//
Διεθνή, Διεθνισμός

Ερωτήσεις & Απαντήσεις για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ενάντια στο Αφγανιστάν (Νοέμβρης 2001)

Ποια είναι η θέση του Κομμουνιστικού Συνδέσμου για την επίθεση ενάντια στο Αφγανιστάν;

Η θέση μας για τον πόλεμο που γίνεται αυτή τη στιγμή από τους ιμπεριαλιστές ενάντια στο Αφγανιστάν είναι ξεκάθαρη. Δεν παλεύουμε απλά για να «σταματήσει ο πόλεμος». Παλεύουμε για τη ήττα των ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων. Και όταν λέμε ήττα δεν εννοούμε κάποιο είδος πολιτικής ήττας αλλά για τη στρατιωτική συντριβή τους, γεγονός που σημαίνει ότι επιθυμούμε ταυτόχρονα τη νίκη των αφγανικών δυνάμεων σε όλα τα μέτωπα του πολέμου. Οι επαναστάτες που βρίσκονται στις ιμπεριαλιστικές επιτιθέμενες χώρες πρέπει να κρατήσουν μια στάση επαναστατικού ντεφετισμού δηλαδή να παλέψουν για την ήττα της χώρας τους, ενώ στο Αφγανιστάν η στάση των επαναστατών πρέπει να είναι ο επαναστατικός ντεφανσισμός δηλαδή η υπεράσπισή του σαν μια ημιαποικιακή χώρα που βρίσκεται κάτω από μια πλήρη οικονομική εκμετάλλευση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και το μονοπωλιακό κεφάλαιο.
Πάνω σ’ αυτή την άποψη υπάρχει μια πλούσια επαναστατική παράδοση: Ο Τρότσκυ σημείωνε το 1938:
«Ορισμένες αποικιακές ή μισοαποικιακές χώρες θα επιχειρήσουν, χωρίς αμφιβολία, να χρησιμοποιήσουν τον πόλεμο για να πετάξουν το ζυγό της σκλαβιάς. Από τη μεριά τους ο πόλεμος δεν θα είναι ιμπεριαλιστικός, μα πόλεμος χειραφέτησης. Το καθήκον του διεθνούς προλεταριάτου θα είναι να βοηθήσει τις καταπιεσμένες χώρες στον πόλεμο ενάντια στους καταπιεστές τους… Η ήττα κάθε ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης στην πάλη της ενάντια σ’ ένα εργατικό κράτος ή σε μια αποικιακή χώρα είναι το μικρότερο κακό» (Μεταβατικό πρόγραμμα, σελ. 30-1)
Οι απόψεις αυτές του Τρότσκυ δεν διαφέρουν σε τίποτα από την οπτική που αντιμετώπιζε ο Λένιν ακριβώς το ίδιο ζήτημα:
«Λέγοντας «αμυντικό» πόλεμο οι σοσιαλιστές εννοούσαν πάντα έναν πόλεμο «δίκαιο» μ’ αυτή την έννοια (όπως εκφράστηκε κάποτε ο Β. Λήμπκνεχτ). Μόνο μ’ αυτή την έννοια οι σοσιαλιστές παραδέχονταν και παραδέχονται και σήμερα ότι είναι δικαιολογημένη, προοδευτική και δίκαια η ιδέα της «υπεράσπισης της πατρίδας» ή του «αμυντικού» πολέμου. Αν λόγου χάρη, αύριο το Μαρόκο κηρύξει πόλεμο κατά της Γαλλίας, οι Ινδίες κατά της Αγγλίας, η Περσία ή η Κίνα κατά της Ρωσίας κλπ, οι πόλεμοι αυτοί θα είναι «δίκαιοι», «αμυντικοί», άσχετα από το ποιος επιτέθηκε πρώτος και ο κάθε σοσιαλιστής θα ευχόταν τα κράτη τα καταπιεζόμενα, τα εξαρτημένα, τα κράτη χωρίς πλήρη δικαιώματα, να νικήσουν τις καταπιέστριες, δουλοκτητικές, ληστρικές «μεγάλες» δυνάμεις». (Λένιν, Σοσιαλισμός και πόλεμος).

Μήπως αυτό σημαίνει και υποστήριξη των Ταλιμπάν;


Αν με τη λέξη «υποστήριξη» εννοεί κανείς τη στρατιωτική υποστήριξη στις δυνάμεις των Ταλιμπάν που μάχονται ενάντια στα στρατεύματα των ΗΠΑ και της Βρετανίας τότε ναι. Θα ήταν εντελώς γελοίο να επιθυμεί κανείς τη νίκη του Αφγανιστάν ή του λαού του Αφγανιστάν και να μην περιλαμβάνει σ’ αυτό τις δυνάμεις των Ταλιμπάν και ειδικά την στιγμή που αυτοί βρίσκονται στην κυβέρνηση. Αυτό όπως δεν σημαίνει ότι δίνουμε την παραμικρή πολιτική υποστήριξη στο καθεστώς των Ταλιμπάν, στους ισλαμιστές ή στην Αλ Κάιντα.
Ένα μεγάλο μέρος της βρομερής ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας κατευθύνεται ενάντια στον ισλαμισμό που τον περιγράφει σαν ένα αντιδραστικό και οπισθοδρομικό κίνημα το οποίο καταπιέζει τις δημοκρατικές ελευθερίες, τα δικαιώματα των γυναικών κ.ο.κ. Πολλές οργανώσεις της αριστεράς αλλά και πολλοί αγωνιστές εξαιτίας αυτού του γεγονότος παίρνουν μια ενδιάμεση θέση. Ενώ θεωρούν εγκληματική την επίθεση του ιμπεριαλισμού από την άλλη δεν υποστηρίζουν το Αφγανιστάν από το φόβο μην ταυτιστούν με τους Ταλιμπάν και τους αντιδραστικούς ισλαμιστές. Είναι αλήθεια ότι πολλά απ’ αυτά που γράφονται και λέγονται αν και φουσκωμένα είναι αλήθεια. Όμως η καταπίεση δεν είναι ένα φαινόμενο του ισλαμισμού. Μέσα στις ίδιες καπιταλιστικές χώρες γίνονται τα πιο τρομερά εγκλήματα. Στις ίδιες τις ΗΠΑ εκτελούν τους θανατοποινίτες ακόμα κι αυτούς που υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες για την ενοχή τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους θανατοποινίτες είναι μαύροι και οι καταδίκες τους οφείλονταν περισσότερο στο χρώμα τους παρά σ’ αυτό που υποτίθεται ότι έκαναν. Δίπλα μας στην Τουρκία αυτή την ώρα εξελίσσεται ένα πρωτοφανές έγκλημα με τους απεργούς πείνας για τα λευκά κελιά με δολοφονίες τόσο αγωνιστών όσο και των συγγενών τους. Κι όμως για όλα αυτά και χιλιάδες άλλα που συμβαίνουν στην «πολιτισμένη» δύση δεν ακούγεται τίποτα.

Όταν η αστυνομία επιτίθεται ενάντια στους μετανάστες ή ενάντια στους τσιγγάνους κανένας αριστερός και προοδευτικός δεν ρωτάει ποιες είναι οι ιδεολογικές αρχές των μεταναστών ή των τσιγγάνων για να τους υποστηρίξει ενάντια στην κρατική καταστολή. Πριν από 3 χρόνια τα ΕΚΑΜ σε μια γκαγκστερική επίθεση ξεφούσκωσαν τα λάστιχα των αγροτών που είχαν κλείσει την εθνική οδό προκειμένου να καταστείλουν τον αγώνα τους. Πολλοί απ’ αυτούς τους αγρότες ήταν δεξιοί ενώ κάποιοι θα είχαν σίγουρα αλβανούς εργάτες στα χωράφια τους που ενδεχομένως θα τους φέρονταν άσχημα και ίσως να τους αποζημίωναν με μεροκάματα πείνας. Ας μας πουν όλοι αυτοί οι ευαίσθητοι αριστεροί, γιατί τότε σύσσωμοι υποστήριξαν τον αγώνα των αγροτών χωρίς να τους ζητήσουν πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων; Και κάτι ακόμα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ δεν υπήρχε αριστερός ή προοδευτικός που να μην υποστήριζε φανατικά του Βιετγκόγκ ενάντια αρχικά στους Γάλλους και στη συνέχεια στους αμερικάνους. Η συντριβή των αμερικάνικων στρατιωτικών δυνάμεων από τους Βιετγκόγκ θεωρήθηκε σαν μια ιστορική νίκη του επαναστατικού κινήματος. Οι τροτσκιστές ήταν στην πρώτη γραμμή αυτού του αγώνα παρά το γεγονός ότι οι Βιετγκόγκ συνέβαλαν στην εξόντωσή τους. Όταν στη συνέχεια οι Βιετγκόγκ κατέλαβαν την εξουσία σ’ ολόκληρο το Βιετνάμ εγκαθίδρυσαν ένα εργατικό κράτος που όμως δεν διέφερε σε τίποτα απ’ αυτά που ξέραμε στην ανατολική Ευρώπη. Κάθε φωνή από τα αριστερά διώχθηκε και γενικά η ντόπια κομματική γραφειοκρατία δεν άφησε κανένα περιθώριο εργατικής δημοκρατίας. Μήπως για όλους αυτούς τους λόγους αυτοί που τους υποστήριζαν τότε, έχουν μετανιώσει γι’ αυτή τους τη στάση; Μήπως αν τους τσάκιζαν οι αμερικάνοι θα είχαμε ένα «απάνθρωπο» καθεστώς λιγότερο;


Καλά όλα αυτά, αλλά και οι Ταλιμπάν δεν είναι εξίσου αντίπαλοί μας με τους ιμπεριαλιστές;

Το Αφγανιστάν είναι μια φτωχή, κατεστραμμένη χώρα – εξαιτίας ενός δεκάχρονου εμφύλιου πολέμου που προωθείται από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό προκειμένου να εξασφαλίσουν τον έλεγχο στην ευρύτερη περιοχή. Ακόμα και οι πέτρες γνωρίζουν ότι πολλές από τις ισλαμικές οργανώσεις στηρίχτηκαν οικονομικά από τον ιμπεριαλισμό προκειμένου να γίνουν οι πράκτορές τους στην περιοχή. Αυτή την τακτική την ακολουθούν οι ιμπεριαλιστές σ’ όλο τον κόσμο γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να εξασφαλίσουν το οικονομικό ξεζούμισμα του τρίτου κόσμου και την απίστευτη ληστεία των πλουτοπαραγωγικών τους δυνάμεων και ιδιαίτερα του πετρελαίου.
Επομένως ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και οι σύμμαχοί του είναι οι βασικοί υπεύθυνοι για την πείνα, τους πολέμους και την οικολογική καταστροφή στην περιοχή και σε όλη την γη.
Βεβαίως οι Ταλιμπάν είναι μια βαθιά αντιδραστική δύναμη, που έχει απαγορεύσει κάθε αντιπολίτευση, καταστέλλει άλλες θρησκείες και μειονότητες, και έχει οδηγήσει τις γυναίκες μακριά από την εργασία και την εκπαίδευση. Ωστόσο είναι εντελώς λάθος να αξιολογεί κανείς την εσωτερική πραγματικότητα χωρών όπως το Αφγανιστάν με τον ίδιο τρόπο που το κάνει για μια ιμπεριαλιστική χώρα. Στο Αφγανιστάν ο μέσος όρος ζωής είναι τα 45 χρόνια, ενώ το κατά κεφαλήν ετήσιο εισόδημα είναι περίπου 160 δολάρια, δηλαδή 150 δρχ. την ημέρα. Παντού βασιλεύει η απόλυτη φτώχεια. Οι άνθρωποι εκεί δεν ελπίζουν εδώ και χρόνια σε τίποτα. Μια κοινωνία που πεθαίνει της πείνας δεν θα έβρισκε ούτε λεπτό για να ασχοληθεί με τις πολυτέλειες που ασχολείται η δύση. Μας λένε από τις τηλεοράσεις ότί εκεί οι δίκες γίνονται με συνοπτικές διαδικασίες και ότι οι ποινές είναι τρομερά σκληρές. Ότι απαγχονίζουν τους ένοχους στο δρόμο για απλά πλημμελήματα. Παρά τα υπερβολικά των όσων ακούγονται πράγματι η δικαιοσύνη στις χώρες αυτές αποδίδεται με συνοπτικές διαδικασίες. Αλλά αυτό είναι πολύ φυσιολογικό για μια κοινωνία που ζει σε πολεμικές συνθήκες που η ζωή δεν έχει καμία αξία. Ακριβώς για αυτούς τους λόγους οι άνθρωποι εκεί βρίσκουν καταφύγιο στον Αλλάχ και στον ισλαμισμό. Μην ελπίζοντας ότι υπάρχει φως στην επίγεια ζωή τους βρίσκουν λόγο ύπαρξης μόνο για να εξασφαλίσουν μια θέση στον παράδεισο ενός άλλου κόσμου. Μήπως αυτό δεν συμβαίνει με τους φτωχούς, τους απόκληρους, τους γέρους και όσους βρίσκονται στο περιθώριο στις δυτικές κοινωνίες; Η απέχθεια αυτών των ανθρώπων για το δυτικό πολιτισμό και τα υλικά αγαθά είναι ο μόνος δρόμος που τους έχει απομείνει για να αντιδράσουν ενάντια ακριβώς σ’ αυτούς που είναι υπεύθυνοι για την κατάντια τους. Και μην μας πει κανείς τώρα ότι φταινε οι ίδιοι γιατί είναι επιλογή τους να ζουν στην καθυστέρηση…
Δεν πρόκειται λοιπόν για μια αντιπαράθεση μεταξύ της «δημοκρατίας» και του αντιδραστικού ισλαμισμού. Είναι ένας πόλεμος για τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο μιας ημιαποικίας και της ευρύτερης περιοχής σε μια περίοδο που αμφισβητείται αυτός ο έλεγχος τόσο από τους ισλαμικούς λαούς όσο και από ηγέτες που μέχρι προχθές έπαιζαν το παιγχίδι των αμερικάνων. Από αυτήν την άποψη υπερασπίζουμε τις ημιαποικιακές καταπιεσμένες, χώρες άρα και το Αφγανιστάν. Πρέπει να αναλύσουμε αυτόν τον πόλεμο όχι σαν ένα αυτόνομο στιγμιότυπο της παρούσας κατάστασης αλλά από τις βαθύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τα συμφέροντα που εκφράζουν όσοι εμπλέκονται σ’ αυτόν.

Οι ιμπεριαλιστές ισχυρίζονται ότι ο πόλεμος αυτός είναι μια αυτοάμυνα ενάντια στην τρομοκρατία. Πως αντιμετωπίζουν το ζήτημα αυτό οι επαναστάτες;


Καταρχήν οι ιμπεριαλιστές είναι οι τελευταίοι που δεν έχουν κανένα δικαίωμα να μιλάνε για τρομοκρατία και για αθώα θύματα. Ευθύνονται για το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός μάλιστα έχει το προνόμιο να βομβαρδίζει, να καιει και να σκοτώνει χωρίς ποτέ να ένιωσε στο απειροελάχιστο κάτι ανάλογο στις ίδιες τις ΗΠΑ. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Την Κορέα, το Βιετνάμ, τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ότι και να γράψουμε θα είναι λίγο. Οι καπιταλιστές όπου κινδύνεψαν τα συμφέροντά τους δεν δίστασαν να στείλουν στον τάφο εκατομμύρια αντιπάλους τους μαζί με τις οικογένειές τους. Στην Ισπανία ένα εκατομμύριο νεκροί αναρχικοί κομμουνιστές και τροτσκιστές, στην Ινδονησία ένα εκατομμύριο μέλη του ΚΚ… Ο κατάλογος είναι αμέτρητος.
Τα τελευταία 10 χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας γενοκτονίας στο Ιράκ. Εκατοντάδες χιλιάδες σκοτώθηκαν από τους βομβαρδισμούς της καταιγίδας της ερήμου και 1 εκατομμύριο παιδιά έχουν πεθάνει από την πείνα και τις αρρώστιες στη συνέχεια εξαιτίας του αποκλεισμού του Ιράκ. Ο πόλεμος που ξεκίνησε το 1990 δεν τελείωσε ποτέ. Ο αποκλεισμός του Ιράκ είναι η πιο άγρια ιμπεριαλιστική τρομοκρατία. Μπορεί να μην δολοφονούν άμεσα με βόμβες αλλά το κάνουν με έναν ακόμα πιο βάρβαρο τρόπο όταν αποκλείουν μια χώρα και την αφήνουν να πεθάνει από την πείνα και τις αρρώστιες. Όλη η περιοχή από την Παλαιστίνη μέχρι το Σουδάν και την Υεμένη βρίσκεται κάτω από ένα είδος ιμπεριαλιστικής κατοχής. Αυτό λέγεται πόλεμος ο οποίος διεξάγεται με τις πιο απίστευτες μεθόδους της σύγχρονης τρομοκρατίας, όσο κι αν μερικοί παριστάνουν τους στρουθοκαμήλους.
Ποιος είναι όμως ο στόχος των ιμπεριαλιστών; Ο στόχος τους είναι να τσακίσουν κάθε αμφισβήτηση της νέας τάξης που προέρχεται από κομμάτια των εξαρτημένων αστικών τάξεων και των λαών της περιοχής προκειμένου να σταματήσουν ή να περιορίσουν την ληστεία που γίνεται σε βάρος του φυσικού πλούτου της περιοχής και των χωρών τους. Θα ήταν κανείς αφελής να περίμενε ότι όλη αυτή η βαρβαρότητα δεν θα έμενε χωρίς απάντηση.
Ο Π.Κονδύλης (συγγραφέας που ασχολήθηκε σε επιστημονικό επίπεδο με τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τον πόλεμο) σε εκπληκτικό απόσπασμα από το βιβλίο του «Περί Πολέμου» έγραφε πριν αρκετά χρόνια:
«Χώρες ανήμπορες να ανταποδώσουν, έστω και με λίγα, αλλά επώδυνα πλήγματα από μακριά, τα πολλά πλήγμα που θα δέχονταν από κοντά, θα ήσουν αθύρματα στα χέρια του πλανητικού ηγεμόνα και θα μεταβάλλονταν σε πεδίο ασκήσεων και δοκιμών της στρατιωτικής του τεχνολογίας και της πολεμικής του ετοιμότητας. Έτσι σύντομη και εντατική οιονεί χειρουργικοί πόλεμοι όπου η υψηλή στρατιωτική τεχνολογία θα εκδηλώνει ανεμπόδιστα τις δυνατότητες της και θα κρίνει αποκλειστικά την έκβαση του πολέμου, είναι πιθανή μονάχα όταν ο ένας από τους δύο εμπόλεμους, ο χειρούργος δηλαδή υπερέχει συντριπτικά. Όσοι λοιπόν προβλέπουν ότι στο μέλλον θα επικρατήσει αυτή η μορφή πολέμου στην πραγματικότητα έχουν απλώς κατά νουν έναν ορισμένο συσχετισμό δυνάμεων. Με δεδομένον αυτόν το συσχετισμό, ο ασθενέστερος μόνον μια δυνατότητα έχει να μεταφέρει (εν μέρει) τον πόλεμο στο έδαφος του ισχυροτέρου, να πετύχει δηλαδή με άλλα μέσα ότι μια μεσαία ή μείζων δύναμη θα κατάφερνε με τους βαλλιστικούς της πυραύλους. Η δυνατότητα αυτή είναι η τρομοκρατία και η δολιοφθορά. Οι δυνάμεις οι οποίες διεκδικούν αυτονόητα για τον εαυτό τους το δικαίωμα επεμβάσεως όπου και όποτε θέλουν, επικαλούμενες -και αυτό ούτε καν πάντα- «ανθρωπιστικούς», «ειρηνευτικούς» σκοπούς θα μάθουν σε διάφορες περιπτώσεις στο μέλλον ότι η επέμβαση δεν εξάγεται μόνο υπό τη μορφή στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και εισάγεται υπό τη μορφή τρομοκρατικών ενεργειών. Όπου αυτές έχουν πολιτικά κίνητρα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως η απάντηση του φτωχού στη στρατιωτική ισχύ του πλούσιου. Πρόκειται δηλαδή για μια πολιτική βούληση που δεν έχει τα πολεμικά μέσα για εκφραστεί πλήρως και ανοιχτά σε επίπεδο ισοτιμίας με τον αντίπαλο».(σελ. 375)
Η πρόβλεψη αυτή επαληθεύτηκε με το χτύπημα της 11/9 στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον. Η επίθεση αυτή είχε πάνω από 6000 νεκρούς από στρατιωτικούς του Πενταγώνου, πυροσβέστες, χρηματιστές μέχρι απλούς εργαζόμενους. Πολλοί μίλησαν για τυφλό «τρομοκρατικό» χτύπημα. Πράγματι. Αλλά σ’ έναν πόλεμο τα χτυπήματα δεν είναι τυφλά; Δεν σκοτώνονται πολίτες, δεν καταστρέφονται αδιακρίτως σπίτια, νοσοκομεία, εργοστάσια, σχολεία; Ή μήπως πιστεύει κανείς στους μύθος των χειρουργικών χτυπημάτων; Ο πόλεμος δυστυχώς έχει απώλειες, καταστροφές και νεκρούς, γιατί αν δεν τις είχε τότε δεν θα ήταν πόλεμος αλλά γιορτή. Φαίνεται όμως ότι η προπαγάνδα των ΜΜΕ έχει δημιουργήσει τέτοια σύγχυση που και οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους. Και ένα ακόμα δυστύχημα του πολέμου είναι ότι χάνονται αθώοι άνθρωποι απ’ όλες τις πλευρές, εργαζόμενοι, παιδιά και στρατιώτες. Ή μήπως οι στρατιώτες δεν συγκαταλέγονται στους «αθώους». Μήπως επειδή βαστάνε ένα τουφέκι; Αν αφαιρέσει κανείς κάποιους μισθοφόρους κανένας φαντάρος δεν το επέλεξε να πάει στο πόλεμο, συνήθως του το επέβαλαν και με αυτή την έννοια είναι «αθώος».
Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν σε έναν πόλεμο χάνονται «αθώοι», γιατί υπενθυμίζουμε αυτό συμβαίνει δυστυχώς έτσι κι αλλιώς. Το ζητούμενο είναι από ποια πλευρά ο πόλεμος είναι δίκαιος και οι επαναστάτες υποστηρίζουν αυτή την πλευρά. Όταν μια ιμπεριαλιστική δύναμη κάνει έναν άδικο πόλεμο θα έχει κι αυτή πολλά αθώα θύμα. Τους απλούς φαντάρους που θα γίνουν κρέας στα κανόνια, τους απλούς πολίτες που θα δεχτούν τις βόμβες των αντιπάλων κ.ο.κ. Οι επαναστάτες δεν χαίρονται όταν σκοτώνονται οι στρατιώτες και οι πολίτες μιας ιμπεριαλιστικής χώρας. Ακριβώς γι’ αυτό παλεύουμε για να μετατρέψουμε τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο. Για να τον σταματήσουμε ανατρέποντας την πολεμοκάπηλη αστική «μας» τάξη, για να μην πεθάνουν κι άλλοι εργάτες και νέοι στα χαρακώματα για να δώσουμε ένα οριστικό τέλος σε ένα σύστημα που γεννάει πολέμους και δυστυχία.
Η στεναχώρια μας λοιπόν για τα «αθώα» θύματα δεν μπορεί να βγάλει από μόνη της μια σωστή πολιτική από την πλευρά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της επανάστασης. Εκτός του απλοϊκό ότι «είμαστε ενάντια σε κάθε βία απ’ όπου κι αν προέρχεται». Όχι εμείς δεν είμαστε ενάντια σε κάθε βία. Σε μια ταξική κοινωνία η βία είναι μέσο για την επιβολή της μιας τάξης πάνω στην άλλη. Όπως λοιπόν η αστική τάξη χρησιμοποιεί βία για να επιβληθεί ακριβώς το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι καταπιεσμένοι για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. κάθε άλλη οπτική πάνω στο ζήτημα είναι άξια μόνο για χλευασμό.
Το χτύπημα λοιπόν της 11/9 ήταν η απάντηση στα εγκλήματα των ιμπεριαλιστών τα τελευταία 10 χρόνια στη μέση ανατολή.

Η αριστερά δεν πρέπει να έχει μια σαφή θέση έναντι της «ατομικής» τρομοκρατίας;


Πολλοί στην αριστερά έσπευσαν να καταδικάσουν την επίθεση αυτή σαν «ατομική τρομοκρατία». Στρατιωτικά το χτύπημα αυτό σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με απόλυτη μυστικότητα από μερικούς δεκάδες ανθρώπους. Σίγουρα δεν αποφασίστηκε και δεν θα μπορούσε να αποφασιστεί από κάποια λαϊκή συνέλευση. Απ’ αυτή την άποψη μοιάζει με «ατομική τρομοκρατία». Μ’ αυτή τη λογική όμως κάθε στρατιωτική ενέργεια που εδώ και δεκαετίες οργανώνουν και εκτελούν τα διάφορα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα διαμέσω των οργανώσεων τους είναι ατομική τρομοκρατία. Όταν η Χεσμπολάχ, η Χαμάς, το ΡΚΚ, η ΕΤΑ, η PLO κ.ο.κ. έβαζαν μια βόμβα θα έπρεπε η αριστερά να καταδικάζει την τρομοκρατία. Κι όμως ποτέ δεν το έκανε γιατί θεωρούσε τον αγώνα αυτών των κινημάτων δίκαιη. Και μια ενέργεια δεν την καταδικάζεις στη βάση του αν είχε 10 ή 1000 νεκρούς. Ένα άλλο επιχείρημα που ακούγεται συχνά στους κύκλους της αριστεράς είναι ότι εδώ σκοτώθηκαν χιλιάδες εργαζόμενοι. Είναι δυνατόν να μην το καταδικάσουμε; Το ότι σκοτώθηκαν χιλιάδες εργαζόμενοι μας στεναχωρεί αφάνταστα, όπως εξάλλου μας στεναχωρεί κάθε ανθρώπινη ζωή που χάνεται. Όμως αυτό είναι το αποτέλεσμα ενός πολέμου, κάθε είδους πολέμου. Το να χάνονται ανθρώπινες ζωές. Ας μας πούνε λοιπόν αυτοί που στεναχωριούνται το ίδιο ή και περισσότερο από εμάς για τις ανθρώπινες ζωές που χάνονται πως θα σταματήσει αυτό το «κακό»; Μήπως με το να συμβουλέψουμε τα ισλαμιστικά κράτη και τις οργανώσεις τους να μην κάνουν τέτοιου είδους ενέργειες; Μήπως με το να στηρίξουμε τα σχέδια ηγεσίας του IRA για τον αφοπλισμό του, μήπως με το να στηρίξουμε τον Αραφάτ στον αφοπλισμό του Λαικού Μετώπου, της Τζιχάντ και της Χαμάς. Μήπως θα έπρεπε να προτείνουμε σ’ όλους αυτούς να μην χρησιμοποιούν τόση βία γιατί δεν την καταλαβαίνει το δυτικό προλεταριάτο; Αν τους τα λέγαμε όλα αυτά σίγουρα θα μας θεωρούσαν είτε φαντασμένους είτε βαλτούς. Οι καταπιεσμένες χώρες και οι λαοί τους μεσώ των οργανώσεων τους έχουν κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τόση βία όση τουλάχιστον υφίστανται από την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα.
Κάτω από αυτή την οπτική το καθήκον των επαναστατών στη δύση δεν είναι να κάνουμε μαθήματα λελογισμού των πολέμων και των αντιπαραθέσεων αλλά να εξηγήσουμε στην εργατική τάξη και τη νεολαία των μητροπόλεων ότι υπεύθυνος για όσα συμβαίνουν είναι οι ιμπεριαλιστικές «μας» αστικές τάξεις. Αυτές είναι που σπέρνουν το τρόμο, που καταπιέζουν, που λεηλατούν όλο τον πλανήτη. Αυτές είναι επίσης που δεν παύουν στιγμή να χτυπούν το εσωτερικό τους εχθρό το εργατικό κίνημα, καταστέλλοντας τους αγώνες, αφαιρώντας τα δημοκρατικά δικαιώματα επιδεινώνοντας τελικά τη θέση της εργατικής τάξης προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αυτή την εργατική τάξη που αύριο θα τη στείλουν να γίνει κρέας για τα κανόνια της. Μόνο έτσι θα βοηθήσουμε τα κινήματα των καταπιεσμένων λαών να νικήσουν όχι μόνο τους ιμπεριαλιστές αλλά και τις δικές τους αστικές τάξεις.
Εμείς σαν επαναστάτες κομμουνιστές απορρίπτουμε την «ατομική τρομοκρατία» σαν μέθοδο για την αλλαγή της κοινωνίας, όπως απορρίπτουμε τον κοινοβουλευτισμό. Αυτό είναι μια πολιτική μας επιλογή γιατί μια σοσιαλιστική επανάσταση δεν θα ήταν ποτέ δυνατή χωρίς τη συμμετοχή της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, χωρίς τη μαζική κινητοποίησή της. Ωστόσο σε έναν ταξικό εμφύλιο είναι πολύ πιθανόν να γίνουν πράξεις «ατομικής» βίας και ηρωισμού που όμως θα εντάσσονται στον μαζικό αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Δεν πιστεύουμε στην ατομική τρομοκρατία γιατί δεν είναι ικανή να οδηγήσει την εργατική τάξη στην απελευθέρωσή της. Η στάση μας αυτή όμως δεν σημαίνει ότι θα συμμετάσχουμε στις διάφορες κραυγές καταδίκης της «τρομοκρατίας» δίνοντας το δικό μας λιθαράκι στην υποκριτική καμπάνια των αστικών ΜΜΕ.
Το χτύπημα ωστόσο της 11/9 δεν έχει καμία σχέση με τα χτυπήματα οργανώσεων όπως οι Ερυθρές ταξιαρχίες ή ο ΕΛΑ. Οι οργανώσεις αυτές πιστεύουν ότι τέτοια χτυπήματα λειτουργούν ως πυροκροτητής των μαζικών αγώνων και ότι παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος. Αυτοί που οργάνωσαν το χτύπημα της Ν.Υόρκης δεν είχαν κανένα τέτοιο στόχο. Γι’ αυτό και δεν ήταν καθόλου προσεχτικοί στο που ακριβώς χτύπησαν. Γι’ αυτούς ήταν μια στρατιωτική ενέργεια του ίδιου τύπου με αυτές των Β-52, των ελικόπτερων τόμαχοκ, και των πύραυλων που ρίχνουν από χιλιόμετρα μακριά οι τρομοκράτες του ΝΑΤΟ. Απλώς το κάνουν με τα πρωτόγονα μέσα που διαθέτουν όπως πολύ σωστά προέβλεψε ο Π. Κονδύλης. Μας ρωτάνε κάποιοι αφού δεν καταδικάζουμε τις ενέργειες αυτές τότε γιατί δεν τις προτείνουμε για τον εαυτό μας. Το επιχείρημα αυτό δεν αντέχει σε καμία κριτική. Εμείς δεν παλεύουμε για καμία εθνική απελευθέρωση, δεν διεξάγουμε εθνικό πόλεμο χειραφέτησης. Εμείς είμαστε κομμουνιστές και παλεύουμε για τη σοσιαλιστική επανάσταση και ξέρουμε ότι χωρίς να πείσουμε ευρύτερα κομμάτια της οργανωμένης εργατικής τάξης για αυτό το στόχο η επανάσταση θα είναι αδύνατη. Το ότι δικαιολογείς έναν καρκινοπαθή που στην προσπάθειά του να γιατρευτεί κάνει μια σκληρή χημειοθεραπεία δεν σημαίνει ότι πρέπει και εμείς να κάνουμε χημειοθεραπεία. Το ότι δίνεις δίκιο στον πατέρα που εκτελεί τον δολοφόνο του παιδιού του δεν σημαίνει ότι αυτή είναι και η λύση για τις άδικες δολοφονίες.


Γιατί γίνεται λοιπόν αυτός ο πόλεμος;


Ο πόλεμος δεν γίνεται ούτε για την τρομοκρατία ούτε για τον ισλαμισμό. Πρόκειται για την αποφασιστικότητα του ιμπεριαλισμού να συντριφθεί οποιαδήποτε αντίθεση σε όλη την υδρόγειο. Ο ιμπεριαλισμός θέλει να έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει σε οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο ποιο τύπο κυβέρνησης πρέπει να έχει. Οι ΗΠΑ θέλουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν μέσα σε άλλα κράτη οποιαδήποτε στιγμή με την πρόφαση ενός «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Οι ΗΠΑ θέλουν επίσης τον έλεγχο της κεντρικής ασιατικής περιοχής για να εξασφαλίσουν το έδαφος για τις προμήθειες του πετρελαίου τους. Από την αφγανική πλευρά αυτός ο πόλεμος είναι για την υπεράσπιση της κυριαρχίας της χώρας ενάντια στα αρπαχτικά σχέδια των ιμπεριαλιστών.
Σαν επαναστάτες κομμουνιστές δεν πρόκειται να μεταμορφωθούμε σε υπερασπιστές γενικώς των κρατών εθνών. Αντίθετα θέλουμε να δούμε έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα σύνορα και τον εθνικισμό. Αλλά η εθνική ανεξαρτησία όταν γίνεται στόχος των ισχυρών εθνών πάνω στα αδύνατα αυτό θα σημαίνει νέες ακόμα πιο βαριές αλυσίδες για τους λαούς αυτών των μικρών εθνών. Το μοίρασμα του κόσμου από τους ιμπεριαλιστές δεν οδηγεί στην κατάργηση των συνόρων αλλά σε μεγαλύτερη καταπίεση και εκμετάλλευση. Ακριβώς αυτό είναι που συμβαίνει σήμερα με το δράμα των εκατομμυρίων μεταναστών που εξαιτίας της φτώχειας ξενιτεύονται για μια καλύτερη ζωή που όμως ποτέ δεν έρχεται. Τα σύνορα και τα κράτη μπορούν και καταργηθούν μόνο με την ανατροπή του καπιταλισμού και μεσώ της ελεύθερης και εθελοντικής ένωσης των εθνών σε μια διεθνή σοσιαλιστική κοινωνία, στην οποία η ανισότητα και η εκμετάλλευση θα είναι παρελθόν για την ανθρωπότητα.

Δεν είναι όμως αντιφατικό να υποστηρίζει κανείς μια δύναμη στρατιωτικά χωρίς να την υποστηρίζει πολιτικά;
Όχι δεν είναι καθόλου αντιφατικό. Στην ταξική πάλη είναι συχνή η περίπτωση που οι επαναστάτες διαλέγουν στρατόπεδο σε μια σύγκρουση συμμαχώντας προσωρινά με δυνάμεις με τις οποίες βρισκόμαστε σε πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό δεν σημάνει ότι επικυρώνουμε την πολιτική των ηγεσιών αυτών των δυνάμεων από καμιά άποψη. Ο λόγος που είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίξουμε το ένα ή το άλλο στρατόπεδο υπαγορεύεται από την πραγματική, πρακτική, αντικειμενική κατάσταση δηλαδή από την άποψη της παγκόσμιας σύγκρουσης ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τις ημιαποικίες.
Όταν υποστηρίζουμε μια απεργία δεν το κάνουμε γιατί συμφωνούμε απόλυτα με τα εργατικά αιτήματα ούτε πολύ περισσότερο γιατί στηρίζουμε τις γραφειοκρατικές ρεφορμιστικές ηγεσίες. Το κάνουμε γιατί η νίκη μιας εργατικής απεργίας προάγει τον συνολικό αγώνα της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της από τη μισθωτή σκλαβιά. Γιατί κάθε μικρή νίκη είναι το καλύτερο έδαφος για την προώθηση των επαναστατικών ιδεών. Γιατί αντίθετα κάθε ήττα στρέφει την εργατική τάξη προς την ατομικοποίηση, χάνει την εμπιστοσύνη της στο συλλογικό αγώνα και τελικά γίνεται ακόμα πιο ευάλωτη στη ρεφορμιστική και ακόμα χειρότερα στην αστική ιδεολογία. Κατά τον ίδιο τρόπο οι επαναστάτες καλούνε σε ενιαίο μέτωπο ακόμα και τα ρεφορμιστικά κόμματα πάνω σε συγκεκριμένα μέτωπα όπως για παράδειγμα για να τσακίσουν τους φασίστες. Ένα τέτοιο μέτωπο δεν απαιτεί καμία προγραμματική συμφωνία. Πρόκειται για μια πρακτική συμφωνία που θα έχει ένα ορισμένο αποτέλεσμα. Οι ρεφορμιστές αναγκάζονται να συμμαχήσουν μαζί μας γιατί κινδυνεύουν κι αυτοί από τις φασιστικές συμμορίες. Η ταξική πάλη παίρνει διάφορες μορφές. Ακριβώς γι’ αυτό οι επαναστάτες πρέπει να έχουν μια ευέλικτη τακτική. Να ιεραρχούν τους στόχους τους και να πετυχαίνουν νίκες. Όσοι στο όνομα κάποιας ιδεολογικής καθαρότητας αρνούνται να κάνουν τέτοιες τακτικές συμμαχίες στην πραγματικότητα παραιτούνται από την ταξική πάλη. Ο αγώνας για αυτούς είναι μια αντιπαράθεση ιδεών και όχι μια αντιπαράθεση τάξεων. Αυτή η στάση της «καθαρότητας» όχι μόνο δεν είναι σκληρή αλλά γίνεται σκέτο βουτηράκι στα σχέδια των καπιταλιστών. Έτσι κι εδώ όσοι αρνούνται να υποστηρίξουν στρατιωτικά το Αφγανιστάν στον πόλεμο για να μην ταυτιστούν τάχα με τον ισλαμισμό στην πραγματικότητα παραιτούνται από τον πρακτικό αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Όχι μόνο είναι ακίνδυνοι για τα σχέδια της νέας τάξης αλλά χωρίς να το θέλουν γίνονται σοσιαλπατριώτες και πασιφιστές αφού πουθενά δεν μιλάνε για την ήττα του ιμπεριαλισμού παρά μόνο κάνουν ευχέλαια για να σταματήσει ο πόλεμος.
Υπάρχουν αμέτρητες καταστάσεις στη ταξική πάλη στην οποία οι επαναστάτες έχουν υποστηρίξει στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται σε πόλεμο με τον ιμπεριαλισμό παρά την αντεπαναστατική πολιτική τους. Σύγχρονα παραδείγματα μιας τέτοιας στάσης ήταν ο πόλεμος των Νησιών Φόκλαντ (Μαλβίνες) το 1982, ο πόλεμος του Κόλπου το 1991, και ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999. Στην πρώτη περίπτωση η οργάνωση από την οποία προερχόμαστε η ΣΟΕ πάλεψε για τη νίκη της Αργεντινής. Το ίδιο κάναμε και στην περίπτωση του πολέμου στον κόλπο το 1991 όταν παλέψαμε για την νίκη του Ιράκ. Και τελευταία σαν Κομμουνιστικός Σύνδεσμος μείναμε πιστοί σ’ αυτή τη παράδοση όταν υποστηρίξαμε τη Σερβία ενάντια στο ΝΑΤΟ. Η στάση μας αυτή δεν σήμαινε ούτε για μια στιγμή ότι υποστηρίζουμε τη δικτατορία του στρατηγού Γκαλτιέρι του οποίου η χούντα είχε δολοφονήσει χιλιάδες εργαζόμενους και αριστερούς όταν ήταν στην εξουσία. Επιπλέον δεν εκφράσαμε οποιαδήποτε πολιτική υποστήριξη για τον Σαντάμ Χουσεϊν το χασάπη των Κούρδων ή του Σηίτικου πληθυσμού του νότιου Ιράκ, ούτε βεβαίως για τον Μιλόσεβιτς ο οποίος πρώτος ξεκίνησε το εθνικιστικό μακελειό στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στην παράδοση του επαναστατικού μαρξισμού;


Βεβαίως! Ο Τρότσκυ υποστήριξε τις κινεζικές κυβερνητικές δυνάμεις ενάντια την ιαπωνική ιμπεριαλιστική εισβολή στη δεκαετία του ’30. Στην ηγεσία αυτών των δυνάμεων ήταν ο Τσάνγκ Και Σεγκ, ο οποίος είχε κατασφάξει 250.000 κινεζικούς κομμουνιστές προς το τέλος της δεκαετίας του ’20. Ωστόσο η υποστήριξη που έδινε ο Τρότσκυ στην Κίνα δεν σήμαινε την πολιτική του υποταγή στον Τσάνγκ Και Σενγκ. Αυτή ακριβώς ήταν και η πολεμική που έκανε στο Κ.Κ.Κίνας το οποίο κόντεψε να διαλυθεί μέσα στο Κουο Μιτάνγκ το αστικό κόμμα της Κίνας.
Ο Τρότσκυ εξήγησε αυτήν την θέση με έναν ξεκάθαρο τρόπο στο παράδειγμα της Βραζιλίας το 1938:
«Στη Βραζιλία τώρα βασιλεύει ένα ημιφασιστικό καθεστώς που κάθε επαναστάτης μπορεί μόνο να αντικρίσει μόνο με μίσος. Υποθέστε, εντούτοις, ότι στο προσεχές μέλλον η Αγγλία προωθήσει μια στρατιωτική σύγκρουση με τη Βραζιλία. Σας ρωτώ σε ποιά πλευρά της σύγκρουσης θα πρέπει να βρίσκεται η εργατική τάξη; Θα απαντήσω για μένα προσωπικά – σε αυτήν την περίπτωση θα είμαι στη πλευρά της «φασιστικής» Βραζιλίας ενάντια τη «δημοκρατική» Μεγάλη Βρετανία. Γιατί; Επειδή η αναμεταξύ τους σύγκρουση δεν θα είναι ένα θέμα δημοκρατίας ή φασισμού. Εάν η Αγγλία είναι νικήτρια, θα βάλει έναν άλλο φασίστα στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και θα τοποθετήσει τις διπλές αλυσίδες στη Βραζιλία. Εάν η Βραζιλία από την άλλη μεριά είναι νικηφόρα, αυτό θα δώσει μια δυνατή ώθηση στην εθνική και δημοκρατική συνείδηση της χώρας και θα οδηγήσει στη συντριβή της δικτατορίας του Βάργκας. Η ήττα της Αγγλίας θα δώσει συγχρόνως ένα χτύπημα στον βρετανικό ιμπεριαλισμό και μια ώθηση στο επαναστατικό κίνημα του βρετανικού προλεταριάτου. Αλήθεια, κάποιος πρέπει να έχει ένα κούφιο κεφάλι για να υποβιβάσει τους παγκόσμιους ανταγωνισμούς και τις στρατιωτικές συγκρούσεις σε έναν αγώνα μεταξύ του φασισμού και της δημοκρατίας. Κάτω από όλες τις μάσκες κανείς θα πρέπει να ξέρει πώς να διακρίνει τους εκμεταλλευτές, τους δουλοκτήτες, και τους ληστές!» («Ο αντιμπεριαλιστικός αγώνας είναι το κλειδί για την απελευθέρωση», Σεπτέμβριος 1938, Writings, 1938-39, σελ. 34).
Στην ίδια άποψη επιμένει ο Τρότσκυ 2 χρόνια αργότερα όταν γράφει το «Στάλιν»:
«Ο ιμπεριαλισμός μπορεί να υπάρχει μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν στον πλανήτη μας έθνη καθυστερημένα, χώρες αποικιακές ή μισοαποικιακές. Ο αγώνας των καταπιεσμένων αυτών λαών για την ενότητά τους και την εθνική τους ανεξαρτησία έχει ένα χαρακτήρα διπλά προοδευτικό, γιατί απ’ το ένα μέρος προετοιμάζει πιο ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη αυτών των λαών κι απ’ το άλλο καταφέρει ένα χτύπημα στον ιμπεριαλισμό. Σε έναν πόλεμο ανάμεσα σε μια ιμπεριαλιστική δημοκρατία πολιτισμένη και στην υπανάπτυκτη και καθυστερημένη μοναρχία μιας αποικιακής χώρας, οι επαναστάτες θα είναι ολοκληρωτικά με το μέρος της καταπιεζόμενης χώρας παρά τη μοναρχία της και εναντίον της προστάτιδας καταπιεστικής χώρας παρά της «δημοκρατίας» της». (Τρότσκι, «Στάλιν» τόμος Β, σελ. 224)

Ποιες είναι οι αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση;


Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των ΗΠΑ και του Αφγανιστάν – πολύ βαθύτερη από την αντίθεση μεταξύ των εσωτερικών «δημοκρατικών» και δικτατορικών καθεστώτων τους. Οι ΗΠΑ είναι ο μέγιστος κίνδυνος για την εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά του κόσμου. Είναι ο ισχυρότερος ιμπεριαλισμός – η μόνη υπερδύναμη. Με το στρατό τους οδηγούν την παγκοσμιοποίηση και επιδιώκουν να καθιερώσουν μια νέα παγκόσμια τάξη βασισμένη στη απεριόριστη κίνηση του κεφαλαίου σε όλη την γη. Αν οι ιμπεριαλιστές βγουν νικητές απ’ αυτόν τον πόλεμο τότε θα έχουν πετύχει μια συντριπτική νίκη όχι μόνο ενάντια στους Ταλιμπάν όπως πιστεύουν μερικοί, αλλά και ενάντια σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και σ’ όλη την παγκόσμια εργατική τάξη. Κάθε φορά που ο ιμπεριαλισμός δεχόταν μια ήττα είχαμε μια κοινωνική αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό του. Η μικροαστική τάξη έχανε την εμπιστοσύνη της στην αστική ενώ την ίδια στιγμή είχαμε μια αριστερή ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας και της εργατικής τάξης. Ας φανταστεί κανείς τι θα σήμαινε μια νίκη των αμερικάνων στο Βιετνάμ ή μια νίκη των Γάλλων στην Αλγερία. Η ριζοσπαστικοποίηση του ’68 και της δεκαετίας του ’70 δεν θα είχε συμβεί ποτέ.
Μετά το Ιράκ και την πτώση του ανατολικού μπλοκ οι αμερικάνοι και οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές έχουν αποθρασυνθεί. Μπορούν ανενόχλητοι να σκορπούν το θάνατο. Να δολοφονούν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους όπως έκαναν στο Ιράκ και μάλιστα να θεωρείται πολύ φυσιολογικό το δικαίωμά τους να επεμβαίνουν όπου τους καπνίζει και για οποιοδήποτε λόγο. Πολλοί είναι αυτοί που διαμαρτύρονται ότι αυτή η συμπεριφορά δεν συμβαδίζει ακριβώς με το διεθνές δίκαιο και ότι τέλος πάντων η απάντηση της Αμερικής στο χτύπημα της 11/9 θα πρέπει να είναι περισσότερο λελογισμένη γιατί όπως και να ‘ναι έχουν το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Αυτή η επιχειρηματολογία είναι άξια για απολογητές των ιμπεριαλιστικών εγκλημάτων. Βεβαίως ο καθένας έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τα συμφέροντά του. Σοβαρή ανακάλυψη! Μόνο που οι υποκριτές αυτοί ξεχνάνε αυτό το δικαίωμα όταν πρόκειται να το χρησιμοποιήσουν οι καταπιεσμένοι για να υπερασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα. Τότε αρχίζουν να κραυγάζουν τις διάφορες ανοησίες τους για τη βία, την τρομοκρατία, για την αξία της ανθρώπινης ζωής κ.ο.κ. Η ταξική πάλη και ο πόλεμος δεν υπακούει σε κανένα δίκαιο. Το μόνο που αναγνωρίζει είναι νικητές και ηττημένοι. Γι’ αυτό κι εμείς υποστηρίζουμε τη συντριβή με κάθε μέσο των ιμπεριαλιστών δολοφόνων. Όχι μόνο γιατί θα είναι δίκαιο για τους καταπιεσμένους λαούς της μέσης ανατολής αλλά και γιατί αυτό το καλύτερο δώρο για τον αγώνα της εργατικής τάξης και της νεολαίας της δύσης στο δρόμο προς την κοινωνική απελευθέρωση ενάντια στα δικά τους αφεντικά που τυχαίνει να είναι αυτοί ακριβώς που βομβαρδίζουν σήμερα το Αφγανιστάν.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο μέτωπο με τους Ταλιμπάν;


Οι Ταλιμπάν δεν θα το επιτρέψουν αυτό. Έχουν επιβάλλει μια βάναυση δικτατορία σε όλες τις άλλες δυνάμεις στη χώρα. Αυτό θα καθιστούσε ένα ενιαίο μέτωπο σχεδόν αδύνατο λόγω της απόλυτης αδιαλλαξίας και της άρνησής τους να συνεργαστούν με οποιαδήποτε μη-ισλαμική δύναμη. Θα επιδίωκαν να αποτρέψουν οποιοδήποτε ανεξάρτητη οργάνωση ή εξοπλισμό των αγροτών ή των εργαζομένων. Αυτά, μαζί με τη δηλητηριώδη εχθρότητά τους στα δικαιώματα των γυναικών και τα δικαιώματα των υπόλοιπων εθνοτήτων, είναι βασικά εμπόδια για μια μεγάλης κλίμακας κινητοποίηση των μαζών προκειμένου να νικήσουν τον ιμπεριαλισμό. Εάν εμμείνουν σε αυτή την πολιτική αυτό θα συμβάλει τελικά στον θρίαμβο του ιμπεριαλισμού ή την επιβολή από το Πακιστάν και άλλους ενός υποχωρητικού φιλο-ιμπεριαλιστικού καθεστώτος στη Καμπούλ.
Θα ήταν έξω από κάθε λογική να προωθήσουμε ένα επίσημο «ενιαίο μέτωπο» ή μια συμμαχία που οι επαναστάτες κομμουνιστές θα ήταν υποχρεωμένοι να κρύψουν την πολιτική τους. Ένα τέτοιο μέτωπο θα μπορούσε να γίνει πράξη μόνο στο βαθμό που οι ισλαμιστές θα ήταν διατεθειμένοι όχι μόνο να παλέψουν ενάντια στον ιμπεριαλισμό αλλά και να σεβαστούν την πολιτική ανεξαρτησία των επαναστατών και όλων όσων θα συμμετείχαν σε ένα τέτοιο μπλοκ, χωρίς γραφειοκρατικούς αποκλεισμούς. Κάτι τέτοιο όμως σήμερα είναι εξαιρετικά απίθανο.

Αν υποθέσουμε ότι ξαφνικά οι Ταλιμπάν άφηναν τα περιθώρια για ένα τέτοιο μέτωπο, τι θα σήμαινε αυτό συγκεκριμένα μέσα στο Αφγανιστάν;


Θα σήμαινε δύο πράγματα:
Α) ένα κάλεσμα στο λαό για να παλέψει την ιμπεριαλιστική εισβολή και
Β) μια προσπάθεια να κινητοποιηθούν εκείνοι που παλεύουν κάτω από την ηγεσία των Ταλιμπάν για να αναγκάσουν τους ηγέτες τους να εγκαταλείψουν τη δικτατορία τους και να διευρύνουν την βάση της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό.
Μ’ αυτό τον τρόπο παλεύουμε για τον εξοπλισμό του λαού και την ίδια στιγμή εξηγούμε ότι η εσωτερική πολιτική των Ταλιμπάν κάθε άλλο παρά βοηθάει την άμυνα του αφγανικού λαού. Ταυτόχρονα προωθούμε ένα μεταβατικό πρόγραμμα διεκδικήσεων για τα δημοκρατικά δικαιώματα, την ταξική ανεξαρτησία, τον εξοπλισμό των μαζών, τον τερματισμό στις διακρίσεις κατά των γυναικών και των εθνικών μειονοτήτων στην προοπτική της ανατροπής των Ταλιμπάν και την αντικατάστασή της από μια εργατοαγροτική κυβέρνηση. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική αντιπαράθεσης στους Ταλιμπάν δεν θα είχε καμία προοπτική στο βαθμό που δεν ηττηθεί ο ιμπεριαλισμός.
Αυτό μας διακρίνει από την αστική και φιλοϊμπεριαλιστική αντιπολίτευση τονίζοντας ότι η κριτική μας δεν είναι ότι οι Ταλιμπάν παλεύουν τον ιμπεριαλισμό, αλλά γιατί, εξαιτίας της καταπίεσης των γυναικών, του αντιδραστικού ισλαμισμού, της δικτατορικής έχθρας τους των δημοκρατικών δικαιωμάτων κ.λπ., δεν είναι ικανοί για μια συνεπή και αποτελεσματική πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Άρα μιλάμε για κάποιο είδος αναστολής του αγώνα για την ανατροπή καθεστώτων τύπου Ταλιμπάν ή Σαντάμ κατά τη διάρκεια που δέχονται επίθεση από τον ιμπεριαλισμό;
Όχι, αυτό σημαίνει ότι ο αγώνας για να ανατραπούν περνάει διαμέσου μαζικής και ένοπλης κινητοποίησης ενάντια τον ιμπεριαλισμό. Κατά την προετοιμασία και τον προγραμματισμό της εξέγερσης, δεν μπορούμε να ξεχνάμε την ιμπεριαλιστική επίθεση κλείνοντας μάλιστα πονηρά το μάτι σ’ αυτή. Αν το πιστεύαμε αυτό θα ήμασταν αδιάφοροι για τη έκβαση του πολέμου. Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος άφησε ένα παράδειγμα για το πώς οι επαναστάτες θα μπορούσαν ακόμη και να υποστηρίξουν μια εξέγερση ενάντια σ’ ένα καθεστώς που πάλευε ενάντια το φασισμό, εάν εκείνο το καθεστώς προσπαθούσε να αποδυναμώσει ή να αφοπλίσει τις οργανώσεις των εργαζομένων. Σε αυτήν την περίπτωση οι εργαζόμενοι στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937 πήραν τα όπλα ενάντια το καπιταλιστικό καθεστώς του «λαϊκού μετώπου» χωρίς να σταματήσουν ούτε στιγμή να παλεύουν στο μέτωπο ενάντια τους φασίστες και χωρίς να σταματήσουν να παράγουν όπλα για τον πόλεμο. Οι επαναστάτες γνώριζαν ότι αν οι φασίστες του Φράνκο νίκαγαν το Λαϊκό Μέτωπο τότε οι πρώτοι που θα πλήρωναν θα ήταν αυτοί, όπως και έγινε. Εάν λοιπόν υποτάξουμε την ιμπεριαλιστική επίθεση στο στόχο της ανατροπής των Ταλιμπάν το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να κόψουμε μόνοι μας τους λαιμούς μας – ή μάλλον θα δίναμε τη χαρά αυτή στους ιμπεριαλιστές στο βαθμό που θα κέρδιζαν αυτοί τον πόλεμο.
Μ’ αυτή και μόνο μ’ αυτή την έννοια βρισκόμαστε στο ίδιο χαράκωμα με τους Ταλιμπάν, στο βαθμό που μάχονται ενάντια στην στρατιωτική επίθεση. Αυτό είναι που υποστηρίζουμε και τίποτα άλλο.

Άρα θα μπορούσαμε να ρίξουμε ακόμα και το σύνθημα «νίκη στους Ταλιμπάν «;


Σε καμία περίπτωση. Αυτό θα ήταν υποστήριξη στην πολιτική των Ταλιμπάν. Δεν είπαμε ποτέ νίκη στον Σαντάμ Χουσεϊν, νίκη στον Γκαλτιέρι και την αργεντίνικη χούντα, νίκη στον Στάλιν και την γραφειοκρατία ή νίκη σε οποιαδήποτε αντιδραστική κυβέρνηση. Είμαστε για την νίκη των αφγανικών δυνάμεων ενάντια τον ιμπεριαλισμό και όχι για την επιβίωση των πολιτικών ηγετών τους στην εξουσία.

Ωστόσο μια νίκη των αφγανικών δυνάμεων δεν θα σήμαινε τελικά νίκη των Ταλιμπάν και κατά συνέπεια ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση στο εσωτερικό των χώρας;
Αυτό είναι μια εντελώς απλοϊκή σκέψη. Οι Ταλιμπάν δεν είναι καθόλου συνεπείς αντιιμπεριαλιστές. Ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμοι να συμβιβαστούν ακόμα και να εγκαταλείψουν τη χώρα. Στα λόγια μιλάνε για αντιιμπεριαλιστικό αγώνα αλλά αυτό μένει να αποδειχτεί στην πράξη. Εμείς δεν τους έχουμε καμία εμπιστοσύνη. Για να ηττηθεί ο ιμπεριαλισμός πρέπει να διευρυνθεί το μέτωπο, να ανοίξουν οι φυλακές, να δοθούν δικαιώματα στις γυναίκες, και πάνω απ’ όλα να εξοπλιστεί όλος ο λαός. Εδώ βρίσκεται το κλειδί των εξελίξεων. Οι Ταλιμπάν δεν δείχνουν καμία διάθεση για κάτι τέτοιο, όμως μπορεί κάτω από την πίεση της πραγματικότητας να αναγκαστούν να κάνουν παραχωρήσεις. Όσο δύσκολο κι αν φαίνεται αυτό, είναι ο μόνος δρόμος. Μ’ αυτή την έννοια όποια κι αν είναι η έκβαση του πολέμου οι Ταλιμπάν στο τέλος θα βρεθούν στο χείλος του γκρεμού. Αν το Αφγανιστάν καταληφθεί από τους ιμπεριαλιστές σε συνεργασία με τη Βόρεια Συμμαχία οι Ταλιμπάν όχι μόνο θα χάσουν την εξουσία αλλά και την ίδια τους τη ζωή. Στην περίπτωση που το Αφγανιστάν τσακίσει τους ιμπεριαλιστές πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με τη μαζική ένοπλη αντίσταση του λαού του Αφγανιστάν τότε οι Ταλιμπάν πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να σταθούν στην εξουσία την επόμενη μέρα. Όπως και να έχει εμείς θα παλέψουμε για το δεύτερο σενάριο.

Πώς μπορούμε να τα πούμε όλα αυτά στους εργαζόμενους της δύσης που δεν δείχνουν καμία ιδιαίτερη συμπάθεια στους Ταλιμπάν;
Άμεσα, και χωρίς υπεκφυγές. Πολλοί εργαζόμενοι στις ιμπεριαλιστικές χώρες θα αντιταχθούν στη θέση μας εξαιτίας της πλύσης εγκεφάλου και των κυρίαρχων σοβινιστικές λογικών. Άλλοι πάλι θα πάρουν μια ειρηνόφιλη στάση που αντιπαλεύει τον πόλεμο χωρίς την μαχητική υποστήριξη της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό. Εμείς όμως είμαστε επαναστάτες και πρέπει να πούμε ξεκάθαρα την αλήθεια, χωρίς να προσαρμόσουμε τη θέση μας στο κυρίαρχο ρεύμα. Ο σοβινισμός από τη μία και μια γενικόλογη έκκληση για ειρήνη είναι τα πρώτα συναισθήματα που αναπτύσσονται στη νεολαία και την εργατική τάξη σχεδόν αναπόφευκτα στην αρχή του πολέμου σε μια ιμπεριαλιστική χώρα. Στις ΗΠΑ θα λέγαμε ότι κυριαρχεί ο σοβινισμός και στην Ευρώπη ο φιλειρηνισμός. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι δεν υπάρχει ένα τμήμα της νεολαίας και της εργατικής τάξης που θα ήθελε τη συντριβή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Εν πάση περιπτώσει οι επαναστάτες δεν καθορίζουν τη γραμμή τους από την υπάρχουσα συνείδηση των εργαζομένων σε αυτήν ή την άλλη χώρα αλλά από τα συμφέροντα της διεθνούς πάλης των τάξεων.
Ο Τρότσκυ εξηγούσε:
«Η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου καθυστερεί σε σχέση με τα γεγονότα, μα η ταξική συνείδηση δεν είναι ένα πράγμα φτιαγμένο από τα ίδια υλικά που είναι φτιαγμένα τα εργοστάσια, τα ορυχεία και οι σιδηρόδρομοι, αλλά είναι πιο εύπλαστη και κάτω από τα χτυπήματα της αντικειμενικής κρίσης, το βάρος των εκατομμυρίων ανέργων, μπορεί να αλλάξει με γρήγορο ρυθμό.» («Συζητήσεις με Τρότσκυ», στο Μεταβατικό Πρόγραμμα, την έκδοση Pathfinder, σελ. 127)
Είναι αλήθεια ότι η εργατική τάξη και η νεολαία αντιμετωπίζει τα γεγονότα με μια παγώματα, σαν κάτι που γίνεται μακριά και που δεν μπορεί να επηρεάσει. Αυτό συμβαίνει πάντοτε στα μεγάλα γεγονότα. Η συμπεριφορά αυτή όμως θ’ αλλάξει γρήγορα εάν υπάρχει ένας παρατεταμένος πόλεμος και ακριβώς γι’ αυτό θα πρέπει να έχουμε σαφή επαναστατικά συνθήματα για να κερδίσουμε νέες δυνάμεις και να χτίσουμε ένα ισχυρό αντιμπεριαλιστικό κίνημα. Όσοι επιλέγουν να γλείψουν τα αυταπάτες του κόσμου προκειμένου να στήσουν ή να διατηρήσουν την επιρροή τους όχι μόνο υποτάσσονται στην αστική κοινή γνώμη, αλλά ουσιαστικά δεν προβάλουν κανένα εμπόδιο για να σταματήσουν το ιμπεριαλιστικό έγκλημα. Το κλίμα μπορεί να αλλάξει μόνο στο βαθμό που μια πρωτοπορία αγωνιστών εξοπλιστεί με το σωστό πρόγραμμα και μεσώ τα κατάλληλων συνθημάτων επηρεάσει το αντιπολεμικό κίνημα.

Σ’ αυτή τη βάση απευθυνόμαστε σε όλους όσους πιστεύουν ότι πρέπει να στηριχθούν αυτές οι απόψεις να παλέψουμε όχι μόνο για την ήττα της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ και των ιμπεριαλιστών συμμάχων τους αλλά και για να χτίσουμε μια ισχυρή επαναστατική οργάνωση στην Ελλάδα μέσα σε μια επαναστατική κομμουνιστική 4η Διεθνή σε όλο τον κόσμο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Aπό εδώ μπαίνετε στο site της KOKKINHΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

web counter

Blog Stats

  • 44.860
Αρέσει σε %d bloggers: