν ο πληθυσμός δεν υπερβαίνει τους 10.000 κατοίκους. Τα αγροτικά Σοβιέτ των περιοχών τα οποία έχουν λιγότερους των 1000 κατοίκων, συγκεντρώνονται για να εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους για το Επαρχιακό Συνέδριο.

Τα αγροτικά Σοβιέτ, αυτά που έχουν λιγότερα των 10 μελών, στέλνουν έναν αντιπρόσωπο στο Συνέδριο των Βολόστ.

Άρθρο 54ο – Τα συνέδρια των Σοβιέτ συγκαλούνται υπό το εκτελεστικό όργανο της εξουσίας των Σοβιέτ (Εκτελεστικές Επιτροπές), με δικιά τους πρωτοβουλία ή με αίτηση των τοπικών Σοβιέτ, εφόσον αυτά συγκεντρώνουν το 1/3 του πληθυσμού της περιοχής. Πάντως τα Συνέδρια πρέπει να καλούνται 2 φορές το έτος τα Περιφερειακά, κάθε τρίμηνο τα Κυβερνειακά και τα Επαρχιακά, και κάθε μήνα τα Βολόστ.

Άρθρο 55ο – Το συνέδριο των Σοβιέτ (της Περιφέρειας, του Κυβερνείου, της Επαρχίας και του Βολόστ) εκλέγει το Εκτελεστικό του Όργανο, ο αριθμός των μελών του οποίου δεν υπερβαίνει: α) προκειμένου για Περιφέρειες και Κυβερνεία του 25, β) προκειμένου για Επαρχίες του 20 και γ) προκειμένου για τα Βολόστ του 10. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι εξ΄ ολοκλήρου υπεύθυνη απέναντι του Συνεδρίου.

Άρθρο 56ο – Εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του το Συνέδριο ( Περιφερειακό, Κυβερνειακό κλπ) των Σοβιέτ είναι η υπέρτατη Αρχή επί του αντίστοιχου εδάφους. Κατά τα μεταξύ των δυο συνεδρίων χρονικά διαστήματα η εξουσία αυτή ανήκει στην Εκτελεστική Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑΤΟ

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ (ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ) ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

Άρθρο 57ο – Τα Σοβιέτ των Επιτρόπων συγκροτούνται ως εξής:

    1. Στις πόλεις, κατ΄ αναλογία ενός επιτρόπου επί 2000 κατοίκων, με ελάχιστο με 50 και το πολύ με 1.000 μέλη.
    2. Στην ύπαιθρο χώρα (χωριά, κώμες, κωμοπόλεις, πόλεις κάτω των 10.000 κατοίκων) κατ΄ αναλογία ενός επιτρόπου επί 100 κατοίκων, με ελάχιστο με 3 και το πολύ με 50 επιτρόπων για τη περιοχή

Η εντολή των επιτρόπων διαρκεί 3 μήνες.

Στις περιοχές της υπαίθρου χώρας, όπου αυτό γίνεται να πραγματοποιηθεί, οι διοικητικές υποθέσεις λύνονται απευθείας από τη γενική συνέλευση των εκλογέων του χωριού.

Άρθρο 58 – Για τη τρέχουσα υπηρεσία το Σοβιέτ εκλέγει Εκτελεστική Επιτροπή περιλαμβάνουσα 5 το πολύ μέλη στα χωριά, στις δε πόλεις έναν πληρεξούσιο για κάθε 50 μέλη με ελάχιστο όριο 3 και μέγιστο 25, πλήν της Πετρούπολης και της Μόσχας όπου το μέγιστο είναι 40. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι εξ΄ ολοκλήρου υπεύθυνη απέναντι του Σοβιέτ το οποίο της εξέλεξε.

Άρθρο 59ο – Το Σοβιέτ των Επιτρόπων συγκαλείται είτε με πρωτοβουλία της Εκτελεστικής Επιτροπής είτε με αίτηση του ½ των μελών του Σοβιέτ. Συνέρχεται κάθε βδομάδα στις πόλεις και 2 φορές την εβδομάδα στην ύπαιθρο.

Άρθρο 60ο – Το Σοβιέτ, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του και η γενική συνέλευση των εκλογέων στην περίπτωση του άρθρου 57-παρ. 4, αποτελούν την υπέρτατη Αρχή της τοπικής τους περιοχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ

ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤ

Άρθρο 61ο – Τα κατά Περιφέρειες, Κυβερνεία, Επαρχίες, Βολόστ όργανα της σοβιετικής εξουσίας μέχρι και τα Σοβιέτ των Επιτρόπων έχουν τις εξής αρμοδιότητες:

    1. Εφαρμόζουν κάθε απόφαση η οποία λαμβάνεται από τα αντίστοιχα ανώτερα όργανα της Κυβερνήσεως των Σοβιέτ.
    2. Λαμβάνουν κάθε μέτρο δυνατό για την εκπολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής τους.
    3. Λύνουν κάθε ζήτημα τοπικού καθαρά χαρακτήρα.
    4. Συντονίζουν όλη την ενέργεια των Σοβιέτ εντός των εδαφικών τους ορίων.

Άρθρο 62ο – Τα συνέδρια των Σοβιέτ και Εκτελεστικές αυτών Επιτροπές έχουν δικαίωμα ελέγχου των ενεργειών των κατά τόπους Σοβιέτ (δηλαδή το Περιφερειακό Συνέδριο ελέγχει τα Σοβιέτ της Περιφέρειας, το Κυβερνειακό Συνέδριο ελέγχει τα Σοβιέτ του Κυβερνείου, εξαιρουμένων των Σοβιέτ των πόλεων των μη περιλαμβανόμενων στη συγκρότηση των Επαρχιακών Συνεδρίων κλπ). Τα Συνέδρια των Περιφερειών και των Κυβερνείων και οι Εκτελεστικές αυτών Επιτροπές έχουν επίσης το δικαίωμα να καταργούν τις αποφάσεις των Σοβιέτ που βρίσκονται στη δικιά τους δικαιοδοσία, αναγγέλλουν δε αυτό συγχρόνως και στη Κεντρική Αρχή, όταν πρόκειται για σοβαρές περιπτώσεις.

Άρθρο 63ο – Για την εκπλήρωση των ανατεθειμένων -στα όργανα της Σοβιετικής Εξουσίας- καθηκόντων ιδρύονται για τα Σοβιέτ (των πόλεων και των χωριών) και τις Εκτελεστικές Επιτροπές (των Περιφερειών, των Κυβερνείων, των Επαρχιών και των Βολόστ) υπηρεσίες αντίστοιχες, υπό τη διεύθυνση ενός προϊστάμενου υπηρεσίας.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

Άρθρο 64ο – Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για τα Σοβιέτ ανήκει στους πολίτες της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ. και για τα δυο φύλλα και αδιακρίτως θρησκεία, εθνικότητας, κατοικίας κλπ, υπό τον όρο να έχουν συμπληρώσει την ημέρα των εκλογών το 18ο έτος της ηλικίας του και να ανήκουν σε μια από τις εξής κατηγορίες:

Κατηγορία α) Όποιος κερδίζει τα προς το ζην από εργασία παραγωγική και χρήσιμη στη κοινωνία, περιλαμβανομένη σε αυτή και την οικιακή εργασία για να διευκολυνθεί στους πρώτους η παραγωγική εργασία: Εργάτες και υπάλληλοι κάθε είδους και κάθε κατηγορίας, εργαζόμενοι στη βιομηχανία, το εμπόριο, τη γεωργία κλπ, αγρότες και κοζάκοι καλλιεργητές οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν την εργασία άλλων για δικό τους όφελος.

Κατηγορία β) Οι στρατιώτες του Στρατού και Ναυτικού των Σοβιέτ.

Κατηγορία γ) Οι πολίτες των ως άνω κατηγοριών που έχασαν την ικανότητα τους να εργάζονται.

Τα κατά τόπους Σοβιέτ γίνεται κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Εξουσίας, να υποβιβάσουν την καθορισμένη σε αυτό το άρθρο νόμιμο ηλικία.

Πλην των Ρώσων πολιτών, έχουν εκλογικό δικαίωμα αυτοί που έχουν καθορισθεί στο άρθρο 20 (Μέρος 2ο, κεφάλαιο 5ο).

Άρθρο 65ο – Δεν είναι εκλογείς όσοι ανήκουν σε μια από τις παρακάτω κατηγορίες:

Α) Αυτοί που χρησιμοποιούν την εργασία άλλων για δικό τους όφελος.

Β) Αυτοί που διαβιώνουν από εισόδημα που δεν έχει προέλθει από την εργασία τους, από κέρδος κεφαλαίου, βιομηχανικές επιχειρήσεις, ακίνητα και ιδιοκτησίες κλπ.

Γ) Οι ιδιώτες έμποροι, μεσίτες και εμπορικοί πράκτορες.

Δ) Οι μονάχοι και οι ιερείς των εκκλησιαστικών θρησκευμάτων.

Ε) Οι πράκτορες και υπάλληλοι της πρώην Αστυνομίας, του ειδικού Σώματος της χωροφυλακής και της Οχράνας (Πολιτική Αστυνομία των Τσάρων) και τα μέλη της πρώην βασιλικής δυναστείας της Ρωσίας.

ΣΤ) Οι καταδικασθέντες για αδικήματα ατιμωτικά ή για αδικήματα αισχροκέρδειας, για χρόνο που έχει οριστεί από το νόμο ή με δικαστική απόφαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Άρθρο 66ο – Οι εκλογές διεξάγονται, κατά τα ισχύοντα έθιμα τις ημέρες που έχουν οριστεί.

Άρθρο 67ο – Οι εκλογές διενεργούνται ενώπιον εκλογικής επιτροπής και αντιπροσώπου του τοπικού Σοβιέτ.

Άρθρο 68ο – Εαν η παρουσία αντιπροσώπου του τοπικού Σοβιέτ είναι υλικώς αδύνατη, αναπληρώνεται από τον πρόεδρο της εκλογικής επιτροπής και με απουσία αυτού από τον πρόεδρο της εκλογικής συνέλευσης.

Άρθρο 69ο – Για τη διενέργεια και το αποτέλεσμα της εκλογής συντάσσεται πρακτικό το οποίο υπογράφεται από τα μέλη της εκλογικής επιτροπής και τον αντιπρόσωπο των Σοβιέτ.

Άρθρο 70ο – Οι λεπτομέρειες της εκλογικής διαδικασίας και της συμμετοχής των επαγγελματικών και εργατικών οργανώσεων στις εκλογές καθορίζονται από τα τοπικά Σοβιέτ, σύμφωνα με τις οδηγίες της Κ.Ε.Ε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΠΕΡΙ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΝΑΚΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

Άρθρο 71ο – Πάντα τα σχετικά προς τις εκλογές έγγραφα υποβάλλονται στο αντίστοιχο Σοβιέτ.

Άρθρο 72ο – Για την εξέλιξη του κύρους των εκλογών το Σοβιέτ διορίζει ειδική επιτροπή.

Άρθρο 73ο – Η επιτροπή υποβάλλει στο Σοβιέτ έκθεση για τα αποτελέσματα της εκλογής.

Άρθρο 74ο – Το Σοβιέτ αποφαίνεται για το κύρος των αμφισβητούμενων εκλογών.

Άρθρο 75ο – Σε περίπτωση ακυρότητας εκλογής, το Σοβιέτ ορίζει νέες εκλογές.

Άρθρο 76ο – Σε περίπτωση καθολικής αταξίας των εκλογών, ότι αφορά την ακύρωση τους διατάσσονται από το αμέσως ανώτερο όργανο της σοβιετικής εξουσίας.

Άρθρο 77ο – Η Κ.Ε.Ε δικάζει σε τελευταίο βαθμό τα της ακύρωσης των εκλογών.

Άρθρο 78ο – Οι εκλογέι, αυτοί που εξέλεξαν αντιπρόσωπο για το Σοβιέτ, έχουν ανα πάσα στιμή το δικαίωμα της ανακλήσεως αυτού και της διενέργειας νέων εκλογών, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ

Άρθρο 79ο – Η δημοσιονομική πολιτική της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο της δικτατορίας των εργατών, επιδιώκει ουσιαστικώς να απαλλοτριώσει των αγαθών της αστικής τάξης και να προπαρασκευάσει τις ευνοϊκές συνθήκες για τη γενική ισότητα των πολιτών της Δημοκρατίας για την παραγωγή και τη διανομή αγαθών. Για αυτό θέλει να προσπαθήσει να θέσει τη διάθεση των οργάνων της Σοβιετικής Εξουσίας όλους τους αναγκαίους πόρους για την ικανοποίηση των ειδικών και γενικών αναγκών της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, χωρίς να διστάσει να προσβάλει την αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Άρθρο 80ο – Τα έσοδα και τα έξοδα της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ εγγράφονται στο γενικό προϋπολογισμό του Κράτους.

Άρθρο 81ο – Το Πανρωσσικό Συνέδριο των Σοβιέτ ή η Κ.Ε.Ε καθορίζουν ποια έσοδα και φόροι εισέρχονται στον προϋπολογισμό του Κράτους και ποια τίθενται στη διάθεση των τοπικών Σοβιέτ. Καθορίζουν έτσι τα όρια της φορολογίας.

Άρθρο 82ο – Τα Σοβιέτ καθορίζουν μόνα τα έσοδα και τους φόρους όσους είναι για τις τοπικές ανάγκες. Οι γενική σημασίας ανάγκες του Κράτους καλύπτονται από το Δημόσιο Ταμείο.

Άρθρο 83ο – Καμία χορηγία κεφαλαίων από το Δημόσιο Ταμείο δεν γίνεται αν δεν είναι εγγεγραμμένη η σχετική πίστωση στα έσοδα και τα έξοδα του Κράτους ή άνευ ειδικής διαταγής της Κεντρικής Εξουσίας.

Άρθρο 84ο – Όλες οι ανοιγόμενες προς τα Σοβιέτ πιστώσεις του Ταμείου ως και οι χορηγούμενοι για τοπικές ανάγκες

Άρθρο 85ο – Όλες για το ταμείο ανοιγόμενες πιστώσεις προς τα Σοβιέτ, και οι χορηγούμενες για τις τοπικές ανάγκες, πρέπει να δαπανώνται για το σκοπό αυτό και σύμφωνα με τα άρθρα και τα εδάφια του προϋπολογισμού, δεν γίνεται να γίνει χρήση αυτών για οποιαδήποτε άλλη ανάγκη δίχως της απόφαση της Κ.Ε.Ε. και του Σ.Ε.Λ.

Άρθρο 86ο -Τα τοπικά Σοβιέτ συντάσσουν εξαμηνιαίως και ετησίως προϋπολογισμούς για τις τοπικές ανάγκες. Οι προϋπολογισμοί των Σοβιέτ των χωριών και των Βολόστ και των Σοβιέτ των πόλεων που μετέχουν στα Επαρχιακά Συνέδρια και οι προϋπολογισμοί των σοβιετικών οργάνων των Επαρχιών εγκρίνονται από τα αντίστοιχα Συνέδρια των Κυβερνείων και των Περιφερειών ή από τις Εκτελεστικές Επιτροπές. Οι προϋπολογισμοί των σοβιετικών οργάνων των πόλεων, των Κυβερνείων και των Περιφερειών εγκρίνονται από την Κ.Ε.Ε. και το Σ.Ε.Λ.

Άρθρο 87ο – Για απρόβλεπτες δαπάνες και σε περίπτωση ανεπάρκειας των δαπανών που έχουν προβλεφθεί, τα Σοβιέτ ζητούν σχετικές πιστώσεις από του αρμόδιους Επιτρόπους του Λαού.

Άρθρο 88ο – Σε περίπτωση που δεν επαρκούν οι τοπικοί πόροι για τις τοπικές ανάγκες, γίνεται να χορηγηθούν στα τοπικά Σοβιέτ επιδόματα ή δάνεια από το Δημόσιο Ταμείο για την κάλυψη επειγουσών δαπανών με την έγκριση της Κ.Ε.Ε ή του Σ.Ε.Λ.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

ΕΜΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑ ΤΗΣ Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ

Άρθρο 89ο – Το Έμβλημα της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ παριστάνει το δρεπάνι και το σφυρί με χρυσό σε κόκκινο βάθος εντός ακτινών ηλίου, με τις λαβές προς τα κάτω διασταυρωμένες και όλο στη μέση κύκλου στάχεων με τις επιγραφές: α) “Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των Σοβιέτ της Ρωσίας”, β) “Προλετάριοι όλης της γης, ενωθείτε”.

Άρθρο 90ο – Η εμπορική, ναυτική και στρατιωτική σημαία της Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ αποτελείται από κόκκινο ύφασμα στην άνω γωνία του οποίου και δίπλα στο κοντάρι βρίσκονται χρυσά γράμματα, ως εξής: Σ.Ο.Δ.Σ.Ρ ή η επιγραφή “Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των Σοβιέτ της Ρωσίας”.

Ο πρόεδρος του πέμπτου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ και της Κ.Ε.Ε.

J. Sveldlof

Τα μέλη του Γραφείου της Κ.Ε.Ε.

T.T. Theodorovitch, F.A.Rozine, A.P. Rosenhollz, A.E. Mitrofanof, K.G. Maximof

Ο γραμματέας της Κ.Ε.Ε.

V.A. Avansesof

Ψηφίστηκε στις 10 Ιουλίου 1918

Δημοσιεύθηκε στην “Ιζβέστια της Μόσχας” στις 19.7.1918, αρ. Φύλλ. 151.

Advertisements

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ: Μια θεωρία που οδηγεί σίγουρα στην ήττα (2.2007)

Με σημαία την εναντίωση σε κάθε είδους οργανωμένη δράση και την άρνηση κάθε εξουσίας και κράτους (είτε καπιταλιστικού, είτε εργατικού) οι αναρχικοί έχουν μείνει συνδεδεμένοι τα τελευταία χρόνια με τις σπασμωδικές και χωρίς συνέπεια ενέργειες που δεν οδηγούν πουθενά. Συνέχεια

Σιωνισμός: Η σοσιαλιστική προοπτική στην Παλαιστίνη περνά από την καταστροφή του κράτους του Ισραήλ

Η γέννηση

Το σιωνιστικό κίνημα γεννήθηκε στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα στο κλίμα των αντισημιτικών πογκρόμ της τσαρικής Ρωσίας. Σε συζητήσεις διανοουμένων των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης, έμπαινε το ζήτημα της ενοποίησης του εβραϊκού έθνους σε μια δική του πατρίδα. Σε αυτές τις συζητήσεις κοινωνικές απελευθερωτικές θεωρίες συνδυάζονταν με θρησκευτικό μυστικισμό και ρεαλιστική πολιτική. Διαμορφωτής και μεγάλος θεωρητικός του σιωνισμού καθιερώθηκε ο Χέρτσελ ο οποίος μάλιστα ιδρύει το 1896 την Παγκόσμια Σιωνιστική Οργάνωση για την προώθηση των σκοπών του. Το κομβικό στοιχείο του σιωνισμού είναι η εγκατάσταση των εβραίων στην «ιστορική τους πατρίδα», στη «Γη του Ισραήλ», όπου θα δημιουργήσουν ένα κράτος αποκλειστικά εβραϊκό. Φυσικά οι σιωνιστές ήξεραν πως τα εδάφη που διεκδικούσαν κατοικούνταν από συμπαγή αραβικό πληθυσμό. Συνεπώς, κάτι θα έπρεπε να γίνει με τους ανθρώπους που κατοικούσαν. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι σιωνιστές ηγέτες πρόκριναν τη λύση της εκκαθάρισης, της «μεταφοράς» τους εκτός συνόρων. Μάλιστα, όπως γίνεται πάντα, μια σειρά ψευτοϊδεολογήματα φτιάχτηκαν για να νομιμοποιήσουν αυτή την ταχτική. Ειπώθηκε ότι η γη της Παλαιστίνης ήταν σχεδόν ακατοίκητη, ότι οι άραβες ήταν νεώτεροι κάτοικοι, επομένως με λιγότερα «ιστορικά δικαιώματα», κλπ, κλπ.

Το κεντρικό ωστόσο επιχείρημα του σιωνισμού ήταν (και είναι) πως το νέο κράτος θα αποτελεί ένα ισχυρό ανάχωμα του «πολιτισμού» απέναντι στους «βάρβαρους» ασιάτες. Ένα κράτος που σύμφωνα με την διάσημη φράση του Χέρτσελ θα ήταν «ένας προμαχώνας της Ευρώπης απέναντι στην Ασία». Αυτό το δομικό στοιχείο του σιωνισμού ειπώθηκε σε τόσες παραλλαγές όσες και οι διάφορες συνιστώσες του. Γι αυτό και οι σιωνιστές προσπάθησαν από την αρχή μέχρι το τέλος να πετύχουν τους στόχους τους με τη συμμαχία και την βοήθεια κάποιας «Μεγάλης Δύναμης» της εποχής. Όλοι οι αντιδραστικοί ηγέτες της εποχής (από τον Τσάρο της Ρωσίας μέχρι Σουλτάνο) προσεγκίστηκαν για να ευνοήσουν το σιωνιστικό εγχείρημα. Ο Χέρτσελ για παράδειγμα γράφει στον αυτοκράτορα της Γερμανίας: «Αναμφίβολα, ο γρήγορος εποικισμός ενός ουδέτερου λαού στην Ανατολή, μπορεί να φανεί εξαιρετικά σημαντικός για την πολιτική της Γερμανίας στην Ανατολή. Για ποιο λαό πρόκειται; για έναν λαό που, σπρωγμένος από την πραγματικότητα, είναι αναγκασμένος να ενωθεί με τις γραμμές των επαναστατικών ομάδων». (σ. 13)

Ήδη από το αρχικό αυτό στάδιο, διάφοροι διανοούμενοι προσπαθούν να δέσουν το σιωνιστικό αίτημα για εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη με διάφορες σοσιαλιστικές ή αναρχικές ουτοπίες. Σε αυτό το έδαφος δημιουργήθηκε αυτό που αποκαλείται γενικά «αριστερός σιωνισμός». Πρόκειται για ένα εντελώς ετερογενές ρεύμα (και θα γίνεται ακόμη περισσότερο όσο περνά ο καιρός), που ευαγγελίζεται το συνδυασμό του σιωνιστικού ονείρου με κάποιου τύπου «κοινωνική απελευθέρωση». Το κοινό στοιχείο σε όλους τους αριστερούς σιωνιστές είναι πως αυτή η κοινωνική απελευθέρωση θα αφορά τον εβραϊκό λαό. Ο Μποροσόφ, εξέχων μορφή του αριστερού «σοσιαλίζοντος» σιωνισμού στα αρχικά αυτά στάδια, θέτει το θέμα ως εξής:: «Επομένως, οι εβραίοι έχουν ανάγκη από μια πατρίδα που θα έχει όσο το δυνατόν περιορισμένο «ξένο» πληθυσμό και όπου οι εβραίοι θα μπορούσαν να θέσουν τις αναγκαίες βάσεις μιας οικονομίας χωρίς να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό των ξένων. Σε αυτή τη χώρα ο εβραίος εργάτης θα έχει μια κανονική στρατηγική βάση για να διεξάγει τον ταξικό του αγώνα και να εκπληρώσει τον απελευθερωτικό του ρόλο». (σ. 19)

Στην Παλαιστίνη, που τότε ανήκει στην οθωμανική αυτοκρατορία, ζουν ελάχιστοι εβραίοι. Πολλοί περισσότεροι ζουν στις γύρω αραβικές και μεσογειακές χώρες. Ο συντριπτικός τους όγκος όμως βρίσκεται στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Στην κεντρική Ευρώπη, από τον 19 αι. και μετά τους προσφέρονται σχετικές δυνατότητες ένταξης και κοινωνικής ανέλιξης. Αντίθετα η κατάσταση είναι ασφυκτική στην ανατολική Ευρώπη και από εδώ κυρίως είναι που ο σιωνισμός αντλεί οπαδούς. Αρχικά ο σιωνισμός έχει ελάχιστη απήχηση στις διάφορες εβραϊκές κοινότητες. Οι εργάτες είναι γενικά προσανατολισμένοι σε σοσιαλιστικές θεωρίες. Η αστική τάξη από την άλλη ελάχιστα ενδιαφέρεται για περιπέτειες στη Μέση Ανατολή. Ο σιωνισμός βρίσκει κάποιους λίγους οπαδούς στα μεσαία στρώματα των εβραϊκών κοινοτήτων. Το ξέσπασμα των αντισημιτικών πογκρόμ στην Ρωσία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20 αι. οδηγεί στην μετανάστευση πάνω από 2 εκατ. εβραίους. Ενδεικτικό της απήχησης των σιωνιστικών ιδεών στις εβραϊκές κοινότητες, είναι πως λιγότεροι από 70 χιλ. από αυτούς θα κατευθυνθούν στην Παλαιστίνη ενώ οι υπόλοιποι θα επιλέξουν τη δυτική Ευρώπη ή τις ΗΠΑ.

Μπροστά στα πενιχρά αποτελέσματα, στο σιωνιστικό στρατόπεδο αναπτύσσονται σταδιακά δυο ταχτικές. Η μια επιμένει πως η εγκατάσταση στην Παλαιστίνη μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με τη στρατιωτική βοήθεια μιας μεγάλης δύναμης. Η δεύτερη πως μπορεί να επιβληθεί με τη σταδιακή αποίκηση της Παλαιστίνης και τη σταδιακή αποαραβοποίηση που σε ένα βάθος χρόνου θα αλλάξει ριζικά την παλαιστινιακή γη. Στην πραγματικότητα οι δυο αυτές ταχτικές έδρασαν συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά. Πάντα ένα τμήμα της σιωνιστικής ηγεσίας προσπαθούσε να αποσπάσει συμμαχίες στο σιωνιστικό εγχείρημα, ενώ ένα άλλο οργάνωνε την εγκατάσταση στην Παλαιστίνη.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα δώσει στο εβραϊκό ζήτημα νέα τροπή. Η Οθωμανική αυτοκρατορία συμμαχεί με τους Γερμανούς, η Αγγλία που κατέχει την Αίγυπτο και εποφθαλμιά τη Μέση Ανατολή στηρίζεται στη συμμαχία των αράβων εμίρηδων, αλλά υποστηρίζει παράλληλα και τα σιωνιστικά σχέδια προσδοκώντας στη συμμαχία των εβραίων. Από την άλλη οι σιωνιστές ποντάρουν στη συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία θεωρώντας σωστά πως θα είναι ο μεγάλος παράγοντας στην μεταπολεμική Μέση Ανατολή. Δίπλα στους εβραίους που ζούσαν εκεί, έχουν προστεθεί και οι έποικοι όλων των προηγούμενων χρόνων και η εβραϊκή κοινότητα αριθμεί πια γύρω στις 130 χιλ. Προϊόν του πολέμου είναι η “δήλωση Μπαλφούρ” με την οποία η Βρετανία δεσμεύεται να επιτρέψει μετά τον πόλεμο –και στο βαθμό που νικήσει- την ελεύθερη εγκατάσταση των εβραίων στην Παλαιστίνη.

Η βρετανική εντολή

Οι ανακατατάξεις στο τέλος του πολέμου δημιούργησαν μια νέα κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Στη θέση των κτήσεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δημιουργούνται μια σειρά αραβικών κρατών, που ο αγγλικός ιμπεριαλισμός χαράζει τα σύνορά τους στο χάρτη με το χάρακα, εγκαθιστώντας στο καθένα και από μια δυναστεία υποτελών αράβων αρχόντων. Η Παλαιστίνη ανατίθεται υπό “Βρετανική Εντολή”.

Αντίθετα με το μύθο που θέλει τους βρετανούς να αντιστέκονται στον εβραϊκό εποικισμό, είναι η αδυναμία του σιωνισμού να πείσει τις εβραϊκές κοινότητες που είναι υπεύθυνη για τους χαμηλούς ρυθμούς εβραϊκής εγκατάστασης. Όπως και να έχει όμως, η εγκατάσταση είναι μεγαλύτερη από προπολεμικά και η εβραϊκή κοινότητα αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Ο βασικός κανόνας που επέβαλε ο σιωνισμός ήταν η διακοπή κάθε σχέσης με τον ντόπιο αραβικό πληθυσμό. Παράλληλα προσπαθεί να διατηρεί αγαστές σχέσεις με τους βρετανούς κυρίαρχους, παρά το γεγονός ότι τα συμφέροντά τους σε βάθος χρόνου συγκρούονται: Οι σιωνιστές δεν κρύβουν καθόλου πως θέλουν δικό τους κράτος στην Παλαιστίνη και οι Βρετανοί θέλουν να την κρατήσουν αποικία τους. Ολόκληρο αυτό το διάστημα υπήρχε ένταση στις σχέσεις των αράβων με τους νέους εποίκους και κατά καιρούς δημιουργούνται σοβαρά επεισόδια ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Σοβαρότερο από αυτά η επίθεση αράβων και η σφαγή στον εβραϊκό οικισμό Τελ Χαΐ.

Αυτή την περίοδο αναδεικνύεται αυτός που θα γίνει ο πατέρας του κράτους του Ισραήλ και ο μεγαλύτερος ηγέτης του σιωνισμού, ο Μπέν Γκουριόν. Ο ίδιος δηλώνει αριστερός σιωνιστής και πολύ συχνά στους λόγους του ανακατεύει το σιωνισμό με τη σοσιαλδημοκρατία. Αυτός είναι ο υπεύθυνος για την σωματιακή οργάνωση των εβραίων σε αυτό που θα εξελιχθεί αργότερα στην Χιστραντούτ. Είναι ο οργανωτής και της ένοπλης ομάδας άμυνας της Χαγκάνα. Τέλος είναι ο οργανωτής του Εβραϊκού Πρακτορείου, της ανώτερης εβραϊκής αρχής στην Παλαιστίνη και πρόπλασμα της νέας κυβέρνησης. Θα ενώσει περίφημα τις δυο ταχτικές της σιωνιστικής εποίκησης. Το σλόγκαν του “στρέμμα το στρέμμα, κατσίκα την κατσίκα” θα γίνει ο άξονας δράσης των επόμενων χρόνων. “Συνειδητά ο σιωνισμός έχτισε μια κοινωνία ανεξάρτητη και παράλληλη με την αυτόχθονη αραβική κοινωνία. Έπρεπε να απομονωθεί, να ελαχιστοποιηθεί και στη συνέχεια να εξοντωθεί η αραβική κοινωνία για να επιτρέψει την ανάδυση μιας εβραϊκής κοινωνίας. […] Όλα τα μέσα ήταν καλά για να αποκλειστούν οι άραβες από τις θέσεις τους στην τοπική κοινωνία: από το να χρησιμοποιηθούν οι απεργίες για να αντικατασταθούν οι άραβες εργαζόμενοι από εβραίους στις δομές της βρετανικής εξουσίας και τις βιομηχανίες με ξένο κεφάλαιο, από το μποϋκοτάζ της αραβικής γεωργίας, ακόμα και την καταστροφή των προϊόντων της και τις επιθέσεις κατά εμπόρων” (σ. 27-28)

Απέναντι στους άγγλους ακολουθεί την πιο δουλική πολιτική. Προσαρμόζοντας το σλόγκαν του Χέρτσελ για την περίσταση, η Παλαιστάιν Ρηβιού γράφει το 1936: “Αν η Παλαιστίνη είναι αραβική αργά ή γρήγορα οι βρετανοί θα αναγκαστούν να την εγκαταλείψουν με τη βία. Παλαιστίνη με εβραϊκή πλειοψηφία θα είναι ένας σύμμαχος με τους Άγγλους”. (σ. 34)

Η στιγμή δεν είναι τυχαία. Το 36 ξεσπάει η αραβική εξέγερση ενάντια στην αγγλική κυριαρχία. Οι εβραίοι προσφέρουν αμέσως τα στρατιωτικά τους σώματα στην καταστολή της εξέγερσης. Επίσημα ο Μπεν Γκουριόν ζητά αυτοσυγκράτηση. Το πιο βρώμικο έργο της καταστολής θα φέρει σε πέρας η ένοπλη οργάνωση του δεξιού σιωνισμού, η Ιργκούν. Αλλά και οι αριστεροί σιωνιστές δεν υστερούν. Ο Φινκελστάιν αναφέρει πως ο βρετανός αξιωματικός Γουιντζέιτ “επιστράτευε τις ομάδες κρούσης από τους οικισμούς των εργατικών σιωνιστών, προκειμένου να πραγματοποιήσει “ανελέητες επιδρομές” σε αραβικά χωριά”. (σ. 229) Αντλώντας από το έργο της Σαπίρα (ιστορικό απολογητή του αριστερού σιωνισμού) συμπληρώνει επιπλέον πως “στους οικισμούς των Εργατικών η συμμετοχή σε κάποια από τις επιδρομές του Γουιντζέιτ εθεωρείτο ξεχωριστό προνόμιο”. (σ. 421)

Και όσο ο σιωνισμός βοηθά τους Βρετανούς να καταστείλουν την αραβική εξέγερση, η Ευρώπη ετοιμάζεται για τον β΄ παγκ. πόλεμο.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Ασχέτως με όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη, ο σιωνισμός, ολόκληρο το διάστημα του μεσοπολέμου, δεν συγκινεί τις εβραϊκές μάζες της Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό πως παρά την άνοδο του αντισημιτισμού σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, οι εβραίοι προτιμούν να μεταναστεύσουν προς άλλες, περισσότερο ανεκτικές χώρες της Ευρώπης, ή της Αμερικής, παρά στην Παλαιστίνη. «Το σύνολο δεν ξεπέρασε τους 130.000 στην Παλαιστίνη, αριθμός ασήμαντος αν τον συγκρίνουμε με τα εκατομμύρια των εβραίων που μετανάστευσαν εκείνη την περίοδο σε όλο τον κόσμο».

