//
Πολιτική

Για μια αντικαπιταλιστική διέξοδο από την κρίση

Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι το πολιτικό σκηνικό αλλάζει. Ίσως ο μόνος που δεν το έχει καταλάβει ακόμα είναι η αργόστροφη ηγεσία του ΚΚΕ που πίσω από κάθε μετατόπιση βλέπει συνομωσίες κατά του κόμματος.

 

Κρίση του συστήματος εκπροσώπησης

Στην επιφάνεια αυτής της στροφής βρίσκονται τα εντυπωσιακά ποσοστά που εισπράττει στις δημοσκοπήσεις ο ΣΥΡΙΖΑ. Ποσοστά που εν μέσω του απεργιακού κύματος κατά του ασφαλιστικού άγγιξαν το 18% ενώ δείχνουν πλέον να παγιώνονται στο 14-15%. Την ίδια στιγμή η ΝΔ αδυνατεί να ξεπεράσει το 30% ακόμα και μετά τη διπλωματική επιτυχία του ελληνικού ιμπεριαλισμού στο μέτωπο του μακεδονικού ενώ το ΠΑΣΟΚ παρά τις προσπάθειες των ΜΜΕ να το ανακάμψουν συνεχίζει να υπολείπεται της ΝΔ γύρω στις 3-5 μονάδες.

Πριν μας κακοχαρακτηρίσουν ορισμένοι σύντροφοι, ας ξεκαθαρίσουμε προς αποφυγήν κάθε παρεξήγησης ότι ουδεμία αυταπάτη τρέφουμε περί του κοινοβουλευτισμού και της δυνατότητας από αυτό το δρόμο να προκύψει οποιαδήποτε κοινωνική ανατροπή. Όμως το πρόβλημα δεν είναι δικό μας, είναι του αστικού συστήματος να βρει μια νέα ισορροπία προκειμένου να εξασφαλίσει  τη συνέχεια της αστικής διακυβέρνησης στα πλαίσια πάντα του αστικού κοινοβουλευτισμού. Πράγμα που σημαίνει ότι για να σχηματιστεί μια οποιαδήποτε κυβέρνηση πρέπει να εξασφαλιστούν οι 151 βουλευτές. Βεβαίως η αστική τάξη έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι γνωρίζει κι άλλους τρόπους για να λύνει το πρόβλημα της διακυβέρνησης με πιο πρόσφατη τη χούντα του 1967. Κατά τη γνώμη μας όμως είμαστε πολύ μακριά από μια τέτοια εξέλιξη.

Αν τα ποσοστά λοιπόν που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιωθούν και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση τότε η περίπτωση της εκλογικής αυτοδυναμίας θα πρέπει να αποκλειστεί. Αυτό ακριβώς από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε μια πολιτική κρίση που το λιγότερο θα βάλει οριστικό τέλος σε όλες τις μεταπολιτευτικές ισορροπίες.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η κρίση αυτή προκαλείται όχι από μια σύγκρουση ανάμεσα στους δύο πυλώνες της αστικής διαχείρισης, αλλά από μια σαφή στροφή της κοινωνίας και ιδιαίτερα της νεολαίας προς τα αριστερά. Η στροφή αυτή δεν επιβεβαιώνεται μόνο στις δημοσκοπήσεις.

Κατά τη γνώμη μας έχει βαθύτερες κοινωνικές αιτίες οι οποίες παράγουν και τα αντίστοιχα πολιτικά αποτελέσματα.

 

Κοινωνική αστάθεια

Για πρώτη φορά όχι μόνο από τη μεταπολίτευση, αλλά θα λέγαμε από τη δεκαετία του 50 οι γενιές που έρχονται θα ζουν χειρότερα και με σαφή λιγότερα δικαιώματα από τις προηγούμενες. Αυτό είναι κάτι που πλέον το έχουν συνειδητοποιήσει οι πάντες και πάνω απ’ όλα η νέα γενιά. Η αστική τάξη από την άλλη έχει κυριολεκτικά ξεμείνει από στόχους. Κάποτε, το 1992, η ΟΝΕ, το ευρώ, οι Ολυμπιακοί, ο εκσυγχρονισμός, το χρηματιστήριο, τα εύκολα δάνεια, το βόλεμα κάπου, μπορούσαν να αποτελούν σημεία ορόσημα στα οποία σύσσωμο το έθνος εναπόθετε τις ελπίδες του για ένα καλύτερο αύριο. Ότι υποσχέθηκε όμως η αστική τάξη και τα κόμματα που ταυτίστηκαν με αυτές τις ψευτοπροσδοκίες όχι μόνο δεν έφεραν καμία πρόοδο, αλλά περισσότερες σκοτούρες ανασφάλεια και απογοήτευση.

Όλα αυτά δεν συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα. Ο πλανήτης ολόκληρος ζει τις ίδιες ανησυχίες. Μόνο τις τελευταίες βδομάδες οι εφημερίδες είναι γεμάτες άρθρα για μια τεράστια επισιτιστική κρίση που χτυπάει τις χώρες της περιφέρειες εξαιτίας του διπλασιασμού μέσα σε 3 μήνες των τιμών των βασικών ειδών διατροφής. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι από την Αϊτή μέχρι το Μπανγκλαντές και την Αίγυπτο εξεγείρονται λεηλατώντας αποθήκες τροφίμων γιατί απλά δεν έχουν να φάνε.  Χρηματιστηριακή κρίση και η φούσκα των τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων περνάει πλέον στην πραγματική οικονομία. και τα χειρότερα που θα έλεγε η σ. Παπαρήγα δεν έχουν έλθει ακόμα. Οι πάντες τρέμουν στην ιδέα τι θα επακολουθήσει μετά τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. Όλα αυτά μέσα στους προσεχείς μήνες. Λοιπόν για να μην φλυαρούμε. Το πλήρωμα του χρόνου πλησιάζει. Ο καθένας ας λάβει θέση. Αυτό είναι το διεθνές υπόβαθρο των εξελίξεων στην Ελλάδα.

 

Η αριστερά επιστρέφει

Η στροφή προς τα αριστερά δεν μπορεί επίσης να μην σχετίζεται με τα έντονα κινηματικά γεγονότα των τελευταίων δύο χρόνων. Το φοιτητικό κίνημα από την άνοιξη του 2006 και για ένα χρόνο, η μεγάλη απεργία των δασκάλων το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οι αγώνες για το άρθρο 16 και φυσικά οι μεγάλες απεργίες εδώ και 4 μήνες για το ασφαλιστικό δίνουν όλο το αναγκαίο κινηματικό υπόβαθρο σε αυτή τη στροφή. Στους αγώνες αυτούς με τα λάθη της και τις αδυναμίες της πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η αριστερά, η οποία και γίνεται πλέον ο αποδέκτης των πολιτικών προσδοκιών του κόσμου που συμμετέχει σε αυτούς τους αγώνες και μαζί με αυτούς και δεκάδων χιλιάδων άλλων που βλέπουν μόνο θετικά αυτή την ανάταση.

Είναι φυσιολογικό στο πλαίσιο αυτό να αναπτύσσονται νέες αυταπάτες, κοινοβουλευτικές και ρεφορμιστικές. Σίγουρα σε αυτό υπάρχει ένας κίνδυνος να επαναληφθούν λάθη του παρελθόντος. Όμως πέρα από κινδύνους δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας ότι για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες ευρύτερος κόσμος που ξεπερνάει το στενό κορσέ ενός 10% πλησιάζει με τέτοια ταχύτητα την αριστερά. Μόνο σε σύγκριση με τη μεταπολίτευση και τα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ ή με τα τέλη της δεκαετίας του 50 μπορεί να συγκριθεί αυτό που συμβαίνει σήμερα. Μόνο ένας τελειωμένος σεχταριστής μπορεί να μην βρίσκει σε αυτή την αντιφατική κίνηση μια θετική εξέλιξη για το κίνημα και την αριστερά.

Τα πέτρινα χρόνια μετά το 90 η αριστερά κλείστηκε το καβούκι της. Το μόνο καθήκον που έβλεπε, κι αυτό αφορά όλα της τα κομμάτια, ήταν πως θα οργανώσει την αντίσταση και τους αμυντικούς αγώνες. Όλες της οι δυνάμεις κατευθύνθηκαν σε αυτό. Η πολιτική αναζήτηση, η δυνατότητα να μπει σφήνα στις εξελίξεις, να παίξει έναν κεντρικό ρόλο, να θέσει ζήτημα ανατροπής έμεινε για χρόνια στις καλένδες. Όποια συζήτηση άνοιγε κανείς για μια άλλη κοινωνία, για το σοσιαλισμό, για την λαϊκή ή την εργατική εξουσία είχε ένα καθαρά προπαγανδιστικό και τελικά αφηρημένο για να μην πούμε μεταφυσικό χαρακτήρα. Ο καθένας μπορεί να λεει το μακρύ και το κοντό του, να ανατρέχει σε εμπειρίες από το παρελθόν, αλλά να μην πείθει ούτε το κόσμο της αριστεράς για την προοπτική που βάζει. Όπως και να χει η συζήτηση αυτή αφορούσε μερικούς μοϊκανούς και τις αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις οργανώσεις της αριστεράς.

Τώρα η συζήτηση αυτή μπαίνει σε μια άλλη βάση και αυτό οφείλεται στο ότι αρχίζει να απασχολεί ένα ευρύτερο κοινωνικό δυναμικό που σπάει με γοργούς ρυθμούς από τη σοσιαλδημοκρατία και επίσης με το νέο κόσμο που πολιτικοποιείται για πρώτη φορά και όπως άλλες χρυσές εποχές στρέφεται μαζικά στην αριστερά.

Στην κίνησή του αυτή ο κόσμος θέλει αναγνωρίσιμα εργαλεία για να εκφραστεί. Η ύπαρξη δεκάδων μικρών και λίγο μεγαλύτερων οργανώσεων επαναστατικής προπαγάνδας δεν θα γίνουν ο αποδέκτης αυτής της κίνησης. Ταυτόχρονα ο κόσμος αυτός βάζει με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της ενότητας. Δεν ενδιαφέρεται ακριβώς για τις προηγούμενες διαφορές. Θέλει απλά να δώσει τη μάχη και πολύ περισσότερο να βρει εναλλακτικές λύσεις τώρα και όχι στη Δευτέρα παρουσία.

Δεν είναι τυχαίο που αποδέκτης αυτής της κίνησης γίνεται προς το παρόν ο Σύριζα και όχι το ΚΚΕ, από τους σχηματισμούς της αναγνωρίσιμης αριστεράς. Το ΚΚΕ δίνει την εικόνα ενός κόμματος που δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. προσηλωμένο στην δική του επιβίωση αντί να πρωταγωνιστεί στους αγώνες βάζοντας διαρκώς χίλιες δύο προφάσεις για να αποδείξει το μάταιο της υπόθεσης.

Από την άλλη μεριά ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να επικοινωνεί μ’ αυτή την κίνηση, να στέκεται δίπλα στους αγώνες της τελευταίας περιόδου και να τους στηρίζει σε κεντρικό επίπεδο, και τέλος εκπληρώνει την επιθυμία για ενότητα της αριστεράς. Μια ενότητα που μπαίνει με ένα επιτακτικό τρόπο προκειμένου να δημιουργηθεί το αντίπαλο δέος στους δύο πυλώνες της αστικής διαχείρισης.

Η άνοδος του Σύριζα σίγουρα σχετίζεται με τη βαθιά κρίση ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ. Η ήττα που υπέστη στις εκλογές, έδωσε το μήνυμα ότι το κόμμα αυτό δεν μπορεί να συνέλθει. Κόσμος που το ψήφισε απλά και  μόνο για να τιμωρήσει την κυβέρνηση τώρα στρέφεται με ένα φυσικό τρόπο στα αριστερά ψάχνοντας εκεί την εναλλακτική λύση. Ανεξάρτητα από το που θα μπορέσει το ΠΑΣΟΚ να σταματήσει την κατρακύλα του, το σίγουρο είναι ότι στα αριστερά του θα έχει μια ισχυρή δύναμη που δεν θα του αφήνει τον απαιτούμενο χρόνο για να συνέλθει. Η εποχή της εναλλαγής έχει τελειώσει.

 

Πάει αριστερά ο ΣΥΡΙΖΑ;

Πολλοί αγωνιστές προσπαθούν να διακρίνουν μια κάποια αριστερή στροφή του ΣΥΝ ή του Σύριζα πίσω από την αλματώδη αύξηση της επιρροής του. Άλλοι βλέπουν μια δικαίωση της προηγούμενης γραμμής του. Κατά τη γνώμη μας ούτε ο Συνασπισμός, ούτε ο Συριζα έχουν αλλάξει φύση. Σίγουρα όμως η υποβάθμιση του ρόλου ορισμένων στελεχών από την δεξιά του πτέρυγα κι η ανάδειξη νέων προσώπων μεταξύ των οποίων και ο Α.Τσίπρας δίνουν την εικόνα μια αριστερής μετατόπισης, όχι με τα αυστηρά κριτήρια του επαναστατικού μαρξισμού, αλλά στο πως πλέον το αντιλαμβάνονται ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια. Σ’ αυτό συνέβαλε αποφασιστικά όλο το προηγούμενο διάστημα η μαχητική κοινοβουλευτική στάση του Αλαβάνου στη Βουλή, σε αντίθεση με το λόγο και το ύφος του Κωνσταντόπουλου που μόνο σαν δεκανίκι του ΠΑΣΟΚ είχε καταγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο.

Αυτό που έχει εδώ σημασία δεν είναι το πόσο έχει πάει αριστερά ο Σύριζα, αλλά το είδος της κοινωνικής δυναμικής που εκφράζει. Και το σίγουρο είναι ότι ο Σύριζα έχει βρεθεί στον κυκλώνα μιας κοινωνικής δυναμικής που προς το παρόν δείχνει να θέλει να την εκφράσει. Κατά τη γνώμη μας ο αποφασιστικός παράγοντας που σπρώχνει τον Συριζα δεν είναι οι εσωτερικές του αναζητήσεις, αλλά αυτή ακριβώς η δυναμική. Το αν θα μπορέσει να την ενσωματώσει, να την οργανώσει, να τη διαχειριστεί, να την πάει παραπέρα ή κατά διαόλου αυτό είναι ένα ερωτηματικό.

Ο προγραμματικός λόγος του Συριζα παραμένει ρεφορμιστικός. Όμως είναι ένας αγωνιστικός ρεφορμισμός που το βέλος του δείχνει αριστερά με έναν άμεσο πολιτικό λόγο που δημιουργεί εκνευρισμό στα αστικά επιτελεία και γίνεται αποδεκτός από ευρύτερα λαϊκά στρώματα που ψάχνονται προς τα αριστερά.

 

Η συζήτηση για την εναλλακτική λύση

Ο Αλαβάνος με ένα ξεκάθαρο τρόπο και προς τιμήν του έθεσε έστω και αργοπορημένα λίγο πριν την τελευταία γενική απεργία το ζήτημα της πτώσης της κυβέρνησης, τη στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης αριστεράς σε αυτό τουλάχιστον το θέμα παίρνει γραμμή κατευθείαν από τον Περισσό.

Να πούμε εδώ ότι το να απασχολείται ο εργάτης με το ποιός είναι κυβέρνηση ή όχι και να συνδέει τα προβλήματά του όχι μόνο με το αφεντικό του αλλά και με την κυβέρνηση είναι ένα άλμα στη συνείδησή του. Έχει αρχίσει να  εξυψώνεται από το επίπεδο ενός κακομοίρη που είναι το αντικείμενο της κοινωνικής εκμετάλλευσης (έτσι μπορούσε να σκέφτεται ακόμα και ο Ξανθόπουλος στα ελληνικά μελό του 60) σε πολιτικό υποκείμενο για την κοινωνική απελευθέρωση. Δυστυχώς η αριστερά που δεν την απασχολεί ποιός είναι στην κυβέρνηση και που αρνείται να πολιτικοποιήσει τον αγώνα, στην πραγματικότητα υποτάσσεται στον τρεϊντγιουνισμό και τον κινηματισμό και θα λέγαμε ακόμα στην πιο καθυστερημένη συντεχνιακή συνείδηση που δεν θέλει να μπλέκεται με την πολιτική.

Απ’ αυτή την άποψη, όχι μόνο το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση, αλλά και η συζήτηση που ανοίγει για το τι θα ακολουθήσει μετά, είναι απολύτως θετική και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με σύνδρομα φόβου και αποστροφής. Οι επαναστάτες ανοίγουν αυτή τη συζήτηση όχι για να βρουν μια λύση από κοινού με τους ρεφορμιστές, αλλά για να καταθέσουν στα ίσα την δική τους θέση. Θέση φυσικά που δεν ξεχνάει ούτε τη Βάρκιζα, ούτε τη Χιλή, ούτε τον Τζανετάκη, ούτε τον Πρόντι. Η αριστερά ναι, πρέπει να έχει πρόταση εξουσίας. Ο ρόλος της δεν είναι μόνο να οργανώνει την αντίσταση, αλλά πάνω απ’ όλα να δώσει διέξοδο στις προσδοκίες εκατομμυρίων καταπιεσμένων εργαζομένων, ανέργων και νεολαίων.

Οι επαναστάτες καλούν σε μια κυβέρνηση των εργαζομένων που θα συγκρουστεί και δεν θα συνεργαστεί με την αστική τάξη. Μια τέτοια κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να στηριχτεί στις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και πρώτο μέλημά της θα είναι να καλέσει σε συντακτική συνέλευση για την αλλαγή του Συντάγματος παίρνοντας ταυτόχρονα μέτρα υπέρ των εργαζομένων και εναντίον του κεφαλαίου. Η επαναστατική αριστερά αντί να ξορκίζει όπως κάνει το ΚΚΕ τα άμεσα πολιτικά καθήκοντα μέχρι να γίνει και η τελευταία οργάνωση το κόμμα της εργατικής τάξης, ας κοιτάξει πως μπορεί τώρα να μετατρέψει την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης σε μια αξεπέραστη πολιτική κρίση για την αστική τάξη. Αυτό καταρχήν θα ανοίξει το δρόμο σε όλα τα υπόλοιπα. Βεβαίως η πλειοψηφία του κόσμου θα κινηθεί με ρεφορμιστικές και πασιφιστικές αυταπάτες. Τι να κάνουμε ο κόσμος δοκιμάζει και ξαναδοκιμάζει. Ένα επαναστατικό σχέδιο ξεκινάει πάντοτε από κει που είναι η συνείδηση των μαζών, επιταχύνοντας την κοινωνική ορμή και τον κοινωνικό ανταγωνισμό ανεξάρτητα από τις αυταπάτες που κουβαλάει η πλατειά πλειοψηφία. Αυταπάτες άλλωστε που θα ξεπεραστούν όχι από τα πριν, με σεμινάρια επαναστατικής διαπαιδαγώγησης που άλλωστε βαριούνται να παρακολουθήσουν και τα υπάρχοντα μέλη των επαναστατικών οργανώσεων, αλλά μέσα από την πρακτική εμπειρία χιλιάδων εργαζομένων που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σε μια κοινωνική κίνηση. Οι επαναστάτες οφείλουν να είναι εκεί να δυναμώνουν τις θέσεις τους έτοιμοι να δώσουν τη λύση όταν αυτό χρειαστεί. Όταν το σημείο βρασμού θα δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο σε δύο κατευθύνσεις: Επανάσταση ή αντεπανάσταση. Εργατική εξουσία ή αστική δικτατορία. Γιατί τελικά δεν υπάρχει μέση λύση.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 33,305
Αρέσει σε %d bloggers: