//
archives

Αλληλεγγυή

This category contains 17 posts

Νέα δολοφονική φασιστική επίθεση

Στις 30 Ιούνη το απόγευμα 20 περίπου αλήτες που μετέβαιναν σε μηχανές της φασιστοσυμμορίας που φέρει το όνομα “χρυσή αυγή” επιτέθηκαν στο αντιεξουσιαστικό στέκι Αντίπνοια που βρίσκεται στα Πετράλωνα. Μέσα στο στέκι εκείνη την ώρα βρίσκονταν δύο άντρες και δύο γυναίκες παρακολουθώντας μάθημα ξένης γλώσσας. Η επίθεση ήταν καθαρά δολοφονική απόπειρα και εκτελέστηκε προσχεδιασμένα και ύστερα από παρακολούθηση του χώρου που εξάλλου δεν είναι ανοικτός κάθε μέρα.
Συνέχεια

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας για τη σφαγή στη Γάζα, Τρίτη 4/3, 6:30μμ, Σύνταγμα

Σύλλογος Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό Λαό ΙΝΤΙΦΑΝΤΑ 

Σταματήστε τη σφαγή στη Γάζα!

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας Τρίτη 4/3, 6:30μμ, Σύνταγμα

Η κτηνώδης επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Μόνο τις τελευταίες μέρες περισσότεροι από 100 Παλαιστίνιοι έχουν δολοφονηθεί από το στρατό κατοχής. Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονται τουλάχιστον 19 παιδιά. Επιπλέον, οι ισραηλινές επιθέσεις καταστρέφουν ζωτικής σημασίας πολιτικές υποδομές όπως οι νοσοκομειακές εγκαταστάσεις της ΜΚΟ Medical Relief. Συνέχεια

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΚΙΣΤΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, 5/2007

Στην συνέντευξη τύπου που είχε διοργανώσει η ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΠΟΓΚΡΟΜ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΠΑΓΩΓΕΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ στο δικηγορικό σύλλογο στις 10 Νοέμβρη του 2005 ο Τζαβέντ Ασλάμ είπε καταγγέλλοντας τις απαγωγές των Πακιστανών πως είναι τρομερό να απαγάγονται μέσα στην νύχτα ειρηνικοί μετανάστες και αναρωτήθηκε αν ισχύουν και για αυτούς οι νόμοι που ισχύουν για τους υπόλοιπους πολίτες. Συνέχεια

Φιάσκο το εφετείο της 17Ν (12.2006)

Την Τετάρτη 13 Δεκέμβρη ανακοινώθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου που συγκροτήθηκε για να εξετάσει τις αιτήσεις εξαίρεσης κατά της σύνθεσης του Δικαστηρίου που δίκαζε σε β΄ βαθμό τους κατηγορούμενους για την υπόθεση της ΕΟ 17Ν και που υπέβαλλαν οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους. Συνέχεια

Η Παρέμβαση της Εργατικής Εξουσίας στο Αντιρατσιστικό της Θεσσαλονίκης για τους Μακεδόνες πρόσφυγες

Στα πλαίσια του 7ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη που πραγματοποιήθηκε στις 25,26 και 27 Ιούνη στο 4ο Πάρκο Παραλίας με κεντρικό θέμα «ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΡΑΤΣΙΣΜΟ, ΣΕΞΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥΣ« δεν είχαμε τον άσχημο καιρό όπως πολλές χρονιές αλλά είχαμε αντίπαλο το ποδόσφαιρο.
Έτσι,το Σάββατο 26/6 η εφημερίδα «Εργατική Εξουσία« άνοιξε το θέμα της συζήτησης που ήταν «ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ«. Συνέχεια

Για την δίωξη του Κώστα Αβραμίδη (3/2005)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
από τη Συσπείρωση Ενάντια στην Κρατική Τρομοκρατία

Το κράτος του αστυνόμου έδειξε τα δόντια του το βράδυ της Πέμπτης 19 Μάη και εξαπέλυσε μια πρωτοφανή για τα τελευταία χρόνια επίθεση μετατρέποντας την περιοχή των Εξαρχείων σε κατεχόμενη ζώνη. Συνέχεια

Φαρσοκωμωδία η δίκη του αιώνα

Το καλοκαίρι, τους μήνες της τρομο-υστερίας, είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι στην υπόθεση της 17Ν το κράτος δεν θα ακολουθήσει τη γνωστή μέθοδο, ως τώρα, της κατασκευής ενόχων από τους καταλόγους των σύνηθων υπόπτων. Συνέχεια

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΜΙΔΗ (7/2004)

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΑΒΡΑΜΙΔΗ

Οι διωκτικές αρχές έχουν βάλει στο στόχαστρο τον σ. Κ. πολύ καιρό τώρα. Για μήνες τον «φωτογράφιζαν» στις εφημερίδες και τα ΜΜΕ σαν τον «Πόντιο της 17Ν» και πριν από ένα χρόνο, τον συνέλαβαν με αυτή την κατηγορία. Αλλά η σκευωρία των διωκτικών αρχών δεν άργησε να καταρρεύσει.

Ακόμη και στο κλίμα τρομοϋστερίας της εποχής που κατασκευάζονταν «ένοχοι» και «τρομοκράτες», η σκευωρία ήταν τόσο σαθρή που δεν μπορούσε να σταθεί. Απαλλάχτηκε με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα που διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να τον επιβαρύνει. Παρόλα αυτά όμως αρνούνταν για πάνω από ένα χρόνο να εκδώσουν και το απαλλαχτικό βούλευμα επιδιώκοντας να τον κρατήσουν σε διαρκή ομηρία. Σήμερα οι διωκτικοί μηχανισμοί επιχειρούν να ανοίξουν ξανά την υπόθεση και να πετύχουν τη σύλληψή του. Στο πρόσωπό του δοκιμάζουν την πρώτη εφαρμογή του νέου τρομονόμου.

Ο σύντροφος Κώστας διώκεται για τις ιδέες του και την κομμουνιστική δράση του. Παρά τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών να τον τρομοκρατήσουν, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των αγώνων του μαζικού κινήματος μέσα από τις γραμμές της Εργατικής Εξουσίας. Μαχητικός αγωνιστής ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας και της κρατικής καταστολής μέσα από τη Συσπείρωση Ενάντια στην Κρατική Τρομοκρατία.
Γι αυτό και η νέα αυτή επίθεση δεν στοχεύει μόνο στην προσωπική εξόντωση του συντρόφου. Σηματοδοτεί έναν νέο γύρο επίθεσης ενάντια στο κομμάτι αυτό του κινήματος που αντιστάθηκε και αντιστέκεται στην κρατική τρομοκρατία και τα δόγματα της νέας τάξης του Μπους και των ευρωπαίων συμμάχων του.

Τις παραμονές της ολυμπιάδας του ΝΑΤΟ, της CIA και της αστυνομοκρατίας, με χιλιάδες κάμερες-χαφιέδες, με την ψήφιση του τρομονόμου που ποινικοποιεί το φρόνημα, στην Ελλάδα των λευκών κελιών για τους πολιτικούς κρατούμενους, οι διωκτικοί μηχανισμοί θέλουν να παρουσιάσουν με κάθε τρόπο «αντιτρομοκρατικό έργο». Λίγο πριν την απόφαση του δικαστηρίου για τον ΕΛΑ, ετοιμάζουν και δεύτερη δίκη για τους ίδιους κατηγορούμενους, εμπλέκουν ξανά το Γιάννη Σερίφη με το έτσι θέλω, χωρίς κανένα στοιχείο και τώρα στήνουν μια νέα προκλητική σκευωρία ενάντια στον Κώστα Αβραμίδη.

Αλλά αυτή τη φορά δεν θα τους περάσει. Είμαστε αποφασισμένοι να σταθούμε απέναντί τους. Καλούμε όλα τα κόμματα, τις οργανώσεις και τις συλλογικότητες της αριστεράς και του αντεξουσιαστικού χώρου, μαζικούς φορείς, τοπικές κινήσεις και εργατικά συνδικάτα, κάθε τίμιο αγωνιστή να σταθεί έμπρακτα στο πλευρό του συντρόφου Κώστα Αβραμίδη.

11/7/2004
Η Γραμματεία του Κομμουνιστικού Σύνδεσμου ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

 

 

Ελληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι (Αφιέρωμα)

Εργατική Εξουσία, Νο 76, Ιούλιος 2004

Η έλευση των μεταναστών άλλαξε τον κοινωνικό χάρτη της Ελλάδας με πρώτο και κυρίαρχο χαρακτηριστικό την αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα.
Με τους μετανάστες να ζουν και να δουλεύουν δίπλα στους έλληνες, ξεδιπλώθηκαν συμπεριφορές και αντανακλαστικά που η ελληνική κοινωνία γνώρισε για πρώτη φορά.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα. Άλλωστε πολλοί παραμένουν προσωρινά, επιστρέφοντας στις χώρες τους, ή χρησιμοποιώντας το ελληνικό έδαφος σαν προσωρινό σταθμό προς άλλες χώρες της Δυτ. Ευρώπης. Νέοι έρχονται να καλύψουν το κενό της αποχώρησης. Ο αριθμός τους υπολογίζεται χοντρικά περίπου στο ένα εκατ. ανθρώπους. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία εργάζονται, με συνέπεια η συμμετοχή τους στην εργατική τάξη της χώρας να είναι μεγαλύτερη από το ποσοστό τους γενικά στην κοινωνία. Η ΓΣΕΕ (μελέτη ΙΝΕ 2003) υπολογίζει πως φτάνουν το 1/3 των εργαζομένων στην Ελλάδα. Ακόμη κι αν το ποσοστό αυτό είναι υπερβολικό, η συμμετοχή τους είναι πράγματι μεγάλη. Από αυτούς έχουν νομιμοποιηθεί λιγότεροι από τους μισούς.
Πρόκειται για το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο το φόβο της ανεργίας, τα χαμηλά μεροκάματα, τις άσχημες συνθήκες εργασίας, όλα αυτά που αποτελούν καθημερινότητα για την πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Επιπρόσθετα, έχουν να αντιμετωπίσουν πράγματα που είναι αδιανόητα για τον έλληνα εργαζόμενο. Την ξαφνική σύλληψη την ώρα που πηγαίνει στη δουλειά του. Ακόμη κι αν τα χαρτιά του είναι εντάξει δεν είναι καθόλου απίθανο να περάσει μια βόλτα από το κοντινό αστυνομικό τμήμα. Πρόσφατα, ένας 20χρονος αλβανός εργαζόμενος και μαθητής ταυτόχρονα χρειάστηκε να πάει σε μια δημόσια υπηρεσία. Όταν διαμαρτυρήθηκε στην άρνηση του υπαλλήλου να τον εξυπηρετήσει, βρέθηκε κατευθείαν στο κρατητήριο να τον ξυλοφορτώνουν επί δύο μέρες. Βγήκε μόνο μετά από παρέμβαση του βουλευτή Σκυλάκου.
Έχουν να αντιμετωπίσουν το διάχυτο ρατσισμό της ελληνικής κοινωνίας. Από την εξεύρεση σπιτιού (απαγορεύονται αλλοδαποί), μέχρι τον περιπτερά ή τον μπακάλη της γειτονιάς. Ακόμη και όταν τα παιδιά τους αριστεύουν στα ελληνικά σχολεία, και πάλι θα μένουν παιδιά δεύτερης κατηγορίας. Τα προβλήματα της εργατικής τάξης ο μετανάστης τα βιώνει στο πολλαπλάσιο. Ας φανταστούμε μόνο τον άτυχο εκείνο μετανάστη που θα ζει ή θα δουλεύει μέσα σε μια «κόκκινη ζώνη» το διάστημα της ολυμπιάδας.

Η Ευρώπη – φρούριο

Η Ελλάδα αντιμετώπισε το ζήτημα της μετανάστευσης την δεκαετία του 90. Ήταν η ίδια περίοδο που συνολικά η Ευρώπη έπαιρνε «έκτακτα μέτρα» για να διαχειριστεί το θέμα των μεταναστών κυρίως από την κατάρρευση της Ανατ. Ευρώπης. Οι καπιταλιστές στις χώρες της ΕΕ χρειάζονταν φτηνά εργατικά χέρια, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελαν να διακυβευτούν οι εσωτερικές κοινωνικές ισορροπίες. Η Ελλάδα έδεσε την μεταναστευτική πολιτική της με αυτή των υπόλοιπων χωρών της ΕΕ.
Το πρώτο μέλημα των ευρωπαίων καπιταλιστών είναι η οριοθέτηση ενός κοινού ευρωπαϊκού χώρου, στον οποίο οι μετανάστες θα είναι ημιπαράνομοι. Μια σειρά συμφωνιών ανάμεσα στις χώρες τις ΕΕ οικοδόμησαν την Ευρώπη – Φρούριο. Οι άξονες οικοδόμησής της ήταν η απότομη σκλήρυνση των νόμων προς όσους αιτούνταν πολιτικό άσυλο και τους παράνομους μετανάστες και η αυστηρή φύλαξη των συνόρων. Με τη συνθήκη Σέγκεν το 1990 τέθηκε σε εφαρμογή η ενιαία παρακολούθηση και αποτροπή της μετανάστευσης. Με τη συνθήκη του Δουβλίνου την ίδια χρονιά καθορίστηκε πως μόνο ένα κράτος της ΕΕ κάθε φορά θα εξετάζει μια αίτηση ασύλου. Όποιος απορρίπτεται από ένα κράτος θα απορρίπτεται από όλα. Με τη συνθήκη του Άμστερνταμ καθορίστηκε η κοινή πολιτική συνοριακών ελέγχων και η αναγκαστική επαναπροώθηση έξω από την ΕΕ των παράνομων μεταναστών. Τέλος με τη συνθήκη Ταμπερέ καθορίζεται η προσπάθεια για εξουδετέρωση των δικτύων διακίνησης μεταναστών από τις χώρες που προέρχονται.
Σύμφωνα με τη Eurostat, οι αλλοδαποί στις χώρες τις ΕΕ (πριν την τελευταία διεύρυνση) είναι 19 εκατ. σε πληθυσμό 375 εκατ. Από αυτά τα 19 εκατ. τα 6 είναι πολίτες κάποιας άλλης χώρας της ΕΕ και μόνο τα 16 είναι μετανάστες οι πολιτικοί πρόσφυγες. Ένας πολύ μικρός αριθμός συγκριτικά με το μέγεθος του πληθυσμού, που φαντάζει ακόμη μικρότερος αν υπολογίσει κανείς και το δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης. Κι όμως. Αυτό το μικρό ποσοστό, ανάγκασε τους Ευρωπαίους καπιταλιστές να υιοθετήσουν σκληρά κατασταλτικά μέτρα απέναντι στην μετανάστευση.
Σε ένα πρώτο επίπεδο η αιτία βρίσκεται στις εσωτερικές κοινωνικές ισορροπίες των χωρών της ΕΕ. Την περίοδο αυτή η νεοφιλελεύθερη επίθεση βάλλει ευθέως και δοκιμάζει να καταργήσει βασικά δικαιώματα της εργατικής τάξης των χωρών της ΕΕ. Το μεγάλο στοίχημα βρίσκεται στη σταδιακή διάλυση του κράτους «πρόνοιας». Οι κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης προσπαθούν να υπερασπιστούν τα κεκτημένα. Παράλληλα, στο ιδεολογικό επίπεδο, οι ευρωπαίοι καπιταλιστές θέλουν να παρουσιάσουν την σταδιακή συρρίκνωση της αστικής δημοκρατίας σαν την νίκη των δημοκρατικών θεσμών και των ανθρωπιστικών παραδόσεων. Οι κοινωνικές ισορροπίες είναι πολύ λεπτές και μια ανεξέλεγκτη εισροή μεταναστών ενδεχομένως να αποτελέσει το φυτίλι μιας κοινωνικής έκρηξης. Το πρώτο μέλημα λοιπόν των αστικών κυβερνήσεων της Ευρώπης είναι να ελέγξουν απόλυτα τη διαδικασία μετανάστευσης οικοδομώντας μια Ευρώπη – Φρούριο.

Ανάμεσα στον Τρίτο και τον Πρώτο Κόσμο

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, πρόκειται για μια «εξωγενή» πίεση. Η σύγχρονη μετανάστευση δεν είναι καθόλου άσχετη -και γι αυτό δεν μπορεί να ειδωθεί ξέχωρα- από το πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στις ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες της δυτικής Ευρώπης και τις χώρες του τρίτου κόσμου στα πλαίσια ενός παγκόσμιου καταμερισμού. Στις φτωχές χώρες προστέθηκαν την τελευταία δεκαετία και οι χώρες της Ανατ. Ευρώπης μετά την κατάρρευση των εκφυλισμένων εργατικών κρατών. Μία σχέση εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των εξαρτημένων χωρών, αλλά -κυρίως- του εργατικού δυναμικού τους. Αυτή η σχέση εκμετάλλευσης του τρίτου κόσμου από τον πρώτο έχει βυθίσει τις φτωχές χώρες στην οικονομική εξαθλίωση και την πολιτισμική καθυστέρηση. Αλλά καμιά σχέση δεν είναι μονόδρομη. Τμήμα της πραγματικότητας που έχει επιβάλει ο ιμπεριαλισμός στις εξαρτημένες χώρες επιστρέφει στις μητροπόλεις του μέσω της μετανάστευσης.
Η Ελλάδα σε αυτόν τον καταμερισμό βρίσκεται στις προνομιούχες χώρες. Οι μετανάστες που έρχονται στο ελληνικό έδαφος δεν πέφτουν από τον ουρανό. Προέρχονται από τις χώρες που η δράση των ελληνικών κεφαλαίων εκμεταλλεύεται τους εκεί εργαζόμενους.
Για να το πούμε με άλλα λόγια, εφόσον οι έλληνες καπιταλιστές θα φτιάχνουν τράπεζες και εταιρείες στα Βαλκάνια εκμεταλλευόμενοι την εργατική τάξη της Βουλγαρίας ή της Ρουμανίας, είναι λογικό να αναμένουμε κάποιες χιλιάδες βουλγάρων και ρουμάνων μεταναστών στο έδαφός της. Εφόσον θέλει να αποικιοποιήσει οικονομικά την Αλβανία, θα δεχτεί και τους αλβανούς εργάτες. Εφόσον η Ελλάδα στέλνει στρατό για να επιβάλλει την νεοταξική κατοχή στο Αφγανιστάν, είναι λογικό να δεχτεί έναν αριθμό αφγανών μεταναστών και προσφύγων. Όπως ακριβώς συμβαίνει στη Γαλλία με τους βορειοαφρικάνους, στην Αγγλία με τους ινδούς και τους πακιστανούς, και στις ΗΠΑ με τους μεξικάνους. Έτσι συνέβαινε παντού και πάντα.
Με μια έννοια η είσοδος των ανειδίκευτων μεταναστών αποτελεί αντανάκλαση σε μικροκλίμακα χώρας των συνθηκών που επικρατούν σε πλανητική κλίμακα. Η εργατική τάξη στις ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες απασχολείται όλο και περισσότερο σε εργασίες που αφορούν την παροχή υπηρεσιών, σε ένα πλέγμα που ξεκινά από την διαχείριση του τομέα της κρατικής γραφειοκρατίας και περνά στο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο και την διαχείριση του καταναλωτισμού. Αντίθετα η παραγωγική εργασία στην βιομηχανία μεταφέρεται διαρκώς στις φτωχές χώρες του τρίτου κόσμου, στις οποίες τα ιμπεριαλιστικά κεφάλαια βρίσκουν φτηνά εργατικά χέρια. Μιλώντας σε γενικές γραμμές, ο τρίτος κόσμος παράγει σε μεγάλο βαθμό αυτά που καταναλώνει ο πρώτος. Η υπεραξία που παράγεται στον τρίτο κόσμο επιτρέπει στην εργατική τάξη στις μητροπόλεις να έχει το «δικαίωμα» να εργάζεται σε καλύτερες συνθήκες και να αμείβεται καλύτερα, ώστε τελικά και να καταναλώνει τα προϊόντα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Μπορεί να σπουδάζει και να εργάζεται σε εξειδικευμένες εργασίες, σε αντίθεση με τους εργάτες στη Νιγηρία και το Μπάγκλα Ντες, ή πρόσφατα στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Με τον ερχομό των μεταναστών αυτή η πραγματικότητα μεταφέρεται και στο εσωτερικό των μητροπόλεων. Ακόμη κι αν αυτός ο καταμερισμός χρειάζεται να γίνει βίαια. Ο αλβανός εργάτης θα δουλεύει στα χωράφια και στην οικοδομή ακόμη κι αν στην πατρίδα του έχει τελειώσει πανεπιστήμιο. Θα παράγει φτηνά για το ελληνικό κεφάλαιο και θα βρίσκεται πάντα ένα σκαλί πιο χαμηλά από τον ντόπιο εργάτη.

Νομιμοποίηση και σκούπες

Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι η είσοδος και η απορρόφηση τόσων εκατοντάδων χιλιάδων εργατικών χεριών των μεταναστών, σε συνδυασμό με την πτώση του εργατικού κόστους, επέτρεψαν ανοδικούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και υπερκέρδη για τους καπιταλιστές. Η έκθεσή της ΓΣΕΕ για το ζήτημα δεν αφήνει αμφιβολίες: Η είσοδος αυτού του νέου εργατικού δυναμικού που καλύπτει, πλέον, γύρω στο ένα τρίτο του συνολικού αριθμού των μισθωτών, οι οποίοι απασχολούνται στην Ελλάδα, δεν οδήγησε σε σοβαρές απορυθμίσεις στην αγορά εργασίας και την κοινωνία και στο επίπεδο της οικονομίας επέτρεψε την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων, αυξάνοντας το προϊόν της χώρας, χωρίς όμως να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των διαφόρων δραστηριοτήτων. (ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, ετήσια έκθεση για το 2003, Η σύγχρονη μεταναστευτική πολιτική: περιεχόμενο και αποτελέσματα).
Αυτό που με τεχνοκρατική ορολογία παραδέχεται η έκθεση είναι η συμβολή της εργασίας των μεταναστών στους δείκτες της «ισχυρής Ελλάδας».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι έλληνες καπιταλιστές χρειάζονται τους ξένους εργάτες στην Ελλάδα. Θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στο συμπέρασμα λοιπόν ότι οι έλληνες καπιταλιστές ευνόησαν την μετανάστευση, «άνοιξαν τα σύνορα» όπως λένε, ή ότι υποδέχτηκαν τους μετανάστες με ανοιχτές αγκαλιές; Κατηγορηματικά όχι! Αυτό που σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται αντιφατικό στην πραγματικότητα είναι πολύ απλό. Οι καπιταλιστές χρειάζονται την είσοδο των μεταναστών άλλά μόνο σαν φτηνό, αναλώσιμο εργατικό δυναμικό. Τους χρειάζονται μόνο σαν εργάτες δεύτερης διαλογής. Να ζουν και να εργάζονται παράνομοι ή ημιπαράνομοι, με τον διαρκή φόβο της απέλασης.
Γι αυτό όχι μόνο δεν «ανοίγουν τα σύνορα» αλλά αντίθετα έχουν προσλάβει 100.000(!!) ειδικούς συνοριακούς φύλακες για να εμποδίζουν την παράνομη μετανάστευση. Διατηρούν τα ναρκοπέδια στον Εύρο, βυθίζουν τα πλοιάρια που μεταφέρουν πρόσφυγες στο Αιγαίο. Όποιος μπει στην Ελλάδα πρέπει να μπει παράνομος, με το φόβο της σύλληψης, ή ακόμη και να χάσει τη ζωή του.
Από τα βόρεια σύνορα -και ειδικά στην Αλβανία- έρχονται παράνομα οι μετανάστες από την Ανατ. Ευρώπη. Ο μετανάστης πρέπει να διασχίσει τα βουνά με τα πόδια, να κοιμάται στα λαγκάδια για μέρες, να κρύβεται από τις σφαίρες των συνοριοφυλάκων και των μπλόκων. Πολλοί άφησαν στα ελληνικά βουνά την τελευταία τους πνοή. Αυτοί που κατάφεραν τελικά να περάσουν, βρίσκονται σε καθεστώς ντε φάκτο παρανομίας. Από το δρόμο του Αιγαίου συνήθως έρχονται μετανάστες από την κεντρική Ασία (Ιράκ, Αφγανιστάν, Ιράν, Κούρδοι), με πρόθεση να ζητήσουν πολιτικό άσυλο. Η οδύσσεια του ταξιδιού συχνά καταλήγει με ένα ναυάγιο σε κάποιο ελληνικό νησί ή ακόμη και μεσοπέλαγα. Από το 1990 ως το 2003 σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ έχουν ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα πάνω από 40.000 άνθρωποι, αλλά έχουν γίνει δεκτές μόνο οι 3.015 αιτήσεις. Από το 2000 και μετά το ποσοστό αναγνώρισης του πολιτικού ασύλου πέφτει δραματικά: 27 αιτήσεις για το 2002 και μόνο 3(!) για το 2003. Όποιος εξακολουθεί και μιλάει για ανοιχτά σύνορα, ή λέει συνειδητά ψέματα, ή δεν έχει συναίσθηση της πραγματικότητας.
Οι έλληνες καπιταλιστές χρειάζονται τους μετανάστες παράνομους και υποταγμένους και ο ασφυχτικός έλεγχος των συνόρων είναι ο πρώτος τρόπος για να το πετύχουν.
Από εκεί και μετά, είτε μπαίνοντας παράνομα, είτε ζητώντας άσυλο που δεν δίνεται, είτε ακόμη και νόμιμα, η διαδικασία νομιμοποίησης της παραμονής τους πια στην Ελλάδα είναι κομμένη και ραμμένη στις διαθέσεις και τα σχέδια των ελλήνων αφεντικών. Η βασική λογική των νόμων «νομιμοποίησης» είναι να νομιμοποιείται μόνο ένα τμήμα και πάντα προσωρινά. Σε λίγο καιρό θα πρέπει να υποβάλει ξανά αίτηση ανανέωσης της παραμονής βρισκόμενο σε μια διαρκή ομηρία. Ένα άλλο τμήμα θα προσπαθεί επίσης να εξασφαλίσει τους όρους που χρειάζονται για την κάρτα ζώντας ως τότε ημιπαράνομα. Ένα τρίτο κομμάτι τέλος θα βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση παρανομίας, έτοιμο για να δουλέψει φτηνά ή να απελαύνεται αναλόγως των συγκυριών. Με αυτό τον τρόπο συνολικά οι μετανάστες βρίσκονται κάτω από έναν ασφυχτικό έλεγχο από το κράτος, μένοντας διαρκώς σε καθεστώς φόβου, εκμετάλλευσης, υποταγής και αβεβαιότητας.
Οι απαιτήσεις της «νομιμοποίησης» αποσκοπούν ακριβώς σε αυτό. Η συγκέντρωση του πλήθους των απαραίτητων χαρτιών είναι γολγοθάς για έλληνα, πόσο μάλλον για ξένο. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Ο μετανάστης θα πρέπει να δουλεύει και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας ασφαλιστικά ένσημα. Αν μείνει πρόσκαιρα άνεργος, ή δεν του κολλάνε θα πρέπει να τα αγοράσει. Με το νόμο του 97 χρειάζονταν 180 ασφαλιστικά ένσημα το χρόνο, αλλά αυτά μάλλον ήταν λίγα για να ορθοποδήσουν τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν λεηλατήσει τόσα χρόνια οι καπιταλιστές. Ο νόμος του 2000 αύξησε τα ένσημα στα 300. Με όλα αυτά, υπολογίζεται ότι από το ένα εκατ. μετανάστες που ζουν στη χώρα, οι μισοί χωρίς να μπορούν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των νόμων ζουν σε μόνιμη ή περιστασιακή παρανομία, υλικό για τις σκούπες της αστυνομίας μετά την ολυμπιάδα. Είναι ένα καλό ποσοστό για να τους κρατούν με το φόβο όλους.
Ακριβώς για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος αμέσως μόλις η κυβέρνηση ξεκίνησε τη διαδικασία «νομιμοποίησης», ξεκίνησε παράλληλα και μια βρωμερή και χυδαία ρατσιστική εκστρατεία ενάντια στους μετανάστες. Η «νομιμοποίηση» πάει χέρι-χέρι με την καταστολή. Είναι δυο γραμμές που η μια συμπληρώνει την άλλη.

Η καλλιέργεια του ρατσισμού

Η εκστρατεία ενάντια στους μετανάστες τα τελευταία χρόνια αποτελεί χωρίς υπερβολή τη μεγαλύτερη, πραγματικά πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα, συντονισμένη ρατσιστική προπαγάνδα. Απορρέει και οργανώνεται απευθείας από τις ίδιες τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις. Γι αυτό και η έντασή της αυξομειώνεται αναλόγως κάθε φορά με τα συγκυριακά συμφέροντα των καπιταλιστών. Στα τέλη της δεκαετίας του 90 και το 2000 είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, για να προετοιμάσει ιδεολογικά το κλίμα των νόμων της «νομιμοποίησης» και των απελάσεων που ακολούθησαν. Κατά τη διάρκεια προετοιμασίας των ολυμπιακών έργων, που οι μετανάστες ήταν απαραίτητοι, η προπαγάνδα για την εγκληματικότητα μειώθηκε σημαντικά. Καθώς τα έργα τελειώνουν και η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να προετοιμαστεί για ένα νέο γύρο απελάσεων τα «ρεπορτάζ» για την εγκληματικότητα, την ανεργία και «τους ξένους» ξαναφυτρώνουν στα κανάλια.
Με τη ρατσιστική εκστρατεία οι καπιταλιστές σκοπεύουν να διασπάσουν και να χτυπήσουν ευκολότερα την εργατική τάξη της χώρας, σε έλληνες και ξένους. Θέλουν να αποπροσανατολίσουν τους έλληνες την ώρα που δέχονται την πιο σκληρή επίθεση ενάντια στις κατακτήσεις τους. Θέλουν να πείσουν όλα τα φτωχά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας ότι εχθρός τους είναι τάχα οι μετανάστες εργάτες. Τα κατακάθια της κοινωνίας βρίσκουν γόνιμο έδαφος σ’ αυτό το κλίμα για κάθε είδους ρατσιστικά πογκρόμ και εγκλήματα.
Εμείς δεν βλέπουμε τη ρατσιστική επίθεση στους μετανάστες μόνο σαν μια επίθεση ενάντια σε ανθρώπους που έχουν δικαιώματα, πολιτικά και κοινωνικά. Τη βλέπουμε σαν μια επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη. Αφενός είναι μια επίθεση στο πιο εκμεταλλευόμενο και καταπιεσμένο κομμάτι της εργατικής τάξης της χώρας: τους ξένους εργάτες. Αφετέρου και μια επίθεση ενάντια στην ελληνική εργατική τάξη. Αν ο ρατσισμός αποκτήσει έδαφος στη συνείδηση των ελλήνων εργατών, ανέργων και νέων αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα τον αποπροσανατολισμό από τον πραγματικό εχθρό που είναι η κυβέρνηση και οι καπιταλιστές. Δεν είναι δυνατόν να φαντάζεται κανείς ότι είναι δυνατόν να έχουμε μαχητικούς, ταξικούς αγώνες, αν η εργατική τάξη έχει πειστεί ότι εχθρός είναι οι ξένοι εργάτες που παίρνουν τις δουλειές και ρίχνουν τα μεροκάματα. Η ουσία είναι να πιστέψουμε ότι κλέφτες είναι οι αλβανοί και όχι η κυβέρνηση που μας ληστεύει με χίλιους τρόπους για να τα δώσει στους καπιταλιστές, σε επιχειρηματίες «φρουρούς του έθνους». Η ουσία είναι να πειστούμε ότι κινδυνεύουμε, για να δεχτούμε μια πιο δυνατή αστυνομία. Η ουσία είναι να ανανεώσουμε για άλλη μια φορά την πίστη μας στο «ελληνικό έθνος» το οποίο κινδυνεύει από τους αλλοεθνείς.
Ο ρατσισμός είναι μια κεντρική επιλογή της κυβέρνησης για να τσακίσει ένα κομμάτι της εργατικής τάξης (των ξένων εργατών) και να το στείλει στην απομόνωση, και για να κρατήσει υποταγμένο ένα άλλο κομμάτι της εργατικής τάξης (των ελλήνων εργατών) μέσω του αποπροσανατολισμού από το πραγματικό ταξικό μέτωπο. Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους εργαζόμενους είναι η καλύτερη τακτική για να μένει διασπασμένο το εργατικό κίνημα. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «προνομιούχους» και μη, σε εργαζόμενους στο δημόσιο και σε εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, συμπληρώνεται εδώ με το διαχωρισμό ανάμεσα σε έλληνες και ξένους. Οι καπιταλιστές και η κυβέρνηση θέλουν να κρατήσουν έλληνες και ξένους εργάτες στην ίδια κατάσταση που είναι τώρα: υλικό για εκμετάλλευση.
Τρεις είναι οι κύριοι άξονες αυτής της συκοφαντικής εκστρατείας: οι «ξένοι είναι υπεύθυνοι» για την ανεργία, για τη διάλυση των εργατικών κατακτήσεων, την εγκληματικότητα και τώρα προσφάτως και για την τρομοκρατία.

Η ανεργία

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να διαπιστώσει ότι η ελληνική οικονομία μπόρεσε τα τελευταία χρόνια να απορροφήσει την εργασία εκατοντάδων χιλιάδων αλλοδαπών, χωρίς ταυτόχρονα να εκτιναχτεί η ανεργία σε αριθμό ανάλογο με την παρουσία των μεταναστών. Το νέο εργατικό δυναμικό που εντάχθηκε διεύρυνε την αγορά εργασίας. Σε αντίθεση με τις δημαγωγίες για τους «ξένους που μας παίρνουν τις δουλειές», τα πραγματικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά για τη συμμετοχή των μεταναστών στην αγορά εργασίας.
Οι περισσότεροι αλλοδαποί που εργάζονται στην Ελλάδα καλύπτουν θέσεις σχεδόν αποκλειστικά ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού. Οι γυναίκες απασχολούνται συνήθως σε «οικιακές» εργασίες (καθαριότητα, φύλαξη, νοσηλεία, φροντίδα ηλικιωμένων ατόμων) αλλά και σε βιοτεχνίες ή φασόν στο σπίτι, ενώ οι άνδρες σε δύσκολες χειρονακτικές εργασίες (οικοδομή, γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία) ή σε μικροβιοτεχνίες (φασόν, έπιπλο). Επίσης, ένα σημαντικό τμήμα ασχολείται σε τουριστικές επιχειρήσεις ενώ ένα πολύ μικρότερο ποσοστό, που συνήθως έχει νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα, εργάζεται στη βιομηχανία.
Στην τεράστια πλειοψηφία τους πρόκειται για θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν μετά τον ερχομό μεταναστών στην Ελλάδα, διευρύνοντας την αγορά εργασίας και πρόκειται κυρίως για δουλειές που αρνούνταν να τις κάνουν οι έλληνες εργάτες. Έτσι εξηγείται το γεγονός πως ενώ αυξήθηκε η ανεργία για τους απόφοιτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η ανεργία σε όσους τελείωσαν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, στους ανειδίκευτους εργαζόμενους (δηλαδή στις θέσεις εργασίας που διεκδικούν οι μετανάστες) η ανεργία έμεινε στάσιμη ή και κατά περιόδους μειώθηκε!
Στις 27/2/96 η Ελευθεροτυπία δημοσίευσε μια μελέτη με τίτλο «η πολιτική οικονομία της παράνομης μετανάστευσης» στην οποία αποδεικνύει ότι «…οι αλβανοί έχουν υποκαταστήσει τους έλληνες μόνο σε 5,8% των θέσεων εργασίας». Με άλλα λόγια από τους 100 μετανάστες οι 6 έχουν πάρει δουλειές που θα τις έκαναν οι έλληνες.
Όσοι επιμένουν ότι «οι ξένοι παίρνουν τις δουλειές» θα πρέπει να εξηγήσουν σε μία κοπέλα που έχει αφιερώσει πολλά χρόνια και χρήμα για να αποκτήσει ένα πτυχίο, ίσως και μεταπτυχιακό, ότι το μόνο που την εμποδίζει να δουλέψει σαν λαντζέρισσα με 400 ευρώ το μήνα και χωρίς ένσημα, ή να καθαρίζει σπίτια για ακόμα λιγότερα, είναι ότι κάποια αλβανίδα της έχει πάρει τη δουλειά. Πως, αν απελαθεί η αλβανίδα, τότε για την ελληνίδα το εργασιακό της μέλλον ξημερώνει λαμπρό. Να εξηγήσει σε έναν νέο αδιόριστο εκπαιδευτικό πως μπορεί να φύγει από την Αθήνα να πάει πίσω στο χωριό του πατέρα του, να σκάψει κάποιο ξεροχώραφο για να φυτεύει πεπόνια και να μένει και στο χωράφι, αλλά ο μόνος λόγος που δεν μπορεί να το κάνει είναι ότι υπάρχει ένας αλβανός που του πήρε τη δουλειά.

Οι σχέσεις εργασίας

Απαραίτητο συμπλήρωμα αυτών που θέλουν να χρεώσουν στους μετανάστες την ευθύνη της ανεργίας, είναι ότι οι ξένοι «φταίνε γιατί ρίχνουν τα μεροκάματα, και υπονομεύουν τις εργασιακές κατακτήσεις της (ελληνικής) εργατικής τάξης». Με δυο λόγια ότι οι μετανάστες είναι υπεύθυνοι για την απορύθμιση της αγοράς εργασίας σε βάρος των εργαζομένων. Είναι ένα εξαιρετικά ύπουλο επιχείρημα
Η συλλογιστική είναι ηλίθια. Σύμφωνα με αυτή τη λογική τα μεροκάματα «τα ρίχνουν το ίδιο» και οι έλληνες που είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν και αυτοί ανασφάλιστοι, με μισθό κάτω του βασικού, με απλήρωτες υπερωρίες, με ελαστικά ωράρια. Πρέπει να τους απελάσουμε κι αυτούς; Σε κλάδους όπως οι κούριερ ή οι εργαζόμενοι στα κομπιούτερ αυτές οι εργασιακές σχέσεις είναι ο νόμος χρόνια τώρα. Σε κάποιες άλλες δουλειές με μεγαλύτερο κοινωνικό στάτους όπως οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι ανατροπές στο εργασιακό καθεστώς ή στους μισθούς τα τελευταία χρόνια ήταν τεράστιες. Και βέβαια, πρόκειται για «καθαρά ελληνικά» επαγγέλματα, τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν έχουμε ακούσει για αλβανούς κομπιουτεράδες, ή τραπεζοϋπάλληλους.
Τα μεροκάματα δεν τα ρίχνουν οι εργάτες ούτε οι έλληνες ούτε οι ξένοι, ούτε οι νέοι ούτε οι παλιοί. Τα ρίχνουν οι εργοδότες και κανένας άλλος. Κάτω από τον εκβιασμό της ανεργίας κάποιος εργαζόμενος είναι αναγκασμένος να δουλέψει σε άθλιες συνθήκες, ή με χαμηλό μισθό και για τούτο δεν φταίει βέβαια ο εργαζόμενος που υποκύπτει στον εκβιασμό της επιβίωσης, αλλά τα αφεντικά που εκβιάζουν με τον κίνδυνο της ανεργίας. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξη ξένων εργατών που κάνουν όλες τις δουλειές επειδή παίρνουν χαμηλά μεροκάματα, αλλά στο γεγονός ότι οι καπιταλιστές εκμεταλλεύονται την έλλειψη οργανωμένων εργατικών σωματείων και έχουν γίνει κυριολεκτικά θρασσύτατοι. Η διάλυση των συνδικάτων στον ιδιωτικό τομέα έχει κάνει τους εργαζόμενους ανίκανους να αντιμετωπίσουν ατομικά την ασυδοσία της εργοδοσίας. Η κυβέρνηση επιπλέον καθιερώνοντας ελαστικές εργασιακές σχέσεις (ωρομίσθιοι, παρτ-τάιμ, σπαστά ωράρια κλπ) νομιμοποιεί τις αυθαιρεσίες των αφεντικών στους χώρους δουλειάς. Σήμερα κάποιος μπορεί να εργάζεται 10 ώρες τη μέρα, να πληρώνεται τις μισές και ασφαλίζεται για δύο ώρες και φυσικά όλα να είναι «σύμφωνα» με το νόμο.
Οι πιο πονηροί από τους ρατσιστές ισχυρίζονται πως δεν έχουν πρόβλημα με τους μετανάστες, αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να μας χωρέσει και να μας θρέψει όλους. Όσοι τα λένε αυτά, «ξεχνάν» να μας πούνε για τα υπερκέρδη των τραπεζών και των βιομηχάνων. Το ζήτημα δεν είναι να μοιράσουμε τη φτώχια μας εμείς, οι έλληνες εργάτες και εκμεταλλευόμενοι με τους μετανάστες εργάτες. Το ζήτημα είναι να μοιράσουμε τον πλούτο που υπάρχει στην κοινωνία και τον καρπώνονται οι λίγοι εφοπλιστές, τραπεζίτες, μεγαλοεπενδυτές και βιομήχανοι.

Η εγκληματικότητα

Τα βρομερά ψέματα για τους μετανάστες που «παίρνουν τις δουλειές» συνοδεύονται απαραίτητα με μια ακόμη πιο βρώμικη προπαγάνδα για τους «ξένους εγκληματίες». Η προπαγάνδα για την «εγκληματικότητα των ξένων» ανατίθεται καταρχήν στα αστικά ΜΜΕ που κατέχουν τη μέθοδο δημιουργίας κοινωνικού πανικού. Τα δελτία ειδήσεων και τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ουρλιάζουν για τις διάφορες «μαφίες των ξένων», με ιδιαίτερη προτίμηση στην «αλβανική μαφία».
Ο στόχος αυτής της προπαγάνδας είναι να πετύχει τη συναίνεση των πιο καθυστερημένων κομματιών της ελληνικής κοινωνίας στην παθητική ή ακόμη και ενεργητική στήριξη της κυβερνητικής καταστολής απέναντι στους μετανάστες. Το 2000 πραγματοποιήθηκε μια ημερίδα του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος με θέμα «Μετανάστες, Πρόσφυγες και Ανάπτυξη». Η συνεισφορά του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης, του Ευστρατιάδη στην συζήτηση αποτελεί την πιο ξεκάθαρη ίσως διατύπωση του στόχου των καπιταλιστικών κυβερνήσεων να οργανώσουν την κοινωνική πυραμίδα της καταστολής εναντίων των μεταναστών με το άλλοθι της εγκληματικότητας. Χρειάζονται, λέει, μια σειρά μέτρα «επειδή τα ποσοστά της εγκληματικότητας των ξένων είναι αρκετά μεγαλύτερα από το ποσοστό τους στο συνολικό πληθυσμό». Στο επίκεντρο των κατασταλτικών μέτρων ενάντια στους μετανάστες βρίσκεται το θέμα της «πρόληψης και γύρω από αυτή επιχειρεί να αποκτήσει κοινωνική συναίνεση στην κρατική καταστολή: «Η πρόληψη είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας, που βέβαια είναι και ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας». Και αμέσως παρακάτω «Η διεθνής αλλά και η ελληνική εμπειρία αποδεικνύει ότι η Αστυνομία και το σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης δεν επαρκούν για την εξουδετέρωση του εγκλήματος. Είναι επομένως σημαντικό κάθε πολίτης και φορέας, που μπορεί να επηρεάσει τις αιτίες και τις ευκαιρίες για τη διάπραξη αδικημάτων, να συμμετέχει στην πρόληψη της εγκληματικότητας». Στην ίδια εισήγηση προτείνει τη σύσταση Τοπικών Συμβουλίων Πρόληψης της Εγκληματικότητας με την «ειλικρινή συνεργασία και συμμετοχή» όλων των υπουργείων, δικαστικών αρχών, πανεπιστημίων, ΜΜΕ, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδιωτικών φορέων και μεμονωμένων ατόμων. Αυτή είναι η βάση που πάνω της χτίζεται η πυραμίδα του «συλλόγου ληστευθέντων», των «αγανακτισμένων πολιτών» που παίρνουν τα όπλα, του κάθε φασίστα, να δολοφονεί, και να ξυλοκοπεί μετανάστες ατιμώρητος.
Αντίθετα με τα ψέματα του υπουργού, οι μετανάστες είναι το πιο νομοταγές κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει το ίδιο το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης για την περίοδο 94-96 οι ξένοι ευθύνονται μόνο για το 13-16% των σοβαρότερων αδικημάτων και το υπόλοιπο 84-87% είναι εγκλήματα ελλήνων. Η τιμωρία όμως δεν είναι καθόλου ανάλογη. Την ίδια χρονιά, το 96, στις φυλακές ο αριθμός των αλλοδαπών ήταν 36,4%, ενώ το 1998 το ποσοστό αυτό έφτασε το 45%!
Πραγματικά χρειάζονται τόνοι ψεμάτων για να καταφέρουν να μεταστρέψουν αυτή την αλήθεια. Και αυτό ακριβώς κάνουν. Το μικρό γίνεται μεγάλο, το ανύπαρκτο κατασκευάζεται, μπόλικο ρατσιστικό δηλητήριο και η είδηση είναι έτοιμη: «για την εγκληματικότητα φταίνε οι ξένοι».
Όσο όμως ανοίγουν την κουβέντα για την εγκληματικότητα, τόσο γίνεται και πιο φανερό πως όλα τα νήματα οδηγούν στους ίδιους τους μηχανισμούς των καπιταλιστών. Η αστυνομία είναι μπλεγμένη στις περισσότερες από τις περιπτώσεις μαστροπείας που βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας. Νέες κοπέλες αγοράζονται και πουλιούνται από ιδιοκτήτη σε ιδιοκτήτη. Τις κρατάν φυλακισμένες, τις αναγκάζουν να εκδίδονται. Κάθε τόσο καινούρια γεγονότα με πρωταγωνιστές «όργανα της τάξης», νταβατζήδες αστυνομικούς, γεμίζουν όχι τα βραδινά δελτία ειδήσεων, αλλά τις μέσα σελίδες των εφημερίδων. Όλο «εξαρθρώνονται τα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών από την αλβανική μαφία», αλλά συνέχεια ανακαλύπτονται αστυνομικοί να πουλάνε δεντρίλια. Εκβιασμοί, οικονομικά εγκλήματα, λαθρεμπόριο, «προστασία», από όλα έχει το ποινικό μητρώο των προστατών του νόμου. Την ώρα που αποκαλύπτεται πόσο σάπια είναι η αστυνομία τους, το κράτος τους, η κοινωνία τους, αυτή την ώρα προσπαθούν να αναποδογυρίσουν την πραγματικότητα, να πείσουν τον κόσμο πως για την εγκληματικότητα φταίνε οι μετανάστες.

Η τρομοκρατία

Σύμφωνα με τα νέα ήθη που φέρνει η εποχή του ασύμμετρου πολέμου, μια νέα κατηγορία αρχίζει δειλά να διατυπώνεται ενάντια στους μετανάστες. Είναι υπεύθυνοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για την «τρομοκρατία».
Πάντα αποδίδονταν σε ανθρώπους συγκεκριμένης εθνότητας που ζούσαν σαν μετανάστες στην Ελλάδα οι επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Οι αλβανοί ήταν για μεγάλη περίοδο οι «ουτσεκάδες», όταν τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού ήθελαν σύμμαχο την Σερβία. Τότε περίπου είχε εφευρεθεί και ο μύθος του «ισλαμικού τόξου» που προσπαθεί να κυκλώσει την Ελλάδα και οι μετανάστες ήταν οι πράκτορές του στο εσωτερικό. Η κούρδοι για καιρό ήταν οι τυχεροί γιατί ήταν αυτοί που «μάχονται την αντίπαλο Τουρκία». Όταν όμως η συγκυρία άλλαξε και περάσαμε στη φάση της «ελληνοτουρκικής φιλίας» οι κούρδοι έγιναν ξαφνικά ο πρώτος στόχος για απέλαση. Τώρα είναι η σειρά της «τρομοκρατίας».
Ακόμη είναι αρκετά νωρίς, θεωρείστε όμως από τώρα βέβαιο ότι η «ασφάλεια από τους τρομοκράτες» θα αποτελέσει το κυριότερο επιχείρημα ενάντια στους μετανάστες και κυρίως τους μουσουλμάνους. Τα κανάλια έχουν ξεκινήσει της πρόβες από τώρα. Μετά το χτύπημα στη Μαδρίτη γυρνούσαν στα στέκια των αράβων και ασιατών μεταναστών αναγκάζοντάς τους να προβούν σε δηλώσεις μετανοίας για τον αγώνα των ομοεθνών τους στη Μέση Ανατολή.

Το δίκτυο του ρατσισμού

Φυσικά, οι αστικές κυβερνήσεις δεν γίνονται άμεσοι κήρυκες του φασισμού. Λένε συχνά ότι εμείς θέλουμε στη χώρα τους τίμιους, εργαζόμενους μετανάστες, δεν θέλουμε όμως τους εγκληματίες. Άλλοτε πάλι καταδικάζουν έντονα τις «ακραίες ρατσιστικές συμπεριφορές». Μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να επιδείξουν ένα «αντιρατσιστικό» προφίλ, πολύ χρήσιμο άλλωστε για να πετύχουν την κοινωνική συναίνεση στα σχέδιά τους.
Για τη βρώμικη ρατσιστική εκστρατεία, είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν τα πιο βρόμικα σκουπίδια της κοινωνίας. Όλοι όσοι έχουν συμφέρον από το διωγμό των μεταναστών έχουν πιάσει δουλειά και κάνουν υπερωρίες. Είναι ένα τόξο που τεντώνεται από τους σοβαρούς αστούς πολιτικούς που εκφράζουν τα συμφέροντα των ελλήνων καπιταλιστών. Οι «σοβαροί» και οι «ακραίοι» δημοσιογράφοι κάνουν, ως συνήθως, τη βρωμοδουλειά, τη λάντζα, γι αυτό άλλωστε καλοπληρώνονται. Η ρητορική τους καλύπτει όλο το φάσμα ανάμεσα σε ένα στυγνό ναζίδικο ρατσισμό, και έναν ανθρωπισμό των χορτάτων που παραδέχονται με λύπη ότι πρέπει να φύγουν οι ξένοι. Από αυτούς το τόξο περνά στην αστυνομία που συλλαμβάνει, κακομεταχειρίζεται και δολοφονεί μετανάστες. Στους δικαστές που τους αφήνουν ατιμώρητους. Ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός αποτελεί την απαραίτητη ομπρέλα για να αποκτήσει το μαύρο ρατσιστικό μέτωπο «λαϊκό έρεισμα».
Από εδώ και μετά ο ρατσισμός γίνεται «υπόθεση της κοινωνίας», όπως ακριβώς ζήτησε και ο υπουργός από τους «φιλήσυχους» πολίτες. Το τόξο πλέον γειώθηκε στην κοινωνία. Στους κουτοπόνηρους δεξιούς και πασόκους πρόεδρους κοινοτήτων, που εκφράζουν τα συμφέροντα του χωραφιού τους. Σε κάτι χωριά σαν το Γιαννιτσοχώρι και την Πουλίτσα, που κατά καιρούς βγαίνουν στη φόρα (πόσα άλλα δε βγήκαν στις κάμερες;) όπου ανώτατος νομοθέτης είναι ο πρόεδρος της κοινότητας. Εκεί δεν υπάρχουν νόμοι του κράτους, τους νόμους τους φτιάχνουν οι «νοικοκυραίοι». Πίσω από όλη αυτή την υστερία δεν κρύβεται καμιά σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, αλλά συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Πράγματα φανερά, που έχουν να κάνουν με τα πορτοφόλια των ανθρώπων. Τόσα χρόνια η μικρή αγροτική παραγωγή, στριμωγμένη από τον ανταγωνισμό στη γωνία, στηρίζει την επιβίωσή της στην κακοπληρωμένη δουλειά των μεταναστών. Οι μετανάστες είναι πολύ καλοί για να δουλεύουν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, αλλά είναι εγκληματίες όταν κυκλοφορούν μετά τη δύση του. Είναι πολύ καλοί όταν μετά τη δουλειά κοιμούνται στα χωράφια, (στους στάβλους αν βρέχει), αλλά όχι και να έρθουν στο καφενείο να πιουν μπύρες.
Στη βάση της πυραμίδας ο «απλός λαός που φοβάται τους ξένους». Ποιος είναι άραγε αυτός ο «απλός λαός»; Το 2001 είδε το φως της δημοσιότητας μια έρευνα για τον αναλφαβητισμό στην Ελλάδα. Σχεδόν ένας στους δύο έλληνες (το 44,8%) δεν έχει τελειώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση. Η έρευνα δείχνει λοιπόν πως αυτό το 44% έχει να ανοίξει βιβλίο από όταν διέκοψε το σχολείο. Εφημερίδα διαβάζουν μερικές φορές, αλλά παραδέχονται ότι δεν τις καταλαβαίνουν πάντα. Αντίθετα βλέπουν διπλάσια τηλεόραση από τους υπόλοιπους. Τέσσερις ώρες τη μέρα. Αντί να πηγαίνει κινηματογράφο προτιμά να πηγαίνει εκκλησία. Κοινωνικά, πρόκειται για μικροαστούς, για αγρότες, για εργάτες. Δυστυχώς, είναι αλήθεια. Όσο η εργατική τάξη δε συνειδητοποιεί το ρόλο της στην ιστορία, δεν είναι τίποτα περισσότερο από υλικό για εκμετάλλευση. Στο πιο καταπιεσμένο κομμάτι της κοινωνίας συμβαίνει να βρίσκονται και αυτοί με τις περισσότερες προλήψεις και δεισιδαιμονίες, οι πιο καθυστερημένοι. Διαβάζουν «Ελεύθερο Τύπο» που τον προτιμούν για τα δώρα που μοιράζει και στη δουλειά είναι οι ρουφιάνοι του αφεντικού. Σε αυτό το 44% λοιπόν του «απλού κόσμου» η έρευνα έδειξε πως η ξενοφοβία αγγίζει τεράστια ποσοστά. Φοβούνται και μισούν τους μετανάστες επειδή τα κανάλια τους έπεισαν γι αυτό. Αυτό είναι και το κομμάτι που επιδιώκει να πείσει η κυβέρνηση με τη ρατσιστική της εκστρατεία. Για να αντιτάξουν το πιο καθυστερημένο κομμάτι της κοινωνίας, την «κοινή γνώμη» όπως θέλουν να το αποκαλούν, στο πιο πρωτοπόρο κομμάτι της.
Στον πάτο αυτού του οικοδομήματος οι φασίστες και οι συμμορίες τους. Προς το παρόν, σε αυτό το μέτωπο έχουν το ρόλο του «ακραίου», όλο και περισσότερο όμως βρίσκουν ακροατές καθώς προτείνουν πιο ριζικές λύσεις στο «πρόβλημα των ξένων». Όλη αυτή η εκστρατεία είναι το καλύτερο έδαφος για να μεγαλώσουν να ανθίσουν και να καρποφορήσουν τα ναζιστικά μπουμπούκια. Το μαύρο μέτωπο του ρατσισμού, που ξεκίνησε από τα επιτελεία των βιομηχάνων, των τραπεζιτών και των εφοπλιστών κλείνει με τους φασίστες τον κύκλο του.

Το δίκτυο της ενσωμάτωσης

Παράλληλα με την οικοδόμηση του ρατσισμού, οι αστικές κυβερνήσεις υλοποιούν και τις πολιτικές «νομιμοποίησης» και ενσωμάτωσης των μεταναστών και αυτό όπως είδαμε πιο πάνω δεν είναι καθόλου αντιφατικό. Οι πολιτικές ενσωμάτωσης των μεταναστών υπαγορεύονται και καθορίζονται από τη γενικότερη νεοφιλελεύθερη στρατηγική των καπιταλιστών.
Η νεοφιλελεύθερη επίθεση στοχεύει στην μείωση του εργατικού κόστους. Ο ένας τρόπος για αυτό είναι η μείωση ή η συγκράτηση των εργατικών αποδοχών και η αύξηση των ωρών εργασίας. Ο άλλος τρόπος, συμπληρωματικός στον πρώτο, είναι η διάλυση του κράτους «πρόνοιας». Μια σειρά λειτουργιών που αποσκοπούν στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (υγεία-περίθαλψη, ασφάλιση, εκπαίδευση, στέγαση, περιβαλοντική ποιότητα, κλπ) που ως τώρα χρηματοδοτούνταν και διεκπεραιώνονταν κύρια από το καπιταλιστικό κράτος, τώρα θα πρέπει να συρρικνωθούν. Επειδή όμως δεν είναι δυνατόν να εκλείψουν οι διαδικασίες αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, θα πρέπει να βρεθούν νέοι πόροι και φορείς. Η επιστροφή στις «αξίες της οικογένειας» για παράδειγμα αποσκοπεί στο να αναλάβει ο οικογενειακός πυρήνας ένα μέρος αυτών των λειτουργιών, όπως την εκπαίδευση των παιδιών, την φροντίδα των ηλικιωμένων, την διαβίωση του μέλους της οικογένειας που θα μείνει άνεργο, κλπ.
Ωστόσο, ο κατεξοχήν διαχειριστής της «αποκρατικοποίησης» της κοινωνικής πρόνοιας είναι ο φορέας των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Αναθέτοντας σε αυτές ένα τμήμα της «κοινωνικής πολιτικής» το αστικό κράτος απαλλάσσεται από ένα μεγάλο οικονομικό κόστος (πολύ μεγαλύτερο από την χρηματοδότηση των ΜΚΟ) και ταυτόχρονα ενσωματώνει και εκτονώνει ένα τμήμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας (και των αριστερών οργανώσεων) μετατρέποντάς το σε φορείς υλοποίησης της πολιτικής πρόνοιας.
Ο πολλαπλασιασμός των ΜΚΟ τα τελευταία χρόνια δεν έχει να κάνει με κάποια μόδα, αλλά με την συνειδητή επιλογή της ενίσχυσης των θεσμικών – εξωκρατικών μορφών και οργανισμών κοινωνικής αλληλεγγύης. Ειδικά στο ζήτημα των μεταναστών, δηλαδή των ανθρώπων που είναι εξαρχής αποκομμένοι από κάθε ίχνος του (έστω κουτσουρεμένου) κράτους «πρόνοιας» αποτελούν το μοναδικό προστατευτικό σύστημα επιβίωσης. Στην πραγματικότητα η μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα έχει δύο φορείς: την επίσημη κρατική που έχει αναλάβει το «ποινικό μέρος», την καταστολή (απελάσεις, αστυνομία, κλπ) και τις ΜΚΟ που με κοινοτική και εθνική χρηματοδότηση έχουν αναλάβει το «κοινωνικό μέρος», την ένταξη.
Δεν θέλουμε να αμφισβητήσουμε τις προθέσεις όλων όσων εμπλέκονται με την παροχή κάθε είδους βοήθειας στους μετανάστες μέσω των διαφόρων ΜΚΟ. Αντίθετα, είμαστε έτοιμοι να παραδεχτούμε ότι επιτελούν συχνά (όχι πάντα) ένα σημαντικό έργο πρόνοιας. Αλλά η ουσία βρίσκεται ακριβώς εδώ, δηλαδή στην ίδια την κοινωνική λειτουργία τους. Αναλαμβάνοντας να διαχειριστούν το «κοινωνικό» τμήμα της μεταναστευτικής πολιτικής (και στο βαθμό που βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης από το κράτος και την ΕΕ) συνδιαμορφώνουν την μεταναστευτική πολιτική συνολικά.
Η θεσμοθετημένη κοινωνική πρόνοια υποκαθίσταται από μια αφηρημένη κοινωνική αλληλεγγύη, όπου το κράτος εκχωρεί το καθήκον της μέριμνας σε οργανώσεις που μεσολαβούν ανάμεσα σε αυτό και την κοινωνία. Η ανάθεση, ωστόσο, αυτού του έργου σε ΜΚΟ εξαρτημένες από αυτό οικονομικά, εξασφαλίζει ότι η μετάθεση αυτή εξακολουθεί και ελέγχεται πολιτικά από το ίδιο το κράτος. Γιατί η διεύρυνση του δικτύου των ΜΚΟ, δεν υποσκάπτει μόνο την κρατική πρόνοια, αλλά και τα δίκτυα ταξικής αλληλεγγύης. Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η νομιμοποίηση των μεταναστών δεν είναι έργο των συνδικάτων και των οργανώσεων της εργατικής τάξης με όρους συλλογικής διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης. Ας το δούμε με ένα παράδειγμα. Ο νόμος του 2434 του 96 για τους μετανάστες καθορίζει τη σύσταση μιας «ευρείας» κοινωνικής επιτροπής που θα εξετάσει το ζήτημα της καταγραφής, διαμονής και εργασίας των μεταναστών. Στην επιτροπή αυτή προβλέπεται και η εκπροσώπηση κάποιων ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται σε ζητήματα μετανάστευσης.
Να λοιπόν, πως από τη διαχείριση μιας κοινωνικής βοήθειας προς τους μετανάστες περνάμε στην συνδιαμόρφωση της επίσημης κρατικής πολιτικής. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία οι «δράσεις» των ΜΚΟ εξαντλούνται είτε στην υλοποίηση κάποιων πτυχών της πολιτικής ένταξης των μεταναστών, είτε στην δημόσια καταγγελία παραβάσεων των νόμων του κράτους ή αυθαιρεσιών κάποιων κρατικών λειτουργών. Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που θεωρείται δεδομένο και δεν μπαίνει σε αμφισβήτηση είναι το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο για τους μετανάστες, αναλαμβάνοντας έτσι το ρόλο του ενδιάμεσου μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου.
Οι λειτουργίες αναπαραγωγής της εργατικής τάξης και οι λειτουργίες εκμετάλλευσής της στο καπιταλιστικό κράτος είναι αξεχώριστες και αλληλοσυμπληρούμενες και όχι ανταγωνιστικές. Αυτός είναι ο λόγος που η επαγγελματική ανάληψη της μίας λειτουργίας στηρίζει την άλλη, συμπληρώνοντάς την. Ανεξάρτητα λοιπόν από προθέσεις, οι ΜΚΟ από μηχανισμός κοινωνικής βοήθειας μεταβάλλονται σε μηχανισμό κοινωνικής συμμόρφωσης, σαν προϋπόθεση για αυτή την βοήθεια. Το αστικό κράτος όχι μόνο κατάφερε να απαλλαγεί από τμήματα κρατικής πρόνοιας, αλλά επιπλέον βρήκε και μηχανισμούς έμμεσου κοινωνικού ελέγχου. Και όλα αυτά τα πέτυχε με ελάχιστα, συγκριτικά, χρήματα, πολύ λιγότερα, αν θα αναλάμβανε το ίδιο την υλοποίησή τους. Και ακόμη περισσότερο. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλισε και ένα όχημα όπου μετατρέποντας την κοινωνική δυσαρέσκεια σε ημισθεσμική φιλανθρωπία ενσωμάτωσε και εκτόνωσε τις αντιστάσεις ενός μεγάλου κομματιού της αριστεράς και τις κοινωνίας ευρύτερα.
Γιατί ένα τμήμα της αριστεράς δυστυχώς εξαντλεί την δράση του πάνω στο ζήτημα των μεταναστών μέσω των δράσεων διάφορων ΜΚΟ. Η ανάγκη για κοινωνική προσφορά μετατρέπεται σε μια σχέση υλοποίησης της κρατικής μεταναστευτικής πολιτικής και μάλιστα σχέση εξαρτημένη, αρχικά οικονομικά και δευτερευόντως με κάθε μικρό και μεγαλύτερο νήμα με τις κρατικές υπηρεσίες. Τελικά και πολιτικά ενσωματώνοντας τις κοινωνικές αντιδράσεις και τις πολιτικές αντιστάσεις σε μια ανώδυνη -ίσως και αναγκαία- κριτική για το σύστημα. Έτσι, ακόμα κι αν το δίκτυο των ΜΚΟ εξασφαλίζει μια συγκυριακή φιλανθρωπία, προσφέρει πολύ κακές υπηρεσίες στην υπόθεση της εργατικής τάξης και των ντόπιων και των ξένων εργατών.
Με την πλατιά ενίσχυση των ΜΚΟ το αστικό κράτος πετυχαίνει και ένα άλλο επίσης σημαντικό πολιτικό κέρδος. Από εμπνευστής, ενορχηστρωτής και κύριος υπεύθυνος της αντιμετανασευτικής πολιτικής και του ρατσισμού απέναντι στους μετανάστες κατορθώνει να παρουσιαστεί σαν «ουδέτερη κοινωνική δύναμη». Ο ρατσισμός παρουσιάζεται σαν εγγενές κακό της κοινωνίας που το κράτος τάχα κάνει ότι μπορεί για να τον καταπολεμήσει. Συχνά, οι διάφοροι υπουργοί και κυβερνητικοί παράγοντες παρουσιάζονται σαν οι πιο θερμοί αντιρατσιστές, ενώ είναι οι ίδιοι που είναι υπεύθυνοι για την βάρβαρη και απάνθρωπη αντιμετώπιση των μεταναστών. Σαν άλλοθι επικαλούνται τη στήριξη των ΜΚΟ και την ανάγκη δημιουργίας νέων. Ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει μετά από αυτά;

Τα συνδικάτα

Η εργατική τάξη στην Ελλάδα παρακολούθησε από την αρχή το ζήτημα των μεταναστών παθητικά, σαν να μην την αφορούσε. Τα συλλογικά της όργανα, τα σωματεία και τα συνδικάτα, έκαναν ελάχιστα πράγματα για το θέμα. Αυτή η αδράνεια δεν είναι άσχετη από τις πολιτικές επιλογές των δυνάμεων που κυριαρχούν στο εργατικό κίνημα.
Οι γραφειοκράτες εδώ και χρόνια έχουν δείξει την απροθυμία τους να οργανώσουν τους ξένους εργάτες στα σωματεία. Όλοι αυτοί οι κύριοι θεωρούν την θητεία τους στην ηγεσία των συνδικάτων και των εργατικών ενώσεων σαν τον προθάλαμο για να γίνουν αύριο υπουργοί, υφυπουργοί και βουλευτές. Για αντάλλαγμα χρησιμοποιούν τη θέση τους για να φρενάρουν, να σαμποτάρουν και να αποπροσανατολίσουν κάθε αγωνιστική κίνηση της εργατικής τάξης. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ, αντί να προστατέψει τα ταξικά μας αδέλφια, εκπονεί «επιστημονικές μελέτες» για να δει κατά πόσο οι μετανάστες …ωφελούν την εθνική οικονομία. Στην τελευταία έκθεση ΙΝΕ/ΓΣΕΕ του 2003 για το ζήτημα δίνει δωρεάν συμβουλές στο αστικό κράτος για μια «ορθολογική» μεταναστευτική πολιτική, σε όφελος της χώρας.
Στο βαθμό που τα συνδικάτα κρατούν τους μετανάστες απ’ έξω είναι ανίκανα να υπερασπιστούν τα στοιχειώδη εργατικά δικαιώματα. Οι γραφειοκράτες μ’ αυτόν τον τρόπο καταφέρνουν να απομαζικοποιούν τα συνδικάτα και στη συνέχεια να παριστάνουν τους αδύναμους να αντιδράσουν. Την ίδια στιγμή η ελληνική εργατική τάξη γίνεται έρμαιο της ξενοφοβικής προπαγάνδας.
Αυτή η πολιτική των γραφειοκρατών – ρεφορμιστών έχει κοινωνική ερμηνεία: Τη συστράτευση της εργατικής αριστοκρατίας στα σχέδια των καπιταλιστών. Στις σχέσεις ανάμεσα στην ντόπια εργατική τάξη και τους μετανάστες θα δούμε διαθλασμένη τη σχέση ανάμεσα στις εργατικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και των φτωχών χωρών. Όπως ακριβώς οι καπιταλιστές μπορούν να επιδίδονται στην καταλήστευση ολόκληρου του πλανήτη μόνο στο βαθμό που έχουν εξασφαλίσει μια σιωπηρή συναίνεση της εργατικής τάξης στις μητροπόλεις, έτσι μπορούν να εκμεταλλεύονται την δεινή θέση των μεταναστών μόνο στο βαθμό που έχουν εξασφαλίσει μια σιωπηρή συναίνεση από ένα τμήμα της εργατικής τάξης. Εδώ ακριβώς στοχεύει η καλλιέργεια του ρατσισμού και εδώ βρίσκει έδαφος.
Το πιο καθυστερημένο κομμάτι των ελλήνων εργαζομένων στήνει το αφτί του στη ρατσιστική προπαγάνδα. Ακόμη χειρότερα, ένα (ευτυχώς μικρό) τμήμα της αριστεράς την αναπαράγει. Και μάλιστα στο όνομα της υπεράσπισης των εργατικών κατακτήσεων του «έλληνα εργάτη» που βρίσκονται σε κίνδυνο. Δεν πρόκειται για «παρεξήγηση» ούτε για ηλιθιότητα, αλλά για την πολιτική έκφραση της εργατικής αριστοκρατίας. Ένα τμήμα της εργατικής τάξης βλέπει την καλυτέρευση της ζωής του στην επιλογή του να υποταχτεί και να συμπορευτεί με τους έλληνες καπιταλιστές στην υπεράσπιση των συμφερόντων τους, αντί να συγκρουστεί μαζί τους. Είναι δυστυχώς μια πραγματικότητα μπροστά στην οποία δεν θα πρέπει κανείς να κλείνει τα μάτια. Στη χρυσή εποχή του χρηματιστηρίου οι εργαζόμενοι στον ΟΤΕ κατέβηκαν σε απεργία ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης να τον ιδιωτικοποιήσει. Η απεργία έληξε όταν πέτυχαν να τους δοθεί ένα τμήμα των μετοχών του οργανισμού και την έκλεισαν πανηγυρικά με μια πορεία προς τη βουλή όπου τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο. Στις μετοχές του ΟΤΕ εξαργυρονώταν η διείσδυση της εταιρείας στα Βαλκάνια και στην πρώην ΕΣΣΔ. Οι εργαζόμενοι τότε φαίνεται πως δεν είχαν κανένα πρόβλημα να μετακυλήσουν το κόστος τις ιδιωτικοποίησης στους εργαζόμενους των γειτονικών χωρών. Άλλωστε, ένα μέρος της υπεραξίας που αυτοί παρήγαγαν αποτυπωνόταν στις μετοχές που κρατούσαν στα χέρια τους. Είναι απόλυτα σίγουρο όμως ότι ανάμεσά τους βρίσκονται πολλοί που τα βάζουν με τους «αλβανούς που παίρνουν τις δουλειές», ακόμα κι αν ούτε μια θέση εργασίας στον ΟΤΕ δεν πήρε μετανάστης. Ο ρατσισμός που καλλιεργούν οι καπιταλιστές στοχεύει στη διάσπαση της εργατικής τάξης, βρίσκει έδαφος ωστόσο σε πραγματικά συμφέροντα που έχει η εργατική αριστοκρατία και προσπαθεί να τα επιβάλει στην υπόλοιπη εργατική τάξη.

Η ενότητα ελλήνων και ξένων εργατών δεν είναι απλά ένα προπαγανδιστικό σύνθημα. Πρέπει να γίνει γρήγορα πράξη. Η εργατική τάξη είναι ενιαία. Στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα χωράφια, στα βαπόρια, σε κάθε χώρο δουλειάς πρέπει να σπάσει κάθε παραλλαγή ξενοφοβίας. Όσο οι μετανάστες εργάτες βγαίνουν από το περιθώριο της παρανομίας και της αβεβαιότητας, τόσο θα ανοίγει ο δρόμος για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος. Όσο μένουν στην παρανομία ή σε μια νομιμοποιημένη μισοπαρανομία, τότε, εύκολη λεία στις διαθέσεις των καπιταλιστών δεν θα είναι μόνο αυτοί, αλλά και ολόκληρη η εργατική τάξη. Δε θέλουμε τους μετανάστες μέσα στα συνδικάτα για να τους προστατέψουν τάχα οι γραφειοκράτες από τη ρατσιστική επίθεση. Τους θέλουμε για να δώσουν με την παρουσία τους νέο, φρέσκο αέρα συνολικά στην εργατική τάξη της Ελλάδας. Η μαζική είσοδό τους είναι που θα δώσει νέα αυτοπεποίθηση συνολικά στην τάξη, που θα δυναμώσει το πιο αγωνιστικό της κομμάτι, που θα μεταβάλει τους συσχετισμούς στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Οι πιο ένδοξες σελίδες του εργατικού κινήματος γράφτηκαν όταν νέα τμήματα εργαζομένων οργανώνονταν μαζικά και δυναμικά.

Οι οργανώσεις της αριστεράς: Ανάμεσα στο σωβινισμό και τον κοσμοπολιτισμό

Η ευθύνη για την αδράνεια της εργατικής τάξης βαραίνει -όχι ισόποσα- και την αριστερά. Σε γενικές γραμμές ακολούθησε δυο διαφορετικές πρακτικές. Ένα μειοψηφικό, αλλά σημαντικό τμήμα της ενεργοποιήθηκε από τις πρώτες στιγμές γύρω από τους μετανάστες και στάθηκε αλληλέγγυο δίπλα του. Ένα άλλο τμήμα, το μεγαλύτερο, παρακολουθούσε χωρίς να παρεμβαίνει, το ζήτημα από τα βραδινά δελτία ειδήσεων.
Στην πρώτη περίπτωση η αλληλεγγύη εκδηλώθηκε με πολλούς τρόπους, αλλά τα μέσα και οι δυνάμεις που μπορούσαν να διατεθούν ήταν πενιχρά μπροστά στην έκταση του ζητήματος και ακόμη λιγότερα μπροστά στην ρατσιστική κρατική προπαγάνδα. Ωστόσο, ήταν μια παρέμβαση που έφερε κάποια αποτελέσματα. Κυρίως, στάθηκε ανάχωμα στη ρατσιστική υστερία στα τέλη της δεκαετίας του 90. Με διαδηλώσεις, με προπαγανδιστικό υλικό, κράτησε μια στοιχειώδη άμυνα απέναντι στη ρατσιστική λαίλαπα. Έχτισε με αυτό τον τρόπο δεσμούς εμπιστοσύνης με ένα μικρό κομμάτι των μεταναστών, δημιούργησε δίκτυα επαφής μαζί του και βοήθησε στην οργάνωσή του.
Το πρόβλημα βρίσκεται στις πολιτικές λογικές που κυριάρχησαν τελικά σε αυτό το αλληλέγγυο τμήμα της αριστεράς, με εξαίρεση ελάχιστες οργανώσεις και αγωνιστές. Παρά το στοιχειώδες έργο δεν κατόρθωσε να προχωρήσει σε μια ταξική διεθνιστική σύλληψη του ζητήματος των μεταναστών. Η αλληλεγγύη του συχνά δεν ξεπερνούσε τα όρια του αφηρημένου ουμανισμού με αποτέλεσμα, χωρίς κανένα ταξικό υπόβαθρο, να είναι ευάλωτο στις πιέσεις των καπιταλιστικών κυβερνήσεων. Ο δρόμος για την προσπάθεια ενσωμάτωσής και εκτόνωσης της αλληλέγγυας αριστεράς είχε ανοιχτεί με γέφυρα τις διάφορες ΜΚΟ, που ανέλαβαν εργολαβικά τους μετανάστες και μάλιστα στο όνομα του κινήματος. Αυτή η διαδικασία ευνούχισε (αλλά δεν ακύρωσε εντελώς) τη δυναμική που είχε στο μεταξύ εμφανιστεί.
Στην άλλη πλευρά η αδιάφορη αριστερά. Ετούτοι, αν και μιλάνε στο όνομα της εργατικής τάξης αγνοούσαν επιδεικτικά το πιο καταπιεσμένο κομμάτι της. Συνήθισαν με αυτό τον τρόπο ένα τμήμα της ελληνικής εργατικής τάξης να νοιώθει πως οι μετανάστες και τα προβλήματά τους δεν τους αφορούν. Άφησαν έτσι τους έλληνες εργαζόμενους έρμαια της ρατσιστικής προπαγάνδας των αφεντικών. Σε αυτό το έδαφος, σε καταστάσεις πραγματικής πίεσης σε κάθε όξυνση της ρατσιστικής προπαγάνδας, ένα τμήμα της αδιάφορης αριστεράς γλιστρούσε με ευκολία σε ξεκάθαρες ρατσιστικές θέσεις και στήριζε την πολιτική των καπιταλιστών. Ποιος θα ξεχάσει πως πολλές φορές τοπικά παραρτήματα οικοδόμων ανέχονταν, αν δεν πρωτοστατούσαν κιόλας, στα πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες στα εργοτάξια; Κάποιοι ελάχιστοι μάλιστα θεωρητικοποίησαν αυτή την πρακτική θεωρώντας σπουδαία προσφορά στην εργατική τάξη το να καλούν τους έλληνες να στραφούν ενάντια στους ξένους.
Αυτό που σε καμιά περίπτωση δεν έγινε είναι μια δράση που να αντιμετωπίζει το ζήτημα των μεταναστών από ταξική σκοπιά, με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις. Καμιά συντονισμένη ενέργεια για να ενταχθούν μαζικά στα σωματεία. Καμιά ενέργεια να κερδηθούν στις αριστερές παρατάξεις μέσα στους χώρους που εργάζονται. Ελάχιστες μόνο φορές οι θέσεις των αριστερών οργανώσεων (όχι μόνο για την μετανάστευση αλλά για κάθε πολιτικό ζήτημα) τυπώθηκαν στις γλώσσες των μεταναστών, αν και όπως είδαμε αποτελούν ένα καθόλου μικρό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Χωρίς να θέλουμε να ισοπεδώσουμε τα πάντα, στην πλειοψηφία της η αριστερά αντιμετώπισε το θέμα όχι «από την σκοπιά του κομμουνιστή», αλλά «από την οπτική του έλληνα εργάτη». Δηλαδή υποτάχθηκε σε ένα βαθμό στις νοοτροπίες και στα αντανακλαστικά ενός «μέσου όρου» της ελληνικής εργατικής τάξης και όχι της πρωτοπορίας της. Έτσι άλλοτε η αλληλεγγύη της αριστεράς συχνά σταματούσε σε έναν φιλάνθρωπο ουμανισμό που συχνά ζητούσε την κρατική στήριξη και άλλοτε η αδιαφορία της ολίσθαινε σε έναν ανοιχτό ρατσισμό.

Για μια διεθνιστική πολιτική

Όπως και να χει οι μετανάστες είναι πλέον συστατικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και η αριστερά θα πρέπει να ασχοληθεί με το ζήτημα.
Καταρχήν η αντιρατσιστική δράση πρέπει να είναι μια κεντρική επιλογή της Αριστεράς. Η πάλη για τα δικαιώματα των ξένων εργατών πρέπει να ανοίξει και ανάμεσα στους έλληνες εργάτες και μάλιστα με έναν επιθετικό τρόπο. Ο ρατσισμός στα κεφάλια των ελλήνων εργατών είναι ισχυρό εμπόδιο για την ενοποίηση και ανάδειξη της εργατικής τάξης σε καθοριστική πολιτική δύναμη. Γι’ αυτό τον λόγο σήμερα είναι θεμελιακό διεθνιστικό καθήκον μας να χτυπήσουμε τον ρατσισμό μέσα στην εργατική τάξη και όχι να του υποκλινόμαστε.
Στο μαύρο μέτωπο του ρατσισμού πρέπει να αντιτάξουμε το δικό μας αντιρατσιστικό μέτωπο. Καταρχήν στη βάση, με το στήσιμο αντιρατσιστικών επιτροπών σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε σχολείο και σχολή, σε κάθε γειτονιά. Επιτροπές ανοιχτές σε κάθε αντιρατσιστή. Οι ρατσιστές φαίνεται πως είναι δυνατοί, όσο εμείς δεν οργανώνουμε την αντιρατσιστική δράση. Μόνο έτσι μπορεί να σφυρηλατηθούν δεσμοί εμπιστοσύνης ανάμεσα στην αριστερά και στους πιο προχωρημένους μετανάστες εργάτες, που έχουν κάθε δίκιο να είναι αρχικά καχύποπτοι.
Να έρθουμε σε επαφή με τους μετανάστες εργαζόμενους. Να σταθούμε δίπλα τους στα τόσα μικρά και μεγάλα καθημερινά προβλήματα. Εδώ είναι πολύ σημαντικός ο σεβασμός στις επιλογές τους και στις συλλογικότητες τους, και δυστυχώς, για μια ακόμη φορά έχουν λόγους να είναι καχύποπτοι.

Την αμέσως επόμενη περίοδο το ζήτημα των μεταναστών θα τεθεί ξανά με τον πιο οξυμένο τρόπο. Αφού τους ξεζούμισαν στα ολυμπιακά έργα, ετοιμάζονται να τους πετάξουν με συνοπτικές διαδικασίες. Να θεωρούμε βέβαιο ότι τα αστικά ΜΜΕ θα αναλάβουν ξανά να δηλητηριάζουν τον κόσμο με τον ρατσισμό. Οι καπιταλιστές ήδη έχουν ξεκινήσει. Χτίζουν φυλακές για να στοιβάξουν όσους θα μαζεύουν οι σκούπες της αστυνομίας. Τόσο καιρό οι μετανάστες δούλευαν δίπλα – δίπλα στους έλληνες χτίζοντας τα «μεγάλα έργα». Τώρα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίσουν μόνοι τους το αστυνομικό πογκρόμ και την απέλαση. Πρέπει να οργανώσουμε από κοινού με τους μετανάστες την προστασία από κάθε χτύπημα του κράτους και των ρατσιστών.
Να είμαστε εκεί να εμποδίσουμε τις αστυνομικές σκούπες. Να εμποδίσουμε την οικοδόμηση φυλακών για τους «απόβλητους» της κοινωνίας.
Εντατικός πολιτικός αγώνας ενάντια στα ρατσιστικά επιχειρήματα των αφεντικών και ενότητα στη δράση με τους μετανάστες εργαζόμενους. Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος για την ενότητα των καταπιεσμένων ενάντια στους καπιταλιστές και το κράτος τους. Από αυτό το δρόμο περνά η ελπίδα για μια άλλη κοινωνία.

Απέναντι στην παρωδία “νομιμοποίηση”: Πράσινη κάρτα για όλους χωρίς προϋποθέσεις. Απλοποίηση των διαδικασιών για την παροχή υπηκοότητας.

Απέναντι στη διάσπαση του εργατικού κινήματος: Όλοι οι ξένοι εργάτες στα συνδικάτα. Τέρμα στα κάθε είδους γραφειοκρατικά κωλύματα που τους κρατάν έξω από τα σωματεία.

Απέναντι στην περιθωριοποίηση των μεταναστών: Ίσα δικαιώματα με τους έλληνες σε παιδεία, υγεία, ασφάλιση. Δικαίωμα ψήφου στους μόνιμα εγκατεστημένους μετανάστες. Άμεση παροχή υπηκοότητας στα παιδιά μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα.

Απέναντι στη ρατσιστική επίθεση: Εγκληματίες είναι οι καπιταλιστές – στους υπονόμους τώρα οι ρατσιστές. Όχι στα πογκρόμ και τις απελάσεις. Ομάδες αυτοάμυνας ελλήνων και ξένων εργατών ενάντια στις επιθέσεις των ρατσιστών και του κράτους.

Απέναντι σε όσους θέλουν μια Ελλάδα “καθαρή” από ξένους: Σύνορα ανοιχτά για όλους τους εργάτες. Έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι στην καθημερινή πάλη και στον αγώνα για τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Για τα Λευκά Κελιά της Λάρισας

Μέσα σε ένα κλίμα σιωπής και συνένοχης από όλους τους εκπρόσωπους της η καλύτερη δημοκρατία όλων των εποχών, όπως οι καταπιεστές κυνικά και αυτάρεσκα χαρακτηρίζουν το καθεστώς τους ετοιμάζει την μεταγωγή των πολιτικών κρατούμενων. Συνέχεια

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,750