//
Χωρίς κατηγορία

Ασφαλιστικό: Πολιτικός ταξικός αγώνας ή οικονομισμός;

Αν και ακόμα δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα το επίσημο σχέδιο της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό, από τις ελεγχόμενες διαρροές φαίνεται ότι διαμορφώνεται η τελική του εικόνα.

Έτσι λοιπόν αυξάνεται ο χρόνος υπολογισμού της σύνταξης από το μέσο μισθό της τελευταίας 5ετίας στο μέσο μισθό της καλύτερης 10ετίας. Με το νέο αυτό υπολογισμό θα προκύψει μείωση της σύνταξης περίπου 10%. Όμως δεν είναι μόνο αυτό.
Για τους ασφαλισμένους μετά το 92 η σύνταξη θα υπολογίζεται με συντελεστή 60% επί του -μέσου- μισθού (της καλύτερής δεκαετίας) όπως όριζε ο νόμος Σιούφα (2084/92) και όχι επί 70% σύμφωνα με το ν.3029/02 (Ρέππα). Υπενθυμίζουμε ότι πριν από τους νόμους αυτούς η σύνταξη υπολογιζόταν με συντελεστή 80% επί του τελευταίου μισθού. Ο νόμος Ρέππα μπαίνει σε ισχύ από το 2008 με ετήσια μείωση 1% μέχρι το 2017 για να καταλήξουμε από το 80 στο 70%. Τώρα αυτός ο συντελεστής θα πάει ακόμα πιο χαμηλά φτάνοντας το 60%. Έτσι μια σημερινή σύνταξη 800 ευρώ με τις αλλαγές που προωθούνται ύστερα από 20 χρόνια θα κατέβει στα 600.
Το ίδιο θα συμβεί και στα επικουρικά, που δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε καμία περίπτωση το 20% της βασικής, τη στιγμή που σήμερα το ΕΤΕΑΜ του ΙΚΑ δίνει μέχρι και 30% επικουρικό. Έτσι αν σήμερα κάποιος παίρνει σύνταξη 400 ευρώ και επικουρικό 150, με το πλαφόν του 20% δεν θα πρέπει να πάρει περισσότερα από 100 ευρώ επιπλέον.
Από τους τρεις αυτούς άξονες θα προκύψει συνολική μείωση της τελική σύνταξης ακόμα και 30%. Αυτά όσον αφορά το ποσό της σύνταξης.
Όσον αφορά τώρα τα όρια ηλικίας στο στόχαστρο μπαίνουν οι «πρόωρες», σύμφωνα με την κυβερνητική προπαγάνδα, συνταξιοδοτήσεις πριν τα 60 χρόνια. Όσοι δηλαδή έβγαιναν στα 58 αφού είχαν συμπληρώσει 35ετία. Και εδώ λοιπόν έχουμε επαναφορά των διατάξεων του ν. Σιούφα. Η κυβέρνηση την ίδια ώρα πετάει την πεπονόφλουδα της εθελοντικής παραμονής πέρα του 65 έτους με αντάλλαγμα 3% το χρόνο επιπλέον σύνταξη. Είναι επόμενο ότι με τις συντάξεις πείνας που ευελπιστούν να πετύχουν αυτό το 3% θα είναι σχεδόν υποχρεωτικό για τη στοιχειώδη επιβίωση ιδιαίτερα εκείνων που δεν θα έχουν άλλο εισόδημα, πετυχαίνοντας έτσι de facto την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης ακόμα και στα 70 χρόνια.
Τα χρονικά όρια που θέτει ο Καραμανλής για να προωθήσει την αντιδραστική αναδιάρθρωση το ασφαλιστικού δεν ξεπερνάνε τους 5 μήνες. Επομένως αρχή της άνοιξης θα έχουμε εκτός απρόοπτου το νομοσχέδιο στη Βουλή. Μέχρι τότε η κυβέρνηση ελπίζει ότι θα έχει δημιουργήσει τους όρους για να μπει στην τελική ευθεία.