Με την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία το 33 και τη σταδιακή επιβολή των ναζιστών στην Αυστρία και την Τσεχία, εκατομμύρια εβραίων βρίσκονται πιασμένοι στην παγίδα του ναζιστικού ράϊχ. Καθώς για τους ναζί θεωρούνται «υπάνθρωποι» και «κατώτερη φυλή» αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή καταπίεση, που δεν έχει το προηγούμενό της σε καμιά αντισημιτική έξαρση του παρελθόντος. Μπροστά σε αυτή την αφόρητη κατάσταση, ένα πλήθος οργανώσεων (με πρωτοπορία βέβαια τις διάφορες εβραϊκές κοινότητες) προσπαθεί να συνδράμει τους εβραίους της Γερμανίας και κυρίως να τους βοηθήσει να εγκαταλείψουν το έδαφος του ράιχ και να εγκατασταθούν σε διάφορες χώρες. Η κίνηση αυτή έφτασε στο απόγειό της το 38 με μια πλατιά διεθνή σύσκεψη στο Εβιάν της Γαλλίας. Η παγκόσμια σιωνιστική οργάνωση αρνήθηκε να συμμετέχει, υποστηρίζοντας ότι η εγκατάσταση των Εβραίων σε άλλα κράτη θα υπονόμευε το όνειρο εγκατάστασης στην Παλαιστίνη. Σε κάθε περίπτωση, ο Χίτλερ βάζει τέλος σε αυτές τις συζητήσεις, αφού την επόμενη χρονιά κλείνει οριστικά τα σύνορα για τους εβραίους της Γερμανίας.

Ξεκινώντας ο πόλεμος, η θέση των εβραίων γίνεται αβάσταχτη, σε μια Ευρώπη που προελαύνουν τα ναζιστικά στρατεύματα. Η φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης μπαίνει σε εφαρμογή. Οι σιωνιστικές οργανώσεις αναδιπλώνονται στην Παλαιστίνη και στο μεγαλύτερό τους μέρος τάσσονται στο πλευρό των αγγλικών στρατευμάτων στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής. Με μια εξαίρεση, την Ιργκούν. ΄Ένα τμήμα αυτής της οργάνωσης προσπαθεί και καταφέρνει να έρθει σε επαφή με τους ναζιστές και τους προτείνει τη μεταφορά των εβραίων στην Παλαιστίνη με αντάλλαγμα μια στρατιωτική συμμαχία ενάντια στους Βρετανούς. Μπροστά σε αυτό το σχέδιο, η Ιργκούν εντείνει τις επιθέσεις της ενάντια στα βρετανικά στρατεύματα στην Παλαιστίνη με μια σειρά τρομοκρατικών ενεργειών με αποκορύφωμα τη δολοφονία του άγγλου αρμοστή για τη Μέση Ανατολή, λόρδου Μουν. Τα χτυπήματα προς τους βρετανούς δημιουργούν μια έκρυθμη κατάσταση ανάμεσα στη Χαγκάνα και την Ιργκούν. Όπως και να έχει, οι ναζί αρνούνται την πρόταση της Ιργκούν και λίγο αργότερα με τον ερχομό του Μπέγκιν το 43, που αναδεικνύεται σε ηγέτη της Ιργκούν, επιτυγχάνεται ένα μορατόριουμ: να σταματήσουν οι επιθέσεις στους άγγλους ως τη λήξη του πολέμου.

Μπορεί η στάση της Ιργκούν να είναι ακραία (αν και η Ιργκούν δεν ήταν καθόλου περιθωριακή οργάνωση, ο ίδιος ο Μπέγκιν θα γίνει αργότερα πρωθυπουργός του Ισραήλ) και η πρωτοβουλία της να μην εκφράζει το σύνολο του σιωνιστικού κινήματος. Όμως δεν είναι αντίθετη με το συνολικό του πνεύμα. Ο ίδιος ο Μπεν Γκουριόν είχε δηλώσει τα εξής για να τεκμηριώσει την άρνηση των σιωνιστών για εγκατάσταση των εβραίων της Γερμανίας στην υπόλοιπη Ευρώπη: «Αν ήξερα ότι ήταν δυνατό να σωθούν όλα τα παιδιά της Γερμανίας με τη μεταφορά τους στην Αγγλία, αλλά μόνο τα μισά από αυτά με τη μεταφορά τους στην Παλαιστίνη, εγώ θα επέλεγα το δεύτερο, επειδή υπολογίζουμε με βάση όχι μόνο εκείνα τα παιδιά, αλλά με την ιστορία του εβραϊκού λαού».

Το Ολοκαύτωμα

Είναι αλήθεια πως όσο διαρκούσε ο πόλεμος κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί το μέγεθος της φρίκης που έριξε ο φασισμός τους εβραίους της Ευρώπης. Όταν μετά την ήττα της Γερμανίας αποκαλύφθηκε η φρίκη των στρατοπέδων εξόντωσης, η αλήθεια ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Οι αφηγήσεις των επιζώντων συγκλόνισαν την ανθρωπότητα. Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό εβραίων που εξοντώθηκαν στα Άουσβιτς και στα Νταχάου, αλλά οπωσδήποτε ξεπερνούν τα 6 εκατομμύρια ανθρώπους. Η προστασία και η αποκατάσταση των επιζώντων θεωρήθηκε δικαίως σαν η ελάχιστη πράξη ανθρωπισμού. Αλλά να αποκατασταθούν που; Προφανώς να επιστρέψουν στις εστίες τους, εκεί που ζούσαν πριν τους αρπάξουν τα SS. Αλλά αυτό σε μια Ευρώπη που σωριάζεται σε ερείπια είναι σχετικό. Η μεταφορά τους στην Παλαιστίνη προβλήθηκε όχι μόνο σαν η μόνη ρεαλιστική λύση, αλλά και η μόνη δίκαιη.

Μια πτυχή που δεν έχει αναδειχθεί είναι η απροκάλυπτη ανακούφιση με την οποία υποδέχθηκαν οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις τη λύση του εβραϊκού ζητήματος με την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν υπήρχε συμμετοχή στις διώξεις των εβραίων από τους ναζί (όχι πάντα) ακόμη και εκεί που είχαν αντιταχθεί σε αυτές (σπανιότερα), ακόμη και εκεί ενθαρρύνθηκε η λύση της Παλαιστίνης. Ο λόγος είναι προφανής. Όσοι από τους εβραίους είχαν επιζήσει των διώξεων είναι λογικό ότι επέστρεφαν στις εστίες τους, οι οποίες στο μεταξύ είχαν διαλυθεί, ή είχαν καταληφθεί. Περιουσίες είχαν αλλάξει χέρια, εβραϊκές κτήσεις είχαν καταπατηθεί. Σε κάθε περίπτωση υπήρχαν αρκετοί, συνήθως ντόπιοι συνεργαζόμενοι των ναζί αλλά όχι μόνο, που επωφελήθηκαν όταν ένα τμήμα της πόλης «άδειασε τη γωνιά». (Η Θεσσαλονίκη είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Από μια καθαρά εβραϊκή πόλη -60% του πληθυσμού της εβραίοι, όταν περιλήφθηκε στο ελληνικό κράτος- οι λίγοι που γύριζαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έβλεπαν τα σπίτια τους να έχουν καταληφθεί από χίτες και ταγματασφαλήτες, συχνά μάλιστα από την ίδια την ελληνική πολιτεία).

Αυτοί οι πληθυσμοί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οδηγήθηκαν να εγκαταλείψουν την Ευρώπη και να καταφύγουν στο Ισραήλ. Η λύση της Παλαιστίνης δεν προέκυψε «αυθόρμητα» αλλά με τη συστηματική και εντατική δουλειά των σιωνιστών. Ο Άτζμον διαπιστώνει ότι «το ολοκαύτωμα και η βιομηχανική εκμετάλλευσή του από τα όργανα των σιωνιστών, άλλαξαν την τοποθέτηση του εβραϊκού κόσμου προς το σιωνισμό και το Ισραήλ. Το ολοκαύτωμα ήταν η μεγαλύτερη σιωνιστική νίκη». (Gilad Atzmon, 1)

Αυτό που αργότερα ονομάστηκε «βιομηχανία του ολοκαυτώματος» είναι η προσπάθεια των σιωνιστών να ερμηνεύσουν και να χρησιμοποιήσουν το φριχτό αυτό ιστορικό γεγονός προς όφελος τους. Τόσο ο όρος, όσο και η αποκάλυψη της σιωνιστικής εκμετάλλευσής του, είναι έργο κυρίως εβραίων αντισιωνιστών διανοουμένων. Μια περιεκτική περιγραφή δίνει ο Άτζμον στο παραπάνω άρθρο του:

«Η άποψή μου είναι ότι, σε ορισμένες στιγμές, το σιωνιστικό αφήγημα [για το ολοκάυτωμα] έχει ταιριάξει στις δυτικές κυρίαρχες απόψεις και τους πολιτικούς ιθύνοντες. […] Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο επίσημος σιωνιστικός απολογισμός του ολοκαυτώματος ταίριαξε στους νικητές αγγλοαμερικανικούς συμμάχους πολύ καλά. Μέσα στην απέραντη αποδοχή της τραγωδίας του εβραϊκού λαού, κανένας δεν βρήκε πραγματικά το χρόνο να συζητήσει λεπτομέρειες για τους δολοφονικούς βομβαρδισμούς των συμμάχων στις γερμανικές πόλεις και τους αθώους γερμανούς πολίτες. Σύμφωνα με το σιωνιστικό αφήγημα οι Αμερικανοί ήταν οι απελευθερωτές (που δεν είναι πραγματικά η αλήθεια: ήταν κυρίως οι Σοβιετικοί που ελευθέρωσαν τα ανατολικοευρωπαϊκά στρατόπεδα) και οι Γερμανοί ήταν οι δολοφόνοι. Μέσα στο σιωνιστικό αφήγημα του ολοκαυτώματος υπάρχει λίγος χώρος για να μιλήσει για τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Γιατί πρέπει; Δεν είναι το Άουσβιτς αρκετά φοβερό; Οι Αμερικανοί αντιπροσωπεύουν το τελευταίο καλό, όλο το υπόλοιπο είναι κακό (και κάποτε ακόμη και “άξονας του κακού”). (ο.π.)

Στην αποδόμηση του σιωνιστικού μύθου για το ολοκαύτωμα έχουν έρθει στην επιφάνεια τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά αποκαλυπτικά ντοκουμέντα από εβραίους αντισιωνιστές για τον πραγματικό ρόλο της σιωνιστικής κίνησης στην Ευρώπη του ναζισμού. «Η ιστορία του σιωνισμού στην Ουγγαρία είναι οικτρή, ακόμη και προτού να εγκαθιδρυθεί το κράτος εποίκων στην Παλαιστίνη. Οι ξάδελφοί μου, που δεν ήταν σημαντικοί άνθρωποι, ήταν μεταξύ των ούγγρων εβραίων που επέζησαν του ολοκαυτώματος. Ένα σύμφωνο υπογράφηκε από τον Ρούντολφ Κάστνερ της Εβραϊκής Επιτροπής και του ναζιστή εξολοθρευτή Άιχμαν για τη διάσωσης αντιπροσωπείας το l944, να δοθεί η άδεια σε 600 προεξέχοντες εβραίους να φύγουν σε αντάλλαγμα με τη σιωνιστική σιωπή για τη μοίρα των υπολοίπων. Ο Γκρήνβαλντ, ένας ούγγρος επιζών, αποκάλυψε τη διαπραγμάτευση και μηνύθηκε από την ισραηλινή κυβέρνηση, οι ηγέτες της οποίας τότε είχαν συντάξει τους όρους του σύμφωνου. Ο Γκρίνβαλντ κέρδισε. Το ισραηλινό δικαστήριο αποφάνθηκε πως “η θυσία της πλειοψηφίας των ουγγρικών Εβραίων, προκειμένου να διασωθούν οι προεξέχοντες (και να σταλούν για να αποικίσουν την Παλαιστίνη) ήταν το βασικό στοιχείο στη συμφωνία μεταξύ του Κάστνερ και των Ναζί. […] Πράγματι, τα μέλη της σιωνιστικής κίνησης συνεργάστηκαν ενεργά με το ναζισμό από την αρχή».

(Από την κριτική του Μίκαελ Στήβεν Σμίθ, στο βιβλίο «Ριζοσπάστες Ραβίνοι και Ειρηνοποιοί» του Σεθ Φάρμπερ).

Το αδιέξοδο της βρετανικής εντολής

Και ενώ η Ευρώπη βγαίνει από τις στάχτες του πολέμου, οι εβραίοι κατά κύματα στρέφονται προς την Παλαιστίνη. Η Βρετανία που ασκεί τη διοίκηση έρχεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της αποικιακής πολιτικής της. Σε προηγούμενα χρόνια έχει υποσχεθεί στους Εβραίους την εγκατάστασή τους στην Παλαιστίνη (δήλωση Μπαλφούρ). Ταυτόχρονα έχει υποσχεθεί στους άραβες την εθνική αυτοδιάθεσή τους και τη δημιουργία ενιαίου κράτους (συνθήκες α΄ παγκ. πολέμου). Στην πραγματικότητα, σκορπώντας ψεύτικες υποσχέσεις ενδιαφέρεται να κρατήσει την περιοχή κάτω από τον αποικιακό της έλεγχο. Η τυπική αυτή αγγλική πολιτική προσκρούει σε τρια εμπόδια: το πρώτο είναι η επιμονή των εβραίων για να ιδρύσουν το δικό τους κράτος, που πλέον έχει αποσπάσει τη διεθνή συναίνεση. Αυτό όμως προσκρούει στην αραβική άρνηση. Οι άραβες δεν μπορούσαν να δεχτούν το γεγονός πως οι εβραίοι που κατέχουν λιγότερο από το 10% της παλαιστινιακής γης επρόκειτο να καθιερωθούν ως η κυρίαρχη δύναμη του νέου κράτους και οι ίδιοι να μετατραπούν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή να φύγουν. Το τρίτο και σπουδαιότερο εμπόδιο είναι η ίδια η αποσάθρωση της βρετανικής αυτοκρατορίας. Η Βρετανία βγαίνει νικήτρια από τον πόλεμο, αλλά ταυτόχρονα καταρρέει. Οικονομικά είναι διαλυμένη και αδυνατεί να κρατήσει τις αποικιακές τις κτήσεις. Ας θυμηθούμε πως εκείνη την περίοδο τα στρατεύματά της είναι σκορπισμένα από την Ελλάδα μέχρι το Αφγανιστάν και από την Αίγυπτο ως την Ινδία. Στρατεύματα που αδυνατεί πια να χρηματοδοτεί. Το μόνο που απομένει είναι να προσπαθεί με πολιτικά μέσα να κρατήσει τον έλεγχο της Παλαιστίνης. Αυτό σημαίνει μια αγωνιώδη ισορροπία ανάμεσα στις εβραϊκές και αραβικές αξιώσεις και ταυτόχρονα μια προσπάθεια να συγκρατήσει το εβραϊκό ρεύμα μετανάστευσης.

Η εβραϊκή κοινότητα από την άλλη οργανώνεται στην κατεύθυνση ίδρυσης ενός κράτους που θεωρεί πλέον ζήτημα χρόνου. Η εμμονή της Βρετανίας να θέσει όρια στην εβραϊκή μετανάστευση (επιτρέποντας την εγκατάσταση 4.000 εβραίων κάθε μήνα) είναι η αφορμή για το ξέσπασμα των εβραϊκών αντιδράσεων που εκδηλώνεται με περιορισμένα χτυπήματα ενάντια σε βρετανικές εγκαταστάσεις. Οι βρετανοί αντιδρούν συλλαμβάνοντας εκατοντάδες εβραίων και η σύγκρουση κλιμακώνεται. Το εντυπωσιακό χτύπημα έρχεται και πάλι από την Ιργκούν και τον Μπέγκιν. Στις 22 Ιουλίου του 1946 ανατινάζει το ξενοδοχείο Κίνγκ Ντέηβιντ, που στεγάζει τη βρετανική διοίκηση, αφήνοντας πάνω από 90 νεκρούς. Μέχρι το τέλος του 46 η Ιργκούν και οι βρετανοί έχουν εμπλακεί σε μια αιματηρή αντιπαράθεση.

Ο Μπεν Γκουριόν κρατάει μια στάση «ρεαλιστική» και ίσων αποστάσεων. Δημόσια, διαχωρίζεται από τις πρακτικές της Ιργκούν, αλλά καυτηριάζει σκληρά τη συμπεριφορά της Βρετανίας. Υπογείως, ενθαρρύνει τις επιθέσεις προσπαθώντας να τις χρησιμοποιήσει ως μέσο πίεσης στα διπλωματικά παζάρια του με τους νικητές του πολέμου.

Διπλωματία και όπλα

Το Γενάρη του 47 ξεκινάει η συνδιάσκεψη του Λονδίνου, η πρώτη απόπειρα να δοθεί μια διπλωματική λύση στο πρόβλημα. Αλλά η Βρετανία δεν είναι ο μόνος παίχτης στην Μέση Ανατολή.

Οι ΗΠΑ έχουν ταχθεί από την αρχή αποφασιστικά υπέρ της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ. Η σιωνιστική κίνηση στις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά ισχυρή και σε θέση να επηρεάσει την πολιτική της Ουάσιγκτον. Ο ίδιος ο Τρούμαν δήλωσε πως δεν είναι δυνατόν να μην παίρνει υπόψη του τους χιλιάδες πολίτες των ΗΠΑ που αγωνιούν για το σιωνιστικό εγχείρημα. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία, αν και πραγματική, στέκεται μόνο στην επιφάνεια του ζητήματος. Στον κόσμο που διαμορφώνεται μετά τον β΄ παγκ. πόλεμο οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται πέρα από κάθε άλλο να πραγματοποιήσουν την νεοαποικιακή τους επέκταση και μάλιστα πατώντας πάνω στο πτώμα της καταρρέουσας βρετανικής αυτοκρατορίας. Μόνο η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ θα μπορούσε να τους επιτρέψει τη διείσδυση στη Μέση Ανατολή. Όπως θα φανεί παρακάτω το νέο κράτος δένεται με οργανικές σχέσεις με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Από την άλλη η ΕΣΣΔ ακολουθεί μια εξαιρετικά καιροσκοπική πολιτική. Η γραφειοκρατία του Κρεμλίνου βρίσκεται μετά τη νίκη της με έναν κόσμο στα πόδια της. Η πολιτική της καθορίζεται με γνώμονα όχι την προαγωγή της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά τη διασφάλιση των προνομίων της με την επιδίωξη κάθε είδους απίθανης συμμαχίας με όποιες αστικές τάξεις μπορούσε να προσάψει. Θεωρεί, εντελώς ανόητα, πως μια συμμαχία με τους σιωνιστές θα εξασφαλίσει στο Κρεμλίνο ένα πιστό σύμμαχο στην περιοχή. Για αυτούς τους λόγους στηρίζει ένθερμα το σιωνιστικό εγχείρημα. Αν τώρα αυτό υπονόμευε την αραβική αντιαποικιακή κίνηση, αυτό αποτελούσε λεπτομέρεια. Ο Γκρομίκο στην ομιλία του στον ΟΗΕ το 48 προσποιείται τον έκπληκτο για την αραβική αντίσταση: “Η αντιπροσωπεία της ΕΣΣΔ δεν μπορεί να σιωπήσει, αλλά να εκδηλώσει την έκπληξή της για τη στάση των αραβικών χωρών στο παλαιστινιακό ζήτημα. Ιδιαίτερα μας εκπλήσσει το να βλέπουμε ότι αυτές οι χώρες ή τουλάχιστον μερικές από αυτές αποφάσισαν να λάβουν στρατιωτικά μέτρα με σκοπό να εξοντώσουν το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα των Εβραίων”. Σύμφωνο με τις εντολές του Κρεμλίνου, το ΚΚ Παλαιστίνης μετονομάζεται σε μια μέρα σε ΚΚ της Γης του Ισραήλ.

Στους επόμενους μήνες όλες οι προσπάθειες γίνονται για να πειστεί η Βρετανία πως θα πρέπει να τα μαζέψει. Οι άγγλοι που αδυνατούν να στηρίξουν οικονομικά την κατοχή βλέπουν να περιθωριοποιούνται και πολιτικά, την ίδια στιγμή που στην Παλαιστίνη αντιμετωπίζουν τις επιθέσεις της Ιργκούν. Με ΗΠΑ και ΕΣΣΔ σύμφωνες στις 29 Νοέμβρη του 1947 υιοθετείται το ψήφισμα του ΟΗΕ που προβλέπει την ανεξαρτησία του κράτους του Ισραήλ και τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης.

Η εγκατάσταση μιας αποικίας

Η αραβική αντίδραση όπως είναι αναμενόμενο είναι αρνητική σε κάθε παρόμοιο σχέδιο. Οι ηγέτες της αραβικής κοινότητας είναι αντιδραστικοί και σε μεγάλο βαθμό υποταγμένοι περισσότερο ή λιγότερο στους βρετανούς που τους ονόμασαν βασιλιάδες όταν χώριζαν τα κράτη στη Μέση Ανατολή το 1918. Αυτή η πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε σαν επιχείρημα για να χαρακτηριστεί συνολικά η αραβική αντίσταση σαν αντιδραστική, εμπνεόμενη από τυφλό αντισημιτισμό των αράβων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από αυτό.

Πολλές εβραϊκές κοινότητες ζούσαν από αιώνες σε διάφορες αραβικές χώρες χωρίς ποτέ να έχουν ενοχληθεί. Για τον ισλαμισμό οι εβραίοι θεωρούνταν πάντα «προνομιακοί αλλόθρησκοι», αντίθετα με την «πολιτισμένη» χριστιανική Ευρώπη που για αιώνες απαγόρευε στους εβραίους να ζουν έξω από τα γκέτο και το ένα αντισημιτικό πογκρόμ διαδεχόταν το άλλο. Όταν οι εβραίοι διώκονταν από τη χριστιανική Ευρώπη έβρισκαν καταφύγιο πάντα στις μουσουλμανικές χώρες. Η αραβική αντίθεση στην ίδρυση του Ισραήλ δεν είχε καμιά σχέση ούτε με τη θρησκεία, ούτε με τον αντισημιτισμό.

Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές θεωρούσαν τους εβραίους ευρωπαίους. Ανεπιθύμητους πολίτες μεν για τη χώρα τους (όπως και κάθε άλλο ευρωπαίο) αλλά οπωσδήποτε ανώτερους από τους «απολίτιστους» λαούς της Ασίας και της Αφρικής. Αυτές οι δυο ήπειροι υπάρχουν μόνο για να τις εκμεταλλεύεται η Ευρώπη. Οι εβραίοι -συμφωνούσαν όλοι οι ευρωπαίοι και ειδικά μετά το ολοκαύτωμα- έχουν δικαίωμα για ένα δικό τους κράτος. Αυτό είναι σίγουρο, αφού πρόκειται για έναν «ευρωπαϊκό λαό». Κανένας βέβαια δεν προσφέρθηκε να τους παραχωρήσει ένα τμήμα από το έδαφος της χώρας του για να ασκήσουν εκεί το δικαίωμά τους για ανεξάρτητο κράτος. Αντίθετα με μεγάλη ευκολία προσφέρονταν να τους παραχωρήσουν κτήσεις στις αποικίες. Η Αγγλία κατά καιρούς πρότεινε σαν χώρο ίδρυσης του ισραηλινού κράτους τμήμα της Αιγύπτου, ή της Ουγκάντας, η Γαλλία την Μαδαγασκάρη, οι ΗΠΑ τις Φιλιππίνες. Αυτές οι προτάσεις συζητούνταν αποκλειστικά με τους σιωνιστές ηγέτες. Κανείς δεν σκέφτηκε να ζητήσει τη γνώμη των μαύρων στην Ουγκάντα και τη Μαδαγασκάρη, ούτε των αράβων στην Αίγυπτο. Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο λοιπόν στην Παλαιστίνη;

Δεν ήταν παρά λίγα χρόνια που οι ίδιοι οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές χρησιμοποίησαν την εκδίωξη, την εξολόθρευση και την καθυπόταξη του ντόπιου πληθυσμού για να εγκατασταθούν οι ευρωπαίοι άποικοι. Έτσι επεκτάθηκαν οι ΗΠΑ δυτικά, έτσι εγκαταστάθηκαν οι βρετανοί στη Νότιο Αφρική, στην Αυστραλία, οι Γάλλοι στην Αλγερία, κλπ, κλπ. Αν τώρα σε κάθε περίπτωση υπήρχαν αρκετά εκατομμύρια αυτόχθονες νεκροί, αυτό ήταν το αντίτιμο του εκπολιτισμού. Πως είναι δυνατόν να αρνηθούν αυτόν το δικαίωμα σε έναν άλλο ευρωπαϊκό λαό, τους εβραίους, τους οποίους επιπλέον είχαν πολλούς λόγους να τους ξεφορτωθούν;

Στο τέλος μάλιστα του πολέμου η ιδέα των εκτοπίσεων είχε κερδίσει έδαφος ως μια «ρεαλιστική διευθέτηση». Στο Πότσνταμ το 1945 οι νικητές σύμμαχοι αποφάσισαν την αναγκαστική μεταφορά 13 εκατ. γερμανών από την Κεντρική Ευρώπη σε μια τραγωδία που κόστισε τη ζωή στα 2 εκατ. από αυτούς. Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ συνδεόταν με τον εκτοπισμό των αράβων από την Παλαιστίνη. Οι μεν σιωνιστές το έθεταν ανοιχτά. Εντυπωσιακά ωμή είναι η δήλωση του δεξιού σιωνιστή Γιαμποτίνσκι: «Ο κόσμος έχει συνηθίσει στην ιδέα των μαζικών μεταναστεύσεων και σχεδόν τις έχει αποδεχτεί. Ο Χίτλερ μπορεί να μας είναι απεχθής, αλλά έχει συνηθίσει τον κόσμο σε αυτή την ιδέα». (σ. 24) Οι ευρωπαίοι κουνούσαν το κεφάλι συμφωνώντας. Ο βουλευτής του Εργατικού Κόμματος της Αγγλίας Γρόσσμαν θεωρώντας πως «οι άραβες είναι οι ιθαγενείς που θα πρέπει να υποχωρήσουν στην επέλαση της προόδου», ταυτίζεται με το σιωνιστικό εγχείρημα «που απελευθερώνει μια επαναστατική δυναμική στη Μέση Ανατολή».Ο Τσώρτσιλ πάλι ζητά την εκδίωξη των παλαιστινίων με τον κυνισμό που τον χαρακτηρίζει: «Δεν δέχομαι ότι έχει γίνει μια μεγάλη αδικία σε βάρος των ερυθροδέρμων της Αμερικής, των μαύρων της Αυστραλίας. Δεν δέχομαι ότι έχει γίνει μια αδικία σε βάρος αυτών των λαών, από το γεγονός ότι μια ισχυρότερη φυλή, μια φυλή ανωτέρου επιπέδου ή, σε κάθε περίπτωση, μια εξυπνότερη φυλή, για να το θέσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, έχει έρθει και καταλάβει τον τόπο τους». (σ.420) Θέλει λοιπόν εξαιρετικό θράσος για να κατηγορούν οι ευρωπαίοι τους άραβες ότι αντιτάχθηκαν στον εβραϊκό εποικισμό επειδή «είναι αντισημίτες».

Θα πρέπει ωστόσο να θυμηθούμε ότι όλα αυτά λέγονται λίγους μήνες μόνο μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. Αντίθετα με τον μύθο, οι ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες δεν ενοχλήθηκαν καθόλου από το ρατσισμό του Χίτλερ. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι αγγλική εφεύρεση που πρωτοδοκιμάστηκε στην Αφρική, πριν την τελειοποιήσει η Γαλλία στην Ινδοκίνα. Σύμφωνα με την εξαιρετικά εύστοχη έκφραση του Μαντέλ, αυτό που δεν συγχώρεσαν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές στον Χίτλερ, είναι πως εφάρμοσε μέσα στην Ευρώπη τις γενοκτονικές μεθόδους που οι ίδιοι εφάρμοζαν στον υπόλοιπο πλανήτη.

Οι άραβες βέβαια, αντίθετα με όσα πίστευε ο Τσώρτσιλ, δεν ήταν ηλίθιοι για να μην καταλαβαίνουν τη σημαίνει ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους… «ερυθρόδερμους στην Αμερική» είχαν αναπτύξει και ισχυρή εθνική συνείδηση και αντιαποικιακή δράση. Η αραβική αφύπνιση θα συγκρουστεί με τον ιμπεριαλιστικό εποικισμό.

Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ

Όσο κι αν υποτιμούσαν τους «σκουρόδερμους» άραβες, οι ιμπεριαλιστές δεν μπορούσαν να μην λάβουν υπόψην τους την αραβική αντίσταση σε αυτό το εγχείρημα. Η προσπάθεια να καμφθούν οι αραβικές αντιδράσεις στα διπλωματικά παζάρια απέτυχαν. Οι ιμπεριαλιστές, σε αντίθεση με τα σιωνιστικά αιτήματα, αναγκάστηκαν να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις στους άραβες. Τελικά λοιπόν προκρίθηκε η λύση της διχοτόμησης της Παλαιστίνης σε εβραϊκή και αραβική, αντί της εξολοκλήρου παραχώρησής της στους σιωνιστές. Όμως, δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία για τις προτιμήσεις. Το σχέδιο που υιοθέτησε ο ΟΗΕ παραχωρούσε στους εβραίους τα 2/3 της γης, αν και οι ίδιοι αποτελούσαν λιγότερο από το 1/3 του πληθυσμού και οι εποικισμοί τους δεν καταλάμβαναν πάνω από το 10% του εδάφους της.

Οι σιωνιστές αντέδρασαν σφόδρα σε αυτό τον διακανονισμό, αλλά δεν ακολούθησαν ενιαία ταχτική: Ο Μπεν Γκουριόν (που κυριάρχησε) θεωρούσε πως ένας τέτοιος συμβιβασμός θα έδινε μια επαρκή βάση, σε αντίθεση με τον Μπέγκιν που αρνούταν κάθε συμβιβασμό: Ο Μπεν Γκουριόν δήλωνε πως «αφότου γίνουμε μια ισχυρή δύναμη, ως συνέπεια της δημιουργίας ενός κράτους, θα καταργήσουμε το διαχωρισμό και θα επεκταθούμε σε όλη Παλαιστίνη.» Ο Μπέγκιν αντίθετα ότι: «ο χωρισμός της πατρίδας είναι παράνομος. Δεν θα αναγνωριστεί ποτέ. Η υπογραφή των οργάνων και των ατόμων σε μια συμφωνία διαχωρισμού είναι άκυρη. Δεν θα δεσμεύσει τον εβραϊκό λαό. Η Ιερουσαλήμ ήταν και θα είναι για πάντα η πρωτεύουσά μας. Το Ερέτζ Ισραήλ [σ.σ. η Γη του Ισραήλ] θα αποδοθεί στο λαό του Ισραήλ ολόκληρη. Και για πάντα.”(Noam Chomsky, “το μοιραίο τρίγωνο.”)

Το ψήφισμα στις 29 Νοεμβρη 1947 για ανεξαρτησία του κράτους του Ισραήλ φανερώνει τις προθέσεις του ΟΗΕ, αλλά δεν εξασφαλίζει τη δύναμη που θα το επιβάλει. Οι βρετανοί είναι εντελώς ξεκάθαροι πως δεν θα μπορούν να βασιστούν στα βρετανικά όπλα. Ούτε την οικονομική δύναμη για κάτι τέτοιο είχαν, αλλά σε τελική ανάλυση ούτε και το συμφέρον να χρεωθούν αυτοί μόνοι τους το όλο εγχείρημα. Άλλωστε γιατί να διακινδυνεύσουν να διαλύσουν τις σχέσεις τους με τα πιστά αραβικά καθεστώτα της περιοχής για να εξυπηρετήσουν αυτούς που πριν λίγες μέρες μόνο τους αντιμετώπιζαν με βόμβες. Το κράτος αυτό θα πρέπει να το επιβάλει ο ίδιος ο σιωνισμός. Αυτό που μπορούν να κάνουν οι ιμπεριαλιστές είναι να τον εξοπλίσουν ως τα δόντια και να τον χρηματοδοτήσουν αδρά. Στο πρώτο σκέλος, στα όπλα, είναι η ΕΣΣΔ που για τους δικούς της λόγους θα διαθέσει τα περισσότερα, στο δεύτερο σκέλος στα χρήματα, οι ΗΠΑ. Όλοι ετούτοι οι διακανονισμοί δεν κράτησαν παρά λίγες μέρες. Αφού όλα κανονίστηκαν, το Δεκέμβριο του 1947, οι Βρετανοί ανήγγειλαν επίσημα ότι θα αποσύρονταν από την Παλαιστίνη μέχρι τις 15 Μαΐου του 1948.

Ο Πόλεμος του 48 και η εκδίωξη των αράβων

Η ανακοίνωση λειτούργησε σαν το πράσινο φως για τους σιωνιστές που ξεκίνησαν μια προμελετημένη εκστρατεία εκδίωξης του αραβικού πληθυσμού. Όσο διαρκούν τα διπλωματικά παζάρια για την τύχη της Παλαιστίνης, οι σιωνιστές προσπαθούν να δείχνουν διαλλακτικοί και σε κάθε δημόσια ομιλία τονίζουν την πρόθεσή τους να συνυπάρχουν με τους άραβες ειρηνικά. Υπόγεια και ανεπίσημα όμως έχει ξεκινήσει ένα σχέδιο προκλήσεων και διώξεων.

Οι στρατιωτικές ομάδες του Ισραήλ και ειδικά η Ιργκούν, και η Χαγκάνα σε αγαστή συνεργασία, κινήθηκαν εναντίον αραβικών χωριών με σκοπό την εκδίωξη των κατοίκων τους πέρα από τα σύνορα χρησιμοποιώντας την ωμή τρομοκρατία.

Οι επιθέσεις συστηματοποιούνται τον Μάρτιο, με βάση το » σχεδίο Ντάλεθ», που υιοθετεί η σιωνιστική ηγεσία. Ο Μάρτης και ο Απρίλης είναι οι μήνες των συστηματικών διώξεων. Μέσα στη σωρεία των εγκλημάτων το πιο ακραίο αποτελεί η σφαγή στο Ντείρ Γιασίν, στις 9 Απριλίου. Σε μια ξαφνική επιδρομή κομάντο σκοτώνονται όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι από βρέφη έως ηλικιωμένοι. Στόχος της ωμότητας ήταν να λειτουργήσει παραδειγματικά προς τα γύρω αραβικά χωριά. Η εκδίωξη των αράβων είναι συστηματική και αποτελεσματική: χωριά ολόκληρα εκκενώθηκαν από τον αραβικό τους πληθυσμό. «Ακόμα και χωριά που από παράδοση διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με το Yishuv [την εβραϊκή κοινότητα] εκκενώθηκαν από τον πληθυσμό τους και καταστράφηκαν, όπως για παράδειγμα το Χουτζ, οι κάτοικοι του οποίου είχαν κρύψει άντρες της Χαγκάνα από ένα βρετανικό μπλόκο το 1946 και ο μουχτάρης του οποίου εκτελέστηκε από τον όχλο στη Γάζα λόγω της συνεργασίας του με τους Εβραίους». (σ. 160) Δίπλα στα χωριά εκκενώνεται και το μεγάλο λιμάνι της Παλαιστίνης, η Χάιφα.

Στις 14 Μαΐου 1948 ψηφίζεται στον ΟΗΕ η διακήρυξη ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ. Την επόμενη, όπως είναι συμφωνημένο, ο βρετανός διοικητής αποχωρεί από την Παλαιστίνη από το λιμάνι της Χάιφας. Η αποχώρησή του γίνεται εν μέσω ισραηλινών όλμων που βομβαρδίζουν τις αραβικές συνοικίες. Από πίσω του ένα πλήθος αμάχων τον ακολουθεί στο λιμάνι και θερίζεται από τα ισραηλινά όπλα. Ο αραβικός πληθυσμός εγκαταλείπει τρέχοντας την πόλη. Οι ελάχιστοι που έμειναν στην πόλη συγκεντρώθηκαν (τι ειρωνεία!) σε γκέτο στο κέντρο της παλιάς πόλης.

Η αραβική ήττα

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η Αραβική Ένωση απαίτησε από τις χώρες μέλη της να στείλουν στρατεύματα στην Παλαιστίνη για να προστατέψουν τον αραβικό πληθυσμό, αμέσως μετά την αποχώρηση των Βρετανών. Η διαταγή προς τα στρατεύματα ήταν να εξασφαλίσουν μόνο τα τμήματα της Παλαιστίνης που δόθηκαν στους Άραβες στο πλαίσιο του σχεδίου διαχωρισμού. Στρατό θα αποστείλει η Αίγυπτος, η Συρία, το Ιράκ και η Ιορδανία.

Η σύγκριση ανάμεσα στα δυο στρατεύματα ήταν συντριπτική υπέρ του Ισραήλ. Αυτό οφείλεται καταρχήν στην μεγάλη του οπλική υπεροχή. Όλο το προηγούμενο διάστημα η εβραϊκή κοινότητα είχε γίνει αποδέκτης τεράστιας ποσότητας (αμερικάνικων και κυρίως σοβιετικών και τσέχικων) όπλων. Σε αντίθεση, οι αραβικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν ελάχιστο και απαρχαιωμένο οπλισμό. Σπουδαιότερος παράγοντας της εβραϊκής υπεροχής όμως ήταν άλλος. Οι σιωνιστές είχαν από την αρχή ένα ξεκάθαρο σχέδιο -την εκκαθάριση του κράτους από τους άραβες- και μία κεντρική διοίκηση αποφασισμένη να το επιβάλει. Από την άλλη, οι άραβες όχι μόνο δεν είχαν ενιαίο σχέδιο, αλλά κάθε στρατιωτική μονάδα λειτουργούσε με τα σχέδια (συχνά αλληλοσυγκρουόμενα) που εκπονούσε κάθε άραβας μονάρχης. Η μόνη στρατιωτικά αξιόλογη δύναμη από πλευράς αράβων, που σήκωσε σχεδόν εξολοκλήρου το βάρος της άμυνας, ήταν η Αραβική Λεγεώνα της Ιορδανίας, που ουσιαστικά πέτυχε να προστατεύσει την εκκαθάριση της παλιάς Ιερουσαλήμ και της γύρω περιοχής. Ο ιστορικός μύθος λέει πως το νεαρό Ισραήλ κατάφερε να συντρίψει τις ορδές των αραβικών χωρών. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε αξιόμαχος αραβικός στρατός να αντιμετωπίσει την επίθεση ενάντια στους Παλαιστίνιους.

Από την αμέσως επόμενη της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας οι σιωνιστές παρατούν κάθε αυτοσυγκράτηση. Επιπλέον τώρα έχουν το άλλοθι πως αντιμετωπίζουν την επίθεση των αραβικών κρατών. Στις 16 Μαίου ξεκινά η επίθεση στην (αραβική) Παλιά Ιερουσαλήμ και την ίδια μέρα οι εκστρατείες στην ανατολική και δυτική Γαλιλαία και νότια της Νεκράς θάλασσας. Τα αποτελέσματα των μαχών είναι συντριπτικά για τους άραβες και οι λίγες στρατιωτικές τους επιτυχίες είναι οι νίκες στη Λατρούν, κοντά στην Ιερουσαλήμ της Αραβικής Λεγεώνας και στη Τζενίν των Ιρακινών. Οι μάχες ωστόσο διεξάγονται λυσσαλέες. Μπροστά σε αυτή την κλιμάκωση ο ΟΗΕ ορίζει έναν ειδικό μεσολαβητή, τον Μπερναντότε, ο οποίος τελικά στις 11 Ιουνίου πετυχαίνει ανακωχή.

Την ανακωχή δέχονται με ανακούφιση και οι δυο στρατοί. Το Ισραήλ παρά τις επιτυχίες του είναι εξαντλημένο, αλλά ξέρει ότι ο χρόνος κυλάει υπέρ του. Όχι μόνο έχει επιβάλει τον έλεγχό του στο μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που του παραχώρησε ο ΟΗΕ, αλλά κατά περιπτώσεις έχει προσθέσει και επιπλέον τμήματα. Επιπλέον, έχει εκδιώξει ήδη 300 – 400 χιλ. παλαιστινίους από τις εστίες τους. Ο Μπεν Γκουριόν εκμεταλλεύεται το χρόνο της ανακωχής και αναδιοργανώνει το ισραηλινό στρατόπεδο. Διαλύει όλες τις ομάδες σε έναν ενιαίο στρατό, οργανώνει την κεντρική του διοίκηση και «ντύνει στο χακί» όλους τους άνδρες από 17 ως 55 ετών και μεγάλο αριθμό γυναικών. Παράλληλα, (και ενάντια στους όρους της ανακωχής για προσωρινή διακοπή της μετανάστευσης) στο Ισραήλ φτάνουν κάθε μήνα 30 χιλ. νέοι μετανάστες που με την άφιξή τους ντύνονται στρατιώτες. Σε τέσσερις μήνες το Ισραήλ νοιώθει πως έχει ανασυνταχθεί για να εξαπολύσει έναν δεύτερο γύρο. Στις 17 του Οκτώβρη μια ομάδα της Ιρκγούν δολοφονεί τον απεσταλμένο του ΟΗΕ. Ο Μπεν Γκουριόν καταδικάζει μεν την δολοφονία και διατάσει έρευνες για τους ενόχους, αλλά την ίδια μέρα κι όλας ξεκινάει το νέο γύρο επίθεσης με μια αεροπορική επιδρομή στην Αίγυπτο. Η επίθεση στη πόλη Λίντα όπου με τα όπλα εξαναγκάζουν τους 30 χιλ κατοίκους της να την εγκαταλείψουν είναι μια από τις πρώτες πολεμικές πράξεις του νέου γύρου. Η αραβική αντίσταση καταρρέει σε δύο μήνες. Ενώ ο στρατός του Ισραήλ προελαύνει, η μία μετά την άλλη οι αραβικές χώρες αποσύρουν τους στρατούς της και κλείνουν ξεχωριστά ανακωχή, με αρχή την Αίγυπτο τον Ιανουάριο το 49 και τελευταία τη Συρία 6 μήνες μετά. Στο δεύτερο αυτό γύρο, το Ισραήλ κατέκτησε αρκετά εδάφη παραπάνω από αυτά που προέβλεπε το σχέδιο του ΟΗΕ. Κυρίως όμως πέτυχε να εκκαθαρίσει τη γη του από τον αραβικό πληθυσμό. Συνολικά, 800 – 900 χιλ. άραβες της Παλαιστίνης αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους.

Η εκδίωξη με τη συνενοχή του αριστερού σιωνισμού

Η εκδίωξη των αράβων της Παλαιστίνης ήταν ο αντικειμενικός στρατιωτικός στόχος από την πλευρά των σιωνιστών, παράλληλα με την κατάκτηση εδαφών. Οι πιο ακραίοι σιωνιστές το διαλαλούσαν ανοιχτά. Ο Μπεν Γουριόν και οι αριστεροί το αρνούνταν φανερά, αλλά το υλοποιούσαν κρυφά. Άλλωστε, όλοι κατά το παρελθόν είχαν εκφράσει σε ανύποπτο χρόνο την πίστη τους για την αναγκαιότητα της εκτόπισης.

Μιλώντας για τη σφαγή στην Νταουαγίμα ένας εβραίος στρατιώτης αφού περιγράφει με φρίκη τα εγκλήματα της ομάδας του καταλήγει: «Μορφωμένοι αξιωματικοί είχαν μετατραπεί σε κοινούς φονιάδες όχι πάνω στην έξαψη της μάχης, αλλά ακολουθώντας μεθοδευμένο σχέδιο εκδίωξης και καταστροφής. Όσο λιγότεροι άραβες απέμεναν, τόσο το καλύτερο. Η αρχή αυτή επισφράγγισε τις εκτοπίσεις και τις ωμότητες. (σ. 172)

Εκ των υστέρων φτιάχτηκε ο μύθος πως για κάποιους απροσδιόριστους λόγους οι άραβες εγκατέλειπαν τη γη τους μόνοι τους. Σήμερα, ο μύθος αυτός έχει καταρριφθεί σε μεγάλο βαθμό ακόμη και μέσα στο Ισραήλ. Αρκετοί ιστορικοί -ακόμη και απολογητές του σιωνισμού!- έχουν καταδείξει την έκταση των διωγμών. Η εκδίωξη των αράβων και η «εθνική καθαρότητα» του νέου κράτους ήταν ένας από τους κύριους άξονες των σιωνιστών κάθε απόχρωσης και όσο πλησίαζε η ώρα της εφαρμογής της πλήθαιναν οι ηγέτες που καλούσαν σε εκδίωξη των αράβων.

Αυτό που έχει σημασία είναι η συστράτευση του αριστερού σιωνισμού, τόσο στα σχέδια, όσο και στην εκτέλεση της εκτόπισης. Όλοι αυτοί που προσπάθησαν να ντύσουν τη ρατσιστική ουσία του σιωνισμού με «μαρξιστικά» κουρέλια, πρωτοστάτησαν στην εκδίωξη των αράβων. Στις αρχές του Μάη το Ενωμένο Εργατικό Κόμμα μπαίνει στην εβραϊκή κυβέρνηση. Λίγες μόλις βδομάδες μετά, τον Ιούλιο, προειδοποιούσεότι «οι ληστείες, οι δολοφονίες, οι εκτοπίσεις και οι βιασμοί σε βάρος των αράβων θα μπορούσαν να λάβουν τέτοιες διαστάσεις, που το κόμμα δεν θα μπορούσε να συμμετέχει σε κοινό σχηματισμό με τον Μπεν Γκουριόν». (σ 170) Ρητορική η απειλή. Την ίδια ακριβώς στιγμή που γίνονταν οι δηλώσεις, κορυφαία στελέχη του Εργ. Κομ. καθοδηγούσαν τις σημαντικότερες εκστρατείες εκδίωξης: Ο Αλλον στη Λίντα, ο Κάρμελ στη Δυτική Γαλιλαία, ο Γκαλίλι στην Ανατολική Γαλιλαία, ο Γιτζάκ Ράμπιν, από το κεντρικό επιτελείο.

Είναι πολύ χρήσιμο να θυμόμαστε πως πάντα οι αριστεροί σιωνιστές είναι που δεν δίστασαν μπροστά στη βρώμικη δουλειά, όταν θα έρθουμε να εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση. Άνθρωποι που θέλουν την ειρήνη, που απεχθάνονται τη βία, που στόχος τους είναι πάντα τα υψηλά ανθρωπιστικά ιδεώδη, που σπαράζονται από υπαρξιακά διλήμματα. Άνθρωποι που έπαιξαν και παίζουν διπλό ρόλο στο σιωνισμό: την ώρα που φέρνουν σε πέρας τη βρώμικη δουλειά, την ίδια στιγμή του προσδίδουν το αριστερό άλλοθι και την απενοχοποίηση. Ας συγκρατήσουμε αυτή τους την ιδιότητα, γιατί θα τη συναντήσουμε συχνά παρακάτω.

Η συμπεριφορά του αριστερού σιωνισμού σαν τον πολιτικό-ιδεολογικό εκφραστή της εβραϊκής εργατικής τάξης, δεν είναι άσχετη με τις διαδικασίες ενσωμάτωσης αυτής της τάξης στο σιωνιστικό οικοδόμημα. Ένα από τα βασικά επιτεύγματα του σιωνισμού είναι ο δηλητηριασμός της συνείδησης της εργατικής τάξης του Ισραήλ, δουλειά που ανατέθηκε εξολοκλήρου στους αριστερούς σιωνιστές. Καθόλου δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η χρήση για αυτή τη δουλειά μιας μαρξίζουσας, σοσιαλίζουσας ή και αναρχίζουσας ορολογίας. Αν σκεφτεί κανείς πως σε μεγάλο τους ποσοστό οι εβραίοι εργάτες ήταν άνθρωποι που είχαν επιζήσει από τα ναζιστικά στρατόπεδα της φρίκης, το έργο αυτό αποκτά τιτάνιες διαστάσεις. Ο Άτζμον, στο άρθρο του ΧΧΧΧΧΧΧ, το περιγράφει ως εξής: «Ήταν το 1948, ακριβώς τρία έτη μετά από την απελευθέρωση του Άουσβιτς, όταν ο σιωνισμός μετασχηματίστηκε από μια εθνικιστική ρατσιστική φιλοσοφία σε μια δολοφονική πραγματικότητα. Ήταν ακριβώς τρία έτη μετά από την απελευθέρωση του Άουσβιτς όταν αποδείχθηκε υπεράνω κάθε αμφιβολίας ότι ο σιωνισμός εσωτερικοποίησε κατάλληλα την πιο ευθεία ναζιστική τακτική, τη φιλοσοφία και τα προστάγματα. Αμέσως μετά το 1948 οι ισραηλινοί νομοθέτες ασχολούνταν με τον καθορισμό των ρατσιστικών νόμων που δεν ήταν καθόλου διαφορετικοί από τους νόμους της Νυρεμβέργης. Αμέσως μετά το 1948, οι IDF (σ.σ. ο ισραηλινός στρατός) μαζί με τις παραστρατιωτικές ομάδες ασκούσε ναζιστική στρατηγική και ταχτικές φυλετικής κάθαρσης. […] Το σύγχρονο Ισραήλ είναι μια σαφής αναζωογόνηση του ευρωπαϊκού εβραϊκού γκέτο».

Τα γεγονότα του 48 ίσως εγείρουν ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση, αλλά μια τέτοια προσέγγιση θα μας απομάκρυνε από την πραγματική ουσία του θέματος. Και αυτή είναι δυστυχώς πολύ απλή: το πιο επιθετικό κομμάτι της εβραϊκής αστικής τάξης, ο σιωνισμός, χτίζει ένα νέο αστικό κράτος σε βάρος ενός λαού αυτοχθόνων. Για αυτό το σκοπό χρησιμοποιεί τα εργαλεία που χρησιμοποίησε κάθε άλλη ιμπεριαλιστική αστική τάξη: τα όπλα. Τα έντυσε με τα ίδια ιδεολογήματα που έντυσε ανάλογα εγχειρήματα και κάθε άλλη αστική τάξη: τον εθνικισμό και το ρατσισμό. Το πέτυχε αποσπώντας τη συναίνεση της εργατικής της τάξης με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και κάθε άλλη αστική τάξη: δηλητηριάζοντάς της τη συνείδηση με τον εθνικισμό και το ρατσισμό με τη βοήθεια των ρεφορμιστών. Αν αποδεικνύεται κάτι από όλα αυτά, είναι πως οι εβραίοι καπιταλιστές, οι εβραίοι εργάτες και τελικά συνολικά ο εβραϊκός λαός δεν διαφέρει σε τίποτα από οποιονδήποτε άλλο λαό του πλανήτη.

Η οικοδόμηση του σιωνιστικού κράτους και η εβραϊκή εργατική τάξη

Μετά την ειρήνη του 49 και την εκτόπιση των αράβων, οι σιωνιστές αφοσιώθηκαν στην οικοδόμηση της εβραϊκής κοινωνίας. Ο Μπεν Γκουριόν ήταν ο ηγέτης και σε αυτό το στάδιο, όπως και στο προηγούμενο. Η φράση του για την «οικοδόμηση μιας εβραϊκής κοινωνίας μόνο από Εβραίους, από τα θεμέλια ως τη στέγη»έγινε το επίσημο σλόγκαν για τα επόμενα χρόνια.

Στους νόμους του νέου κράτους αποκρυσταλλώνεται αυτή η πρόθεση. Απαγορεύεται η επιστροφή των εκδιωχθέντων, ενώ οποιοσδήποτε εβραίος του πλανήτη θέλει να μεταναστέψει στη χώρα, αυτόματα αποκτά τα δικαιώματα του πολίτη. Από το 47 ως το 59 ο εβραϊκός πληθυσμός του Ισραήλ τριπλασιάζεται. Δίπλα στην εισροή των μεταναστών κορυφώνεται και η εισροή χρημάτων. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τις εισφορές των εβραϊκών κοινοτήτων, αλλά για μια πηγή πολύ μεγαλύτερη, τις ΗΠΑ.

Μιλώντας για «κατασκευή εβραϊκής κοινωνίας» μιλάμε πρώτα απ’ όλα για «κατασκευή εβραϊκής εργατικής τάξης», όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Βαρτσάφσκι. Το εβραϊκό κράτος δεν κληρονόμησε, ή μετασχημάτισε έναν προηγούμενο τρόπο παραγωγής. Εμφυτεύτηκε σε μια γη και τον οικοδόμησε από την αρχή. Με την εκδίωξη των αράβων όμως εξέλειψαν και τα εργατικά χέρια. Η εργατική τάξη, θα έπρεπε να δημιουργηθεί από την αρχή και να είναι εβραϊκή.

Το κομβικό σημείο εδώ είναι πως θα πρέπει η εργατική τάξη αυτή να έχει ένα εξαιρετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο, πολύ υψηλότερο από αυτό των αράβων εργατών γύρω της και να αισθάνεται την ανάγκη να το υπερασπίσει από αυτούς. Στο Ισραήλ οικοδομήθηκε ένα ασύγκριτο «κράτος πρόνοιας». Οι παραχωρήσεις στους εργαζόμενους ήταν υπερβολικά υψηλές. Και όχι μόνο. Στο επίπεδο των κιμπούτς και των εποικισμών αφέθηκε -ή ενθαρρύνθηκε κι όλας- χώρος για «σοσιαλίζοντα» πειράματα. Στην πραγματικότητα, εργατική τάξη, εργάτες γης μικροϊδιοκτήτες, μέλη κιμπούτς, συγχωνεύτηκαν σε ένα ενιαίο στρώμα και μάλιστα καλοαμοιβόμενο. Για να είναι ελεγχόμενη και συντονισμένη αυτή η διαδικασία, δεν μπορούσε να αφεθεί σε κάθε καπιταλιστή, αλλά ελεγχόταν απευθείας από το κράτος. Σε αυτή την πρώτη φάση, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων ανήκει στο κράτος.

Αν δεχτούμε ότι στα οργανωτικά σχήματα αποκρυσταλλώνεται η ζώσα πραγματικότητα, οι εργατικοί θεσμοί στο Ισραήλ είναι ενδεικτικοί της θέσης της εργατικής του τάξης. Η Χιστραντούτ (δημιουργία και αυτή του Μπεν Γκουριόν και στην οποία αποκλειόταν η είσοδο των αράβων) δεν είναι μόνο η ΓΣΕΕ του Ισραήλ. Συμπεριλαμβάνει όλα τα προηγούμενα στρώματα (εργάτες, μικροϊδιοκτήτες, κιμπουτσιανούς, αγρότες, ανώτερους υπάλληλους) σε μια ενιαία συνδικαλιστική οργάνωση. Αλλά επιπλέον είναι και… εργοδότης, και μάλιστα ο μεγαλύτερος εργοδότης μετά το κράτος, «μια απέραντη οικονομική αυτοκρατορία που περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες βιομηχανικές επιχειρήσεις της χώρας, κατασκευαστικές εταιρίες, ασφαλιστικές εταιρίες, μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες, που απασχολούν περισσότερο από το 1/4 του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του Ισραήλ». (σ. 42) Οι επιχειρήσεις της Χιστραντούτ είναι προφανώς καπιταλιστικές, ωστόσο με τη μια ή την άλλη μορφή «μετοχής» μετέχει σε αυτές το σύνολο των μελών της, δηλαδή το όλοι οι εργαζόμενοι εβραίοι.

Εφόσον ο καπιταλισμός στηρίζει την ύπαρξή του στην απόσπαση της εργατικής υπεραξίας, καθένας μπορεί να καταλάβει κανείς τα όρια ενός τέτοιου εγχειρήματος. Για να το πούμε αλλιώς, δεν έχει ο καπιταλισμός, όσο ανεπτυγμένος και αν είναι την ικανότητα να εξαγοράσει και μάλιστα τόσο ακριβά την εργατική του τάξη. Ένα τέτοιο κράτος δεν είναι δυνατόν να σταθεί για πολύ καιρό, εκτός κι αν έχει ανακαλύψει “κάποια μηχανή που να παράγει χρήματα”. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει. Η ισραηλινή κοινωνία έγινε πραγματικότητα αποκλειστικά με τα εμβάσματα από τον ιμπεριαλισμό.

Από το 1949 οικοδομείται μια «τεχνητή οικονομία» μια οικονομία επιδοτούμενη από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Αυτή η μορφή σχέσης ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και ένα νέο κράτος είναι άνευ προηγουμένου. Ο ιμπεριαλισμός χρηματοδοτεί εξολοκλήρου τα διαρκή ελλείμματα με αντάλλαγμα και μόνο την ύπαρξη αυτού του κράτους χωροφύλακα στα πλευρά της αραβικής ανατολής. Σύμφωνα με την εξαιρετική περιγραφή του Βαρσάφσκι «θυμίζει περισσότερο τη συντήρηση ενός στρατεύματος, στόχος του οποίου είναι να υπερασπίσει τα συμφέροντα που είναι πραγματικά και πολύ σημαντικότερα από τα ποσά που ξοδεύονται για τη συντήρησή του». Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε, ότι η νομοθεσία των ΗΠΑ φοροαπαλλάσσει τις κάθε είδους εισφορές που προορίζονται για το Ισραήλ. Εδώ που τα λέμε, έρχεται πολύ φθηνότερα στις ΗΠΑ η ύπαρξη αυτού του κράτους παρά η συντήρηση ενός στρατεύματος εκατομμυρίων οπλιτών στην περιοχή, ακόμη και σε καθαρά νούμερα, χωρίς να συνυπολογιστεί το πολιτικό κόστος και όφελος.

Αυτή η εντελώς ειδική σχέση με τον ιμπεριαλισμό καθορίζει και τις εσωτερικές σχέσεις της κοινωνίας του Ισραήλ. Για να χρησιμοποιήσουμε ξανά τον Βαρσάβσκι: «γι αυτό η εβραϊκή εργατική τάξη είναι όχι μόνο το αποτέλεσμα του σιωνισμού, αλλά παραμένει άρρηκτα δεμένη με αυτόν. […] Ο εβραίος εργάτης έχει μια διπλή φύση, από τη μια, μη κατέχοντας μέσα παραγωγής, είναι αναγκασμένος να πουλάει την εργατική του δύναμη, άρα τον εκμεταλλεύεται η αστική «του» τάξη, από την άλλη αποτελεί τμήμα και εξαρτάται από τη διαδικασία του σιωνιστικού εποικισμού. Αυτή η διπλή φύση χαρακτηρίζει την εβραϊκή εργατική τάξη όσο κι αν αλλάζει ανάλογα με την εξέλιξη του καπιταλισμού και του σιωνιστικού κράτους.» (σ. 41)

Ο πόλεμος του 67 και η ταπείνωση του 73

Με τον πόλεμο του 67 ο σιωνισμός φτάνει στο απόγειό του. Το Ισραηλινό κράτος όχι μόνο έχει σταθεροποιηθεί, αλλά με τον τρόπο που περιγράψαμε πάρα πάνω έχει πετύχει μια απρόσκοπτη ανάπτυξη. Παρά τη γενική φιλολογία για την ανάγκη άμυνας του από τα αραβικά κράτη, το Ισραήλ ήθελε τον πόλεμο του 67 περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και προετοιμαζόταν γι αυτόν από πολλά χρόνια. Δυο λόγοι συνέβαλαν στην απόφασή του αυτή, που και οι δυο απορρέουν από την ίδια του τη σιωνιστική φύση. Ο πρώτος είναι η ανάγκη εκπλήρωσης του πάγια διακηρυγμένου στόχου για εβραϊκή Παλαιστίνη και όχι απλά για ένα τμήμα της. Ακόμη και με τα εδάφη που κατέλαβαν το 48, οι σιωνιστές ηγέτες διατείνονταν πως επρόκειτο για μια αρχή και όχι για τον τελικό στόχο. Η “Γη του Ισραήλ”, όπως έχει κατ επανάληψη περιγραφεί στα έργα τους, περιλαμβάνει ολόκληρη τη γη δυτικά του Ιορδάνη, το νότιο Λίβανο μέχρι τον ποταμό Λιτάνι, τη νότια κοιλάδα Μπεκάα, το Γκολάν και το Σινά. Η στρατιωτική υπεροπλία και η οικονομική ανάπτυξη που πέτυχε στο μεσοδιάστημα, δημιουργούσαν την πεποίθηση πως τώρα πρέπει να γίνει το δεύτερο βήμα. Η είσοδος του Μπέγκιν στην κυβέρνηση το 67 υπογραμμίζει αυτή τη στροφή. Ο δεύτερος λόγος είναι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ειδική σχέση με τον ιμπεριαλισμό και υπαγορεύουν μια στρατιωτική δράση αναχώματος ενάντια στην αραβική αφύπνιση. Την εποχή εκείνη έχουμε την άνοδο του Νάσερ στην Αίγυπτο και την ορμητική αναγέννηση ενός αντιιμπεριαλιστικού «παναραβισμού». Σε αυτή την τροχιά θα μπει και η Συρία, αλλά και το Ιράκ με το κίνημα του Καρίμ. Είναι η ώρα το Ισραήλ να επιστρέψει με έργα τα χρήματα που εισέπραττε. Ή, για να το πούμε χρησιμοποιώντας ξανά μια έκφραση του Βαρσάφσκι: «για το Ισραήλ είναι ζωτικής σημασίας το να τεθεί υπό την υπηρεσία του ιμπεριαλισμού εναντίον της αραβικής επανάστασης».

Ο αστραπιαίος πόλεμος του 67, “ο πόλεμος των έξι ημερών” αποτέλεσε το απόγειο του σιωνισμού. Κατάφερε με εξαιρετική ευκολία να διαλύσει τα αραβικά στρατεύματα και να υπερδιπλασιάσει τα εδάφη του. Κατέλαβε τη λωρίδα της Γάζας, ολόκληρη τη Δυτική Όχθη, τα υψώματα του Γκολάν και τη χερσόνησο του Σινά. Με αυτό τον τρόπο όμως έβαλε ξανά στους κόλπους του έναν μεγάλο αριθμό αραβικού παλαιστινιακού πληθυσμού.

Η αλαζονεία του νικητή κάνουν το Ισραήλ να αγνοεί επιδεικτικά ολόκληρη την «διεθνή κοινότητα». Αγνοεί μια σειρά ψηφίσματα του ΟΗΕ που ζητά να εγκαταλείψει τα εδάφη που κατέκτησε. Οι ΗΠΑ βάζοντας βέτο στο συμβούλιο ασφαλείας εμποδίζουν τις κυρώσεις εναντίον του. Αγνοεί επιδεικτικά όλες τις προσπάθειες των αραβικών χωρών για όποια διπλωματική διευθέτηση.

Με τη νίκη του 67 εβραϊκή κοινωνία εκφυλίζεται σε αφάνταστο βαθμό. Διάφοροι αριστεροί σιωνιστές παρατηρούν με θλίψη πως το «πνεύμα των πρώτων εποίκων» αντικαταστάθηκε από τη ρήση «να πλουτίσουμε». Μια γενιά ολόκληρη χτίζεται με άξονα την καταστολή των νέων αραβικών πληθυσμών και τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας. Έχει ειπωθεί πως στο πρόσωπο του Σαρόν αντανακλούνται οι διάφορες φάσεις του σιωνισμού. Διακρίθηκε στις εκδιώξεις αράβων το 48 και ο Μπεν Γκουριόν τον μνημονεύει σαν τον «αγαπημένο του Αριτ». Είναι η εποχή λοιπόν που ο Σαρόν κορδώνεται πως το Ισραήλ θα μπορούσε να επιβάλει την τάξη από το Μαρόκο ως τα σύνορα της Τουρκίας.

Αυτό το κλίμα ευφορίας θα κλονιστεί απότομα. Η επίθεση της Αιγύπτου τον Οκτώβρη του 1973 είναι η αραβική απάντηση στον εξευτελισμό των «έξι ημερών». Στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το Ισραήλ θα αναγκαστεί να επιστρέψει το Σινά και τα υψώματα του Γκολάν. Την ψυχρολουσία στην εβραϊκή κοινωνία θα ακολουθήσει μια κυβερνητική κρίση. Το αποτέλεσμα του κλονισμού είναι πως το Ισραήλ, εγκαταλείποντας τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας, αναγκάζεται να κλείσει αυτό το δεύτερο κύκλο εδαφικής ανάπτυξης κατέχοντας τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη και μάλιστα να επεξεργαστεί ένα σχέδιο διαχείρισης αυτών των εδαφών απέναντι σε μια διεθνή κοινότητα που του αρνείται το δικαίωμα να τα ενσωματώσει. (Μόνο η απόλυτη στήριξη των ΗΠΑ που ασκο0ύν βέτο σε κάθε ψήφισμα του ΟΗΕ εναντίον του Ισραήλ είναι ο λόγος που το σιωνιστικό κράτος αψηφεί προκλητικά όλα αυτά τα χρόνια τις αποφάσεις του ΟΗΕ για αποχώρησή του από τα κατεχόμενα). Σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο, στα νέα κατακτημένα εδάφη, δεν θα ακολουθήσει το μοντέλο της εκδίωξης του αραβικού πληθυσμού, αλλά αυτό του Απαρτχάϊντ.

Ο Φίνκελστάιν θεωρεί πως ο λόγος που το Ισραήλ δεν προχώρησε στην εκδίωξη, είναι πως αυτές οι πρακτικές ήταν αδύνατες στο νέο διεθνές περιβάλλον. Ήδη ο ΟΗΕ με ψήφισμά του το 49 απαγόρευε κάθε εκδίωξη πληθυσμού από κατακτημένα εδάφη. Σίγουρα, άλλο ήταν το κλίμα την επομένη του παγκοσμίου πολέμου και άλλο τη δεκαετία του 70. Ο βασικός λόγος όμως είναι εσωτερικός, της ίδιας της ισραηλινής κοινωνίας. Αυτό το ειδικό κράτος που συντηρείται με τα ιμπεριαλιστικά επιδόματα, ακόμη και ως εξαιρετικό γεγονός δεν μπορεί να υπάρχει επ’ άπειρον χωρίς τριγμούς. Η οικονομία κλονίζεται σοβαρά, την ίδια στιγμή που η ήττα του 73 κλονίζει και την εσωτερική εμπιστοσύνη στη σιωνιστική παντοδυναμία. Τελικά, ένας καπιταλιστικός σχηματισμός, δίπλα στα εμβάσματα, χρειάζεται να καρπώνεται και την υπεραξία μιας εργατικής τάξης. Ή θα έπρεπε η εβραϊκή εργατική τάξη να ξεχάσει τα προνόμιά της, ή θα έπρεπε να υπάρχει δίπλα της μια άλλη εργατική τάξη, διπλά εκμεταλλευόμενη. Και αυτό ακριβώς έγινε. Η λύση του απαρτχάιντ ήταν για το σιωνισμό μονόδρομος. Οι άραβες παλαιστίνιοι αποτέλεσαν το φτηνό εργατικό δυναμικό για την ανόρθωση του σιωνιστικού κράτους.

Όσλο, η θεσμοθέτηση του απαρτχάϊντ

Για όποιον έχει έστω τη στοιχειώδη πληροφόρηση για όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη είναι γνωστή η κατάσταση στην οποία είναι αναγκασμένοι να ζουν οι άραβες παλαιστίνιοι στα κατεχόμενα. Όλα τα προηγούμενα χρόνια η διαρκής παλαιστινιακή αντίσταση, που με τα διάφορα σκαμπανεβάσματά της διαρκεί ουσιαστικά μετά την προσφυγιά του 48, θέτει διαρκώς σε αμφισβήτηση τους σιωνιστικούς σχεδιασμούς. Η «τελική» διευθέτηση των εδαφών που το Ισραήλ κατέχει από το 67 ήρθε με τη συνθηκολόγηση της παλαιστινιακής ηγεσίας του Αραφάτ και της Φατάχ και αποκρυσταλώθηκε στις δυο συμφωνίες του Όσλο. Αξίζει να σημειώσουμε πως εμπνευστής της λύσης ήταν ένας από τους αστέρες του αριστερού σιωνισμού, ο Αλλον, ο ίδιος που στα νιάτα του οργάνωσε την εκδίωξη των παλαιστινίων από τη Λίντα και πλέον στέλεχος του Εργατικού Κόμματος. Το σχέδιο του προέβλεπε τον εγκλεισμό των παλαιστινίων της Δυτ. Όχθης σε οριοθετημένες περιοχές, όπου θα εφαρμοζόταν το καθεστώς των Μπαντουστάν, αντιγραφή του καθεστώτος που εφάρμοσε η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής απέναντι στους μαύρους κατοίκους της χώρας.

Με το Όσλο υποτίθεται ότι ιδρύεται στα Κατεχόμενα το ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος. Αυτό που στην πραγματικότητα όμως ορίζει η συνθήκη είναι η θεσμοθέτηση ενός καθεστώς Απαρτχάιντ για τη Γάζα και κάποια τμήματα της Δυτικής Όχθης. Η συνθήκη προβλέπει την άμεση αποχώρηση του Ισραηλ από το 30% του εδάφους σε πρώτη φάση και τη σταδιακή αποχώρηση από αδιευκρίνιστο αριθμό ακόμη εδαφών, τα οποία θα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της Παλαιστινιακής Αρχής και θα αποτελούν το παλαιστινιακό κράτος. Το κράτος αυτό θα βρίσκεται συνεχώς κάτω από τον στρατιωτικό, πολιτικό, νομικό και οικονομικό έλεγχο του Τελ Αβιβ. Μια σειρά λεπτομέρειες της συνθήκης διευκρινίζουν κάθε πτυχή αυτής της επαίσχυντης εξάρτησης. Χαρακτηριστικό για το καθεστώτος του Όσλο είναι η κατανομή των φυσικών πόρων της περιοχής. Έτσι, οι 250 χιλ εβραίοι δικαιούνται το 80% των υδάτινων πόρων της περιοχής, ενώ τα 2 εκατ. παλαιστίνιοι το 20%. Όταν τα στεγνά νούμερα μεταφέρονται στην καθημερινότητα, αυτή η κατανομή σημαίνει πως οι παλαιστίνιοι περιμένουν τον ερχομό της υδροφόρας για να γεμίσουν τα δοχεία, ενώ πιθανόν είναι σε οπτική επαφή με τον εβραϊκό οικισμό που το νερό χρησιμοποιείται για να γεμίζει τις πισίνες και να ποτίζει το γκαζόν. Γιατί, τελικά, στην πραγματικότητα το Ισραήλ αρνήθηκε να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε υπογράφοντας αυτή την κατάπτυστη συνθήκη.

Οι σιωνιστές αποχώρισαν από κάποιες σκόρπιες περιοχές της Δυτικής Όχθης που όλες μαζί δεν ξεπερνάν το 18% του εδάφους της. Ταυτόχρονα, το Τελ Αβίβ επιδοτώντας πλούσια την εποίκηση, αύξησε την εβραϊκή παρουσία στο υπόλοιπο της Δυτ. Όχθης από 250 χιλ σε 400 χιλ. Τα «παλαιστινιακά εδάφη» είναι μικροί θύλακες, απομονωμένοι μεταξύ τους, περιφραγμένοι με συρματοπλέγματα και φρουρούμενοι από τον ισραηλινό στρατό. Όσοι παλαιστίνιοι ζουν σε αυτά είναι αναγκασμένοι να περνούν καθημερινά από τους εξευτελισμούς στα τσεκ πόιντ, ενώ οι εβραίοι προβλέπεται να μπαινοβγαίνουν χωρίς κανένα έλεγχο. Και καθώς η διαλυμένη οικονομία των «παλαιστινιακών» εδαφών προσφέρει ελάχιστες θέσεις εργασίας, οι παλαιστίνιοι είναι αναγκασμένοι καθημερινά να περνάν τα συρματοπλέγματα για να πάνε στη δουλειά τους στο ισραηλίτικο τμήμα, για να αμειφθούν για την εργασία τους με το 1/3 του μισθού του εβραίου εργαζόμενου.

Αυτή η κατάσταση, που έχει περιγραφεί εξαντλητικά από πλήθος διαφορετικών πηγών, δεν διαμορφώθηκε στο Όσλο, αλλά αμέσως μετά την κατάληψη του 67. Στο Όσλο απλώς θεσμοθετήθηκε. Για να γίνει αυτό, ήταν απαραίτητη η συναίνεση της παλαιστινιακής ηγεσίας, που θα εγγυούταν απέναντι στο Ισραήλ την υποταγή των παλαιστινιακών μαζών σε αυτή την κατάσταση. Δεν είναι δυνατόν να επεκταθούμε εδώ στη συνθηκολόγηση του Αραφάτ, άλλωστε έχουμε κατά καιρούς αναφερθεί διεξοδικά σε αυτό το θέμα. Εδώ θα επισημάνουμε μόνο πως η συγκατάθεση της παλαιστινιακής ηγεσίας στο απαρτχάιντ, επιδείνωσε την ήδη αβάσταχτη θέση του παλαιστινιακού λαού στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε τους όρους που οδήγησαν σήμερα στον παραγκωνισμό της Φατάχ και την ανάδυση στην εξουσία της Χαμάς.

Εκτός όμως από τους παλαιστίνιους των κατεχομένων, τη δύναμη του σιωνισμού δοκίμασαν από το 67 ως σήμερα και οι Παλαιστίνιοι εκτός κατεχομένων και ειδικά με τις τρεις εισβολές στο νότιο Λίβανο. Η γενοκτονική επίθεση στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς της Σάμπρα και τη Σατίλα που οργάνωσε ο Σαρόν, αποτελούν το αποκορύφωμα σε αυτή την αλυσίδα διωγμών.

Η παλαιστινιακή αντίσταση

Δεν είναι για να απορεί λοιπόν κανείς από που αντλεί η παλαιστινιακή αντίσταση τα καύσιμά της, αυτά που τροφοδοτούν μια φλόγα που καίει τόσα χρόνια άσβεστη παρά τη διαρκή καταστολή. Μια αντίσταση που αντί να σβήσει μετά τη συνθηκολόγηση της ιστορικής ηγεσίας του παλαιστινιακού λαού και του Αραφάτ, βρήκε άλλα οργανωτικά σχήματα και εμπιστεύτηκε νέες ηγεσίες για να συνεχίσει να μάχεται ακόμη πιο δυνατά, απαντώντας στο απαρτχάιντ του Όσλο με τη δεύτερη ιντιφάντα. Αν αναφερόμαστε εδώ στην παλαιστινιακή αντίσταση, είναι για να δούμε της επιπτώσεις της στην κοινωνία του Ισραήλ.

Για να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει στο Ισραήλ σήμερα, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πως από το 70 και μετά ο εβραϊκός πληθυσμός βρίσκεται διαρκώς με το χέρι στη σκανδάλη για να αντιμετωπίζει τη διαρκή και δίκαιη αντίθεση και να καταστέλλει τις αντιδράσεις του πληθυσμού που κρατά αιχμάλωτο. Γενιές εβραίων του Ισραήλ έχουν διαμορφωθεί και ζήσει σε αυτή την κατάσταση. Και φυσικά συμβαίνει το προφανές: όσο πιο απελπισμένα ανυποχώρητη γίνεται η παλαιστινιακή αντίσταση, όσο πιο λυσσασμένη και απάνθρωπη γίνεται η σιωνιστική καταστολή, τόσο προκύπτουν ρωγμές στο σιωνιστικό κράτος.

Στη διαδικασία καταστολής της παλαιστινιακής αντίστασης δομήθηκε μια άλλη ηθική. Ακόμη και μιλώντας με τους όρους και το λεξιλόγιο του σιωνισμού, ακόμη και τότε έχει χαθεί κάθε τι που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν κάποιου είδους ηθικός φραγμός. Οι μαρτυρίες για την καταστολή στη Τζενίν, όχι από μαρξιστές, αλλά από τις πλέον επίσημες οργανώσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού (τις επιτροπές του ΟΗΕ, τον ερυθρό σταυρό, τα κάθε λογής παρατηρητήρια) είναι τόσες πολλές και γνωστές που δεν έχει νόημα καμιά παράθεση των φρικαλεοτήτων. Αλλά δεν μπορούν να περιγράψουν το μέγεθος της ηθικής κατάπτωσης. Ο Φίνκελστάιν παραθέτει το εξής απόσπασμα: “Για την καταστολή της παλαιστινιακής αντίστασης, ένας ανώτερος ισραηλινός αξιωματικός συμβούλευσε στις αρχές του 2002 το στρατό «να αναλύσει και να πάρει μαθήματα από τον τρόπο με τον οποίο ο γερμανικός στρατός είχε πολεμήσει στο γκέτο της Βαρσοβίας». Κρίνοντας από το ισραηλινό μακελειό στη Δυτική Όχθη που κορυφώθηκε με την επιχείρηση «Αμυντική Ασπίδα» […] φαίνεται πως ο ισραηλινός στρατός ακολούθησε τη συμβουλή του αξιωματικού”. (σ. 38) Όταν στο προηγούμενο φύλλο γράφαμε για την ηρωική αντίσταση των εβραίων στο γκέτο της Βαρσοβίας ενάντια στους ναζί, είχαμε υπόψη φυσικά τη σύγκριση με τα κατεχόμενα. Σίγουρα προκαλεί ανατριχίλα η σύγκριση αυτή να ακούγεται από τα χείλη ισραηλινού αξιωματικού, πιο αποκαλυπτικό όμως της εξαχρείωσης είναι ότι η καταστολή από τα SS του εβραϊκού γκέτο βαφτίζεται από τα χείλη του «πόλεμος του γερμανικού στρατού».

Η απίστευτη αυτή εξαχρείωση προκάλεσε ένα ρήγμα μέσα στο σιωνισμό. Στο όνομα του ανθρωπισμού, πολλοί διανοητές του αριστερού σιωνισμού διαμαρτυρήθηκαν για τις ακρότητες. Ένα μειοψηφικό, αλλά υπαρκτό και δραστήριο τμήμα μέσα στον ίδιο τον ισραηλινό στρατό αρνήθηκε να αναλάβει τα καθήκοντα της καταστολής. Καρπός αυτής της ρήξης ήταν το ισραηλινό Κίνημα Ειρήνης. Ένα μεγάλο ρεύμα (όχι πλειοψηφικό φυσικά) μέσα στην εβραϊκή κοινωνία ορθώθηκε ενάντια στις φρικαλεότητες της σιωνιστικής καταστολής. Σε αυτή την ετερόκλιτη σύνθεση κυριάρχησε ο πασιφισμός και τον τόνο έδινε το πιο ανθρωπιστικό κομμάτι των αριστερών σιωνιστών. Ένα κίνημα, που ήταν ικανό να αντισταθεί στις ωμότητες, όχι όμως και στις αιτίες που τις προκαλούσαν.

Το κίνημα ειρήνης σιωνισμός και αριστερά

Η Ελευθεροτυπία στις 28/4/2002 φιλοξενεί τις δηλώσεις του Πέρετς Κιντρόν, κορυφαίο στέλεχος του Κινήματος Ειρήνης. Συγκεκριμένα του ζητήθηκε να ερμηνεύσει το γεγονός πως η δήλωση των 52 στρατιωτών που αρνήθηκαν να πολεμήσουν στα κατεχόμενα στηρίζει την άρνησή τους στα σιωνιστικά ιδεώδη. Λέει λοιπόν ο Κίτρον: “Δεν πρόκειται να βρει κανείς δυο ανθρώπους που να συμφωνούν στον ορισμό του Σιωνισμού. Για πολλούς καλούς ανθρώπους εδώ πέρα, το ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει ζωντανό, (α) επειδή θεωρούν ότι η ύπαρξη του Ισραήλ απειλείται, και (β) επειδή του προσδίδουν ιδεολογική διάσταση, μένοντας προσκολλημένοι στα ιδεώδη της σιωνιστικής Αριστεράς που έλπιζε όχι απλά να οικοδομήσει ένα κράτος, αλλά ένα «ιδανικό» κράτος δικαιοσύνης, διαφωτισμού, προόδου κ.λπ. […]. Στην Yesh Gvul [=Υπάρχει Όριο] έχουμε «σιωνιστές», «αντισιωνιστές» και «μετα-σιωνιστές», οτιδήποτε κι αν σημαίνει κάθε ένα απ’ αυτά. Από πρακτική άποψη, αυτό σημαίνει ότι με όποιον τρόπο και να αποκαλεί καθένας τον εαυτό του, όλοι μας είμαστε αντίθετοι στην Κατοχή, παλεύουμε για κοινωνική δικαιοσύνη κ.ο.κ.»

Πράγματι, σε αυτό το κίνημα συναντήθηκαν αριστεροί σιωνιστές και αντισιωνιστές. Κάτι τέτοιο δεν απόρρεε μόνο από τα πραγματικά γεγονότα στα κατεχόμενα, αλλά κυρίως από το διάχυτο πολιτικό κλίμα της εποχής και τις κυρίαρχες απόψεις στην αριστερά των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Οι κάθε είδους θεωρίες ανασυνθέσεων προωθούσαν τις οσμώσεις πέρα από τις «ιδεολογικές αγκυλώσεις». Μάλιστα, αυτό το κίνημα συναντήθηκε και συμπορεύτηκε και με ένα τμήμα των παλαιστινίων, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο επιζητούσαν κάποιου είδους ανακωχή και ειρήνη, ακόμη και κάτω από τους όρους του απαρτχάιντ. Πέρα όμως από τις προθέσεις του καθενός που συμμετείχε, κατά ειρωνικό τρόπο το ίδιο το όνομα της οργάνωσης φανερώνει και τη δυναμική της. Τελικά, όντως «Υπάρχει Όριο» στο πόσο μπορεί να προχωρήσει μια αμφισβήτηση στην ισραηλινή πολιτική, στο βαθμό που δεν έρχεται πολιτικά σε ρήξη με τη σιωνιστική του ουσία.

Όντως καλούσε το Ισραήλ να σεβαστεί τις συμφωνίες ειρήνης, αλλά ποιας ειρήνης; Του Όσλο και της θεσμοθέτησης του απαρτχάιντ! Όντως υποστήριζε το δικαίωμα των παλαιστινίων για δικό τους κράτος, αλλά πιο κράτος; Του Μπαντουστάν της Δυτικής Όχθης και της Γάζας. Όντως υποστήριζαν την παλαιστινιακή αντίσταση, αρκεί να ήταν «μη βίαιη». Εννοείται ότι «τρομοκρατικές πράξεις» σαν τις επιθέσεις αυτοκτονίας όχι μόνο καταδικάζονται απερίφραστα, αλλά θεωρούνται το ίδιο συνυπεύθυνες με τη δράση του ισραηλινού στρατού για την «παράλογη βία» που έχει ξεσπάσει.

Η Τίκβα Χόνιγκ – Παρνάς, σε συνέντευξή της στο τροτσκιστικό περιοδικό Ιμπρεκόρ, λέει για αυτό το κίνημα: «Αυτό που στο Ισραήλ αποκαλείται κατά λάθος «Αριστερά», αφορά μόνο αυτό το μέρος του εβραϊκού πληθυσμού που επιδιώκει μια «πολιτική λύση» της παλαιστινιακό-ισραηλινής σύγκρουσης, με ορισμένες «παραχωρήσεις» όπως η «υποχώρηση στα σύνορα του 67» και η δημιουργία ενός «παλαιστινιακού κράτους».. Οι περισσότεροι από αυτούς υπερασπίζουν το Όσλο, παραβλέποντας ότι ήταν μια λύση Μπαντουστάν… Το στρατόπεδο ειρήνης αποτελείται στην πλειοψηφία του από μέλη σιωνιστικών μεσαίων στρωμάτων, που ο αγώνας τους για το «τέλος της κατοχής» και την εγκαθίδρυση παλαιστινιακού κράτους -αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές ιδέες γι αυτό- είναι εντελώς αποκομμένος από τη γενική κατάσταση». (σ. 106)

Το επόμενο γύρισμα της περιόδου θα μας δείξει και την κατάληξη αυτού του κινήματος. Αλλά πριν δούμε την κατάληξή του, ας έχουμε από τώρα κατά νου τις ευθύνες ενός μεγάλου κομματιού της αριστεράς. Την στιγμή που παρουσιάζεται ρήγμα στο σιωνισμό, η κυρίαρχη πρακτική μιας φορουματζίδικης αριστεράς, δεν είναι να βοηθήσει αυτόν τον κόσμο να σπάσει από το σιωνιστικό δηλητήριο, αλλά να γλύψει τις αυταπάτες του, να οσμωθεί μαζί του μέσα σε ένα πασιφιστικό πανηγύρι. Έχει λοιπόν πολύ σοβαρή ευθύνη για την κατάληξη του Κινήματος Ειρήνης.

Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας

Και το επόμενο γύρισμα ήρθε με τον πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας». Το περιθώρια για ανθρωπιστικές ευαισθησίες περιορίζονται όταν η ισλαμική αντίσταση στον ιμπεριαλισμό αναγορεύεται στον Νο 1 εχθρό του πλανήτη. Οι ισλαμικές μάζες, όχι μόνο στην Παλαιστίνη, αλλά σε ολόκληρο των πλανήτη βρίσκονται μέσω των διάφορων οργανώσεών τους σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την ιμπεριαλιστική κατοχή και εκμετάλλευση της Μέσης Ανατολής. Σε αυτές τις συνθήκες το σιωνιστικό κράτος καλείται να πραγματώσει το ρόλο του, την ύπαρξή του: το προκεχωρημένο στρατιωτικό φυλάκιο του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, ένα κράτος – στρατός σε καιρό επίθεσης.

Τα σιωνιστικά επιτελεία σε απόλυτη συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό σχεδιάζουν το χάρτη της Νέας Μέσης Ανατολής. Πόλεμο ενάντια στο Ιράκ, στη Συρία, στο Ιράν. Διάλυση της δύναμης της Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Πλήθος ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων στην περιοχή που θα εγγυούνται την ιμπεριαλιστική ειρήνη.

Η απόλυτη σύνδεση του Ισραήλ με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ανοίγει το δρόμο για μια τρίτη και οριστική επέκτασή του σε ολόκληρη της Ερέτς Ισραέλ.

Στην πράξη αυτό σημαίνει καταρχήν την εκδίωξη των αράβων παλαιστινίων από τα κατεχόμενα και το Ισραήλ συνολικά. Οι φωνές που μιλάνε για την ανάγκη μιας νέας μετακίνησης, πληθαίνουν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Μετά την νίκη της Χαμάς ο εκτοπισμός των παλαιστινίων προβάλλεται σαν η μόνη ρεαλιστική διέξοδο για την “ειρήνη”, αφού έχουν αποτύχει όλες οι προσπάθειες συνεννόησης.

Κατά δεύτερον σημαίνει την ευκαιρία για την εδαφική επέκταση του Ισραήλ. Πολλοί είδαν τους ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς στο νότιο Λίβανο σαν μια πράξη βαρβαρότητας του ισραηλινού στρατού. Λίγοι διαπίστωσαν πως αυτή η βαρβαρότητα εξυπηρετούσε το σχέδιο για εκδίωξη των κατοίκων του Λιβάνου βόρεια του ποταμού Λιτάνι και την κατάληψη της έρημης γης αρχικά από τον ισραηλινό στρατό και στη συνέχεια από τους ισραηλίτες εποίκους.

Οι σιωνιστές σε απόλυτη συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό μπροστά σε αυτό τον νέο πόλεμο βυθίζουν την περιοχή σε μια χωρίς προηγούμενο βαρβαρότητα. Αν για ένα προηγούμενο διάστημα οι πιο ευαίσθητοι αριστεροί σιωνιστές μπορούσαν να ευαγγελίζονται μια ειρήνη ανάμεσα σε ένα σιωνιστικό Ισραήλ και τον καταπιεσμένο παλαιστινιακό λαό, η όξυνση του πολέμου δεν αφήνει παρόμοια περιθώρια. Ο αγώνας του Ισραήλ ενάντια στους άραβες είναι αγώνας για την ίδια του την ύπαρξη.

Συνθηκολόγηση και αντίσταση

Ο Άμος Οζ σε πρόσφατα άρθρα του έκανε λόγο για «αναπόφευκτες» εθνικές εκκαθαρίσεις. Ο Γιεχόσουα, ακόμη πιο τολμηρός, προπαγανδίζει ανοιχτά τη λύση της μεταφοράς. Οι δυο τους, μαζί με τον Γκρόσμαν, αποτελούσαν την πνευματική ηγεσία «αυτού που κατά λάθος ονομάζεται αριστερά στο Ισραήλ». Και οι τρεις υποστήριξαν το δίκαιο της επέμβασης στο Λίβανο. Και οι τρεις ξανά, σαν μια ψυχή, μετά τις ήττες του ισραηλινού στρατού από τη Χεζμπολάχ, ζήτησαν το τέλος του πολέμου, όχι για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά γιατί δεν τον θεωρούσαν αποτελεσματικό. Όταν από μια τραγική ειρωνεία της τύχης, την προηγούμενη της εκεχειρίας σκοτώθηκε ο γιος του Γκρόσμαν, όλα τα δυτικά ΜΜΕ, έσπευσαν να θρηνήσουν τη δυστυχία του «μεγάλου φιλειρηνιστή». Ο επιφανέστερος των «νέων ιστορικών», ο Μπόρις, (ο ίδιος για τον οποίο το 2002 ο Ιός έλεγε πως «χρειάστηκε η έλευση μιας σειράς “νέων ιστορικών” για να πληροφορηθούμε ότι σχεδιασμοί [της εθνοκάθαρσης του 48] εκπορεύτηκαν και από τους “σοσιαλιστές σιωνιστές” με πρώτο και καλύτερο τον “πατέρα της ισραηλινής ανεξαρτησίας”, Δαβίδ Μπεν Γκουριόν) δήλωνε κατά καιρούς πως μέμφεται τον Μπεν Γκουριόν που «άφησε τη δουλειά στη μέση».

Ο Βαρσάβσκι, σε συνέντευξή του στο τέλος της επίθεσης στο Λίβανο που παραχώρησε στο Μανιφέστο και αναδημοσιεύει η Εποχή είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικός για τις σημερινές αντιστάσεις στο Ισραήλ σήμερα:«Και σήμερα το αντιπολεμικό κίνημα είναι δραστήριο, αλλά δυστυχώς είναι πολύ μειοψηφικό και δεν κατορθώνει να επιβάλλει την ηγεμονία του. Το περισσότερο που μπορεί να κινητοποιήσει είναι 5-6.000 άτομα. Στο εσωτερικό του, υπάρχουν δυνάμεις της αριστεράς ή της άκρας αριστεράς. Στην πλειονότητα τους πρόκειται για άτομα κάτω των 25 χρονών. Είναι όσοι τα τελευταία χρόνια κινήθηκαν κατά της κατοχής, που δεν πίστεψαν την προπαγάνδα σύμφωνα με την οποία η ειρηνευτική διαδικασία απέτυχε λόγω της “παλαιστινιακής τρομοκρατίας” […] Αλλά μεταξύ αυτής της γενιάς και της δικιάς μου, τη γενιά των αγωνιστών που είπαν όχι στον πόλεμο στο Λίβανο το ’82, μεσολαβεί ένα χάσμα γενεών. Το αντιπολεμικό κίνημα, που είχε κατορθώσει ν’ ακουστεί πραγματικά η φωνή του το ’82 και το ’88, στην πρώτη ιντιφάντα, σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος του στηρίζει επίσημα την πολιτική της κυβέρνησης: υποστηρίζει αυτόν που θεωρεί σαν πόλεμο για την άμυνα της πατρίδας. Αρχής γενομένης από την 11 Σεπτέμβρη, ακόμα και αυτή η συντριπτική πλειοψηφία της μετριοπαθούς αριστεράς αυτή που εσείς αποκαλείται κεντροαριστερά, πιστεύει ότι υπάρχει ένας πολιτισμός που απειλείται από τους βάρβαρους και πρέπει να τον υποστηρίξουμε. Πιστεύει ότι είναι η εμπροσθοφυλακή του πολιτισμού που βρίσκεται στο κέντρο του αραβικού κόσμου, το τελευταίο κάστρο ανάμεσα στη βαρβαρότητα».

Κλείνοντας τον κύκλο των υπαρξιακών διλημμάτων ο αριστερός σιωνισμός ξαναγυρνάει από εκεί που άρχισε, από εκεί που ποτέ δεν έφυγε: να υπερασπίζει το κάστρο του (ιμπεριαλιστικού) πολιτισμού ενάντια στην βαρβαρότητα (της εξέγερσης). Αυτό που διαχωρίζει το κίνημα που ηγούνταν «αυτοί που εσείς αποκαλείται κεντροαριστερά» με στο σημερινό κίνημα αντίστασης στο Ισραήλ είναι η άρνησή του να υποταχθεί στο σιωνισμό. Αγωνιστές που κράτησαν ψηλά τη σημαία κόντρα στο ρεύμα, άνθρωποι που όπως ο Βαρσάβσκι έχουν το σθένος να προχωρήσουν πέρα από την «καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται». Στην ερώτηση του Μανιφέστο «μα δεν βλέπεται ότι υπάρχει μια στάση που σιγοντάρει αυτό το γεγονός [σ.σ. τη βία], από κάποια τμήματα του ριζοσπαστικού ισλαμισμού;» αυτός απαντάει: «Όχι, δεν πιστεύω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ακούω με ιδιαίτερη προσοχή τις ομιλίες του Νασράλα και διαπιστώνω ότι χαρακτηρίζονται από ηρεμία και μεγάλο αίσθημα ευθύνης: το τελείως αντίθετο από αυτό που γίνεται στη Δύση που ισχυρίζεται ότι είναι το προμαχώνας πολιτισμού ενώ από τους πόρους της δεν αποπνέει παρά μια φονταμενταλιστική ρητορική».

Δίπλα στην αντισιωνιστική αριστερά δημιουργείται και ένα άλλο ρεύμα που αντιπαλεύει το σιωνισμό από άλλη οπτική. Εκκινούμενο από θρησκευτικές ή φιλοσοφικές θέσεις αντιμάχεται το σιωνισμό διαβλέποντας πως υποθηκεύει μακροπρόθεσμα τον μέλλον του εβραϊσμού συνολικά. Πως συντείνει στην αναζωπύρωση του αντισημιτισμού και διαφθείρει την ίδια την ιδέα του εβραϊκού έθνους και πολιτισμού. Πράγματι, ένα τμήμα των εβραίων του Ισραήλ δυσανασχετεί να ζει σε ένα κλίμα στρατοπέδου σε διαρκή επιφυλακή με το δάχτυλο στη σκανδάλη και το φόβο των κατιούσα και των κομάντο αυτοκτονίας.

Έχουμε την αίσθηση ότι η κρίση που δημιούργησε η ήττα στο Λίβανο, θα πολλαπλασιάσει τα αδιέξοδα του σιωνισμού που δημιουργεί το ανυποχώρητο της παλαιστινιακής αντίστασης και η πάλη των αράβων σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αυτή η πόλωση φαίνεται πως οδηγεί στο ξεκαθάρισμα μέσα στις γραμμές του αντιπολεμικού κινήματος. Και ετούτο αποτελεί την μεγαλύτερη ελπίδα για το δυνάμωμα του επαναστατικού μαρξισμού, τη μοναδική ελπίδα, στη γη της Παλαιστίνης.

Η καταστροφή του κράτους του Ισραήλ

Η ιστορική θέση της πλειοψηφίας των τροτσκιστών για την Μέση Ανατολή είναι η καταστροφή του σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ και η δημιουργία ενός ενιαίου παλαιστινιακού κράτους, όπου άραβες και εβραίοι θα ζουν χωρίς φυλετικές ή θρησκευτικές διακρίσεις.

Γνώμονάς μας δεν είναι η επικράτηση μιας ιμπεριαλιστικής ειρήνης στην περιοχή, αλλά τα συμφέροντα των πιο εργατών και των φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας. Και αυτά προωθούνται μέσα από την καταστροφή του σιωνιστικού κράτους.

Ο πρώτος λόγος αφορά συνολικά στο ξεδίπλωμα της ταξικής πάλης στην περιοχή. Ένα κράτος – στρατός, που επιβιώνει μόνο με τις επιδοτήσεις του ιμπεριαλισμού θα είναι πάντα εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια απελευθέρωσης των λαών της ευρύτερης περιοχής. Αυτός άλλωστε ήταν και είναι ο ρόλος του. Ο δεύτερος αφορά το δίκαιο αγώνα των αράβων παλαιστινίων. Η ύπαρξη αυτού του κράτους καταδικάζει έναν λαό στον ξεριζωμό στο απαρτχάιντ και στην εξαθλίωση. Ο τρίτος λόγος αφορά στη διάλυση των οργανικών δεσμών που δένουν την εβραϊκή εργατική τάξη με την αστική της τάξη και το κράτος της, σαν τον πρώτο και απαραίτητο όρο για την δική της απελευθέρωση.

Η κάμψη της παλαιστινιακής αντίστασης, η συνθηκολόγηση της ιστορικής ηγεσίας του Αραφάτ και της Φατάχ, η όξυνση της πόλωσης στην εποχή του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, αλλά και η επιλογή μιας μεγάλης μερίδας της ευρωπαϊκής αριστεράς στο φλέρτ με την κεντροαριστερά είναι οι λόγοι που διάφορες οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς αθέτησαν ανοιχτά ή ντροπαλά το σύνθημα της καταστροφής του κράτους του Ισραήλ, αντικαθιστώντας το με πιο “ρεαλιστικά” όπως η επιστροφή στα σύνορα του 67. Η αφίσα που καλούσε στην πρώτη συντονισμένη διαδήλωση ενάντια στην επίθεση στο Λίβανο, υπενθύμιζε πως οι περισσότεροι έλληνες αριστεροί ζητούν… επιστροφή στα σύνορα του 67! Μάλιστα, επικαλούνται γι αυτό την ίδια τη θέληση των παλαιστινίων. Τι ειρωνεία! Τέσσερις μέρες αργότερα η Ελευθεροτυπία δημοσίευε στα ψιλά μια δημοσκόπηση μεταξύ των παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, όπου το 52% ζητούσε από τη Χαμάς να μην εγκαταλείψει τη θέση της για καταστροφή του κράτους του Ισραήλ, δηλαδή ένα ποσοστό σαφώς μεγαλύτερο από αυτό που έλαβε στις εκλογές από τη συγκεκριμένη περιοχή.

Ο στόχος των κομμουνιστών στην περιοχή δεν καθορίζεται από τις συγκυριακές ή όχι προτιμήσεις τμημάτων του παλαιστινιακού λαού ή της κατά καιρούς ηγεσίας του. Η μόνη πρόταση που εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα και τη σοσιαλιστική προοπτική είναι στην κοινή πάλη των διεθνιστών εβραίων αριστερών σε ενιαίο μέτωπο δράσης με τον ένοπλο αγώνα της παλαιστινιακής αντίστασης με στόχο την καταστροφή του σιωνιστικού εποικοδομήματος.

Επίλογος

Σε ολόκληρο αυτό το αφιέρωμα επιλέξαμε συνειδητά να χρησιμοποιήσουμε πηγές αποκλειστικά εβραϊκές. Αυτό για να δείξουμε πως υπάρχουν -φυσικά- μέσα στον εβραϊκό λαό φωνές που αντιστέκονται στη σιωνιστική φρίκη. Με την ίδια λογική, αντί για επίλογο θα κλείσουμε αυτό το αφιέρωμα με δυο αποσπάσματα από το έργο δυο μεγάλων εβραίων διανοητών. Ο πρώτος είναι ο Βαρσάβσκι, κάτοικος της Ιερουσαλήμ, παλαίμαχος αγωνιστής της άκρας αριστεράς και στέλεχος του αντιπολεμικού κινήματος.

«Η πολιτική του [του κράτους του Ισραήλ] μπορεί να είναι άλλοτε πιο μετριοπαθής, άλλοτε πιο επιθετική -ανάλογα με την αντικειμενική πραγματικότητα- όμως το τέρας που γέννησε ο σιωνισμός στην Αραβική Ανατολή δεν μπορεί να αλλάξει τη φύση του γιατί αλλιώς θα εξαφανιστεί. Το κράτος του Ισραήλ δεν είναι δυνατόν να θέσει τέρμα στην επιθετικότητά του απέναντι στον παλαιστινιακό λαό για τον επιπλέον λόγο ότι δεν μπορεί να διακόψει τη συμμαχία του με τα ιμπεριαλιστικά και αντιδραστικά καθεστώτα. Τα καθεστώτα αυτά είναι για το σιωνιστικό κράτος η ίδια η ουσία του, ο λόγος της ύπαρξής του».

Το δεύτερο απόσπασμα ανήκει στον Φινκελστάιν, εβραίο πανεπιστημιακό, κάτοικο των ΗΠΑ, εξαιρετικό ιστορικό και ανειρήνευτο πολέμιο του σιωνισμού. Την πάλη του ενάντια στον σιωνισμό την θεωρεί, όπως ο ίδιος λέει, εκτός των άλλων και καθήκον απέναντι στους γονείς, που και οι δυο επέζησαν από το γκέτο της Βαρσοβίας και το Άουσβιτς.

«Το Ισραήλ είναι ένα παράνομο κράτος που ιδρύθηκε στη βάση ιστορικών ανακριβειών, που διέπεται από ανήθικες, ρατσιστικές αρχές και συντηρείται μέσω της εγκληματικής χρήσης ωμής στρατιωτικής βίας. Ο βασικός λόγος για τη χρονίζουσα αντιπαλότητα στην Μέση Ανατολή δεν εντοπίζεται στην πολιτική που ακολουθεί η εκάστοτε σιωνιστική ηγεσία, αλλά στην ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ αυτή καθεαυτή. Οι συγκρούσεις στην περιοχή ποτέ δεν θα καταλαγιάσουν όσο το Ισραήλ συνεχίζει να υπάρχει με τη σημερινή του μορφή. […] Συνεπώς γίνεται αντιληπτό ότι η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους στο πνεύμα των Συμφωνιών δεν αποτελεί βιώσιμη λύση και η Χαμάς, η Ισλαμική Τζιχάντ και οι άλλες παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις ορθώς πράττουν και δεν τις αποδέχονται. Φαίνεται λοιπόν πως ο πρόεδρος του Ιράν Αχμαντινετζάντ έχει δίκιο. Μόνο μια λύση υπάρχει για την Μέση Ανατολή και αυτή είναι η εξαφάνιση του Ισραήλ από τον χάρτη, είτε μέσω μιας αντίστροφης εβραϊκής μετανάστευσης προς την Αμερική ή την Ευρώπη, ή μέσα από την στρατιωτική ήττα και ολοκληρωτική καταστροφή του. Μόνο τότε οι εγγενείς αιτίες της σύγκρουσης στην Μέση Ανατολή θα εξαλειφθούν και η ειρήνη θα επικρατήσει στην περιοχή» .

Όσο για τους ίδιους τους εβραίους ίσως θα πρέπει να εμπνευστούν από το έργο που ο Ισαάκ Ντώυτσερ έγραψε μετά τον πόλεμο των 6 ημερών: “Ελπίζω ότι μαζί με άλλα έθνη, οι εβραίοι θα μάθουν τελικά -ή μάλλον θα επανακτήσουν τη συνείδηση- για την ανεπάρκεια του έθνους κράτους, και ότι θα βρουν τον δρόμο τους πίσω στην ηθική και πολιτική κληρονομιά που η μεγαλοφυΐα των εβραίων, που έχουν υπερβεί των εβραϊσμό (Σπινόζα, Μαρξ, Λούξεμπουργκ, Χάινε, Φρόυντ, Αϊνστάιν, Τρότσκι) μας έχει αφήσει – το μήνυμα της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης”. (Ισαάκ Ντόυτσερ, «Ο μη-εβραϊκός Εβραίος» σελ. 4l.)

Κ.Ρουσίτης

Ο Λένιν στην υπεράσπιση του Διαλεκτικού Υλισμού

Το βιβλίο ‘Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός: Κριτικά σημειώματα για μια Αντιδραστική Φιλοσοφία’, γράφτηκε το 1908 και εκδόθηκε το Μάη του 1909 στη Μόσχα, από τον Βλαδιμίρ Ιλίιτς Λένιν. Ήταν μια απάντηση στους Ρώσους Εμπειριοκριτικιστές, σε πολεμικό ύφος. Οι Ρώσοι Εμπειριοκριτικιστές ήταν ένα ρεύμα που εμφανίστηκε στις αρχές του αιώνα στη Ρωσία, φανερά επηρεασμένο φιλοσοφικά, από τα γραφτά του Αυστριακού πειραματικού φυσικού Ερνστ Μαχ και του Γερμανού καθηγητή Ρίχαρντ Αβενάριους. Συνέχεια

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ KΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ (Τρότσκυ 1920)

(Ακολουθεί απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου του Τρότσκυ Τρομοκρατία και Κομμουνισμός)

Το κύριο θέμα του βιβλίου του Κάουτσκυ είναι η τρομοκρατία. Την άποψη ότι η τρομοκρατία ανήκει στην ουσία της επανάστασης, ο Κάουτσκυ την ανακηρύσσει σε μια διαδεδομένη πλάνη. Δεν είναι αλήθεια ότι αυτός που θέλει την επανάσταση πρέπει να συμβιβαστεί και με την τρομοκρατία. Όσον αφορά τον ίδιο τον Κάουτσκυ, αυτός είναι, γενικά μιλώντας, υπέρ της επανάστασης, αλλά αποφασιστικά ενάντια στην τρομοκρατία. Από δω, όμως, αρχίζουν οι περιπλοκές.

“Η επανάσταση –κλαψουρίζει ο Κάουτσκυ- φέρνει μαζί της μια αιματηρή τρομοκρατία που ασκείται από τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Στη Ρωσία, πρώτοι μπήκαν σ’ αυτό το δρόμο οι μπολσεβίκοι. Αυτό τους έφερε στο σημείο να τους αποδοκιμάζουν με τον πιο αυστηρό τρόπο όλοι οι σοσιαλιστές που δεν αποδέχονται την μπολσεβίκικη άποψη και που ανάμεσά τους είναι οι σοσιαλιστές της γερμανικής πλειοψηφίας. Μα οι τελευταίοι δε δίστασαν με τη σειρά τους, μόλις αισθάνθηκαν ότι απειλείται η κυριαρχία τους, να καταφύγουν σε τρομοκρατικές μεθόδους που τη χρήση τους είχαν καταδικάσει στην Ανατολή”

Φαίνεται λοιπόν πως θα έπρεπε από αυτά τα γεγονότα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η τρομοκρατία είναι πολύ πιο βαθιά συνδεδεμένη από ότι νομίζουν ορισμένοι σοφοί, με τη φύση της επανάστασης. Ο Κάουτσκυ βγάζει απ’ αυτά ένα συμπέρασμα διαμετρικά αντίθετο. Η τρομερή ανάπτυξη της τρομοκρατίας των λευκών και των κόκκινων σ’ όλες τις τελευταίες επαναστάσεις –ρώσικη, γερμανική, αυστριακή, ουγγρική- είναι γι’ αυτόν ένα δείγμα για το ότι δεν αποδείχτηκαν τέτοιες που θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με τα θεωρητικά ονειροπολήματά του. Το αν η τρομοκρατία “σαν τέτοια” είναι “εγγενής” στην επανάσταση “σαν τέτοια”, ας δούμε λίγες επαναστάσεις καθώς ξετυλίγονται μπροστά μας στη ζωντανή ιστορία της ανθρωπότητας.

Θα υπενθυμίσουμε, πρώτα πρώτα, τη Μεταρρύθμιση που αποτελεί ένα είδος ορόσημου ανάμεσα στην ιστορία του μεσαίωνα και τη σύγχρονη ιστορία: όσο πιο πολύ αγκάλιαζε τα ζωτικά συμφέροντα των λαϊκών μαζών, όσο πιο πολύ επεχτεινόταν, όσο πιο λυσσασμένος γινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, που ξετυλιγόταν κάτω από θρησκευτικά λάβαρα, τόσο πιο ανελέητη, ήταν και από τις δύο πλευρές η τρομοκρατία.

Στο 17ο αιώνα, η Αγγλία πραγματοποίησε δύο επαναστάσεις: η πρώτη προκαλώντας βίαιους κοινωνικούς κλονισμούς και πολέμους, οδήγησε, ανάμεσα στα άλλα, στην εκτέλεση του Καρόλου 1ου . Η δεύτερη, στέφθηκε με επιτυχία με την άνοδο στο θρόνο μιας νέας δυναστείας. Η αγγλική μπουρζουαζία και οι ιστορικοί της βλέπουν με πολύ διαφορετική γωνιά την καθεμιά από τις δύο αυτές επαναστάσεις: η πρώτη είναι, στα μάτια τους, μια απεχθής Ζακερί, ή μεγάλη “ανταρσία”. Η δεύτερη, πήρε το όνομα “ένδοξη επανάσταση”. Ο γάλλος ιστορικός Αύγουστος Τιερί έχει κατονομάσει τα αίτια της διαφορετικής αυτής εκτίμησης. Στην πρώτη αγγλική επανάσταση, στη μεγάλη “ανταρσία” ενεργούσε ο λαός, ενώ στη δεύτερη ήταν σχεδόν “σιωπηλός”. Αυτό συνέβη γιατί ακριβώς κάτω από ένα καθεστώς ταξικής σκλαβιάς, είναι πολύ δύσκολο να μάθεις καλούς τρόπους στις καταπιεζόμενες μάζες. Απελπισμένες, μάχονται με παλούκια και πέτρες, με τη φωτιά και το σκοινί. Οι ιστορικοί που βρίσκονται στην υπηρεσία των μοναρχών και των εκμεταλλευτών προσβάλλονται καμιά φορά. Αλλά το μεγάλο γεγονός στη σύγχρονη “αστική” ιστορία είναι η “μεγάλη ανταρσία” και όχι η “ένδοξη επανάσταση”.

Το πιο σημαντικό γεγονός της σύγχρονης ιστορίας ύστερα από τη Μεταρρύθμιση και τη “μεγάλη ανταρσία”, γεγονός που, με τη σπουδαιότητά του, αφήνει μακριά πίσω του τα δύο προηγούμενα, υπήρξε η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 18ου αιώνα. Η κλασική επανάσταση γέννησε την κλασική τρομοκρατία. Ο Κάουτσκυ είναι έτοιμος να συχωρέσει την τρομοκρατία των Γιακοβίνων, αναγνωρίζοντας πως κανένα άλλο μέτρο Δε θα τους επέτρεπε να σώσουν τη Δημοκρατία. Μα κανείς Δε νοιάζεται για την όψιμη αυτή δικαιολόγηση. Για τους Κάουτσκυ του τέλους του 18ου αιώνα (τους αρχηγούς των γάλλων Γιροδίνων), οι Γιακοβίνοι ήταν προσωποποίηση του κακού. Να, σ’ όλη της τη χυδαιότητα, μια σύγκριση αρκετά διδαχτική των Γιροδίνων και τους Γιακοβίνους, που γράφτηκε από την πένα ενός γάλλου αστού ιστορικού.

“Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι θέλανε τη Δημοκρατία… Μα οι Γιροδίνοι θέλανε μια Δημοκρατία νόμιμη, ελεύθερη, γενναιόδωρη. Οι ορεινοί θέλανε μια Δημοκρατία δεσποτική και τρομοκρατική. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δήλωναν πως είναι υπέρ της κυριαρχίας του λαού. Οι Γιροδίνοι όμως με τη λέξη λαός εννοούσαν, και δικαιολογημένα, το σύνολο του πληθυσμού. Ενώ για τους Ορεινούς, ο λαός δεν ήταν παρά η εργατική τάξη, και κατά συνέπεια η εξουσία έπρεπε να ανήκει σε αυτούς μονάχα τους ανθρώπους”.

Η αντίθεση ανάμεσα στους ευγενείς υποστηριχτές της Συντακτικής Συνέλευσης και τους αιμοχαρείς πράκτορες της προλεταριακής δικτατορίας δείχνεται εδώ αρκετά καλά στους πολιτικούς όρους της εποχής.

Η σιδερένια δικτατορία των Γιακοβίνων επιβλήθηκε από την εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση της επαναστατικής Γαλλίας. Να τι λέει πάνω σ’ αυτό ένας αστός ιστορικός:

“Τα ξένα στρατεύματα είχαν μπει στο γαλλικό έδαφος από τέσσερα μέρη ταυτόχρονα: οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί στο Βορρά. Οι Πρώσοι στην Αλσατία. Στην Ντοφίν και μέχρι τη Λυών οι Πεδεμόντιοι. Στο Ρουσιγιόν οι Ισπανοί. Κι αυτό σε μια στιγμή όπου ο εμφύλιος πόλεμος λυσσομανούσε σε τέσσερα διαφορετικά σημεία, στη Νορμανδία, τη Βαντέ, τη Λυών και Τουλόν”.

Και σ’ αυτά πρέπει ακόμα να προσθέσουμε τους εσωτερικούς εχθρούς, τους αναρίθμητους υπερασπιστές της παλιάς τάξης πραγμάτων, που ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν με όλα τα μέσα τον εχθρό.

Η αυστηρότητα της προλεταριακής δικτατορίας στη Ρωσία, ας τονίσουμε, καθορίστηκε από περιστάσεις όχι λιγότερο κρίσιμες. Ένα συνεχές μέτωπο από το Βορρά ως το Νότο, από την Ανατολή ως τη Δύση. Πέρα από τους αντεπαναστατικούς στρατούς του Κολτσάκ, του Ντενίκιν κλπ. Στη σοβιετική Ρωσία επιτέθηκαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, οι Τσεχοσλοβάκοι, οι Σέρβοι, οι Πολωνοί, οι Ρουμάνοι, οι Γάλλοι, οι Ουκρανοί, οι Άγγλοι, οι Αμερικάνοι, οι Γιαπωνέζοι, οι Φιλανδοί, οι Εσθονοί και οι Λιθουανοί. Στο εσωτερικό της χώρας, που ήταν από παντού μπλοκαρισμένη και πέθαινε από την πείνα, δεν συναντούσες παρά απανωτές συνωμοσίες, εξεγέρσεις, τρομοκρατικές πράξεις, ανατινάξεις αποθηκών, των σιδηροδρομικών δικτύων και των γεφυριών.

“Η κυβέρνηση που είχε αναλάβει να παλέψει με τους αναρίθμητους εχθρούς του εξωτερικού και του εσωτερικού δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε αρκετό στρατό, με μια λέξη, τίποτε, εκτός από μια απεριόριστη ενεργητικότητα, μια θερμή υποστήριξη από μέρους των επαναστατικών στοιχείων της χώρας και το θάρρος να καταφύγει σ’ όλα τα μέτρα, όσο αυθαίρετα και σκληρά κι αν ήταν αυτά, για τη σωτηρία της πατρίδας”.

Μ’ αυτά τα λόγια χαρακτήριζε άλλοτε ο Πλεχάνωφ την κυβέρνηση των …Γιακοβίνων, (“Ο Σοσιαλδημοκράτης”: Τετράμηνη Πολιτική Λογοτεχνική Επιθεώρηση”, Φλεβάρης, Τόμος 1ος, Λονδίνο 1890. Άρθρο για τα “Εκατόχρονα της Μεγάλης Επανάστασης”, σελ. 6-7).

Ας στραφούμε, όμως, προς την επανάσταση που έγινε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στις Ενωμένες Πολιτείες, τη χώρα αυτή της “δημοκρατίας”. Αν και δεν επρόκειτο για την κατάλυση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά για την κατάργηση της ιδιοκτησίας πάνω στους μαύρους, οι θεσμοί της δημοκρατίας δεν υπήρξαν λιγότερο ανίκανοι, να λύσουν τη διένεξη με δημοκρατικά μέσα. Οι Πολιτείες του Νότου, αφού νικήθηκαν στις προεδρικές εκλογές του 1860, αποφάσισαν να επανακτήσουν, με οποιοδήποτε τίμημα, την επιρροή που εξασκούσαν μέχρι τότε για τη διατήρηση της δουλείας και ενώ, εκφωνούσαν, όπως συνήθως γίνεται, στομφώδεις λόγους για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, έπαιρναν το δρόμο που οδηγούσε στην εξέγερση των δουλοκτητών. Όλα τα κατοπινά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου προκύψανε αναπόφευκτα απ’ αυτό. Από την αρχή της πάλης, η στρατιωτική κυβέρνηση της Βαλτιμόρης φυλάκισε, στο φρούριο Μακ Χένρι ,παρά το “Habeas Corpus” μερικούς πολίτες οπαδούς του δουλοκτητικού Νότου παραβιάζοντας το Habeas Corpus. Το ζήτημα αν ήταν νόμιμες ή παράνομες αυτές οι πράξεις έγινε το αντικείμενο μιας έντονης συζήτησης ανάμεσα στις λεγόμενες “ανώτατες αρχές” του τόπου. Ο ανώτατος δικαστής Τίνεϊ αποφάσισε πως ο πρόεδρος της δημοκρατίας δεν είχε ούτε το δικαίωμα να παραχωρήσει παρόμοιες εξουσίες στις στρατιωτικές αρχές.

“Τέτοια είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η σωστή συνταγματική λύση του ζητήματος λύση αυτού του ζητήματος –λέει ένας από τους πρώτους ιστορικούς του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου. Μα η κατάσταση ήταν τόσο κρίσιμη, και η ανάγκη να παρθούν ριζικά μέτρα απέναντι στον πληθυσμό της Βαλτιμόρης τόσο πιεστική, ώστε η κυβέρνηση και ο λαός των Ενωμένων Πολιτειών απαιτούσαν να παρθούν τα πλέον αποφασιστικά μέτρα”. (Ιστορία του αμερικάνικου πολέμου”, Φλέτσερ, αντισυνταγματάρχης των σκοτσέζων τυφεκιοφόρων της φρουράς)

Τα λίγα πράγματα που είχε ανάγκη ο επαναστατημένος Νότος του τα πρόσφεραν μυστικά οι έμποροι του Βορρά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν έμεινε πια στους κατοίκους του Βορρά παρά να καταφύγουν στην καταπίεση. Στις 6 Αυγούστου 1861, επικυρώθηκε από τον πρόεδρο ένα νομοσχέδιο του κογκρέσου για τη “δήμευση της ατομικής εκείνης ιδιοκτησίας που χρησιμοποιείται για επαναστατικούς σκοπούς”. Ο λαός, που εκπροσωπούνταν από τα πιο δημοκρατικά στοιχεία, ήταν επιρρεπής στα ακραία μέτρα. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είχε στο Βορρά μια αποφασιστική πλειοψηφία και όλοι εκείνοι που ήταν ύποπτοι για χωριστικές τάσεις, δηλαδή υποστήριζαν τις διασπαστικές Πολιτείες του Νότου, έγιναν αντικείμενο βίας. Σε ορισμένες πόλεις του Βορρά κι ακόμα στις πολιτείες της Νέας Αγγλίας, που υπερηφανευόνταν για την ησυχία τους, ο πληθυσμός κατέλαβε επανειλημμένα και κατέστρεψε τα γραφεία και τα τυπογραφεία των εφημερίδων που υποστήριζαν τους εξεγερμένους δουλοκτήτες. Κάθε τόσο μπορούσες να δεις τους αντιδραστικούς εκδότες πασαλειμμένους με κατράμι και στολισμένους με φτερά να τους περιφέρουν στους δρόμους με τη γελοία αυτή αμφίεση χλευάζοντάς τους μέχρι τη στιγμή που θα δέχονταν να ορκιστούν πίστη στην Ένωση. Η προσωπικότητα ενός ιδιοκτήτη φυτειών πασαλειμμένη με κατράμι δεν είχε πια τίποτε το κοινό με το “σκοπό καθ’ εαυτό” και γι’ αυτό το λόγο η κατηγορική προσταγή του Κάουτσκυ έχει υποστεί στη διάρκεια του αμερικάνικού εμφυλίου πολέμου ένα σημαντικό κτύπημα. Μα αυτό δεν είναι όλο.

“Η κυβέρνηση, από τη μεριά της, μας εξιστορεί ο ίδιος ιστορικός, είχε καταφύγει σε διάφορα καταπιεστικά μέτρα ενάντια στις εκδόσεις που δεν υιοθετούσαν την άποψή της. και ο αμερικάνικος τύπος, που μέχρι τότε είχε γνωρίσει την πιο μεγάλη ελευθερία, βρέθηκε πολύ γρήγορα σε κατάσταση το ίδιο δύσκολη με κείνη των αυταρχικών κρατών της Ευρώπης” Η ελευθερία του λόγου είχε την ίδια τύχη. “Έτσι –συνεχίζει ο αντισυνταγματάρχης Φλέτσερ- ο αμερικάνικος λαός βρέθηκε ταυτόχρονα απογυμνωμένος από το μεγαλύτερο μέρος των ελευθεριών του. Πρέπει να σημειωθεί –συνεχίζει σαν ηθικολόγος- πως η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν τόσο απορροφημένη από τον πόλεμο και τόσο πολύ πρόθυμη να αποδεχτεί όλες τις θυσίες για να φτάσει στο σκοπό της, ώστε όχι μόνο Δε λυπόταν για το χάσιμο των ελευθεριών της, αλλά και έμοιαζε να τις παραβλέπει”. (Η Ιστορία του Αμερικάνικου Πολέμου”, σελ. 162-164)

Οι αιμοχαρείς δουλοκτήτες του Νότου και το λυσσασμένο μπουλούκι των υπηρετών του ενεργούσαν με μια πολύ πιο μεγάλη παραφορά.

“Παντού, -εξιστορεί ο κόμητας του Παρισιού- όπου σχηματιζόταν μια πλειοψηφία υπέρ της δουλείας, η κοινή γνώμη γινόταν τρομερά δεσποτική απέναντι στη μειονότητα. Όλοι εκείνοι που σέβονταν την εθνική σημαία… είχαν φιμωθεί. Μα αυτό φάνηκε πολύ ανεπαρκές. Όπως γίνεται σ’ όλες τις επαναστάσεις ανάγκασαν τους αδιάφορους να εκφράσουν την αφοσίωσή τους στην καινούργια υπόθεση… Εκείνους που το αρνιόντουσαν τους ρίχνανε βορά στο μίσος και τη βία του όχλου… Σε όλα τα κέντρα που άρχιζε να γεννιέται ο πολιτισμός (Νότιο-Δυτικές Πολιτείες) ιδρύθηκαν επιτροπές επαγρύπνησης που αποτελούνταν απ’ όλους εκείνους που είχαν αναδειχτεί με τον εξτρεμισμό τους στη διάρκεια της εκλογικής πάλης… Οι ταβέρνες ήταν ο συνηθισμένος τόπος των συνεδριάσεων, και ένα θορυβώδες όργιο ανακατευόταν με την αξιοθρήνητη παρωδία των δημοσίων μορφών δικαιοσύνης. Μερικοί δαιμονισμένοι που συνεδρίαζαν γύρω από έναν πάγκο που πάνω του έτρεχε το τζιν και το ουίσκι, δίκαζαν τους παρόντες ή απόντες συμπολίτες τους. Ο κατηγορούμενος, πριν ακόμα ανακριθεί,, έβλεπε κι όλας να προετοιμάζουν την απαίσια κρεμάλα. Κι αυτός που δεν προσάγονταν στο δικαστήριο μάθαινε την καταδίκη τους πέφτοντας κάτω από τις σφαίρες του δημίου που κρυβόταν μέσα στους θάμνους του δάσους…”.

Η εικόνα αυτή μας φέρνει στη μνήμη τις σκηνές που ξετυλίγονται κάθε μέρα στις περιοχές όπου δρουν ο Ντενίκιν, ο Κόλτσακ, ο Γιούντενιτς και οι άλλοι πρωταθλητές της Αγγλο-γαλλο-αμερικάνικης “δημοκρατίας”.

Πως έμπαινε το ζήτημα της τρομοκρατίας κάτω από την Κομμούνα του Παρισιού; Αυτό θα δούμε πιο κάτω. Όποιες κι αν είναι οι προσπάθειες που κάνει ο Κάουτσκυ για να μας αντιτάξει την Κομμούνα δεν είναι καθόλου θεμελιωμένες και τον υποχρεώνουν να καταφεύγει σε μια ευτελή φρασεολογία.

Πρέπει, φαίνεται, να δούμε τη σύλληψη ομήρων, Σα φαινόμενο “εγγενές” στην τρομοκρατία του εμφυλίου πολέμου. Ο Κάουτσκυ αντίπαλος της τρομοκρατίας και της σύλληψης ομήρων, είναι ωστόσο υπέρ της Κομμούνας του Παρισιού (είναι αλήθεια πως αυτή υπήρξε πριν πενήντα χρόνια). Η Κομμούνα είχε όμως συλλάβει ομήρους. Από δω και η κάποια αμηχανία του συγγραφέα μας. Αλλά σε τι θα χρησίμευε η κανονιστική θεολογία, αν όχι σε τέτοιες περιπτώσεις;

Τα διδάγματα της Κομμούνας για τους ομήρους και για την εκτέλεσή τους, σαν απάντηση στις ωμότητες των Βερσαγιέζων, ήταν αιτιολογημένα –σύμφωνα με τη βαθυστόχαστη ερμηνεία του Κάουτσκυ- από την επιθυμία να σωθούν ανθρώπινες ζωές κι όχι από την επιθυμία του θανάτου. Θαυμάσια ανακάλυψη! Δε μένει πια παρά να την εμπλουτίσουμε. Μπορούμε και πρέπει να του δώσουμε να καταλάβει πως στην εποχή του εμφυλίου πολέμου εξολοθρεύαμε τους λευκοφρουρούς για να μην εξολοθρεύσουν τους εργαζόμενους. Επομένως ο στόχος μας δεν ήταν να αφαιρέσουμε ανθρώπινες ζωές αλλά να τις προφυλάξουμε. Αν για την προφύλαξή τους έπρεπε να παλέψουμε με το όπλο στο χέρι, κι αν αυτό μας οδηγεί στην εξολόθρευσή τους- υπάρχει εδώ ένα αίνιγμα που το διαλεκτικό μυστικό του διασαφηνίστηκε από το γέρο-Χέγκελ, για να μη μιλήσουμε για τους σοφούς που άνηκαν σε παλιότερες σχολές.

Η Κομμούνα Δε θα μπορούσε να κρατηθεί και να στερεωθεί αν δεν έκανε έναν ανελέητο πόλεμο ενάντια στους Βερσαγιέζους. Οι τελευταίοι είχαν, στο Παρίσι, έναν μεγάλο αριθμό πρακτόρων. Αφού βρισκόταν σε πόλεμο με τους πράκτορες του Θιέρσου, η Κομμούνα δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς από το να εξολοθρεύσει τους βερσαγιέζους τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν. Αν η εξουσία της είχε ξεπεράσει τα όρια του Παρισιού, θα είχε προσκρούσει –στην ανάπτυξη του εμφυλίου πολέμου με το στρατό της Εθνοσυνέλευσης- σε εχθρούς πολύ πιο επικίνδυνους, στους ίδιους τους κόλπους του ειρηνικού πληθυσμού. Η Κομμούνα Δε θα μπορούσε πολεμώντας τους βασιλόφρονες, να παραχωρήσει ελευθερία λόγου στους πράκτορές τους στα μετόπισθεν.

Ο Κάουτσκυ, παρά τα μεγάλα σύγχρονα γεγονότα, δεν έχει ιδέα τι θα πει πόλεμος γενικά και εμφύλιος πόλεμος ιδιαίτερα. Δεν κατορθώνει να καταλάβει πως κάθε οπαδός του Θιέρσου στο Παρίσι δεν ήταν ένας απλός ιδεολογικός “αντίπαλος” των κομμουνάρων, αλλά ένας πράκτορας, ένας κατάσκοπος του Θιέρσου, ένας θανάσιμος εχθρός που παραμονεύει τη στιγμή να τους καρφώσει πισώπλατα. Επομένως ο εχθρός πρέπει να τεθεί εκτός μάχης για να μην βλάψει, πράγμα που, σε καιρό πολέμου, δεν μπορεί να γίνει παρά με την εξάλειψή του.

Στην επανάσταση, όπως και στον πόλεμο, πρέπει να συντριβεί η θέληση του εχθρού, να αναγκαστεί να συνθηκολογήσει αποδεχόμενος τους όρους του νικητή.

Η θέληση, βεβαίως, είναι ένα γεγονός του φυσικού κόσμου, αλλά σε αντίθεση με μια συγκέντρωση, με μια διαμάχη ή μ’ ένα συνέδριο η επανάσταση επιδιώκει τους σκοπούς της με την προσφυγή σε υλικά μέσα, αν και σε μικρό βαθμό απ’ ότι ο πόλεμος.

Η μπουρζουαζία κυρίεψε την εξουσία με την εξέγερση, και την στερέωσε με τον εμφύλιο πόλεμο. Σε καιρό ειρήνης, προστατεύει την εξουσία της με τη βοήθεια ενός πολύ πολύπλοκου καταπιεστικού μηχανισμού. Όσο θα υπάρχει η ταξική κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω σε απύθμενους ανταγωνισμούς, η χρησιμοποίηση των καταπιεστικών μέτρων θα είναι απαραίτητη για να σπάσει η θέληση της αντίθετης πλευράς.

Ακόμα κι αν η δικτατορία του προλεταριάτου γεννιόταν, σε ορισμένες χώρες, στους κόλπους της δημοκρατίας, μ’ αυτό Δε θα αποφευγόταν ο εμφύλιος πόλεμος. Το ζήτημα του να γνωρίζουμε σε ποιόν θα ανήκει η εξουσία μέσα στη χώρα, δηλαδή αν η μπουρζουαζία πρέπει να ζήσει ή να πεθάνει, θα λυθεί όχι με το να καταφεύγουμε στα άρθρα του Συντάγματος, αλλά με την άσκηση κάθε μορφής βίας. Ότι και να κάνει ο Κάουτσκυ για να αναλύσει την τροφή του ανθρωποπιθήκου και τις άλλες περιπτώσεις, κοντινές ή απομακρυσμένες που θα τους επιτρέψουν να καθορίσει τα αίτια της ανθρώπινης απανθρωπιάς, Δε θα βρει στην ιστορία άλλα μέσα για να συντρίψει την ταξική θέληση του εχθρού πέρα από τη συστηματική και ενεργητική χρήση της βίας.

Ο βαθμός όξυνσης της πάλης εξαρτάται εξ ολοκλήρου από μια σειρά εσωτερικούς και διεθνείς όρους. Όσο πιο λυσσασμένη και επικίνδυνη θα γίνεται η αντίσταση του ηττημένου ταξικού εχθρού, τόσο το σύστημα καταναγκασμού θα μεταμορφώνεται αναπόφευκτα σε σύστημα τρομοκρατίας.

Μα ο Κάουτσκυ παίρνει εδώ απρόοπτα μια καινούργια θέση στην πάλη του ενάντια στην τρομοκρατία των Σοβιέτ. Απλά προσποιείται ότι αγνοεί την παράφορη αντεπαναστατική αντίσταση της ρώσικης μπουρζουαζίας.

“Παρόμοια παράφορα δεν παρατηρήθηκε –λέει- στην Πετρούπολη και τη Μόσχα τον Οκτώβρη του 1917 κι ακόμα λιγότερο, τελευταία, στη Βουδαπέστη”. (σελ. 149)

Με τον εξαίσιο αυτό τρόπο τοποθέτησης του ζητήματος, η επαναστατική τρομοκρατία γίνεται απλά προϊόν του αιμοβόρου πνεύματος των μπολσεβίκων που παράλληλα απομακρύνθηκαν από τις παραδόσεις του φυτοφάγου ανθρωποπιθήκου και την ηθικοδιδασκαλία του Κάουτσκυ.

Η κατάκτηση της εξουσίας από τα Σοβιέτ του Οκτώβρη του 1917 εκπληρώθηκε με τίμημα ασήμαντες απώλειες. Η ρώσικη μπουρζουαζία αισθανόταν τόσο απομονωμένη από τις μάζες, τόσο ανίσχυρη στο εσωτερικό, τόσο εκτεθειμένη από την πορεία και την έκβαση του πολέμου, τόσο αποθαρρημένη από το καθεστώς του Κερένσκι, που δεν διακινδύνεψε να αντισταθεί. Στην Πετρούπολη, η εξουσία του Κερένσκι ανατράπηκε σχεδόν χωρίς μάχη. Στη Μόσχα, η αντίσταση παρατάθηκε κυρίως εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα των ίδιων των ενεργειών μας. Στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις, η εξουσία πέρασε στα Σοβιέτ κάτω από ένα απλό τηλεγράφημα της Πετρούπολης ή της Μόσχας. Αν τα πράγματα είχαν μείνει ως εδώ, δεν θα υπήρχε καθόλου ζήτημα κόκκινης τρομοκρατίας. Μα από τον Οκτώβρη του 1917 υπήρχαν ενδείξεις της έναρξης της αντίστασης από μέρους των κατεχόντων. Είναι αλήθεια πως χρειάστηκε η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων της Δύσης για να δώσουν στη ρώσικη αντεπανάσταση αυτή την αυτοπεποίθηση και στην αντίστασή της μια δύναμη ολοένα και πιο μεγάλη: πράγμα που μπορεί κανείς να το αποδείξει με τα καθημερινά, σημαντικά ή δευτερεύοντα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σ’ όλη τη διάρκεια της σοβιετικής επανάστασης.

Το “Μεγάλο Γενικό Επιτελείο” του Κερένσκι δεν έβρισκε κανένα στήριγμα στις μάζες των στρατιωτών. Ήταν διατεθειμένο να αναγνωρίσει τη Σοβιετική κυβέρνηση που άρχιζε διαπραγματεύσεις με τους γερμανούς για το κλείσιμο ανακωχής. Ακολούθησε μια διαμαρτυρία των στρατιωτικών αποστολών της Αντάντ, που συνοδευόταν από ανοικτές απειλές. Το “Μεγάλο Γενικό Επιτελείο” τρομοκρατήθηκε. Κάτω από την πίεση των “συμμάχων” αξιωματικών μπήκε στο δρόμο της αντίστασης, προκαλώντας έτσι την ένοπλη σύγκρουση και τη δολοφονία του αρχηγού του γενικού επιτελείου στρατηγού Ντουκόνιν, από μια ομάδα επαναστατημένων ναυτών.

Στην Πετρούπολη, οι επίσημοι πράκτορες της Αντάντ, και ιδιαίτερα η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή, ενεργώντας από κοινού με τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους, οργάνωναν ανοιχτά την αντίσταση από τη δεύτερη μέρα της επανάστασης. Κινητοποιώντας, οπλίζοντας και κατευθύνοντας ενάντια μας τους Ευέλπιδες (γιούγκερς) και την αστική νεολαία. Η ανταρσία των γιούγκερς στις 28 Οκτώβρη κόστισε εκατό φορές περισσότερα θύματα από όσα η επανάσταση στις 25 του Οκτώβρη. Η τυχοδιωκτική εκστρατεία των Κερένσκι – Κρασνόφ ενάντια στην Πετρούπολη, που υποκινήθηκε από την Αντάντ, έμελλε φυσιολογικά να μπάσει στην πάλη τα πρώτα στοιχεία αγριότητας. Ο στρατηγός Κρασνόφ αφέθηκε εντούτοις ελεύθερος αφού μας έδωσε το λόγο του. Η εξέγερση του Γιαροσλάβ (το καλοκαίρι του 1918), που κόστισε τόσα θύματα, οργανώθηκε από τον Σαβίνκοφ, με εντολή της γαλλικής πρεσβείας και με δικά της έξοδα. Η κατάληψη του Αρχάγγελου έγινε με βάση τα σχέδια πρακτόρων του βρετανικού ναυτικού, με τη βοήθεια αγγλικών αεροπλάνων και πολεμικών πλοίων. Η αρχή της αυτοκρατορίας του Κόλτσακ, που ήταν άνθρωπος του αμερικάνικου Χρηματιστηρίου, ήταν δουλειά της ξένης τσεχοσλοβάκικης λεγεώνας με έξοδα της γαλλικής κυβέρνησης. Ο Καλέντιν και ο Κρασνόφ (που τον απελευθερώσαμε εμείς), πρώτοι ηγέτες της αντεπανάστασης του Ντον, δεν μπόρεσαν να πετύχουν τις όποιες επιτυχίες τους παρά χάρη στην οικονομική και στρατιωτική βοήθεια της Γερμανίας, Στην Ουκρανία, η σοβιετική εξουσία ανατράπηκε στις αρχές του 1918 από το γερμανικό μιλιταρισμό. Με τα οικονομικά και τεχνικά μέσα της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας δημιουργήθηκε ο εθελοντικός Στρατός του Ντενίκιν. Μονάχα με την ελπίδα μιας επέμβασης της Αγγλίας και σε συνέχεια με την υλική βοήθεια της οργανώθηκε ο στρατός του Γιουντένιτς. Οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες και οι δημοσιογράφοι των χωρών της Αντάντ, συζητούν με πλήρη ειλικρίνεια, εδώ και δύο χρόνια, το ζήτημα αν ο εμφύλιος πόλεμος στην Ρωσία είναι μια αρκετά επικερδής επιχείρηση για να μπορεί κανείς να την χρηματοδοτήσει. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, πρέπει να έχεις ένα κεφάλι σκληρό σαν πέτρα για να αναζητάς τα αίτια του αιματηρού χαρακτήρα του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, στην κακή θέληση των μπολσεβίκων κι όχι στη διεθνή κατάσταση.

Το ρώσικο προλεταριάτο μπήκε πρώτο στην πάλη της κοινωνικής επανάστασης, και η ρώσικη μπουρζουαζία, πολιτικά ανίσχυρη, είχε το θάρρος να μη δεχτεί την πολιτική και οικονομική απαλλοτρίωσή της, μόνο και μόνο γιατί έβλεπε παντού τα μεγαλύτερα αδέλφια της να κρατούν την εξουσία και να είναι οικονομικά, πολιτικά και ως έναν ορισμένο βαθμό στρατιωτικά παντοδύναμα.

Αν η επανάστασή μας του Οκτώβρη είχε γίνει μερικούς μήνες ή ακόμα και μερικές βδομάδες ύστερα από την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία πως θα ήταν η πιο “ειρηνική”, η λιγότερο “αιματηρή” απ’ όλες τις πιθανές επαναστάσεις στον αμαρτωλό τούτο κόσμο. Μα η ιστορική αυτή σειρά –από πρώτη ματιά η πιο “φυσική” και όπως και να έχει η πιο ευνοϊκή για τη ρώσικη εργατική τάξη- δεν παραβιάστηκε από δικό μας λάθος, αλλά από τη θέληση των γεγονότων: το ρώσικο προλεταριάτο, αντί να είναι το τελευταίο, βρέθηκε πρώτο. Αυτή ακριβώς η κατάσταση έδωσε, ύστερα από την πρώτη περίοδο σύγχυσης έναν χαρακτήρα εξαιρετικά λυσσασμένο στην αντίσταση των πρώην κυρίαρχων τάξεων της Ρωσίας και υποχρέωσε το ρώσικο προλεταριάτο, την ώρα των πιο μεγάλων κινδύνων των επιθέσεων από το εξωτερικό, των συνωμοσιών και των εξεγέρσεων στο εσωτερικό, να καταφύγει στα σκληρά μέτρα της κρατικής τρομοκρατίας. Το ότι αυτά τα μέτρα ήταν ατελέσφορα, αυτό δεν μπορεί κανείς να το ισχυριστεί για την ώρα. Αλλά μήπως πρέπει να τα χαρακτηρίσουμε… “απαράδεκτα”.

Η εργατική τάξη, που παλεύοντας κατάχτησε την εξουσία, είχε στόχο και καθήκον της να την κάνει ακλόνητη, αν εξασφαλίσει οριστικά την κυριαρχία της, να κόψει κάθε διάθεση για πραξικόπημα στους εχθρούς της κι έτσι να αποχτήσει τη δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγάλες σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις. Διαφορετικά δεν έπρεπε να πάρει την εξουσία.

Η επανάσταση δεν περιλαμβάνει “λογικά” την τρομοκρατία το ίδιο όμως δεν περιλαμβάνει “λογικά” την ένοπλη εξέγερση. Τι βαθιά κοινοτυπία! Μα, αντίθετα, η επανάσταση απαιτεί από την επαναστατική τάξη να βάλει όλα της τα μέσα σε ενέργεια για να πετύχει τους σκοπούς της: με την ένοπλη εξέγερση, αν χρειαστεί. Με την τρομοκρατία, αν αυτή είναι αναγκαία. Μια επαναστατική τάξη που κατέκτησε την εξουσία με το όπλο στο χέρι, έχει καθήκον να συντρίψει με τη βία όλες τις προσπάθειες που θα κάνουν για να της την αποσπάσουν. Όπου αντιμετωπίζει έναν εχθρικό στρατό θα του αντιτάξει το δικό της στρατό. Οπουδήποτε βρεθεί μπροστά σε μια ένοπλη συνωμοσία, μια απόπειρα δολοφονίας, μια εξέγερση, θα την συντρίψει ανελέητα. Μήπως ο Κάουτσκυ έχει επινοήσει άλλα μέσα; ή ανάγει όλο το ζήτημα στο βαθμό καταπίεσης και θα πρότεινε, σ’ αυτή την περίπτωση, να καταφύγουμε καλύτερα στη φυλάκιση παρά στην ποινή του θανάτου;

Το ζήτημα των μορφών και του βαθμού της καταπίεσης δεν είναι ασφαλώς, ζήτημα “αρχής”. Είναι ένα ζήτημα μέσων για να φτάσουμε στο σκοπό. Σε μια επαναστατική εποχή, το κόμμα που κυνηγήθηκε από την εξουσία, που δεν θέλει να παραδεχτεί τη σταθερότητα της άρχουσας τάξης και που το αποδείχνει με την απεγνωσμένη πάλη που διεξάγει ενάντιά της, δεν θα τρομοκρατηθεί από την απειλή των φυλακίσεων αφού δεν πιστεύει στην παράτασή τους. Από αυτό μονάχα το απλό, αλλά αποφασιστικό γεγονός εξηγείται η συχνή εφαρμογή της ποινής του θανάτου στον εμφύλιο πόλεμο.

Μήπως όμως ο Κάουτσκυ θέλει να πει πως η ποινή του θανάτου δεν είναι γενικά σύμφωνη με το σκοπό που επιδιώκουμε, κι ότι είναι αδύνατο να τρομοκρατήσει κανείς τις “τάξεις”; Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η τρομοκρατία είναι ανίσχυρη –κι ακόμα δεν είναι τέτοια παρά “μακροπρόθεσμα”- όταν ασκείται από την αντίδραση ενάντια σε μια ιστορικά ανερχόμενη τάξη. Αντίθετα, η τρομοκρατία ενάντια στην αντιδραστική τάξη που δεν θέλει να εγκαταλείψει την αρένα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Ο εκφοβισμός είναι ένα ισχυρό όπλο της πολιτικής δραστηριότητας τόσο σε διεθνή κλίμακα όσο και στο εσωτερικό. Ο πόλεμος, το ίδιο όπως και η επανάσταση, στηρίζεται στον εκφοβισμό. Ένας νικηφόρος πόλεμος δεν εξοντώνει κατά γενικό κανόνα παρά ένα ελάχιστο μέρος του ηττημένου στρατού, αλλά αποθαρρύνει τους άλλους και συντρίβει τη θέλησή τους. Η επανάσταση ενεργεί με τον ίδιο τρόπο: σκοτώνει μερικά άτομα και τρομοκρατεί χιλιάδες. Μ’ αυτήν την έννοια, η κόκκινη τρομοκρατία δεν διαφέρει βασικά από την ένοπλη εξέγερση, που δεν είναι παρά η άμεση συνέχειά της. Δεν μπορεί να καταδικάσει “ηθικά” την κρατική τρομοκρατία της επαναστατικής τάξης παρά εκείνος που καταρχήν, απορρίπτει (με λόγια) κάθε βία γενικά –επομένως κάθε πόλεμο και κάθε εξέγερση. Αλλά τότε είναι απλά και μόνο ένας υποκριτής καουάκερος.

“Πως λοιπόν να διακρίνουμε –μας ρωτούν οι ποντίφικες του φιλελευθερισμού και του “καουτσκισμού”-την τακτική σας από την τακτική του τσαρισμού;”

Δεν το καταλαβαίνεται, άγιοι άνθρωποι; Θα σας το εξηγήσουμε. Η τρομοκρατία του τσαρισμού κατευθυνόταν ενάντια στο προλεταριάτο. Η τσαρική αστυνομία στραγγάλιζε τους εργάτες που πάλευαν για το σοσιαλιστικό καθεστώς. Οι Έκτακτες Επιτροπές μας τουφεκίζουν τους μεγαλογαιοκτήμονες, τους καπιταλιστές, τους στρατηγούς που πασχίζουν να αποκαταστήσουν το καπιταλιστικό καθεστώς. Συλλάβατε μήπως τη διαφορά στην… απόχρωση; Ναι; Ε, αυτή η διάφορα είναι για μας τους κομμουνιστές υπεραρκετή.

Αριστερά και πόλεμος (Απρίλης 2003)

Τα κόμματα και οι οργανώσεις τις αριστεράς όλου του φάσματος (κοινοβουλευτική, εξωκοινοβουλευτική, ριζοσπαστική, ανεξάρτητη ή όπως αλλιώς θέλει να είναι) για ακόμη μια φορά αδυνατούν να πάρουν μια ξεκάθαρη θέση. Είναι χαρακτηριστικό δε, ότι ενώ ο πόλεμος έχει ξεκινήσει, ενώ βομβαρδίζονται οι πόλεις του Ιράκ, ενώ ο λάος αυτής της χώρας αμύνεται με απίστευτο θάρρος, η αριστερά μας παραμένει κολλημένη στο «Όχι στον πόλεμο».

Το πρώτο λοιπόν ερώτημα που πρέπει να απαντήσουν όλοι αυτοί που συνεχίζουν να ρίχνουν τα ίδια χθεσινά συνθήματα είναι αν έχουν καταλάβει ότι έχει ξεκινήσει η εισβολή. Αλήθεια τι σημαίνει τώρα το «όχι στον πόλεμο»; Μήπως ότι γενικά ο πόλεμος είναι ένας κακός τρόπος επίλυσης των διαφορών, γιατί έτσι σκοτώνονται άμαχοι και «αθώοι»; Πράγματι ο πόλεμος δημιουργεί εκατόμβες θυμάτων, χιλιάδων ανθρώπων, όχι μόνο αμάχων αλλά και ενόπλων, γιατί κι αυτοί οι τελευταίοι συνεχίζουν να είναι άνθρωποι. Ακόμα και οι στρατιώτες της ιμπεριαλιστικής συμμορίας παρά το ότι είναι επαγγελματίες οι περισσότεροι απ’ αυτούς προέρχονται από πάμφτωχες οικογένειες που κατατάχθηκαν στον στρατό όχι για να σκοτώνουν Ιρακινούς αλλά για να φάνε ένα κομμάτι ψωμί. Το να καταδικάσει λοιπόν κανείς τον πόλεμο γιατί αυτός δημιουργεί θύματα είναι η μεγαλύτερη κοινοτυπία.

Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι

Υπάρχουν πόλεμοι που είναι απελευθερωτικοί και που ξεκινάμε από καταπιεσμένους λαούς ενάντια στους καταπιεστές τους. Σε μια τέτοια περίπτωση οι «ειρηνιστές» τι λένε; Ξανά «όχι στον πόλεμο»; Μήπως θα πρότειναν ανάμεσα στους καταπιεσμένους και στους δυνάστες τους μια «ειρήνη» για να μην υπάρξουν «αθώα» θύματα; Ο πόλεμος, σύμφωνα με τον Κλαούσεβιτς, είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Δεν είναι παρά μια ένοπλη σύραξη ανάμεσα σε έθνη ή και ανάμεσα σε τάξεις -όπως ο εμφύλιος ταξικός πόλεμος- σε μια στιγμή όπου όλα τα άλλα μέσα της αντιπαράθεσης έχουν εξαντλήσει τα όριά τους. Είναι ένα μέσο για την επιβολή της θέλησης της μιας πλευράς στην άλλη. Κάνεις δεν θεωρεί τον πόλεμο αυτοσκοπό, ούτε καν ο ίδιος ο Μπους και η συμμορία του. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι κανείς να ηθικολογεί γύρω από τον πόλεμο αλλά να πάρει ξεκάθαρη θέση γύρω από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα.

Γιατί «νίκη στο Ιράκ»

Η αριστερά σχεδόν όλου του φάσματος δέχεται ότι η καπιταλιστική κοινωνία βαζίζεται πάνω στην εκμετάλλευση της αστικής πάνω στην εργατική τάξη. Ακριβώς πάνω σ’ αυτή τη σχέση η κυρίαρχη τάξη βασίζει τον πλούτο της ο οποίος αποτελεί και το υλικό υπόβαθρο της πολιτικής της κυριαρχίας. Το ίδιο το κράτος στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που διαιτητεύει τους ταξικούς ανταγωνισμούς, αλλά ένα όργανο στα χέρια της κυρίαρχης αστικής τάξης που το χρησιμοποιεί όχι μόνο σαν μηχανισμό καταστολής αλλά και σαν μηχανισμό προπαγάνδας και επιβολής της δικιάς της ιδεολογίας στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις. Όλα αυτά είναι λίγο πολύ γνωστά.

Επίσης η αριστερά δέχεται ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή μια χούφτα μητροπόλεις ληστεύουν στην κυριολεξία τον πλούτο των χωρών της τριτοκοσμικής περιφέρειας και ακριβώς αυτό είναι το υλικό υπόβαθρο της ευημερίας τους και φυσικά ο μοναδικός λόγος για την απίστευτη εξαθλίωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του τρίτου κόσμου που επιβιώνουν με 1 δολάριο την ημέρα.
Όπως λοιπόν η ταξική εκμετάλλευση στο εσωτερικό μιας καπιταλιστικής χώρας δημιουργεί τις ταξικές συγκρούσεις από την πιο απλή μορφή εκδήλωσής τους που είναι μια απεργία μέχρι την πιο ωμή και βίαιη που είναι ο εμφύλιος ταξικός πόλεμος, έτσι και η ιμπεριαλιστική ληστεία του τρίτου κόσμου δημιουργεί ανταγωνισμούς οι οποίοι πολλές φορές καταλήγουν σε πολεμικές αναμετρήσεις. Αυτές οι αναμετρήσεις είτε παίρνουν τη μορφή εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων στο βαθμό που οι χώρες αυτές δεν έχουν κερδίσει την εθνική τους ανεξαρτησία, είτε, αν την έχουν κερδίσει, αμυντικών πολέμων προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια εισβολή από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που επιδιώκουν την επιβολή σχέσεων οικονομικής και πολιτικής υποτέλειας των χωρών αυτών, ιδιαίτερα αν οι κυβερνήσεις τους δεν είναι φερέφωνα των ιμπεριαλιστών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ανήκει και ο σημερινός πόλεμος – εισβολή στο Ιράκ.

Από την πλευρά του προλεταριάτου και του αγώνα για την απελευθέρωση από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, οι επαναστάτες μαρξιστές παίρνουν μια ξεκάθαρη θέση όχι μόνο υπέρ των προλεταριακών αγώνων ανεξαρτήτως μορφής και ηγεσίας που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό μιας χώρας αλλά και υπέρ των καταπιεσμένων εθνοτήτων έναντι του ιμπεριαλισμού ανεξάρτητα αν έχουν κρατική υπόσταση ή όχι και ανεξάρτητα επίσης αν ξεκίνησαν πρώτες την αναμέτρηση ή δέχτηκαν επίθεση. Η αριστερά υποτίθεται όταν τοποθετείται αυτό το κάνει πάντα από την πλευρά των συμφερόντων των καταπιεσμένων είτε πρόκειται για το προλεταριάτο είτε για ένα καταπιεσμένο έθνος. Και η τοποθέτηση αυτή δεν είναι «σταματήστε τις απεργίες», ούτε «σταματήστε τον πόλεμο».
Η μόνη θέση που πραγματικά στέκεται σήμερα στη σωστή πλευρά είναι αυτή που λέει «τσακίστε τους ιμπεριαλιστές», ρίχτε τους στον περσικό, κυνηγείστε τους από ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, και αφήστε την υπόλοιπη δουλειά στο προλεταριάτο των μητροπόλεων να τους υποδεχτεί όπως τους αξίζει, όλους αυτούς τους εγκληματίες πετρελαιάδες που δεν διαστάζουν να πνίξουν τον πλανήτη στο αίμα προκειμένου να εξασφαλίσουν τον γεωπολιτικό έλεγχο της Ευρασίας ή ότι άλλο διάλο θέλουν.

Γιατί λοιπόν τα κόμματα και οι οργανώσεις της αριστεράς δεν τολμούν να φωνάξουν και να παλέψουν για τη «νίκη του Ιράκ»; Να απαντήσουν εδώ και τώρα ξεκάθαρα χωρίς υπεκφυγές: Επιθυμούν την συντριβή των στρατευμάτων του ιμπεριαλισμού από τον στρατό του Ιράκ που πολεμάει μαζί με τον ένοπλο ιρακινό λαό, έστω και κάτω από την ηγεσία του Σαντάμ, ναι ή όχι; Μια τέτοια εξέλιξη, όσο κι αν φαίνεται απίστευτη (σε μας καθόλου) θα ήταν προς το συμφέρον του παλαιστινιακού λαού και γενικότερα των καταπιεσμένων αραβικών μαζών, προς το συμφέρον του παγκόσμιου προλεταριάτου και του αγώνα εναντίον της νέας τάξης, ναι ή όχι; Αν ναι, τότε γιατί δεν το λένε ανοικτά και πολύ περισσότερο δεν κάνουν τίποτα προς αυτή την προοπτική; Μήπως τελικά για να μην τα σπάσουν με τον ιμπεριαλισμό «τους»;

Η αριστερά της κλάψας και της καταγγελίας…

Όλη η επιχειρηματολογία της αριστεράς περιορίζεται στην απαρίθμηση των εγκλημάτων των ιμπεριαλιστών, που βομβαρδίζουν αμάχους, νοσοκομεία, σχολεία, καταφύγια. Που με την τεχνολογική υπεροπλία τις έξυπνες βόμβες, τα συστήματα παρακολούθησης, μπορούν να σπείρουν τον τρόμο και το θάνατο στους δυστυχισμένους του πλανήτη.
Ποιο καθήκον βγαίνει απ’ όλα αυτά; Να τους καταγγείλουμε για τα εγκλήματά τους μήπως συγκινηθεί ο κόσμος και τους εξαναγκάσει να μην κάνουν τέτοια εγκλήματα. Επιπλέον με την καταγγελία θα φανεί ότι «εμείς οι αριστεροί που είμαστε ειρηνόφιλοι και τίμιοι άνθρωποι, σταθερά ενάντια στη βία και τον πόλεμο, και πάνω απ’ όλα ηθικοί ως προς τα μέσα της αντιπαράθεσης, έχουμε το δίκιο με το μέρος μας και επομένως θα αυξήσουμε τις συμπάθειές μας στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας».

Για δεκαετίες τώρα η αριστερά κινείται σ’ αυτή τη λογική. Κι όμως η επιρροή της παραμένει η ίδια. Το ΚΚΕ περίμενε ότι μετά τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία θα επιβραβευόταν με μια αύξηση της εκλογικής του επιρροής δεδομένου ότι με συνέπεια τάχθηκε κατά του πολέμου. Δεν πήρε ούτε μια ψήφο παραπάνω. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός. Στη συνείδηση του κόσμου η αριστερά έχει ταυτιστεί με μια δύναμη που απλώς καταγγέλει τα κακώς κείμενα, αλλά που αδυνατεί να επιβάλει την δική της πολιτική λύση. Επιπλέον η «στρατηγική» της καταγγελιολογίας την έχει οδηγήσει στον εξής λαβύρινθο: Να πιστεύει ότι όσο πιο δραματικό τόνο δίνει στις περιγραφές της τόσο πιο πολύ θα συγκινήσει τους «τίμιους» και φιλήσυχους» πολίτες που βρίσκονται κάτω από την ιδεολογική επιρροή της αστικής τάξης. Ίσως ακόμα ακόμα και την ίδια την αστική τάξη, που αν είναι δυνατόν να μην αισθάνεται κι αυτή κάποιες ενοχές από τα… καμώματά της. Στην προσπάθειά της να πείσει όλον τον κόσμο ότι έχει δίκιο αυτολογοκρίνεται. «Αν πούμε π.χ. «νίκη στο Ιράκ» τότε πως θα μας υποστηρίξουν όλοι αυτοί οι φιλήσυχοι άνθρωποι που απλώς δεν τους αρέσει ο πόλεμος», θα μας απαντήσουν. «Αν εμφανιστούμε σαν κομμουνιστές στις συγκεντρώσεις τότε δεν θα μαζέψουμε πολύ κόσμο που «δεν θέλει να βλέπει σκοτωμένα παιδιά». Γι’ αυτό είναι προτιμότερο να κατεβαίνουμε σαν «Συμμαχία ενάντια στον πόλεμο», ή σαν «φοιτητές ενάντια στον πόλεμο», και να φωνάζουμε «εε-οο εμείς θα σταματήσουμε τον πόλεμο αυτό», παρά σαν επαναστάτες μαρξιστές».
Εκτός όμως από το μινιμάρισμα της πολιτικής της αυτή η αριστερά ολισθαίνει σε ένα επιπλέον λάθος εγκλωβισμένη από την ίδια της την στρατηγική. Παρουσιάζει τον ιμπεριαλισμό σαν ανίκητο. Ο ιμπεριαλισμός μόνο δολοφονεί, σκοτώνει αθώους, παιδάκια κ.ο.κ. Αν τώρα ο ιμπεριαλισμός δεχτεί επίθεση, π.χ. στις 11 Σεπτέμβρη του 2001 τότε η αριστερά μας μιλάει για προβοκάτσια. «Δεν είναι δυνατό. Εμείς εξηγούσαμε τόσα χρόνια ότι οι ιμπεριαλιστές είναι αήττητοι. Τώρα πως είναι δυνατόν να δέχτηκαν τέτοιο χτύπημα στην ίδια τους τη χώρα. Αμάν τι πάθαμε. Τώρα ο ιμπεριαλισμός βρήκε το άλλοθι για να κάνει παντού προληπτικούς πολέμους για να συνεχίσει να σκοτώνει αθώους κ.ο.κ. Τόση προπαγάνδα, τόση κλάψα για τα εγκλήματά του πήγαν στράφι, όλα θα ξεχαστούν. Οι φιλήσυχοι θα ξαναπάνε με το μέρος τους (λες και δεν ήταν), ενώ εμείς πιθανόν να γίνουμε και στόχοι». Πανικός, στη φιλήσυχη και από θέση αρχών ειρηνόφιλη αριστερά μας. «Αν πούμε ότι έγινε προβοκάτσια τότε ίσως σωθούμε από την οργή του Μπους. Ίσως οι φιλήσυχοι πολίτες να μην απομακρυνθούν από μας και θα μπορέσουμε απτοητοι να συνεχίσουμε την προπαγάνδα μας».
Να πως σκέφτεται η αριστερά μας. Τι καταφέρνει όμως μ’ αυτή τη στρατηγική;

Παρουσιάζοντας τον ιμπεριαλισμό αήττητο σπέρνει μια φοβερή απογοήτευση στους αγωνιστές εκείνους που θέλουν να παλέψουν ενάντια στο σύστημα. Ο αγώνας τους γίνεται μάταιος. Η σύνθεση της αριστεράς αλλάζει. Αντί να συσπειρώνει τα μάχιμα στοιχεία καταλήγει είτε στο να ευνουχίζει τη διάθεσή τους, είτε στο να μαζεύει ανθρώπους που οι ιδέες τους κινούνται ανάμεσα στον ανθρωπισμό και το χριστιανισμό. Όταν αυτό γίνεται για χρόνια ή για δεκαετίες τότε η αριστερά αλλάζει χαρακτήρα. Σπάει από κάθε επαναστατική παράδοση και μετατρέπεται σε μια ομάδα που διαρκώς κλαίγεται αδυνατώντας να αλλάξει την κατάσταση.

…και η αριστερά της επανάστασης

Σημερά πραγματικά η πλειοψηφία του κόσμου είναι αγανακτισμένη με τους βομβαρδισμούς και τα νέκρα παιδιά του Ιράκ. Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό του κόσμου είναι το «σταματήστε το πόλεμο». Όμως αυτό είναι η πρώτη σκέψη. Βλέποντας ότι δεν σταματάνε, παρουσιάζεται μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την αριστερά να δείξει ότι αυτοί εδώ οι δολοφόνοι πρέπει να εξοντωθούν και ότι αυτό είναι δυνατόν να συμβεί τώρα. Το πρώτο μας καθήκον σε μια τέτοια προσπάθεια είναι να υποχρεώσουμε τις κυβερνήσεις «μας» να αποσύρουν τα στρατεύματά τους, αλλιώς να παραιτηθούν. Επίσης θα πρέπει να υποστηρίξουμε την ένοπλη αντίσταση και με οποιοδήποτε μέσο του ιρακινού λαού στην εισβολή, γιατί όσο υπάρχει αυτή η αντίσταση τόσο πιο δύσκολη γίνεται η παραμονή των ιμπεριαλιστών εκεί, και άλλο τόσο θα φουσκώνει η αντίδραση στο εσωτερικό τους. Μια τέτοια τοποθέτηση μπορεί να ξίνιζε στα μυαλά κάποιων ειρηνόφιλων μικροαστών που νοσταλγούν μια επιστροφή στην μεταπολεμική ισορροπία της Γιάλτας, ωστόσο θα συγκινούσε δεκάδες χιλιάδες νέους αγωνιστές που στην κυριολεξία θέλουν να ξεσκίσουν με τα ίδια τους τα νύχια τους δολοφόνους ιμπεριαλιστές. Κι όμως στις διακυρήξεις της αριστεράς βλέπει κανείς όλη αυτή τη νοσταλγία, για το ΟΗΕ που χάνεται, για τα χρόνια «ειρήνης» που εξασφάλιζε η παρουσία της ΕΣΣΔ ως αντίβαρό στη μονοκρατορία των ΗΠΑ και άλλα τέτοια. Αντί η αριστερά να ετοιμάζεται για το 3ο γύρο συνεχίζει τα μνημόσυνα της παλιάς και «ένδοξης» μεταπολεμικής ισορροπίας. Αντί η αριστερά να επεξεργάζεται στρατηγικές και τακτικές για τη συντριβή των ιμπεριαλιστών και της καπιταλιστικής κυριαρχίας, συνεχίζει να κλαίγεται όπως κλαιγόταν το ’49, το ’67, το ’90. Αυτή η αριστερά δεν έχει να προσφέρει τίποτα καινούργιο στη νέα κατάσταση.

Κι όμως υπάρχει μια άλλη αριστερά που ξανασηκώνει κεφάλι. Η αριστερά της επανάστασης και της ανατροπής. Μια αριστερά που μαθαίνει από τις ήττες για να αντεπιτεθεί. Που ψάχνει να πάρει θέση μάχης και όχι να παριστάνει τον κινέζο και τον πυροσβέστη. Μια αριστερά που εμπνέεται από τον Λένιν και τον Τρότσκυ, μια αριστερά που θέλει να ξαναβρεί το νήμα με τον μπολσεβικισμό, μια αριστερά που θέλει μέσα από τις πολιτικές μάχες του σήμερα όχι να κερδίσει εκλογική πελατεία αλλά να στείλει τους παρακμιακούς καπιταλιστές και το βρωμερό τους σύστημα στο νεκροταφείο της ιστορίας. Κι αν αυτός ο στόχος επιταχύνεται με τη στρατιωτική τους συντριβή στο Ιράκ, τότε ναι. Νίκη στο Ιράκ, νίκη στον ηρωικό ένοπλο λαό του, νίκη σ’ όλους αυτούς που θα δώσουν το αίμα τους ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν ότι έτσι ανοίγουν το δρόμο στην παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση.

ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (Απρίλης 2003)

Θα ήταν σκόπιμο, να παραθέσουμε κάποιες συγκρίσεις του αντιπολεμικού κινήματος των ημερών μας, με αυτό του Βιετνάμ. Οι συγκρίσεις γίνονται αναπόφευκτα, είτε με καλή πρόθεση, είτε για να υποβαθμιστεί το σημερινό αντιπολεμικό κίνημα. Συνέχεια

Κοινωνικό Φόρουμ, Κίνημα και επαναστατικός μαρξισμός (Γενάρης- Φλεβάρης 2003)

Από τις 6 ως τις 10 Νοέμβρη πραγματοποιήθηκε στη Φλωρεντία η ιδρυτική συνάντηση του Ευρωπαϊκού κοινωνικού Φόρουμ (ΕΚΦ) με τη συμμετοχή 58000 συνέδρων εκ των οποίων οι 10000 ήταν από το εξωτερικό και οι υπόλοιποι ιταλοί. Μια μέρα πριν τη λήξη των εργασιών του Φόρουμ πραγματοποιήθηκε στην ίδια πόλη τη Φλωρεντία η τεράστια αντιπολεμική διαδήλωση που πήραν μέρος σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα. Συνέχεια

Το κοινωνικό υπόβαθρο των πολέμων (Μάης 2002)

Οι ιστορικοί τύποι των πολέμων των τελευταίων αιώνων

Οι πόλεμοι στην ανθρώπινη ιστορία, εκτός από πηγή θλίψης και δυστυχίας, αποτελούσαν πάντα παράγοντα κοινωνικών αλλαγών και ανατροπών προς τα μπρος ή προς τα πίσω στη σπείρα της κοινωνικής εξέλιξης. Συνέχεια

Μαθήματα από την πάλη ενάντια στο φασισμό

Σε όλη την Ευρώπη οι φασίστες τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να σηκώσουν κεφάλι. Σε Αυστρία και Ιταλία τα κόμματα των Χάιντερ και Φίνι αντίστοιχα συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Στη Γαλλία ο Λεπέν διατηρεί υπολογίσιμα εκλογικά ποσοστά. Στη Βρετανία οι πρόσφατες επιτυχίες των φασιστών στις δημοτικές εκλογές τους αποθράσυναν τόσο, ώστε προσπαθούν να οργανώσουν πογκρόμ κατά μεταναστών.

Η μελέτη της ιστορικής εμπειρίας και των μαρξιστικών παραδόσεων γύρω από το ζήτημα είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε προκειμένου να φράξουμε το δρόμο στα φασιστικά αποβράσματα.

Ο ιστορικός ρόλος του φασισμού – δημοκρατία και φασισμός

Όσο η αστική κοινωνία βουλιάζει μέσα στην οικονομική κρίση, τόσο περισσότερο οι καπιταλιστές κατανοούν ότι δεν μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση και να πάρουν μια μικρή παράταση ζωής παρά μόνο ρίχνοντας στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο την εργατική τάξη και παίρνοντας πίσω όλες τις κατακτήσεις της. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και ο φασισμός είναι μορφές ταξικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

  • Αλλά η κυρίαρχη τάξη δεν ζει στα κενά. Διατηρεί κάποια σχέση με τις άλλες τάξεις. Στο δημοκρατικό καθεστώς της εξελιγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας, η μπουρζουαζία στηρίζεται κυρίως πάνω στην εργατική τάξη που την έχουν μερέψει οι ρεφορμιστές. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Το αντίτιμο που πρέπει να πληρώνει η κεφαλαιοκρατία γι αυτή την εκδούλευση του ρεφορμισμού είναι ακριβό (κοινωνική νομοθεσία, πρόνοια). Γι αυτό και η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποδεικνύεται ακατάλληλη να φέρει σε πέρας την πολιτική που χρειάζεται η αστική τάξη στις συνθήκες του παρακμάζοντος καπιταλισμού.

  • – Εδώ αρχίζει το ιστορικό έργο του φασισμού. Στήνει στα πόδια τους τις τάξεις που στέκονται αμέσως πάνω από το προλεταριάτο και φοβούνται μήπως κατρακυλήσουν στις γραμμές του, τις οργανώνει και τις στρατιωτικοποιεί με τα μέσα του χρηματιστικού κεφαλαίου, κάτω από τη σκέπη του επίσημου κράτους και τις προσανατολίζει προς την καταστροφή των εργατικών οργανώσεων, από τις πιο επαναστατικές ως τις πιο μετριοπαθείς. Ο φασισμός δεν είναι απλώς ένα σύστημα καταπίεσης, πράξεων βίας και αστυνομικής τρομοκρατίας. Είναι ένα ιδιαίτερο κρατικό σύστημα, θεμελιωμένο στην εξολόθρευση όλων των στοιχείων της προλεταριακής δημοκρατίας μέσα στην αστική κοινωνία. Η αποστολή του δεν είναι μονάχα να συντρίψει την εργατική πρωτοπορία, αλλά και να κρατήσει ολόκληρη την τάξη σε μια κατάσταση αναγκαστικού κατακερματισμού. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Ολόκληρη η πολιτική τέχνη του φασισμού συνίσταται στη συνένωση των κατεστραμμένων μικροαστικών μαζών σε μια συμπαγή εχθρότητα απέναντι στους εργάτες. Ο φασισμός βάζει τις μικροαστικές μάζες στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου, χρησιμοποιώντας τες σαν ενεργητική κοινωνική βάση για τη διάλυση και την καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και κομμάτων της εργατικής τάξης. Σαν μαζικό κίνημα ο φασισμός είναι το κόμμα που ενώνει την απελπισία των μικροαστικών μαζών κάτω από τον καπιταλισμό με την τρομοκρατική πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι το κόμμα της αντεπαναστατικής απελπισίας.

Η φασιστική δημαγωγία είναι μια σφοδρή καταδίκη του κοινοβουλευτισμού που καλύπτει τους απατεώνες πολιτικούς και όσους θησαυρίζουν απ’ τα σκάνδαλα και τις ρεμούλες. Στρέφεται ενάντια στους τραπεζίτες που συσσωρεύουν κέρδη ενώ ο “απλός κοσμάκης”, οι “νοικοκυραίοι” μικροαστοί καταστρέφονται. Ο Τρότσκι περιγράφει με καταπληκτική σαφήνεια την πολιτική ουσία του φασισμού:

  • – Με το φασιστικό πρακτορείο η κεφαλαιοκρατία κινητοποιεί τις μάζες της λυσσασμένης μικρομπουρζουαζίας, τις συμμορίες των ξεπεσμένων, τους εξαχρειωμένους λούμπεν-προλετάριους, όλες αυτές τις αναρίθμητες υπάρξεις που το ίδιο το χρηματιστικό κεφάλαιο σπρώχνει στην απελπισία και τη λύσσα. Η κεφαλαιοκρατία απαιτεί από το φασισμό “ειδική” εργασία: από τη στιγμή που υιοθετεί τις μεθόδους του εμφυλίου πολέμου θέλει να έχει ειρήνη για πολλά χρόνια. Και ο φασισμός χρησιμοποιώντας τη μικρομπουρζουαζία σαν κριό και εκμηδενίζοντας κάθε τι στο πέρασμά του, συνεχίζει το έργο του ως το τέρμα (…) Η φασιστικοποίηση του κράτους σημαίνει … πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα καταστροφή των εργατικών οργανώσεων, ξεπεσμό του προλεταριάτου σε μια άμορφη κατάσταση. (Τρότσκι, Και Τώρα;)

Από τον κοινοβουλευτισμό στο φασισμό

Η ώρα των φασιστικών προκλήσεων έρχεται όταν η οικονομική κρίση στρέφει την εργατική τάξη σε μαζικούς αγώνες. Το θερμόμετρο της ταξικής πάλης ανεβαίνει επικίνδυνα. Οι φασίστες αρχίζουν τις επιθέσεις επιχειρώντας να αποδείξουν στην αστική τάξη ότι είναι οι μόνοι κατάλληλοι να τσακίσουν το ογκούμενο εργατικό κίνημα. Η αστική τάξη απ’ τη μεριά της, απορρίπτοντας τα δημοκρατικά – κοινοβουλευτικά της πρακτορεία (κόμματα) δεν μπορεί ωστόσο ακόμα να εμπιστευτεί τους φασίστες. Κατά κανόνα, στο ενδιάμεσο, μεταξύ της χρεοκοπίας του κοινοβουλευτισμού και της επικράτησης του φασισμού σχηματίζονται ασταθείς κυβερνήσεις “τάξεως” και “εθνικής ανάγκης”, γνωστές σαν βοναπαρτιστικές. Τέτοιες υπήρξαν οι κυβερνήσεις Φάκτα στην Ιταλία και οι κυβερνήσεις Μπρίνινγκ, Πάπεν, Σλάϊχερ στη Γερμανία πριν την επικράτηση του Μουσολίνι και του Χίτλερ αντίστοιχα.

-“Το ανθρώπινο υλικό του ο φασισμός το βρίσκει ιδιαίτερα στους κόλπους της μικροαστικής τάξης, η οποία τελικά καταστρέφεται από το μεγάλο κεφάλαιο. Με την σημερινή κοινωνική διάρθρωση , δεν υπάρχει σωτηρία γι αυτήν . Αλλά και εκείνη δεν βλέπει άλλη διέξοδο. Την δυσαρέσκεια της , την εξέγερση της , την απελπισία της οι φασίστες την αποστρέφουν από το μεγάλο κεφάλαιο και την στρέφουν εναντίον των εργατών. Μπορεί κανείς να πει για το φασισμό ότι είναι μια χειρουργική επέμβαση για εξάρθρωση των εγκεφάλων των μικροαστών προς το συμφέρον των χειρότερων εχθρών τους. Έτσι, το μεγάλο κεφάλαιο καταστρέφει πρώτα τις μεσαίες τάξεις , και ύστερα με την βοήθεια των πληρωμένων πρακτόρων του, των δημαγωγών φασιστών , στρέφει την απελπισμένη μικροαστική τάξη εναντίον του προλεταριάτου”.( Τρότσκι , Που βαδίζει η Γαλλία;)

Με τις βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις το κεφαλαίο ανιχνεύει την δυνατότητα να εφαρμόσει την πολιτική που έχει ανάγκη χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στο φασισμό . Στην κατεύθυνση αυτή αξιοποιεί την κοινοβουλευτική υποστήριξη της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις συνδυάζουν μια στοιχειώδη κοινοβουλευτική κάλυψη με μια εντεινόμενη αστυνομική ή\και στρατιωτική καταστολή σε βάρος του εργατικού κινήματος . Ανέχονται τις φασιστικές προκλήσεις, χωρίς όμως να διαλύουν τις μαζικές εργατικές οργανώσεις.

Όμως η υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας, που στηρίζεται στις εργατικές οργανώσεις, επιβάλλει στην αστική ταξί να προχωρά προσεχτικά σε κάθε βήμα, χωρίς να μπορεί τελικά να φτάσει πιο πέρα από ημίμετρα.

-“Το σύστημα των γραφειοκρατικών διαταγμάτων είναι άστατο, αβέβαιο , ελάχιστα βιώσιμο. Το κεφάλαιο έχει ανάγκη από μιαν άλλη πολιτική , πιο αποφασιστική . Η υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας , που πρέπει να απευθύνεται στους ίδιους τους εργάτες της , δεν είναι μονάχα ανεπαρκή ς για αυτό τον σκοπό –αρχίζει κιόλας να το στεναχωρεί. Η περίοδος των ημίμετρων πέρασε. Για να προσπαθήσει να βρει μια καινούρια διέξοδο, η μπουρζουαζία πρέπει να απαλλαγεί ολότελα από την πίεση των εργατικών οργανώσεων ,να τις παραμερίσει , να τις καταστρέψει , να τις διασκορπίσει.” (Τρότσκι, Και τώρα )

Επιπλέον η χρήση της αστυνομικοστρατιωτικής μηχανής για την καταστολή των εργατικών αγώνων εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για την επιβίωση του καπιταλισμού.

-“ Μα η δυσαρέσκεια των εργατών και των χωρικών δεν μπορεί να πνιχτεί με την αστυνομία μονάχα. Πάρα πολύ συχνά είναι αδύνατον να βάζεις τον στρατό να βαδίσει ενάντια στο λαό, γιατί μέσα στο στρατό αρχίζει η αποσύνθεση και στο τέλος πολλοί από τους στρατιώτες περνάνε με το μέρος του λαού”.(Τρότσκυ , Που βαδίζει η Γαλλία;)

-“ Η ώρα του φασιστικού καθεστώτος φτάνει την στιγμή που τα “ κανονικά” αστυνομικό στρατιωτικά μέσα της αστικής δικτατορίας με το κοινοβουλευτικό τους περικάλυμμα αποδείχνονται ανεπαρκή για να διατηρηθεί η κοινωνία σε ισορροπία”. ( Τρότσκι, Και τώρα;)

Στο μεταξύ οι φασιστικές τιμωρίες συνεχίζοντας την δημαγωγία, αναπτύσσονται σε βάρος των κοινοβουλευτικών κομμάτων που υποστήριζαν μέχρι τότε οι μικροαστικές μάζες και εντείνουν τις τρομοκρατικές αντεργατικές τους επιθέσεις. Η αστική τάξη καταλαβαίνει ότι μόνο με την ολοκληρωτική καταστροφή και την απαλλαγή από τις εργατικέ οργανώσεις θα κατορθώσει να προωθήσει στο σύνόλο τους τα μέτρα περιστολής των εργατικών κατακτήσεων , μείωσης μισθών κλπ που έχει ανάγκη. Φτάνει η στιγμή που η κεφαλαιοκρατία υιοθετεί ανοικτά μεθόδους εμφυλίου πολέμου και στηρίζει απροκάλυπτα τις απόπειρες των φασιστών για εγκαθίδρυση της δικτατορίας τους. Είναι η τελευταία της εφεδρεία .

Τα μαθήματα από τη Γερμανία του 30

Ο φασισμός δεν περιορίζεται στην βία ενάντια στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης, αλλά καταστρέφει και εκθεμελιώνει όλες τις εργατικές οργανώσεις και όλες τις μαζικές λαϊκές συλλογικότητες. Η σοσιαλδημοκρατία αντίθετα στηρίζει όλη της την επιρροή πάνω στις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου. Στο κοινοβουλευτικό καθεστώς η σοσιαλδημοκρατία παραλύει την μαχητική δύναμη των εργατών, γι αυτό άλλωστε και είναι χρήσιμη στην αστική τάξη. Στο βαθμό όμως που η αστική τάξη καταφεύγει στον φασισμό, η σοσιαλδημοκρατία δεν της είναι πλέον χρήσιμη. Με δυο λόγια: όταν το κεφάλαιο αποφασίζει να εμπιστευθεί τον τρομοκράτη πράκτορα του , δεν χρειάζεται πλέον τον συμφιλιωτή πράκτορα του. Είναι φανερό ότι η επικράτηση του φασιστικού καθεστώτος είναι ολέθρια για την σοσιαλδημοκρατία και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της . Πάνω σε αυτή την ασυμβίβαστη αντίφαση ανάμεσα στον φασισμό και τις εργατικές οργανώσεις στις οποίες στηρίζεται η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να βασίζουν την τακτική τους οι κομμουνιστές.

Δυστυχώς κάτω από τις οδηγίες της γραφειοκρατικοποιημένης κομμουνιστικής διεθνούς αλλά και άμεσα του ίδιου του Στάλιν , οι ηγέτες του ΚΚ Γερμανίας ( Τέλμαν ,Ρέμελε,) ακολούθησαν μία εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική. Αρχικά θεωρούσαν αδύνατη την νίκη του φασισμού. Αργότερα όταν οι Ναζί συγκέντρωναν τεράστια εκλογικά ποσοστά , ο ηγέτης του ΚΚΓ Ρέμελε δήλωνε : “ οι κ.κ. φασιστές δεν μας τρομάζουν , θα χρεοκοπήσουν πιο γρήγορα από οποιασδήποτε άλλη κυβέρνηση”. Επιπλέον το ΚΚΓ χαρακτήριζε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ( ΣΚΓ) σαν “σοσιαλφασιστικό” και απηύθυνε τελεσίγραφα στους εργάτες του ΣΚΓ να εγκαταλείψουν το κόμμα τους .

Για τον Τρότσκι που παρακολουθούσε μέρα την μέρα , τις γερμανικές εξελίξεις , η πολιτική του ΚΚΓ ήταν καταστροφική για την επανάσταση. Εξηγούσε ότι, εφόσον το ΣΚΓ στηρίζεται πάνω στις εργατικές οργανώσεις, ήταν αναγκασμένο να υπερασπίσει το κοινοβουλευτικό καθεστώς ενάντια στο φασισμό. Αυτήν την αντίθεση ανάμεσα στην σοσιαλδημοκρατία και τον φασισμό όφειλε να αξιοποιήσει το ΚΚΓ.

-“Σήμερα η σοσιαλδημοκρατία σαν σύνολο , με όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς της, βρίσκέται σε οξεία διαμάχη με τους φασίστες. Το καθήκον μας είναι να επωφεληθούμε από αυτή την διαμάχη”.(Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη , μέλος του Γ.Κ.Κ.)

Στην προσπάθεια του να προσανατολίσει το ΚΚΓ σε μια σωστή πολιτική, ο Τρότσκι επανειλημμένα επικαλέστηκε τον Λένιν

-“ Να πολεμάμε για να ανατρέψουμε την διεθνή μπουρζουαζία … -έγραφε ο Λένιν στην “ παιδική αρρώστια” του – και να απαγορεύουμε προκαταβολικά στον εαυτό μας κάθε ελιγμό , κάθε εκμετάλλευση των αντιθέσεων ( έστω και παροδικών ) ανάμεσα στους εχθρούς , να αρνούμαστε κάθε συμφωνία ή συμβιβασμό με πιθανούς συμμάχους ( έστω κι αν είναι προσωρινοί σύμμαχοι, λίγο σίγουροι , ταλαντευόμενοι , και με όρους ) αυτό είναι απεριόριστα γελοίο”.( Τρότσκι, Και τώρα;)

Η λύση βρισκόταν μόνο στην υιοθέτηση , από την πλευρά του ΚΚΓ της πολιτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου ενάντια στον φασισμό. Το ΚΚΓ έπρεπε να απευθυνθεί στο ΣΚΓ, καλώντας το να οργανώσουν και να συντονίσουν από κοινού την άμυνα των εργατικών οργανώσεων απέναντι στις φασιστικές προκλήσεις, με την δημιουργία πολιτοφυλακών των εργατών χωρίς βέβαια να αναλάβει καμιά ευθύνη απέναντι στις μάζες για την συνολική πολιτική του ΣΚΓ. “Να χτυπάμε μαζί, να βαδίζουμε χωριστά . Να συνεννοούμαστε μόνο ποιον , πως, πότε, θα χτυπήσουμε”. Έτσι κωδικοποιούσε ο Τρότσκι και η αριστερή αντιπολίτευση την πολιτική του ενιαίου μετώπου.

Μόνο μέσα από την κοινή δράση όλης της εργατικής τάξης οι φασίστες θα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά. Με το ενιαίο μέτωπο, όχι μόνο θα αποτρεπόταν ο φασιστικός κίνδυνος , αλλά οι κομμουνιστές θα αποκάλυπταν στις μάζες του ΣΚΓ τις γραφειοκρατικές ταλαντεύσεις της ηγεσίας τους. Έτσι το ΚΚΓ θα κατόρθωνε μέσα στην πράξη να αποσπάσει τους εργάτες του ΣΚΓ από την ηγεσία τους.

-“ Η καταπληκτική πλειονότητα από τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες θα παλέψει ενάντια στους φασίστες , αλλά – για την ώρα τουλάχιστον- μόνο με τις οργανώσεις της. Αυτό το στάδιο δεν μπορεί να υπερπηδηθεί. Πρέπει να βοηθήσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στην πράξη –μέσα σε αυτή την νέα και εξαιρετική κατάσταση – να ελέγξουν τι αξίζουν οι οργανώσεις και οι ηγέτες τους μέσα σε αυτό τον αγώνα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη”.(Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).

Ωστόσο το ΚΚΓ με την τυφλή , σεχταριστική πολιτική του δεν βοηθούσε τους εργάτες του ΣΚΓ να κατανοήσουν την ανικανότητα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Η άρνηση του ενιαίου μετώπου από το ΚΚΓ έδινε την ευκαιρία στην σοσιαλδημοκρατική ηγεσία να καλύπτει την δική της αδυναμία ρίχνοντας τα βάρη στους κομμουνιστές που αρνούνται την κοινή δράση. Έτσι η άρνηση του ενιαίου μετώπου συνιστούσε σημαντική πολιτική βοήθεια προς την σοσιαλδημοκρατία και , σε τελευταία ανάλυση , έστρωνε το δρόμο στους Ναζί. Οι ηγέτες του ΚΚΓ με μια υπερεπαναστατική φρασεολογία κάλυπταν την αδυναμία τους να καταστρώσουν μια ορθή τακτική αξιοποίησης των αντιθέσεων μεταξύ φασισμού και σοσιαλδημοκρατίας, προς το συμφέρον της επανάστασης.

-“Είναι αδύνατον να νικήσουμε το φασισμό αν δεν νικήσουμε πρώτα την σοσιαλδημοκρατία …επαναλαμβάνει ο Τέλμαν… Η ιδέα αυτή … σε ιστορική κλίμακα είναι αναμφίβολα σωστή. Αλλά αυτό δε δημαίμει καθόλου πως με την βοήθεια αυτής της άποψης….μπορεί κανείς να λύσει τα σημερινά προβλήματα. Η ιδέα αυτή, ορθή από την άποψη της επαναστατικής στρατηγικής παρμένης σαν σύνολο, μετατρέπεται σε ψέμα … αν δεν μεταφραστεί στην γλώσσα της τακτικής.

Είναι σωστό ότι για να εξαφανιστεί η ανεργία και η αθλιότητα είναι αναγκαίο να καταστραφεί πρώτα ο καπιταλισμός; Ναι, είναι σωστό. Αλλά πρέπει να είσαι ο μεγαλύτερος βλάκας για να βγάλεις από όλα αυτά το συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να παλέψουμε, από σήμερα κιόλας , με όλες μας τις δυνάμεις, ενάντια σε εκείνα τα μέτρα που με την βοήθεια τους ο καπιταλισμός αυξάνει την αθλιότητα των εργατών. Μπορεί κανείς να ελπίζει ότι στους προσεχείς μήνες το ΚΚΓ θα νικήσει ταυτόχρονα την σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό; Κανένας ομαλά σκεπτόμενος άνθρωπος… δεν θα τολμήσει να το ισχυριστεί. Πολιτικά το ζήτημα μπαίνει κάπως έτσι: μπορούμε τώρα, στους προσεχείς λίγους μήνες, δηλαδή με την σοσιαλδημοκρατία πολύ εξασθενημένη , αλλά ακόμα ( δυστυχώς ) πολύ ισχυρή, να αποκρούσουμε νικηφόρα το φασισμό; ( ……) Για τους στενοκέφαλους ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα . Αν ένας από τους εχθρούς μου με ποτίζει με μικρές καθημερινές δόσεις από δηλητήριο και ένας άλλος από την άλλη μεριά ετοιμάζεται να με πυροβολήσει κατάστηθα, θα κοιτάξω πρώτα να ρίξω από τα χέρια του δεύτερου εχθρού το πιστόλι, γιατί αυτό μου δίνει την ευκαιρία να απαλλαγώ κι από τον πρώτο εχθρό”. ( Τρότσκι, Γράμμα στον Γερμανό κομμουνιστή εργάτη, μέλος του ΚΚΓ).

Τελικά η αδυναμία του ΚΚΓ να αποσπάσει τις πλατιές εργατικές μάζες από το ρεφορμισμό και να τις προσανατολίσει προς την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού ενίσχυσε την φασιστική δημαγωγία ανάμεσα στους μικροαστούς. Οι μικροαστικές μάζες., τρέμοντας από τον πυρετό , ήταν ικανές να στραφούν απότομα, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν παρουσιαζόταν ικανή να εγγυηθεί μια αντικαπιταλιστική διέξοδο στους κατεστραμμένους μικροαστούς , οι τελευταίοι αναζήτησαν – όπως ήταν επόμενο- την λύση στα προβλήματα τους στο φασισμό, που υποσχόταν να φέρει με τις γροθιές “ κοινωνική δικαιοσύνη”.

Το ΚΚΓ περιορίστηκε στην οργάνωση ένοπλων πολιτοφυλακών μέσα από τις γραμμές του, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συγκρούστηκαν με τις ομάδες εφόδου των Ναζί. Παρά τον αναμφισβήτητο ηρωισμό των μαχητών τους (30 νεκροί σε συγκρούσεις με φασίστες μόνο τον Ιούνη- Ιούλη του 32), οι πολιτοφυλακές του ΚΚΓ , απομονωμένες από τις εργατικές μάζες, ήταν επόμενο να ηττηθούν.

Το ιστορικό της ναζιστικής επικράτησης

Οι Ναζί εμφανίστηκαν στο προσκήνιο από την δεκαετία του 20 καταγγέλλοντας την Συνθήκη των Βερσαλλιών , τα κοινοβουλευτικά κόμματα με τους επαγγελματίες πολιτικούς και τη “ διεθνή σιωνιστική συνωμοσία” που έχουν φέρει την Γερμανία στο χείλος της αβύσσου.Καταφέρνονταν ενάντια στις απεργίες που “ διαλύουν την χώρα και ανοίγουν δρόμο στον μπολσεβικισμό”. Η οικονομική κρίση και η συνεπακόλουθη καταστροφή των μικροαστικών στρωμάτων τους άνοιξε μαζικά ακροατήρια . Μεθοδικά έστρεψαν την μικροαστική δυσαρέσκεια ενάντια στην εργατική τάξη. Τα Τάγματα Εφόδου των Ναζί συστηματικά διέλυαν με απαράμιλλη βιαιότητα τις εργατικές συγκεντρώσεις. Το Μάρτη του 30 σχηματίζει κυβέρνηση ο κεντρώος Μπρινινγκ. Με την υποστήριξη και του ΣΚΓ. Στις εκλογές (Σεπτέμβρης 30 ) τα αποτελέσματα δίνουν 8,5 εκ ψήφούς στο ΣΚΓκαι 4,5 εκ. ψήφους στο ΚΚΓ . Όμως θεαματική είναι η άνοδος των Ναζί που παίρνουν 6.3 εκ. ψήφους. Μετά τον Μπρύνινγκ σχηματίζει κυβέρνηση ο συντηρητικός Πάπεν. ( Ιούνης 32). Στις εκλογές του Ιούλη οι Ναζί λαμβάνουν 13,7 εκ. ψήφους, έναντι 7,9 του ΣΚΓ και 5,2 του ΚΚΓ . Ο Πάπεν σχηματίζει κυβέρνηση αλλά δυο μήνες αργότερα παραιτείται κάτω από το βάρος ενός τεράστιου απεργιακού κύματος ενάντια σε αναγκαστικό διάταγμα μείωσης των μισθών. Έτσι σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Σλάιχερ.

Ωστόσο οι βοναπαρτιστικές κυβερνήσεις αποδεικνύονται όλο και πιο ανίκανες να επιβάλλουν τις λύσεις που χρειάζεται το γερμανικό κεφάλαιο. Η αστική τάξη αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι θα εξασφαλίσει το μέλλον της μόνο αν η ναζιστική τρομοκρατία γίνει κυβερνητικό σύστημα. Βήμα-βήμα , οι Ναζί εδραιώνουν τις θέσεις τους. Ενώ το ΣΚΓ παρέλυε την εργατική τάξη και το ΚΚΓ πνιγόταν στα αδιέξοδα της μυωπικής σεχταριστικής πολιτικής του, οι Ναζί μαζικοποιούνταν και αύξαιναν τις αντεργατικές τους επιθέσεις. Το Γενάρη του 33 πραγματοποιείται συνάντηση επιφανών Ναζί με εκπροσώπους οργανώσεων των μεγαλοεργοδοτών. Οι καπιταλιστές χρίζουν επίσημα τον Χίτλερ ως εκλεκτό τους. Άλλωστε ήδη είχαν διαθέσει τεράστια ποσά για την ενίσχυση του ναζιστικού κόμματος. Η κυβέρνηση Σλάιχερ παραιτείται.

Ο πρόεδρος Χιντεμπουργκ καλεί τον Χίτλερ να αναλάβει την καγκελαρία . Σχηματίζεται κυβέρνηση συνασπισμού του Χίτλερ με τον Πάπεν. Το ΚΚΓ πραγματοποιεί στροφή 180 μοιρών , καλώντας το ΣΚΓ να οργανώσουν μαζί μια γενική απεργία . Ήταν όμως πια αργά. Οι γραφειοκράτες του ΣΚΓ αποκρούουν την πρόταση, ελπίζοντας ακόμη ότι η αστική τάξη θα στραφεί ενάντια στον φασισμό αν οι εργάτες δείξουν μετριοπάθεια και νομιμοφροσύνη. Οι Ναζί προχωρούν ακάθεκτοι. Το Φλεβάρη του 33 οργανώνουν την γνωστή προβοκάτσια της πυρκαγιάς στο Ραιχσταγκ. ( Βουλή). Αμέσως καταργούνται με αναγκαστικό διάταγμα τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα. Εξαπολύεται κύμα συλλήψεων , ενώ συλλαμβάνεται και ο Τέλμαν (γραμματέας του ΚΚΓ) . Απαγορεύεται ο τύπος του ΚΚΓ , αλλά και του ΣΚΓ.

Στις εκλογές που ακολουθούν οι Ναζί φτάνουν στους 17,2 εκ. ψήφους. Το ΣΚΓ παίρνει 7,1 και το ΚΚΓ 4,8. Ο Χίτλερ σχηματίζει νέα κυβέρνηση , αποκλειστικά ναζιστική αυτή την φορά. Σε 5 μέρες δημοσιεύεται διάταγμα που καταργεί τις 81 έδρες του ΚΚΓ, ενώ το Μάη του 33 οι Ναζί διαλύουν τα συνδικάτα και τον Ιούλη απαγορεύουν το ΣΚΓ. Η φασιστική νίκη είχε συντελεστεί.

Η τραγωδία της Ιταλίας
Το 1920 βρήκε την Ιταλία σε μια κατάσταση ακραίας όξυνσης της ταξικής πάλης. Από το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι εργάτες προχωρούσαν μαζικά σε απεργίες και καταλήψεις εργοστασίων. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα με την πλατιά επιρροή του, κατάφερε να αποτραβήξει τους εργάτες από την πάλη ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα καλμάριζε τους καπιταλιστές. Οι φασίστες όμως συνέχιζαν με πολλαπλάσια ορμή τις επιθέσεις τους. Τον Οκτώβρη του 21, έναν μόλις μήνα μετά τον τερματισμό των καταλήψεων εργοστασίων, οι φασίστες κατέλαβαν την Μπολόνια αποκαθιστώντας την « τάξη », δηλαδή καθαιρώντας βίαια το δημοτικό συμβούλιο της πόλης όπου πλειοψηφούσαν οι σοσιαλιστές. Μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Φάκτα, από όλα τα αστικοδημοκρατικά κόμματα (δημοκρατικό, λαϊκό, φιλελεύθερο), οι φασίστες συνέχισαν τις καταλήψεις πόλεων, ενώ οι σοσιαλιστές φρενάριζαν τις όποιες απεργίες για να πείσουν την αστική τάξη για τις καλές τους προθέσεις. Κατά την διάρκεια του 1922 οι φασίστες κατέλαβαν διαδοχικά περίπου δώδεκα επαρχιακές πόλεις. Την ίδια ώρα, οι σοσιαλιστές προσέφεραν την συνεργασία τους στην αστική τάξη για το σταμάτημα των αγώνων. Όταν ο ηγέτης των σοσιαλιστών Τουράτι κατέφυγε στα ανάκτορα για να πείσει τον βασιλιά να κινηθεί ενάντια στον φασισμό, ο Μουσολίνι κάγχάσε: « Μη μπορώντας να στήσουν οδοφράγματα, πηγαίνουν στο Κυρηνάλιο ».
Οι κομμουνιστές, από την πλευρά τους, δεν αποδέχονταν ούτε καν την δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας από το φασισμό, ενώ στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου απαράλλαχτα όπως το Κ.Κ. Γερμανίας μια δεκαετία αργότερα.
Ο δρόμος για τον Μουσολίνι ήταν ανοιχτός. Τον Αύγουστο του 22 ξεκίνησε η πορεία προς την Ρώμη. Τα αστικοδημοκρατικά κόμματα επιχειρούν να σχηματίσουν μια νέα, ισχυρή κυβέρνηση « τάξεως », υπό τον φιλελεύθερο Σαλάντρα. Όμως οι οργανώσεις των βιομηχάνων διαμήνυσαν ότι μόνο η « λύση Μουσολίνι » τους ήταν αρεστή. Έτσι τον Οκτώβρη του 22 ο Μουσολίνι σχημάτισε συμμαχική κυβέρνηση, ενώ οι ορδές των φασιστών συνέχιζαν να δουλεύουν με τα γκλομπ, τα μαχαίρια και τα ρεβόλβερ. Στα επόμενα δύο χρόνια οι φασίστες είχαν επικρατήσει ολοκληρωτικά καταστρέφοντας τα εργατικά συνδικάτα και κόμματα και αντικαθιστώντας το κοινοβούλιο με το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο.

Τα μαθήματα από την πάλη

ενάντια στο φασισμό (Μέρος Β΄)

Το παράδειγμα της Γαλλίας

Μετά το 1933, η γερμανική τραγωδία (άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία) έστρεψε την Κομμουνιστική Διεθνή σε άλλες τακτικές. Από το 7ο συνέδριο (1935) η Κ.Δ. εγκατέλειψε τη σεχταριστική πολιτική (άρνηση ενιαίου μετώπου, τελεσιγραφισμός) και στράφηκε απότομα σε επιλογές πολιτικής συνεργασίας με τα κοινοβουλευτικά “δημοκρατικά” κόμματα της αστικής τάξης, ελπίζοντας ότι έτσι θα έμπαινε φραγμός στο φασισμό που ανέβαινε σε όλη την Ευρώπη. Μπορούμε να πούμε ότι τα σταλινικά κόμματα μετακινήθηκαν έτσι στις θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας.

Αν στην Γερμανία ήταν η σοσιαλδημοκρατία εκείνη που εφάρμοσε την πολιτική της συνεργασίας με τα κοινοβουλευτικά κόμματα του κεφαλαίου (υποστηρίζοντας την κυβέρνηση του κεντρώου Μπρύνινγκ), στη Γαλλία ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία συγκρότησαν από κοινού μια κοινοβουλευτική συνεργασία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα που όχι άδικα ο Τρότσκι χαρακτήριζε “δημοκρατικό πρακτορείο του γαλλικού ιμπεριαλισμού” βάπτιζαν τη συνεργασία αυτή Λαϊκό Μέτωπο, διακηρύσσοντας ότι ο σκοπός του ήταν να περισώσει το αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς από το φασισμό.

Μετά τις πρώτες μαζικές, ένοπλες εκδηλώσεις των φασιστικών συμμοριών το Φλεβάρη του ’34, όταν 100000 φασίστες πολιόρκησαν το κοινοβούλιο, το Ριζοσπαστικό Κόμμα είχε υποστηρίξει διαδοχικές βοναπαρτίστικες –αντιδραστικές κυβερνήσεις (Ντουμέργκ, Φλαντέν, Λαβάλ) που αντιμετώπιζαν απαράμιλλη αγριότητα τις εργατικές κινητοποιήσεις. Το Μάη του 1936 το Λαϊκό Μέτωπο κερδίζει άνετα τις εκλογές. Οι κυβερνήσεις Λαϊκού Μετώπου που ακολούθησαν (Μπλούμ, Κασέν) δεν ήταν παρά πιο “αριστερές” ποικιλίες του ίδιου βοναπαρτισμού που δεν δίστασαν να καταπνίξουν με τη βάρβαρη αστυνομική βία το εργατικό κίνημα που μέσα στο 1936 είχε φτάσει στο απόγειό του. (24 εκατ. απεργοί, καταλήψεις εργοστασίων).

Με την πολιτική του λαϊκού Μετώπου τα εργατικά κόμματα σέρνονται στην αποδοχή του προγράμματος των αστικοδημοκρατικών κομμάτων με τα οποία συμμαχούν, αποσκοπώντας στην υπεράσπιση και τη σωτηρία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Με κανέναν τρόπο όμως τα Λαϊκά Μέτωπα δεν μπορούν να φράξουν το δρόμο στο φασισμό, που είναι η πολιτική την οποία επιλέγει το χρηματιστικό κεφάλαιο όταν το παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα έχει απέναντί του ένα ρωμαλέο και καλά οργανωμένο εργατικό κίνημα. Παρακάμπτοντας με ευκολία τα Λαϊκά Μέτωπα, οι καπιταλιστές υιοθετούν τη φασιστική “χειρουργική επέμβαση” προκειμένου να εφαρμόσουν σ’ όλη την έκταση το αντεργατικό τους πρόγραμμα με το μόνο τρόπο που είναι δυνατό: την πλήρη καταστροφή κάθε εργατικής οργάνωσης, κάθε συλλογικότητας των καταπιεσμένων.

Επιπλέον, οι μικροαστικές μάζες, αηδιασμένες από την κοινοβουλευτική βρωμιά, εγκαταλείπουν μαζικά τα κοινοβουλευτικά αστικά κόμματα. Οι μικροαστοί, στην απόγνωσή τους στρέφονται με αγωνία σε όποιον τους υπόσχεται σωτηρία από την καταστροφή. “Όμοια με τον άρρωστο που καίγεται από τον πυρετό και γέρνει στο δεξί ή στο αριστερό πλευρό, έτσι και η διεγερμένη μικροαστική τάξη μπορεί να στραφεί προς τα δεξιά ή τα αριστερά” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία, σελ.66)

Στρέφοντας το κεφάλι αριστερά, οι μάζες των εξημμένων μικροϊδιοκτητών βλέπουν μια εργατική τάξη που, παραλυμένη από τα ίδια της τα κόμματα, είναι ανίκανη να χαράξει μια επαναστατική διέξοδο. Βλέπουν τα εργατικά κόμματα να εξαντλούνται σε κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς με τα σαπισμένα ως το μεδούλι κοινοβουλευτικά κόμματα του κεφαλαίου. Τελικά οι μικροαστικές μάζες καταλήγουν να αναζητήσουν τη λύση στα δεξιά και έτσι πέφτουν εύκολη λεία στη φασιστική δημαγωγία και συγκροτούν τη μαζική κοινωνική βάση του φασισμού.

Στη Γαλλία οι κοινοβουλευτικοί ηγέτες των εργατικών κομμάτων (σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού) θεωρούσαν ότι η συμμαχία με το Ριζοσπαστικό Κόμμα εξασφαλίζει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα. Έβλεπαν τις μικροαστικές μάζες μ’ έναν στατικό τρόπο νομίζοντας ότι δεν πρέπει να τις τρομάξουν με την επανάσταση.

“Οι κοινοβουλευτικοί της ρουτίνας, που νομίζουν πως ξέρουν καλά το λαό, συνηθίζουν να λένε: “Δεν πρέπει να τρομάζουμε τις μεσαίες τάξεις με την επανάσταση, γιατί δεν αγαπάνε τα άκρα”. Αυτή η βεβαίωση, διατυπωμένη μ’ αυτό το γενικό τρόπο δεν είναι καθόλου σωστή. Φυσικά, ο μικροϊδιοκτήτης είναι υπέρ της τάξεως όταν οι δουλειές του πάνε καλά και όσο ακόμα ελπίζει ότι θα πάνε ακόμα καλύτερα. Όταν όμως χάσει αυτή την ελπίδα, εύκολα μοιάζει και είναι έτοιμος να προχωρήσει και στα πιο ακραία μέτρα. Αλλιώς πως θα μπορούσε να… ανεβάσει στην εξουσία το φασισμό στην Ιταλία και τη Γερμανία;” ” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Η μόνη δυνατή προοδευτική διέξοδος ήταν το βάθεμα της πάλης των τάξεων και η κατεύθυνσή της προς τη σοσιαλιστική επανάσταση. Οι “προοδευτικές” κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας (όπως αυτές του Λαϊκού Μετώπου) ανοίγουν το δρόμος στο φασισμό. Στο βαθμό που η εργατική τάξη δεν μπορεί να καταλάβει την εξουσία, αυτή πέφτει στα χέρια του φασισμού για να σωθεί το καπιταλιστικό σύστημα. Μόνο όταν η εργατική τάξη χαράσσει μια τολμηρή πολιτική για την ανατροπή του καπιταλισμού συνολικά μπορεί να συσπειρώσει γύρω της τα απελπισμένα μικροαστικά στρώματα (μεσαίες τάξεις). Οι μικροαστοί καταλαβαίνουν ότι μόνο σε συμμαχία με τους εργάτες θα έλυναν και τα δικά τους προβλήματα, στρέφοντας την πλάτη στο φασισμό. “Η μικροαστική τάξη δεν θα αποκρούσει τη δημαγωγία του φασισμού παρά μόνο αν θα πιστέψει στην πραγματικότητα ενός άλλου δρόμου. Όμως ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της προλεταριακής επανάστασης” ” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Στο παράδειγμα της Γαλλίας, κάτω από τις κυβερνήσεις του Λαϊκού Μετώπου βρισκόταν σε εξέλιξη τόσο η μεταστροφή των μικροαστικών μαζών προς το φασισμό σε βάρος του Ριζοσπαστικού Κόμματος όσο και ο προσανατολισμός της μεγαλομπουρζουαζίας προς την “τελική λύση” του φασιστικού πραξικοπήματος. Ωστόσο, η απειλή του πολέμου ( και αργότερα ο ίδιος ο πόλεμος) με το καθεστώς έκτακτων εξουσιών, έδωσε την ευκαιρία στην αστική τάξη να κλείσει με επιτυχία το εσωτερικό μέτωπο με το προλεταριάτο. Έτσι και μόνο γι’ αυτό το λόγο ανακόπηκε η πορεία της Γαλλίας προς το φασισμό.

Το παράδειγμα της Ισπανίας

Ο Φράνκο και οι φαλαγγίτες στην Ισπανία σύμφωνα με πολλούς κοινωνιολόγους διαφέρουν αρκετά από ένα “καθαρό” φασιστικό κίνημα. Αυτή η διαπίστωση είναι καταρχήν σωστή. Ο φαλαγγισμός στερείται της κοινωνικής βάσης των ενεργά στρατευμένων μικροαστών που χαρακτηρίζει ένα φασιστικό κόμμα. Ο στρατός της αντεπανάστασης του Φράνκο αποτελούταν βασικά από τους μαροκινούς μισθοφόρους και τη λεγεώνα των ξένων. Οι ισπανοί αντεπαναστάτες που αποτελούσαν την μειοψηφία ήταν περισσότερο καθολικοί βασιλικοί και λιγότερο φασίστες. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση, αν δεν γίνεται εκ του πονηρού, τείνει σε βυζαντινολογία, εφόσον τα καθήκοντα για τους επαναστάτες είναι ακριβώς τα ίδια σαν να πρόκειται για ένα καθαρό φασιστικό κόμμα. Ο Φράνκο έβαζε στον εαυτό του τα ίδια καθήκοντα που έβαζε και ο Χίτλερ με το Μουσολίνι, να τσακίσει την επανάσταση (που στην περίπτωση της Ισπανίας είχε ήδη σάρκα και οστά) διαλύοντας με τη βία κάθε εργατική οργάνωση. Επιπλέον, σε περιόδους που η αντεπανάσταση έχει αποκρυσταλλωθεί παγκόσμια ντυμένη στα ναζιστικά σύμβολα, κάθε αντεπαναστατικό κίνημα αυτοτοποθετείται στο ανάλογο στρατόπεδο. Δεν πρόκειται για απλό μιμητισμό. Όπως η επανάσταση, έτσι και η αντεπανάσταση ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και βρίσκει το ιστορικό της στίγμα μόνο μέσα στην παγκόσμια αρένα. Ο εμφύλιος στην Ισπανία ήταν η τελευταία πράξη της σύγκρουσης ανάμεσα στο φασισμό και την επανάσταση στην Ευρώπη της δεκαετίας του 30.

Λαϊκό Μέτωπο

Μετά από μια μακρά σειρά αιματηρών πολιτικών αγώνων στην Ισπανία συγκροτείται το “λαϊκό μέτωπο” και το 36 κερδίζει πανηγυρικά τις εκλογές με ένα φιλεργατικό πρόγραμμα. Στην ισπανική γη η πολιτική του λαϊκού μετώπου βρήκε την πιο κρυστάλλινή της μορφή. Σε αυτό μετείχαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα με μια πολύ ριζοσπαστικοποιημένη τάση στο εσωτερικό του, το Σταλινικό Κόμμα, η πολύ μαζική Αναρχική Ομοσπονδία και τμήματα της αστικής τάξης (κάποιοι φιλελεύθεροι ισπανοί αστοί και το σύνολο σχεδόν των βάσκων και καταλανών αστών). Το POUM, μια τροτσκίζουσα κεντρίστικη οργάνωση, η μόνη που έμεινε έξω από το λαϊκό μέτωπο, δεν μπόρεσε εξαιτίας των ίδιων της των αδυναμιών να δώσει την εναλλακτική επαναστατική λύση στο ισπανικό προλεταριάτο. Το πρόγραμμα του λαϊκού μετώπου ήταν μια σειρά δειλών μεταρρυθμίσεων αστικού εκσυγχρονισμού και σε αυτή τη συμμαχία την απόλυτη ηγεσία είχαν οι καπιταλιστές με την ολόπλευρη στήριξη των υπόλοιπων. Οι λαϊκές μάζες που ανέβασαν το μέτωπο στην κυβέρνηση απαιτούσαν πολύ περισσότερα πράγματα από μια δειλή αστική μεταρρύθμιση και μάλιστα τα διεκδικούσαν με αιματηρές συγκρούσεις διαρκώς επί 5 χρόνια. Το λαϊκό μέτωπο κατέστησε από την πρώτη στιγμή σαφές ότι δεν θα τις ικανοποιούσε. Από τη μια μεριά το προλεταριάτο βάδιζε στο δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Από την άλλη η αντίδραση ετοιμαζόταν να το τσακίσει οριστικά. Σε αυτό το δίλημμα οι ηγεσίες του προλεταριάτου (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός, αναρχικοί) αποφάσισαν να κάτσουν στο κέντρο της σύγκρουσης και να υπερασπίσουν την αστική δημοκρατία. Αυτή είναι σε δύο γραμμές η φιλοσοφία του λαϊκού μετώπου. Τα πράγματα σίγουρα δεν θα διέφεραν από τις εξελίξεις στη Γαλλία, αν η αντεπανάσταση δεν περνούσε στην επίθεση. Ο Φράνκο εξαπολύοντας μια μαζική στρατιωτική επίθεση, επεδίωξε να τσακίσει μια για πάντα τις κινητοποιήσεις των εργατών και των αγροτών κάτω από μια σιδερένια μπότα. Βάζοντας το πιστόλι στον κρόταφο στην κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου την οδηγούσε σε δρόμους που δεν τους ήθελε. Ο λαός απαιτούσε από την κυβέρνηση όπλα για να παλέψει ενάντια στο φασιστικό πραξικόπημα. Και πάλι όμως η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου προτίμησε τις διαβουλεύσεις με τους φασίστες, αντί για τον εξοπλισμό του λαού.

Τον Ιούλιο του 36, δυο μέρες μετά τη φασιστική επίθεση, οι εργάτες, ενάντια στη θέληση των ηγεσιών τους, οπλίστηκαν μόνοι τους. Κατέλαβαν τους στρατώνες, οργανώθηκαν σε πολιτοφυλακές, κυρίευσαν τις μισές πόλεις της Ισπανίας, οργάνωσαν επιτροπές και ανέλαβαν τη διαχείριση της εργατικής εξουσίας. Κάτω από την ανάγκη, υποτίθεται, της πάλης ενάντια στο φασισμό, τα ρεφορμιστικά κόμματα ανέκοψαν την εργατική επανάσταση. Σπάνια βρίσκει κανείς μεγαλύτερο μνημείο κυνισμού από την ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΙ λίγες μόνο μέρες μετά τον εξοπλισμό των εργατών και την επανάσταση του Ιουλίου: “Ο ισπανικός λαός δεν αγωνίζεται για τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά ένα σκοπό έχει μόνο: να υπερασπίσει την αστική τάξη σεβόμενος την ιδιοκτησία”.

Αντεπανάσταση

Σε περιόδους που συγκρούεται η επανάσταση με την αντεπανάσταση, μια “μέση λύση” ισοδυναμεί με προδοσία. Ή οι ρεφορμιστικές ηγεσίες θα σπάσουν τους δεσμούς στους με τους αστούς και θα τραβήξουν μέχρι τέλος, ή θα σφιχταγκαλιαστούν μαζί τους ενάντια στους εργάτες. Στο ισπανικό έδαφος συγκρούονταν τρεις πολιτικές. Οι φασίστες με στόχο να συντρίψουν τους εργάτες, οι εργάτες με στόχο να συντρίψουν τους φασίστες και να εγκαθιδρύσουν εργατική εξουσία και η κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου στη μέση με στόχο να προστατέψει την αστική δημοκρατία. Μπροστά σε αυτό το καθήκον δεν δίστασε να τσακίσει κάθε κινητοποίηση των εργατών, ακόμα κι αν αυτό θα σήμαινε (όπως και τελικά συνέβη) τη νίκη των φασιστών. Αυτό σε δυο γραμμές είναι το έγκλημα του λαϊκού μετώπου στην Ισπανία.

Ο εξοπλισμός του προλεταριάτου έσωσε την αστική κυβέρνηση από τον Φράνκο, αλλά έβγαλε στο προσκήνιο τα αιτήματα των εργατών. Οι ρεφορμιστές ηγέτες (σοσιαλδημοκράτες, σταλινικοί και αναρχικοί) έτρεξαν να στηρίξουν την κυβέρνηση παίρνοντας υπουργεία. Και τότε, όταν ένιωσαν αρκετά ισχυροί, μέσα από την κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου, ξεκίνησαν από κοινού το έργο καταστολής των εργατικών κινητοποιήσεων και εξόντωσης των πιο πρωτοπόρων από τους εργάτες. Όταν τα πράγματα δεν χωρούσαν πια συμβιβασμούς, το λαϊκό μέτωπο προτίμησε να στρέψει τα όπλα αντί στους φασίστες, στους κινητοποιημένους εργάτες στο εσωτερικό, σε ένα αιματηρό ξεκαθάρισμα.

Το βρώμικο αυτό ρόλο τον σήκωσαν οι σταλινικοί, με την ανοχή και την ενθάρρυνση των υπόλοιπων εταίρων του λαϊκού μετώπου. Το POUM, πλήρωσε πρώτο τους αιματηρούς διωγμούς με τα μέλη του να δολοφονούνται σαν “τροτσκιστοφασίστες”. Ένα έγκλημα για το οποίο οι ηγέτες των αναρχικών προτίμησαν να σιωπήσουν για να μην χαλάσουν τη συμμαχία του λαϊκού μετώπου και χάσουν τα υπουργεία τους. Λίγο μετά την εκκαθάριση του POUM θα έρθει η δική τους σειρά με την καταστολή της εργατικής εξέγερσης στη Βαρκελώνη το Μάη του 37. Κι όμως, η αναρχική CNT ακόμα και τότε συνυπέγραφε στην κυβέρνηση τα διατάγματα καταστολής των “ακραίων στοιχείων”. Μετά τους αναρχικούς θα έρθει και η σειρά της αριστερής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας. Το έργο πάλι θα είναι το ίδιο. Μετά από όλα αυτά η νίκη των φασιστών ήταν απλά ζήτημα χρόνου.

Δεν έχει δώσει η ανθρώπινη ιστορία πιο κραυγαλέο παράδειγμα της επαίσχυντης προδοσίας που λέγεται λαϊκό μέτωπο, από τον ισπανικό εμφύλιο. Εκεί, η δύναμη των εργατών, η δύναμη των φασιστών, η σφοδρότητα της σύγκρουσης ανάγκασε τους ρεφορμιστές (ακόμα και τους αναρχικούς) να τραβήξουν ως το τέλος τις συνέπειες των επιλογών τους.

Το λαϊκό μέτωπο, τσακίζοντας την επανάσταση, παραχώρησε την Ισπανία στον Φράνκο. Απέναντι στη σύγκρουση με το φασισμό, μπορεί να αντιταχθεί μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση και η εξουσία των εργατών. Το σκιάχτρο της αστικής δημοκρατίας φανερώνεται σε όλη τη γύμνια του. Η υποταγή των εργατικών αιτημάτων, των εργατικών πόθων και των εργατικών οργανώσεων σε ένα λαϊκό μέτωπο με τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία, δεν “πλαταίνει” το αντιφασιστικό μπλοκ, αλλά το αποδυναμώνει και το οδηγεί στην ήττα. Αυτό είναι σε δυο γραμμές το συμπέρασμα του εμφύλιου στην Ισπανία.

Κ. Ρουσίτης

Απαντήσεις του Τρότσκι για την αντιφασιστική πάλη

Υπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται ότι η εργατική τάξη πρέπει να πολεμήσει με ιδεολογικά μέσα και όχι με τη φυσική βία το φασισμό. Έτσι αντιτάσσονται στη δημιουργία εργατικών πολιτοφυλακών άμυνας ενάντια στις φασιστικές επιθέσεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο σφάλμα απ’ αυτό. Απέναντι στις επιθέσεις των φασιστών, η εργατική τάξη δεν μπορεί να απαντά με έναν πόλεμο ιδεών, θέσεων και επιχειρημάτων. Άλλωστε επιχειρήματα έχουν και οι φασίστες και μάλιστα ικάνα να ξεσηκώσουν στο πλευρό τους τις ξεπεσμένες μικροαστικές μάζες. Η φυσική πάλη της εργατικής τάξης στο σύνολό της ενάντια στις φασιστικές συμμορίες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επαναστατική αποκρυστάλλωση των εργατών. Με τη σειρά της, η χάραξη επαναστατικής προοπτικής από το προλεταριάτο είναι, όπως είδαμε, προϋπόθεση για να μπει φραγμός στο πέρασμα των μικροαστικών στρωμάτων με τη μεριά του φασισμού. Όσοι υπερασπίζουν την “ιδεολογική άμυνα” απέναντι στο φασισμό προετοιμάζουν μόνο την πλήρη καταστροφή του εργατικού κινήματος από τους φασίστες. Πίσω στα 1934, στη Γαλλία οι σταλινικοί και σοσιαλδημοκράτες προπαγάνδιζαν την άμυνα απέναντι στους φασίστες με τη χρησιμοποίηση μόνο ιδεολογικών όπλων. Υποστήριζαν ότι οι εργατικές “ομάδες αυτοάμυνας” έπρεπε να παραιτηθούν από τη χρησιμοποίηση των όπλων. Ο Τρότσκι απαντούσε σκωπτικά στους φωστήρες αυτούς υποστηρίζοντας ότι σε μια τέτοια προοπτική “το μόνο που τους μένει είναι να πάνε να κρυφτούν. Μην έχοντας στα χέρια τους εκείνο που χρειάζεται, θα ζητήσουν την αυτοάμυνα στα πόδια τους. Και οι φασίστες σ’ αυτό το διάστημα θα είναι ελεύθεροι να λεηλατήσουν τις εργατικές οργανώσεις”. (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Πιο εκλεπτισμένα, κάποιοι αντιτάσσουν (διεκδικόντας προφανώς δάφνες ορθοδοξίας) ότι εφόσον οι φασίστες είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος, η εργατική τάξη πρέπει να επιδιώκει να χτυπήσει ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. Θαυμάσιος συλλογισμός! Είναι σαν να σε σημαδεύσει κάποιος με το όπλο του και εσύ να καταγγέλεις τις βιομηχανίες όπλων που το παράγουν και που χωρίς αυτές δεν θα σε σημάδευε ο υποψήφιος δολοφόνος. Επιπλέον θα μπορούσες να σκεφτείς ότι οι βιομηχανίες όπλων είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα, και επομένως για να αμυνθείς από το δολοφόνο που σε σημαδεύει με το πιστόλι του θα πρέπει πρώτα να ανατρέψεις τον καπιταλισμό.

Με βάση αυτή τη λογική της μοιρολατρικής παράλυσης η εργατική τάξη θα πρέπει να απραιτηθεί από την πάλη ενάντια στην ανεργία, τις απολύσεις , τη διάλυση τυο ασφαλιστικού μέχρι να αντρέψει πρώτα τον καπιταλισμό, εφόσον όλα αυτά τα κοινωνικά κακά είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος. Όμως και αυτές οι απόψεις δεν είναι καινούργιες. Τις πρωτοδιατύπωσε η Ουμανιτέ εφημερίδα του Κ.Κ.Γαλλίας, το 1934 προσπαθώντας να αντιταχθεί στη δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής. Ο Τρότσκι απαντούσε: “Όταν οι φασίστες σκοτώνουν έναν επαναστάτη ή βάζουν φωτιά στα γραφεία μιας προλεταριακής εφημερίδας, οι εργάτες οφείλουν να διαπιστώσουν φιλοσοφικά: “Α! Οι δολοφονίες και οι εμπρησμοί είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος” και να πάνε στα σπίτια τους με η΄συχη τη συνείδησή τους… Η καταστροφή των μικροαστών είναι, φυσικά, γέννημα του καπιταλισμού. Η ανάπτυξη των φασιστικών συμμορίων είναι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της καταστροφής των μικροαστών. Μα από την άλλη μεριά το μεγάλωμα της δυστυχίας και εξέγερσης του προλεταριάτου είναι κι αυτό γέννημα του καπιταλισμού, κι η πολιτοφυλακή, πάλι κι αυτή με τη σειρά της γέννημα της όξυνσης των μαζικών αγώνων. Πως λοιπόν για τους “μαρξιστές” της Ουμανιτέ οι φασιστικές συμμορίες είναι νόμιμο τέκνο του καπιταλισμού, ενώ η εργατική πολιτοφυλακή είναι το παράνομο τέκνο των… τροτσκιστών; ((Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Το χτύπημα του καπιταλιστικού συστήματος δεν πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς με έναν αφηρημένο τρόπο. Ούτε είναι δυνατόν να χτυπήσουμε το σύστημα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπινων όντων. Οι φασίστες αποτελώντας τη βίαιη πρωτοπορία της αστικής αντεπανάστασης, επιδιώκουν το τσάκισμα του προλεταριάτου και των οργανώσεών του. Ποια ανατροπή και ποιο χτύπημα του καπιταλιστικού συστήματος μπορεί να πετύχει μια εργατική τάξη τσακισμένη από τους φασίστες; Ή όπως το διατύπωνε ο Τρότσκι: “Πως λοιπόν να σταματήσουμε αλλιώς την ένοπλη επίθεση του εχθρού, παρά μόνο με ένοπλη άμυνα, για να περάσουμε ύστερα και εμείς με τη σειρά μας στην επίθεση;” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Δεν είναι λιγότερο ηλίθια μια άποψη που υιοθετείται τελευταία από διάφορα κομμάτια της αριστεράς (ακόμα και της άκρας). Σύμφωνα μ’ αυτήν αρκεί να απαιτούμε από το κράτος και την αστυνομία να διαλύσουν τις φασιστικές συμμορίες. Οργανώσεις της αριστεράς απαιτούν από την κυβέρνηση “να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή” ή “να ενεργοποιηθούνοι αντιρατσιστικοί νόμοι” κλπ. Επειδή κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις ισχυρίζονται εκτός των άλλων ότι είναι και τροτσκιστικές υπενθυμίζουμε ότι η άποψη του Τρότσκι ήταν εντελώς διαφορετική. Σε όσους, μέσα από το σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κόμμα Γαλλίας υποστήριζαν την ιδέα του αφοπλισμού των φασιστών από την αστυνομία της βοναπαρτίστικης κυβέρνησης Ντουμεργκ ο Τρότσκι εξηγούσε: “Ας κάνουμε όμως μια φανταστική υπόθεση: η αστυνομία… “αφοπλίζει” τους φασίστες. Μήπως αυτό λύνει το ζήτημα; Και τότε ποιος θα αφοπλίσει την αστυνομία που με το δεξί της χέρι θα ξαναδίνει στους φασίστες ότι τους πήρε με το αριστερό; Η κωμωδία του αφοπλισμού από την αστυνομία το μόνο που θα έκανε θα ήταν να δώσει ακόμα μεγαλύτερο κύρος στους φασίστες… Η αλήθεια είναι πως στα χέρια του βοναπαρτιστικού κράτους, ένα τέτοιο μέτρο θα στρεφόταν προ παντών ενάντια στους εργάτες. Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι οι “αφοπλισμένοι” φασίστες θα έπαιρναν την άλλη μέρα τα διπλάσια όπλα, όχι χωρίς τη βοήθεια της αστυνομίας” (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Δεν είναι απίθανο μια “δημοκρατική” κυβέρνηση να αφοπλίσει κάποιες μεμονωμένες φασιστικές συμμορίες και μόνο με την προϋπόθεση ότι θα αφοπλίσει ταυτόχρονα και την εργατική τάξη. Την επόμενη μέρα το αστικό κράτος θα εξοπλίσει διπλάσια τους φασίστες και θα τους χρησιμοποιήσει ενάντια στο αφοπλισμένο εργατικό κίνημα. Έτσι, κάτω από τις συνθήκες του αστικού καθεστώτος αποδεικνύεται ότι οποιαδήποτε κωμωδία αφοπλισμού όλων των ένοπλων οργανώσεων, φασιστικών και εργατικών, στο τέλος στρέφεται αναπόφευκτα ενάντια στην εργατική τάξη. Ας θυμηθούμε λίγο και τον αφοπλισμό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τη συμφωνία της Βάρκιζας από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου-Πλαστήρα. Ενώ η συμφωνία προέβλεπε επίσης την παράδοση των όπλων των ακροδεξιών συμμοριών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, αυτό δεν εμπόδισε τις κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις να εξοπλίσουν μέχρι τα δόντια τους φασίστες για να ακολουθήσει το φρικτό κύμα της λευκής τρομοκρατίας στην ύπαιθρο σε βάρος των αφοπλισμένων ΕΛΑΣιτών.

Υπάρχει τέλος μια αρκετά διαδεδομένη αντίληψη που ισχυρίζεται ότι με την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων, των απεργιών και διαδηλώσεων ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση μπορούμε να νικήσουμε οριστικά το φασισμό. Οι υποστηριχτές αυτής της άποψης φαίνεται ότι αγνοούν ότι για το καπιταλιστικό καθεστώς η προσφυγή στο φασισμό επιβάλλεται προκειμένου να συντριβούν οι εργατικές οργανώσεις όταν οι κοιονοβουλευτικές και βοναπαρτίστικες κυβερνήσεις αποδεικνύονται ανίκανες να χειριστούν την κοινωνική κρίση προς όφελος των καπιταλιστών. Έτσι οποιαδήποτε ανάπτυξη των αγώνων και των απεργιών θα έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα όχι την εξαφάνιση αλλά τον διπλασιασμό των φασιστικών προκλήσεων και επιθέσεων.

“Οι καπιταλιστές καταλήγουν στο φασισμό όχι γιατί τους αρέσει, αλλά από ανάγκη: δεν μπορούν πια να διατηρήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής παρά μόνο προχωρώντας στην επίθεση κατά των εργατών, ενισχύοντας την καταπίεση και σπέρνοντας γύρω τους την αθλιότητα και την απελπισία. Επειδή σύγχρονα φοβούνται την αναπόφευκτη απάντηση των εργατών, οι καπιταλιστές, μέσω πρακτόρων τους, ξεσηκώνουν την μικροαστική τάξη κατά του προλεταριάτου, κατηγορώντας το ότι παρατείνει και κάνει βαθύτερη την κρίση, και χρηματοδοτούν τις φασιστικές συμμορίες για να συντρίψουν τους εργάτες. Αν η απάντηση των εργατών στην επίθεση του κεφαλαίου δυναμώσει αύριο, αν οι απεργίες γίνουν πιο συχνές και πιο σημαντικές, ο φασισμός… δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα αναπτυχθεί δύο φορές περισσότερο. Η ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος θα προκαλέσει την κινητοποίηση των απεργοσπαστών. Όλοι οι συμμορίτες “πατριώτες” θα κινητοποιηθούν. Οι αδιάκοπες επιθέσεις κατά των εργατών θα είναι στην ημερήσια διάταξη”. (Λ.Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία)

Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι η εργατική τάξη πρέπει να απαντήσει στη φασιστική απειλή με την αποχή από τους αγώνες. Όμως μόνο στο μέτρο που οι εργατικοί αγώνες αναπτυχθούν στην κατεύθυνση της επανάστασης και της εργατικής εξουσίας, ενισχυμένοι και περιφρουρημένοι από μαζικές πολιτοφυλακές, μπορεί να νικηθεί οριστικά ο φασισμός. Τελικά μόνο η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος θα σημάνει και το οριστικό ξερίζωμα της φασιστικής απειλής μια για πάντα.

Γ. Παπαγιάννης

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 34,229