Ο οικονομισμός της αριστεράς 

Και ενώ η κυβέρνηση προετοιμάζεται πυρετωδώς, στο αντίπαλο στρατόπεδο η μάχη αυτή αντιμετωπίζεται σαν να πρόκειται για κάποιο συνδικαλιστικό ζήτημα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη υποβάθμιση του ζητήματος απ’ αυτή. Αντί να θεωρηθεί μια κεντρική πολιτική μάχη, μια κεντρική ταξική αντιπαράθεση, η αριστερά όλως των ειδών την αντιμετωπίζει εντελώς αποσπασματικά σαν να αφορά μόνο τα συνδικαλιστικά της στελέχη. Για το ΚΚΕ το ασφαλιστικό είναι υπόθεση του ΠΑΜΕ και των σωματείων που συμμετέχουν σ’ αυτό. Για τους συνδικαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ είναι υπόθεση της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος. Για το ΝΑΡ και τους συν αυτώ είναι υπόθεση συντονισμού 5-10 «κόκκινων» πρωτοβάθμιων σωματείων και φυσικά ενός προωθημένου επιθετικού πλαισίου ανατροπής, ενώ για τους υπόλοιπους συνδικαλιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς το σημείο κλειδί είναι το χτίσιμο της 5ης «ταξικής» παράταξης (εργατικά ΕΑΑΚ) στο εργατικό κίνημα.
Πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο κοντόφθαλμη προσέγγιση απ’ αυτή. Επιμένουμε. Το ασφαλιστικό είναι ένα κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Η κυβερνητική επιδρομή δεν αφορά ένα ή δύο ασφαλιστικά ταμεία. Δεν πρόκειται για αλλαγές στο ασφαλιστικό μιας ΔΕΚΟ, ή ενός κλάδου. Εδώ μιλάμε για μια πολιτική που αφορά άμεσα όχι μόνο τους σημερινούς, αλλά και τους μελλοντικούς εργαζόμενους, αυτούς που σήμερα είναι φοιτητές ή μαθητές. Μια πολιτική που προωθείται κεντρικά και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Το ζήτημα λοιπόν δεν μπορεί να αφορά περισσότερο τον οποιοδήποτε συνδικαλιστή πρωτοβάθμιου, δευτεροβάθμιου ή τριτοβάθμιου συνδικάτου απ’ ότι τον οποιοδήποτε εργαζόμενο, νέο, άνεργο. Και επειδή είναι πολιτικό ζήτημα δεν μπορεί να αφορά περισσότερο τα συνδικάτα, απ’ ότι τις πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς. Κι όμως ολόκληρη η αριστερά από το ρεφορμισμό μέχρι την εξωκοινοβουλευτική με τις αλχημείες της βγάζει έξω από την αντιπαράθεση τα 4/5 των δυνάμεών της. Τα όρια του καθαρού ταξικού αγώνα;
Όλοι μιλάνε για την μεγάλη ταξική μάχη του ασφαλιστικού. Όμως τι σημαίνει ταξικός αγώνας. Ποια είναι τα εργαλεία του; Για την αριστερά όλων των ειδών (από το ρεφορμισμό μέχρι τον αναρχοσυνδικαλισμό) τα «νόμιμα» εργαλεία του ταξικού αγώνα είναι τα συνδικάτα.
Φυσικά υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες κάθε φορά.
Όταν το ΚΚΕ λεει συνδικάτα εννοεί τα «ταξικά» όσα δηλαδή είναι με το ΠΑΜΕ. Για το ΠΑΣΟΚ και τοΣΥΡΙΖΑ είναι όλα τα συνδικάτα και πάνω απ’ όλα η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ. Από δω μονάχα μπορεί να δοθεί ο αγώνας. Ένα σημαντικό τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς πιστεύει ακριβώς το ίδιο μόνο που αυτό συνοδεύεται από μια σκληρή κριτική στις συνδικαλιστικές ηγεσίες, προκείμενου να πιεστούν για να βγάλουν την πολυπόθητη γενική απεργία. Αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Για το ΝΑΡ και ορισμένουςαυτόνομους συνδικαλιστές το νόμιμο τέκνο της ταξικής πάλης είναι τα πρωτοβάθμια σωματεία, μιας και στα δευτεροβάθμια και πάνω οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είναι ξεπουλημένες. Βεβαίως οι εκφραστές αυτής της άποψης πέρσι στην απεργία των δασκάλων δεν είχαν κανένα πρόβλημα να χειριστούν τον αγώνα μέσα από τη δευτεροβάθμια ΔΟΕ μαζί με τον Μπράτη, ενώ θα μπορούσε η απεργία να περάσει στα χέρια των απεργιακών επιτροπών με τη δημιουργία Κεντρικής απεργιακής επιτροπής. Φαίνεται ότι η ΔΟΕ εξαιρείται από τους γενικούς κανόνες του ΝΑΡ και των φίλων του όπως επίσης θα εξαιρείται και η γραφειοκρατία της ΠΑΣΚΕ στους δασκάλους. Ας είναι.
Όποια κι αν είναι η παραλλαγή του εργατισμού, στο τέλος όλοι συμφωνούν: Το ζήτημα αφορά τα συνδικάτα. Η αριστερά όταν βρίσκεται μπροστά σε μια ταξική μάχη πετάει την πολιτική της ταυτότητα και ντύνεται με τα επαγγελματικά της ρούχα. Στα μαζέματα δεν μιλάνε επαναστάτες, μιλάνε δάσκαλοι, καθηγητές, οικοδόμοι, τεχνικοί μισθωτοί, καθηγητές σε φροντιστήρια, ιδιωτικοί υπάλληλοι, κούριερ, τραπεζοϋπάλληλοι κ.ο.κ. Αυτοί είναι οι άμεσοι ενδιαφερόμενοι. Η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται κάτω από τις μάσκες συνδικαλιστικών εργατικών σχημάτων. Αντί να μπουν οι διαφορετικές πολιτικές γραμμές και να συζητηθούν ανοιχτά οι τακτικές που πρέπει να ακολουθήσει το κίνημα και η αριστερά (κοινωνικά και πολιτικά) γίνεται ένα θέατρο του παραλόγου ανάμεσα σε «ταξικές», «ταξικότερες» και «ταξικότατες» γραμμές που συνοδεύονται από τα αντίστοιχα συνδικάτα, σωματεία, συσπειρώσεις, σχήματα και παρεμβάσεις. Η ίδια αστοχία με την περσινή μάχη για; την αναθεώρηση του Συντάγματος. Όλοι είχαν γνώμη τα συνδικαλιστικά σχήματα, τα σχήματα γειτονιάς, τα γνωστά πρωτοβάθμια, οι δύο εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, τα ΕΑΑΚ, οι σύλλογοι γονέων, εκτός φυσικά από τις πολιτικές οργανώσεις. Ο πήχης όσο πιο χαμηλά γίνεται.
Η αριστερά πιστεύει (;) ότι ο καθαρά ταξικός χώρος είναι το προνομιακό πεδίο για να συσπειρώσει τις μεγαλύτερες δυνάμεις. Το ίδιο πιστεύουν όλα τα είδη του επίσημου και ανεπίσημου συνδικαλισμού. «Αν μιλήσουμε κατευθείαν στο ταξικό ένστικτο, για τα ταξικά δικαιώματα, χωρίς κόμματα και πολιτικές, τότε όλοι οι εργάτες θα έρθουν στον αγώνα». Αυτό είναι όλο το βάθος της συνδικαλιστικής φιλοσοφίας. Φυσικά ποτέ δεν γίνεται έτσι. Γιατί όλοι αυτοί οι γνήσιοι και «αδιαμεσολάβητοι» εκφραστές του ταξικού ενστίκτου, ξεχνάνε ότι οι εργάτες εκτός από εργάτες είναι και πολιτικά ή και απολίτικα όντα. Ότι στο μυαλό τους η κυρίαρχη αστική ιδεολογία καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος των ερμηνευτικών τους εργαλείων, γεγονός που αντί να τους στέλνει στα συνδικάτων και στον συνδικαλισμό τους στέλνει κατευθείαν στην αγκαλιά των αφεντικών και της κυβέρνησης.
Όμως πέρα τα όρια της αυθόρμητης «ταξικής συνείδησης», τα ίδια τα συνδικάτα όχι μόνο αντανακλούν αυτή ακριβώς τη συνείδηση αλλά τις περισσότερες φορές οι ηγεσίες τους λειτουργούν ανοιχτά και ως πράκτορες της αστικής τάξης. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε τριτοβάθμιο επίπεδο, αλλά το ίδιο συχνά και σε πρωτοβάθμιο ακόμα και εκεί που τα σωματεία είναι επιχειρησιακά ή εργοστασιακά. Εκεί ακριβώς βρίσκονται και τα περισσότερα εργοδοτικά σωματεία. Οι καπιταλιστές όχι μόνο γνωρίζουν την τέχνη της εξαγοράς, αλλά έχουν και τη δυνατότητα να την πραγματοποιήσουν. Και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που η ιδεολογία τους είναι κυρίαρχη, πέρα από το ότι κατέχουν και ελέγχουν τους μηχανισμούς προπαγάνδας και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.
Οι οπαδοί του αγνού συνδικαλισμού ξεχνάνε ότι όπου ο ταξικός αγώνας ξεπέρασε τα στενά όρια του τρεϊντγιουνισμού αυτό έγινε χάρη στην πολιτική ανεξαρτησία από τα ιδεολογήματα της αστικής τάξης, που έφεραν μέσα στα συνδικάτα οι ενταγμένοι στο σοσιαλιστική και κομμουνιστικό κίνημα αγωνιστές, από την εποχή του Κάρλ Μαρξ.
Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο τα συνδικάτα δεν έπαιξαν ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο στα μεγάλα κοινωνικά γεγονότα, που σε τελευταία ανάλυση διαμορφώνουν και τον ταξικό συσχετισμό. Δεν υπήρξε επαναστατικό γεγονός στην σύγχρονη ταξική πάλη που οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης να έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Από τη Ρώσικη επανάσταση, την εξέγερση του Σπάρτακου στη Γερμανία, το Μάη του 68 στη Γαλλία κ.ο.κ. Αν ποτέ έπαιξαν κάποιο ρόλο αυτό έγινε μόνο όταν κινήθηκαν παράλληλα με ένα ορισμένο πολιτικό σχέδιο.
Τα συνδικάτα μπορούν να εκφράζουν μια ορισμένη συνείδηση της εργατικής τάξης που μπορεί και συνδικαλίζεται κάθε φορά. Μια συνείδηση που στο βαθμό που δεν αμφισβητείται ανοιχτά η αστική κυριαρχία τότε θα στοιχείζεται πίσω από τον καλύτερο εκφραστή αυτής της «ισορροπίας» που είναι ο ρεφορμισμός και ο νόμιμος συνδικαλισμός.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα ελληνικά συνδικάτα στηρίζονται κατά βάση στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ακριβώς αυτό εκφράζεται και στη συνδικαλιστική εκπροσώπησή τους σε όλες τις βαθμίδες. Και ας μην ξεχνάνε οι φετιχιστές των πρωτοβάθμιων ότι οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ εκλέγονται από τους αντιπροσώπους αυτών των σωματείων. Ο συσχετισμός στα συνδικάτα μπορεί να ανατραπεί μόνο κατά τη διάρκεια που σπάει η κανονικότητα και αυτό γίνεται μόνο σε περιόδους αγώνα. Ας το θυμηθούμε αυτό από τις περσινές απεργίες στην εκπαίδευση. Και η μορφή που παίρνει αυτή η απότομη είσοδος ευρύτερων κομματιών της εργατικής τάξης στον αγώνα είναι οι απεργιακές επιτροπές. Όργανα που αντιπροσωπεύουν αυτή την άνοδο και που σβήνουν με το τέλος της κινητοποίησης.

«Ταξική» ή επαναστατική πολιτική;

Σύσσωμος ο τρεϊντγιουνισμός, από το ΠΑΜΕ μέχρι τον αναρχοσυνδικαλισμό, καλλιεργεί το μύθο του καθαρού ταξικού αγώνα. Στο σημείο αυτό θα λέγαμε η κυρίαρχη σταλινίζουσα αριστερά έχει αντιγράψει κατά γράμμα την αναρχοσυνδικαλιστική φαντασίωση και όλοι μαζί δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να αναπαράγουν τις οικονομίστικες αυταπάτες μιας καθυστερημένης πρωτόλειας ταξικής συνείδησης.
Το πιο φοβερό όμως είναι ότι αυτοί ακριβώς που ορκίζονται στον καθαρό ταξικό αγώνα, αυτοί που ισχυρίζονται ότι μια καθαρή ταξική γραμμή, που δεν θα διαχωρίζει την τάξη με βάση τις πολιτικές της ιδέες πετυχαίνει και τη μεγαλύτερη ενότητα στο τέλος είναι ακριβώς αυτοί που έχουν δημιουργήσει τα πιο εξωφρενικά συνδικαλιστικά φέουδα. Στο όνομα της πιο συνεπούς ταξικής γραμμής, σπάνε τις συγκεντρώσεις, τα σωματεία, δημιουργώντας μόνιμες πλέον συνδικαλιστικές διαχωριστικές γραμμές που στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία τρέχουσα αξία. Αν στην Ελλάδα αυτό δεν έχει ακόμα φέρει τη διάσπαση της ενιαίας συνδικαλιστικής δομής (μια ΓΣΕΕ) στις λατινόφωνες χώρες που είναι οι μετρ του αυτόνομου συνδικαλισμού εδώ και 120 χρόνια, η εμμονή αυτή έχει οδηγήσει στην πολυδιάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα 4-5 ΓΣΕ σε κάθε χώρα (Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία). Όχι ότι για μας η συνδικαλιστική ενότητα είναι πανάκεια, αλλά για αυτούς που είναι θα άξιζε μια εξήγηση. Ας είναι. Για τον συνδικαλιστή είναι δικαιολογημένη η διάσπαση πάνω σε «ταξικά» ζητήματα, αλλά σε πολιτικά είναι απαράδεκτη.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία ταξική πολιτική. Μια πολιτική στο εργατικό κίνημα ή θα είναι επαναστατική πολιτική ή θα είναι ρεφορμιστική. Αυτές οι δύο γραμμές με τις οποιεσδήποτε ενδιάμεσες παραλλαγές τους συγκρούονται εδώ και 150 χρόνια στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Αλήθεια ποια είναι η διαφορά ταξικής και επαναστατικής πολιτικής; Η «ταξική πολιτική» είναι ένα τέχνασμα του εργατισμού και του οικονομισμού. Είναι μια πολιτική υπεράνω της επαναστατικής και προφανώς της ρεφορμιστικής. Πάει να λύσει το πρόβλημα με έναν αντικειμενίστικο τρόπο, πιστεύοντας ότι αυτός είναι και ο ποιο σύντομος δρόμος για να συνειδητοποιηθεί η εργατική τάξη. Τι να την κάνει την σοσιαλιστική συνείδηση που έρχεται απ’ έξω, αφού μπορεί να φτάσει γρηγορότερα στην «ταξική» που γεννιέται αυθόρμητα και από τα μέσα. Αυτός είναι όλος ο μύθος που σερβίρει ο εργατισμός. Με αυτό το κριτήριο όποιος δεν είναι με την «αντικειμενικά ταξική» γραμμή τότε είναι προδότης. Οι εκφραστές της «ταξικής» γραμμής παραστάνουν ότι οι απόψεις τους δεν είναι μια υποκειμενική τους επεξεργασία, αλλά άμεσο και αδιαμεσολάβητο προϊόν των αντικειμενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, ενώ όλες οι άλλες οι πολιτικές γραμμές είναι μια υποκειμενική στάση και ως εκ τούτου δεν αξίζει να τις παίρνει κανείς στα σοβαρά. Και επιπλέον θα πρέπει να είναι και καχύποπτος για τους εκφραστές αυτών των απόψεων. Γι’ αυτό και σήμερα αν θέλει κανείς να τοποθετηθεί για το ασφαλιστικό ή για οποιοδήποτε άλλο κεντρικό πολιτικό ζήτημα, θα πρέπει να το κάνει ως δάσκαλος, μπετατζής, σερβιτόρος ή λοστρόμος και όχι με την πολιτική του ταυτότητα παίρνοντας και την ευθύνη για ότι λεει. Επιπλέον όταν σήμερα μιλάς σαν δάσκαλος ή σαν φοιτητής υπονοείς ότι αντιπροσωπεύεις «άμεσα» τη θέληση του κλάδου σου. Όπότε άντε να σου αντιμιλήσει ο τάδε που επίσης μπορεί να είναι δάσκαλος, αλλά είχε την τιμιότητα να μιλάει στα ίσα με την πολιτική του ιδιότητα και να μην κρύβεται πίσω από τα ρούχα της δουλειάς του. Οι εργατιστές είναι σαν τους προτεστάντες. Οι πρώτοι έχουν την κατευθείαν σχέση με το θεό και οι δεύτεροι την κατευθείαν σχέση με την εργατική τάξη. Το «ένα είναι το κόμμα της εργατιάς», προϊόν και αυτό του σταλινισμού δεν είναι τίποτα περισσότερο από το προϊόν αυτής της αντίληψης.
Καταλαβαίνει κανείς ότι μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον δεν μπορεί να αναπτυχθεί καμία ουσιαστική συζήτηση και φυσικά να γίνει οποιαδήποτε ζύμωση, ανάμεσα στους πρωτοπόρους αγωνιστές του κινήματος.

Επαναστατική πολιτική

Κατά τη γνώμη μας η απάντηση σήμερα είναι η επαναστατική πολιτική. Πολλοί μπορεί να πιστεύουν ότι επαναστατική πολιτική είναι να πάρουμε τα όπλα. Ή ότι τέλος πάντων έχει νόημα μια τέτοια πολιτική λίγο πριν την κατάληψη της εξουσίας. Μέχρι τότε κάνουμε «ταξική» πολιτική. Αφήνοντας όμως τα επαναστατικά καθήκοντα για το αόριστο και μακρινό μάλλον, δεν κάνεις «ταξική» πολιτική, αλλά ξεπέφτεις στο ρεφορμισμό. Σ’ αυτόν ακριβώς βρίσκονται όλοι οι γνήσιοι εκπρόσωποι της ταξικής πολιτικής.
Ας επανέλθουμε όμως από κει που αρχίσαμε. Ασφαλιστικό. Ένα επαναστατικό σχέδιο από την αριστερά, αντιμετώπισης της αντιασφαλιστικής επιδρομής, δεν μπορεί έπ’ ουδενί να περιοριστεί στα συνδικάτα. Μια τακτική που περιορίζεται μόνο σε συνδικαλιστικούς ελιγμούς στο τέλος θα προσκρούσει στη συμβιβαστική ηγεσία της ΓΣΕΕ που θα αρνείται επίμονα να κλιμακώσει τον αγώνα. Αλλά ακόμα και αν η ΓΣΕΕ πραγματοποιήσει μια γενική απεργία ή και δεύτερη, δεν είναι το όργανο εκείνο που μπορεί να κλιμακώσειπολιτικά την αντιπαράθεση. Και το λέμε αυτό γιατί είναι πολύ πιθανό η κυβέρνηση να μην κάνει πίσω και να ψηφίσει το νόμο, όπως έκανε το Μάρτη με το νόμο πλαίσιο στα πανεπιστήμια. Τότε ο αγώνας θα πρέπει να στοχεύσει στην πτώση της κυβέρνησης, Δεν μπορεί να υπάρχει καμία άλλη κλιμάκωση πέρα απ’ αυτή. Ποιος όμως θα μιλήσει για πτώση; Η ΓΣΕΕ; Τα «ταξικά» συνδικάτα; Τα «πρωτοβάθμια» και οι «κόκκινοι» συνδικαλιστές;
Κάθε αγώνας έχει μια δυναμική. Κανένα σοβαρός σχεδιασμός δεν μπορεί να μην πάρει υπόψη του αυτή τη δυναμική. Επομένως δεν μπορεί να ξεκινάει από το σημερινό κλίμα που οπωσδήποτε είναι περισσότερο από υποτονικό. Το πρόβλημα δεν είναι αν θα ξεκινήσουν οι απεργίες. Αυτό θα γίνει και δεν χρειάζεται να ανάψουν το φυτίλι οι συνδικαλιστές των πρωτοβάθμιων. Θα τους προλάβει η ΓΣΕΕ. Το πραγματικό πρόβλημα είναι τι γίνεται μετά. Τι γίνεται όταν θα φτάσουμε σε ένα οριακό σημείο της αντιπαράθεσης. Όταν θα μπει το ζήτημα της κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Και αυτό δεν θα αργήσει να έρθει. Δεν πρόκειται η μάχη του ασφαλιστικού να κρατήσει πολύ. Δεν θα μοιάζει καθόλου με μια μεγάλη πορεία, όπου μπορούμε να κάνουμε άπειρα λάθη μέχρι να μορφωθούμε. Αυτά μπορεί να γίνουν στα απομακρυσμένα βουνά αλλά όχι εδώ. Τώρα χρειάζονται γρήγορες, αποφασιστικές τολμηρές και πάνω απ’ όλα πολιτικές κινήσεις.
Η κουβέντα που γίνεται σήμερα για το αν θα πάμε με τη ΓΣΕΕ, τις ομοσπονδίες ή τα πρωτοβάθμια δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Θα πάμε με ότι προάγει τον αγώνα. Φυσικά και θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα. Και η ΓΣΕΕ πρέπει να πιεστεί, και οι ομοσπονδίες και τα πρωτοβάθμια όπου μπορούν ας συντονιστούν. Αλλά ας ξεφύγουμε από τα όρια του συνδικαλισμού. Η αριστερά μπορεί να κινητοποιήσει πολύ περισσότερο κόσμο απ’ ότι η ΓΣΕΕ. Μπορεί στον αγώνα αυτό να είναι πιο αποφασιστικός ο ρόλος της νεολαίας από τα βαριά συνδικάτα των ΔΕΚΟ. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το ξέρουμε από τώρα.
Η αριστερά που υποτίθεται θέλει να εμποδίσει την αντιασφαλιστική αστική επίθεση θα πρέπει να δημιουργήσει ένα σιδερένιο ενιαίο μέτωπο. Το ενιαίο εργατικό μέτωπο δεν είναι μέτωπο ούτε ανάμεσα σε επαναστάτες, ούτε μέτωπο «ταξικών» συνδικάτων. Είναι πολιτικό μέτωπο. Εκεί μπορούν να γίνουν πραγματικές συμφωνίες. Τα συνδικάτα αν θέλουν και όσα θέλουν, και όπου υπάρχει ένας τέτοιος συσχετισμός, μπορούν να μπουν. Το σημαντικό είναι να δοθεί πολιτική απάντηση στους δρόμους, χωρίς να περιμένουμε τον Παναγόπουλο της ΓΣΕΕ και της ΠΑΣΚΕ να μας σώσει. Πολιτική κινητοποίηση σημαίνει διαδηλώσεις στο δρόμο και όχι επερωτήσεις στο κοινοβούλιο.
Η αριστερά αντιλαμβάνεται τις διαδηλώσεις και την πολιτική κινητοποίηση επικουρική μιας απεργίας. Αυτή η ιεράρχηση είναι εντελώς λάθος. Η πολιτική κινητοποίηση δεν είναι συμπαράσταση σε απεργούς. Είναι το κέντρο βάρους της αντιπαράθεσης. Και ακριβώς σε αυτό το έδαφος μπορεί να κλιμακωθεί η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση που πρέπει να το πάρει χαμπάρι. Ή θα πρέπει να ξεχάσει τους αντιασφαλιστικούς της σχεδιασμούς ή θα πάρει δρόμο. Αυτό θα πρέπει να είναι και το τελεσίγραφο από τη μεριά της αριστεράς και του κινήματος. Κάθε άλλη εμμονή στο καθαρό «ταξικό» που δεν ενδιαφέρεται για την κυβέρνηση (αν θα είναι ο ένας ή ο άλλος) και απλώς περιορίζεται στα περιορισμένα καθήκοντα της διαμαρτυρίας και της άρνησης των αντεργατικών πολιτικών, είναι καταδικασμένο σε υποχώρηση και ήττα.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,305
Αρέσει σε %d bloggers: